Supreme Court dismisses appeal against bank's rejection of client's investment fund participation claim due to lack of written contract.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's decision rejecting his claim for bank account balances and investment returns. The appellant argued that his oral instructions to the bank constituted a valid participation in a mutual fund, but the court found the claim inadmissible due to the lack of a written contract as required by law. Consequently, the court ruled that the lower court correctly applied the statutory requirements for mutual fund participation and rejected the appeal on all grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 822, 827, 713 of the Civil Code; Articles 1, 17, 18, 19, 20, 21, 25 of Law 1969/1991: Participation in mutual funds requires a written contract; oral instructions are insufficient to establish this legal relationship.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 867 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 867/2021
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1 Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 11 Ιανουαρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Δ. Β. του Δ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Παύλο Μιχαλόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της αρχικά αναιρεσιβλήτου Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "EUROBANK ERGASIAS", (πρώην "ΤΡΑΠΕΖΑ EFG - EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μπόμπο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 5/7/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1731/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5600/2018 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22/2/2019 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 22.2.2019 και με αριθ. κατάθ.167/26.2.2019 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 5600/13.11.2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, και δέχθηκε μεν τύποις και κατ' ουσίαν την έφεση του τότε εκκαλούντος-ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 1731/14.9.2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την από 5.07.2011 αγωγή του άνω αναιρεσείοντος κατά της τότε εναγομένης και ήδη αναιρεσίβλητης Τράπεζας περί καταβολής σ' αυτόν των οφειλομένων πιστωτικών καταλοίπων τραπεζικών καταθέσεών του και των αποδόσεων επενδυμένων κεφαλαίων του,που διαχειριζόταν, κατόπιν εντολών του, η τελευταία, συνολικού ποσού 2.950.158,61 ευρώ, αλλά στη συνέχεια απέρριψε την αγωγή, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα, ως απαράδεκτη λόγω αοριστίας της. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά το άρθρο 830 ΑΚ, η κατάθεση χρημάτων ή άλλων αντικαταστατών πραγμάτων, λογίζεται, σε περίπτωση αμφιβολίας, ως δάνειο, αν ο θεματοφύλακας έχει την εξουσία να τα χρησιμοποιεί, σχετικά όμως με το χρόνο και τον τόπο της απόδοσης ισχύουν, σε περίπτωση αμφιβολίας, οι διατάξεις για την παρακαταθήκη, η οποία στην περίπτωση αυτή χαρακτηρίζεται ως ανώμαλη παρακαταθήκη.
Έτσι και η κατάθεση χρημάτων σε τράπεζα, που κύριο σκοπό έχει την ασφαλή φύλαξη των χρημάτων του καταθέτη, προς την οποία δεν είναι αντίθετη η συνομολόγηση του συνηθισμένου για τις τραπεζικές εργασίες τόκου, φέρει το χαρακτήρα ανώμαλης παρακαταθήκης, αφού η τράπεζα έχει την εξουσία χρησιμοποίησης των χρημάτων του καταθέτη και συνεπώς κατά το άρθρο 830 παρ.1 ΑΚ, έχουν σ' αυτή εφαρμογή, τόσο η περί δανείου διάταξη του άρθρου 806 ΑΚ, με βάση την οποία η τράπεζα αποκτά την κυριότητα των κατατιθεμένων σ' αυτή χρημάτων, όσο και η διάταξη του άρθρου 827 του ίδιου Κώδικα, σύμφωνα με την οποία ο θεματοφύλακας, αν ο παρακαταθέτης απαιτεί το πράγμα, οφείλει να το αποδώσει και αν ακόμη δεν έχει περάσει η προθεσμία που ορίστηκε για τη φύλαξη του (ΑΠ 1432/2019, ΑΠ 854/2017, ΑΠ 1220/2014, ΑΠ 356/2013).
Περαιτέρω η ελληνική νομοθεσία δεν περιέχει συστηματική ρύθμιση της τραπεζικής κατάθεσης. Υπάρχουν, ωστόσο, διατάξεις νόμων, που ρυθμίζουν, έστω ατελώς, μορφές καταθέσεων ή ειδικότερα θέματα. Έτσι, στις διατάξεις του Ν. 2076/1992, ο οποίος ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο της αγωγής, προβλέπονταν, μεταξύ άλλων τραπεζικών εργασιών των πιστωτικών ιδρυμάτων, και η αποδοχή καταθέσεων ή άλλων επιστρεπτέων κεφαλαίων(άρθρο 24 παρ. 1 εδ.
α'), στις δε ΠΔΤΕ 232/1994 και 44/1994 εξειδικεύτηκε ότι επιτρέπεται στα πιστωτικά ιδρύματα να αποδέχονται προθεσμιακές καταθέσεις από φυσικά και πάσης φύσεως νομικά πρόσωπα, πλην των υπαγομένων στον Α.Ν. 1611/1950 δηλαδή των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου και των Ασφαλιστικών Ταμείων Δημοσίου ή Ιδιωτικού Δικαίου, χωρίς περιορισμό ως προς τη διάρκειά τους, με εξαίρεση τις τράπεζες επενδύσεων, που μπορούν να δέχονται αποκλειστικά μεν προθεσμιακές καταθέσεις, όχι όμως διάρκειας κατώτερης του έτους.
Οι εν λόγω δε καταθέσεις "επί προθεσμία" ή "προθεσμιακές καταθέσεις" είναι αυτές που δημιουργούνται κατόπιν συμφωνίας τράπεζας και καταθέτη ότι θα είναι αποδοτέες μετά την πάροδο ορισμένου χρονικού διαστήματος, με συνήθως υψηλό επιτόκιο, ανάλογο προς τη χρονική τους διάρκεια. Για τις καταθέσεις αυτές η τράπεζα μπορεί να εκδίδει ονομαστικές ομολογίες, όχι, όμως, βιβλιάρια (βλ.
Απόφαση ΝΕ 1169/27.9.1960, άρθρο 3 Ν.Δ. 17ης Ιουλίου 1923).Η πρόωρη απόδοση μέρους ή ολόκληρης της καταθέσεως του είδους αυτού έχει επικρατήσει να γίνεται μόνον κατ' εξαίρεση σε περιπτώσεις μεγάλης ανάγκης των καταθετών και κατά την απόλυτη κρίση της τράπεζας, η οποία κατακρατεί τότε από τους δεδουλευμένους ήδη τόκους ποσό ίσο προς το 2% ετησίως επί του κεφαλαίου της αποδιδομένης καταθέσεως για το διάστημα που απομένει μέχρι τη λήξη της προθεσμίας(Αποφ.
ΝΕ 1138/9/19.2.60, 1218/4/2.10.61 και 1282/7/17.5.63). Η προθεσμιακή κατάθεση αποτελεί ασφαλώς δάνειο προς την τράπεζα, επειδή και σ' αυτήν είναι πρόδηλη η επιδίωξη του καταθέτη για αποκόμιση κέρδους και όχι για φύλαξη των χρημάτων. Με βάση δε τα γενικώς ισχύοντα επί διαρκών ενοχών, στην κατηγορία των οποίων ανήκει και το δάνειο, η προθεσμιακή κατάθεση συνιστά δάνειο ορισμένου χρόνου διάρκειας.
Η κατάθεση, συνεπώς, είναι κατ' αρχήν αποδοτέα, όταν συμπληρωθεί η συμφωνηθείσα προθεσμία, παρέλθει, δηλαδή, ο συμφωνηθείς χρόνος διάρκειάς της, και όχι οποτεδήποτε. Εντούτοις, όπως ειπώθηκε και παραπάνω, η τελική περί αυτού κρίση πρέπει να είναι αποτέλεσμα της στάθμισης των συμφερόντων των μερών, πράγμα που φαίνεται ότι έλαβαν υπόψη τους οι ΠΔ/ΤΕ, που καθιέρωσαν ρητά τη δυνατότητα πρόωρης απόδοσης της προθεσμιακής κατάθεσης σε περίπτωση μεγάλης ανάγκης ενός καταθέτη, όταν η τράπεζα προφανώς κρίνει ότι δεν διακινδυνεύουν δικά της συμφέροντα.
Εφόσον, λοιπόν, ο καταθέτης-ή η τράπεζα-επικαλείται τέτοιο λόγο (πρόωρης απόδοσης της προθεσμιακής κατάθεσης), η κατάθεση είναι πάντοτε αποδοτέα, ακόμα και αν είχε συναφθεί με αντίθετους όρους, λόγω του αναγκαστικού δικαίου χαρακτήρα των διατάξεων περί έκτακτης καταγγελίας. Στην περίπτωση, όμως, αυτή απαλλάσσεται η τράπεζα της αντιπαροχής των συμφωνημένων τόκων(ΑΚ 380), οφείλουσα πάντως τους συνήθεις τουλάχιστον τόκους καταθέσεων ταμιευτηρίου (ΑΚ 288) για τον χρόνο που η κατάθεση παρέμεινε πραγματικά στη διάθεσή της.
Τέλος, αν η κατάθεση ενεργήθηκε σύμφωνα με ειδική διάταξη νόμου σε δεσμευμένο λογαριασμό, ο καταθέτης μπορεί να αναλάβει το ποσό, μόνον υπό τους όρους, που ο νόμος ορίζει (ΑΠ 356/2013). Κατά το άρθρο 216 παρ. 1 ΚΠολΔ η αγωγή, εκτός από τα στοιχεία που ορίζονται στα άρθρα 118 ή 117, πρέπει να περιέχει (1) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, (2) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και (3) ορισμένο αίτημα.
Αν λείπουν τα στοιχεία αυτά, το δικόγραφο της αγωγής είναι αόριστο. Η έκθεση δε στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, στο μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, στο δε εναγόμενο να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξιώσεως που θεμελιώνεται επ` αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθμός 14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο(ΑΠ 1154/2019).
Ενόψει των παραπάνω και ειδικότερα στην περίπτωση που ο καταθέτης αξιώνει την απόδοση του ποσού προθεσμιακής του κατάθεσης θα πρέπει στη σχετική αγωγή του να εκθέτει με σαφήνεια α)ότι δυνάμει συμφωνίας με την τράπεζα προέβη στην κατάθεση σε αυτήν συγκεκριμένου ποσού, β)ότι η κατάθεση αυτή είχε συγκεκριμένη διάρκεια, γ)ότι μετά την πάροδο της διάρκειας της συγκεκριμένης αυτής προθεσμιακής κατάθεσης η τράπεζα όφειλε να του αποδώσει το συγκεκριμένο ποσό κεφαλαίου μαζί με τους σωρευμένους τόκους, για τον υπολογισμό των οποίων θα πρέπει να αναφέρει το συμφωνηθέν επιτόκιο, με το οποίο θα τοκιζόταν το ποσό της κατάθεσης, δ)σε περίπτωση αξίωσης πρόωρης απόδοσης της προθεσμιακής κατάθεσης, αν η τράπεζα κατακράτησε από τους δεδουλευμένους ήδη τόκους ποσό ίσο προς το 2% ετησίως επί του κεφαλαίου της αποδιδομένης καταθέσεως για το διάστημα που απέμενε μέχρι τη λήξη της προθεσμίας, ή αν αυτή απαλλάχθηκε της αντιπαροχής των συμφωνημένων τόκων (ΑΚ 380), οπότε να μπορεί να κριθεί αν αυτή οφείλει πάντως τους συνήθεις τουλάχιστον τόκους καταθέσεων ταμιευτηρίου (ΑΚ 288) για τον χρόνο που η κατάθεση παρέμεινε πραγματικά στη διάθεσή της και ε) ο τρόπος που, κατά τη σύμβαση, συμφωνήθηκε να γίνει η καταβολή/ανάληψη του ποσού της κατάθεσης και των τόκων της στον/από τον καταθέτη της (δηλαδή με μετρητά, επιταγές ή πίστωση λογαριασμού και συγκεκριμένα αν ο ενάγων καταθέτης επικαλείται πίστωση λογαριασμού του, πρέπει να αναφέρει ποιού συγκεκριμένου λογαριασμού του).
Η ανεπάρκεια δε των εκτιθέμενων στην αγωγή ή στην ένσταση πραγματικών περιστατικών σε σχέση με αυτά που απαιτούνται από το νόμο για τη θεμελίωσή τους χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Με τον ίδιο λόγο ελέγχεται και το σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας να κρίνει ως αόριστη την αγωγή ή την ένσταση, αξιώνοντας για τη θεμελίωσή τους περισσότερα στοιχεία από όσα απαιτεί ο νόμος για τη θεμελίωση του αντίστοιχου δικαιώματος. Πρόκειται και πάλι για παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ως προς τη διαπίστωση νομικής αοριστίας της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 1967/2006).
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΑΠ 1356/2010). Αντιθέτως η έλλειψη εξειδίκευσης των πραγματικών περιστατικών που θεμελιώνουν το ασκούμενο με την αγωγή ή την ένσταση ουσιαστικό δικαίωμα και αποτελούν την προϋπόθεση εφαρμογής του αντίστοιχου κανόνα ουσιαστικού δικαίου χαρακτηρίζεται ως ποσοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, ενώ η επίκληση απλώς των στοιχείων του νόμου χωρίς αναφορά πραγματικών περιστατικών χαρακτηρίζεται ως ποιοτική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 99/2017,ΑΠ 963/2006) και ελέγχονται και οι δύο αναιρετικά με τους λόγους από τους αριθ. 8 και 14 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1573/1981, ΑΠ 1033/2019, ΑΠ 1452/2007).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του, που επισκοπείται παραδεκτώς (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), και κατά το ενδιαφέρον για τον αναιρετικό έλεγχο αντίστοιχο τμήμα της, εξέθετε ότι από το έτος 1990 διατηρούσε σταθερή συνεργασία με την ανώνυμη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε.", στη θέση της οποίας υπεισήλθε, ως οιονεί καθολική διάδοχος (λόγω συγχωνεύσεως με απορρόφηση) η εναγομένη "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK ERGASIAS ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" (και ήδη ως καθολική διάδοχος της τελευταίας η αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ EUROBANK Α.Ε.") τηρώντας σε αυτήν σειρά προθεσμιακών καταθετικών λογαριασμών, όπου επένδυε διαθέσιμα κεφάλαιά του, εισπράττοντας, στη λήξη της προθεσμιακής καταθέσεως, τη συμφωνηθείσα απόδοση, επανεπενδύοντας τα κεφάλαια και τους τόκους, καθώς και λογαριασμούς ταμιευτηρίου.
Ότι έδινε στην άνω τράπεζα εντολές αγοράς, για λογαριασμό του, κινητών αξιών και δη ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου και εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, για την οποία, αγορά, η τράπεζα προέβαινε σε αναλήψεις ποσών από τους διάφορους λογαριασμούς του, αναλαμβάνοντας τη σχετική προμήθειά της, τηρώντας, εν συνεχεία, τις κινητές αξίες η ίδια στο αρχείο της προς φύλαξη, με την επιπρόσθετη συμφωνία, κατά τη λήξη τους, να πιστώνει με το εισπραχθέν από αυτήν αντίτιμο λογαριασμούς ταμιευτηρίου του.
Ότι, λόγω της πληθώρας των τηρουμένων λογαριασμών και των κινήσεων, αλλά και της εμπιστοσύνης, που αυτός είχε προς τα στελέχη της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΡΗΤΗΣ", τα οποία χειρίζονταν τις επενδυτικές του δραστηριότητες, δεν ήταν ευχερές να ελέγχει πλήρως τους λογαριασμούς του, θεωρούσε δε ότι όλα τα ποσά, από όλους τους προθεσμιακούς λογαριασμούς του, κατά το χρονικό διάστημα, από το έτος 1990 έως και το έτος 1999, του είχαν αποδοθεί.
Ότι, στη συνέχεια, διαπίστωσε ότι σε πολλές συναλλαγές κατά το ως άνω χρονικό διάστημα, υπήρχαν κενά, ως προς την τύχη, αφενός μεν χρηματικών ποσών, που υφίσταντο ως κατάλοιπα προθεσμιακών λογαριασμών του στην "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ", λόγω του ότι, κατά τη λήξη της προθεσμίας και στο κλείσιμο του σχετικού λογαριασμού, δεν του είχαν αποδοθεί, αφετέρου δε, χρηματικών ποσών, που θα έπρεπε να του είχαν αποδοθεί από τη ρευστοποίηση, κατά τη λήξη τους κινητών αξιών (ομολόγων - εντόκων γραμματίων Ελληνικού Δημοσίου) και αμοιβαίων κεφαλαίων.
Ότι, στις αρχές του 2004, όχλησε αρχικά, το Υποκατάστημα της εναγομένης επί της οδού Μητροπόλεως και, στη συνέχεια, τις κεντρικές υπηρεσίες αυτής, αιτούμενος στοιχεία, αφενός μεν, ως προς τις ταμειακές κινήσεις των λογαριασμών του, αφετέρου δε, ως προς τα επενδυτικά προϊόντα του, για το χρονικό διάστημα από το έτος 1990 έως και το έτος 1999 και, ότι, παρά τις συνεχείς οχλήσεις και την αποστολή εξωδίκων δηλώσεων προς την εναγομένη, μέχρι το έτος 2010, τα δοθέντα από την τελευταία στοιχεία υπήρξαν ανεπαρκή.
Ότι ειδικότερα αυτός(αναιρεσείων) διατηρούσε στο Υποκατάστημα Μητροπόλεως τους αναφερόμενους επτά (7) προθεσμιακούς λογαριασμούς αναφέροντας μεν πότε το άνοιγμα ενός εκάστου εξ αυτών έλαβε χώρα με κατάθεση συγκεκριμένου ποσού, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει με σαφήνεια τη συγκεκριμένη διάρκεια που είχε συμφωνηθεί με την Τράπεζα για κάθε ένα από αυτούς τους προθεσμιακούς λογαριασμούς, και την απόδοση που θα είχε στην ημερομηνία λήξης της κάθε προθεσμιακής κατάθεσης με τους σωρευμένους τόκους, σύμφωνα με το συμφωνηθέν επιτόκιο αυτής.
Περαιτέρω αναφέρει ότι σε συγκεκριμένες ημερομηνίες ανανέωνε διαδοχικά για διαφορετικά χρονικά διαστήματα και ποσά τα εμφανιζόμενα στους σχετικούς πίνακες κίνησης των λογαριασμών του ως πιστωτικά υπόλοιπα, ισχυριζόμενος μεν ότι επρόκειτο για νέες προθεσμιακές καταθέσεις, χωρίς ωστόσο να διευκρινίζει και πάλι με σαφήνεια τη συγκεκριμένη διάρκεια που είχε συμφωνήσει με την Τράπεζα για κάθε ένα από αυτούς τους φερόμενους ως ανανεωμένους προθεσμιακούς λογαριασμούς του, και την απόδοση που θα είχαν στην ημερομηνία λήξης τους μαζί με τους σωρευμένους τόκους, σύμφωνα και με τα συμφωνηθέντα επιτόκια αυτών, που επίσης παραλείπει να αναφέρει.
Και, τέλος, ισχυρίζεται ότι κατά τις ειδικότερα αναφερόμενες ημεροχρονολογίες, και δη για τον πρώτο εξ αυτών (με αριθμό …-…), στις 4.1.1999, που εμφάνιζε υπόλοιπο 25.719.006 δραχμών (ισόποσου σε ευρώ 75.477,64), για τον δεύτερο (με αριθμό …-…), στις 4.1.1999, που εμφάνιζε υπόλοιπο 13.373.884 δραχμών (ισόποσου σε ευρώ 39.248,37), για τον τρίτο (με αριθμό …-…), που στις 16.10.1996 είχε χρεωθεί παράνομα με ποσό 106.724.041 δραχμών (ισόποσου σε ευρώ 313.203,35) και στις 24.12.1996 εμφάνιζε υπόλοιπο 203.436.336 δραχμών (ισόποσου σε ευρώ 597.025,20), για τον τέταρτο(με αριθμό …-..), στις 20.7.1995, που εμφάνιζε υπόλοιπο 61.152.770 δραχμών (ισόποσου σε ευρώ 179.465,21), για τον πέμπτο (με αριθμό …-…), στις 20.7.1995, που εμφάνιζε υπόλοιπο 35.331.834 δραχμών (ισόποσου σε ευρώ 103.688,43), για τον έκτο(με αριθμό …-…), στις 25.10.1991, που εμφάνιζε υπόλοιπο 189.763.998 δραχμών(ισόποσου σε ευρώ 556.900,95) και για τον έβδομο (με αριθμό …-…), στις 13.7.1994, που εμφάνιζε υπόλοιπο 88.584.778 δραχμών (ισόποσου σε ευρώ 259.970),ουδέν ποσό έλαβε από την "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και στη συνέχεια από την εναγομένη Τράπεζα, είτε ο ίδιος(σε μετρητά, επιταγές κ.λ.π.) είτε με πίστωση κάποιου άλλου λογαριασμού του.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε, κατά το αντίστοιχο πρώτο κεφάλαιο της αγωγής του, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τα προαναφερόμενα ποσά, εντόκως, από την ημερομηνία που κατέστη ληξιπρόθεσμο κάθε μερικότερο ποσό, κατά τις εκεί αναφερόμενες διακρίσεις, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφλησή του.
Το Εφετείο, που δίκασε, έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι η αγωγή, κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιό της, έπασχε αοριστίας, με τις ακόλουθες αιτιολογίες "... διότι ο εκκαλών ενάγων, επικαλούμενος την τήρηση, στην Τράπεζα Κρήτης, επτά (7) προθεσμιακών καταθετικών λογαριασμών, κατά το χρονικό διάστημα από το έτος 1991 έως και το έτος 1998, παραλείπει να εκθέσει τα ακριβή στοιχεία των συμβάσεων, βάσει των οποίων ανοίχθηκαν και τηρήθηκαν οι ως άνω προθεσμιακοί λογαριασμοί, ειδικότερα, δε, τους συμβατικούς όρους, με βάση τους οποίους προβλεπόταν η λήξη ισχύος κάθε επιμέρους λογαριασμού, δηλαδή, εάν αυτή ταυτιζόταν, αυτοδικαίως ή όχι, με την ανάληψη, από τον ίδιο(τον εκκαλούντα-ενάγοντα) των κατατεθειμένων υπό προθεσμία χρηματικών ποσών, επιπλέον, δε, αυτός δεν εκθέτει ποίος ακριβώς ήταν ο συμφωνηθείς τρόπος αποδείξεως εκάστης αναλήψεως, ενώ δεν αρκεί, για το ορισμένο του συγκεκριμένου αγωγικού ισχυρισμού, ότι, το υπόλοιπο κάθε προθεσμιακού λογαριασμού δεν αποδόθηκε στον εκκαλούντα-ενάγοντα, πολλώ δε μάλλον, δεδομένου ότι ο τελευταίος επικαλείται ότι, ζήτησε την απόδοση των χρηματικών ποσών των λογαριασμών, το πρώτον, όχι, κατά τον επικαλούμενο χρόνο λήξεώς τους, δηλαδή, μεταξύ των ετών 1991 έως και 1998, αλλά, το έτος 2004...".
Σύμφωνα, όμως, και με τις προεκτεθείσες στην αρχή νομικές σκέψεις η ένδικη αγωγή, κατά το ως άνω επίδικο κεφάλαιό της, έπασχε μεν αοριστίας, πλην, όμως, λόγω του γεγονότος ότι σ' αυτή, ενώ ο ενάγων καταθέτης αξίωνε την απόδοση των ποσών προθεσμιακών του καταθέσεων, δεν εξέθετε με σαφήνεια α)ότι δυνάμει συμφωνίας με την τράπεζα είχε προβεί στην κατάθεση σ' αυτήν του αναφερόμενου συγκεκριμένου ποσού κάθε κατάθεσης με τη συγκεκριμένη διάρκειά της, β) ποιο το συγκεκριμένο ποσό κεφαλαίου μαζί με τους σωρευμένους τόκους, που όφειλε η Τράπεζα μετά την πάροδο της διάρκειας κάθε συγκεκριμένης προθεσμιακής κατάθεσης να του αποδώσει και ποιο το συμφωνηθέν επιτόκιο, με το οποίο θα τοκιζόταν το ποσό της κάθε προθεσμιακής κατάθεσης, γ) αν αξίωνε, μεν, την πρόωρη απόδοση της προθεσμιακής του κατάθεσης, όφειλε, επίσης, να αναφέρει αν η τράπεζα κατακράτησε από τους δεδουλευμένους ήδη τόκους ποσό ίσο προς το 2% ετησίως επί του κεφαλαίου της αποδιδομένης καταθέσεως για το διάστημα που απέμενε μέχρι τη λήξη της προθεσμίας, ή αν αυτή απαλλάχθηκε της αντιπαροχής των συμφωνημένων τόκων, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτή όφειλε πάντως τους συνήθεις τουλάχιστον τόκους καταθέσεων ταμιευτηρίου, για τον χρόνο που η κατάθεση παρέμεινε πραγματικά στη διάθεσή της και δ)τον τρόπο που, κατά τη σύμβαση κάθε προθεσμιακής κατάθεσης, είχε συμφωνηθεί να γίνει η καταβολή ή η ανάληψη του ποσού της κατάθεσης και των τόκων της στον ή από τον καταθέτη της, αντίστοιχα(δηλαδή με μετρητά, επιταγές ή πίστωση λογαριασμού, δοθέντος ότι ο ενάγων καταθέτης επικαλούμενος, εναλλακτικά, πίστωση λογαριασμού του, θα πρέπει να αναφέρει ποιού συγκεκριμένου λογαριασμού του υπονοεί).
Περαιτέρω το δικαστήριο της ουσίας, αφού εξέτασε αυτεπαγγέλτως το ορισμένο της αγωγής, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος ενάγοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση που είχε απορρίψει την αγωγή ως αβάσιμη και την απέρριψε, κατά το προαναφερόμενο κεφάλαιό της, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Κρίνοντας δε το Εφετείο ως αόριστο το κεφάλαιο αυτό της αγωγής, δεν ερμήνευσε εσφαλμένα και δεν παραβίασε, μη εφαρμόζοντας τες, τις διατάξεις των άρθρων 830,806,827 του ΑΚ, 216 παρ.1 ΚΠολΔ, και τις συμπληρωματικές ειδικές διατάξεις των άρθρων 24 παρ.1 εδ.α' του Ν.2076/1992, κατά το χρόνο ισχύος του, μετά των συναφών ΠΔΤΕ 232/1994 και 44/1994, που έχουν εφαρμογή επί των τραπεζικών λογαριασμών καταθέσεων προθεσμίας(ή προθεσμιακών λογαριασμών).
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση που προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση με το αντίστοιχο τμήμα του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, επειδή εσφαλμένα, δήθεν, απαίτησε περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αλλά ούτε και στις πλημμέλειες που προσάπτονται, επίσης στην πληττόμενη απόφαση, με τα αντίστοιχα τμήματα του ίδιου λόγου αναίρεσης , από τις διατάξεις των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις οποίες ελέγχεται η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής. Επομένως, ο πρώτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 1, 8 και 14 ΚΠολΔ είναι , στο σύνολό του, αβάσιμος.
Από τα άρθρα 1, 2, 3 και 4 του Ν.Δ. 3745/1957, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 1266/1982, συνάγεται ότι ο Υπουργός των Οικονομικών εξουσιοδοτείται να συνάπτει δάνεια για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, με την έκδοση εντόκων γραμματίων έως και δωδεκάμηνης διάρκειας. Τα γραμμάτια αυτά, τα οποία είναι ανώνυμα χρεόγραφα κατά την έννοια του άρθρου 888 ΑΚ (Γνωμ ΝΣΚ 640/1998), εκδίδονται στον κομιστή, είναι δε πληρωτέα κατά τη λήξη τους στην ονομαστική τους αξία από την Τράπεζα της Ελλάδος.
Επιτρέπεται στις εντός της Ελληνικής επικράτειας Τράπεζες να προεξοφλούν γραμμάτια υπέρ των κομιστών και να αναπροεξοφλούν αυτά στην Τράπεζα της Ελλάδος (ΑΠ 755/2003). Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 335,361,822, 823 και 830 ΑΚ συνάγονται τα εξής: Με τη σύμβαση παρακαταθήκης χρεογράφων, όπως είναι και τα ομόλογα του Ελληνικού Δημοσίου, ο θεματοφύλακας παραλαμβάνει από τον παρακαταθέτη τα χρεόγραφα για να τα φυλάει, μη έχοντας την εξουσία να τα διαθέτει, αν αυτή δεν του δόθηκε εγγράφως και ρητά, και υποχρεούμενος να τα αποδώσει αυτούσια σ' αυτόν, όταν του ζητηθούν από αυτόν.
Η σύμβαση παρακαταθήκης, γενικά, είναι κατά κανόνα άτυπη, μπορεί δε να καταρτισθεί και με μόνη τη συμφωνία πριν από την παράδοση του πράγματος, σύμφωνα με την αρχή της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρ. 361 ΑΚ), ρητώς, αλλά και σιωπηρώς, όταν η συμφωνία για φύλαξη του πράγματος συνάγεται από τις συντρέχουσες περιστάσεις (ΑΠ 886/1990), ενώ το καθήκον φύλαξης αποτελεί και τη βασική συμβατική υποχρέωση του θεματοφύλακα.
Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 823 ΑΚ, κατά την οποία ο θεματοφύλακας οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια που καταβάλλει στις δικές του υποθέσεις, προκύπτει ότι αυτός ευθύνεται πάντοτε για βαριά αμέλεια και για ελαφριά αμέλεια μέχρι το βαθμό, πέρα από τον οποίο και για τις δικές του υποθέσεις δεν επιδεικνύει επιμέλεια.
Επί παθολογικής εξέλιξης της ενοχής, αν δηλαδή ο θεματοφύλακας, για λόγους γενικούς ή τέτοιους που τον αφορούν, βρίσκεται σε αδυναμία να προβεί στην αυτούσια απόδοση του πράγματος, όταν ο δανειστής παρακαταθέτης το ζητήσει και ανάλογα με τη μεταξύ τους συμφωνία περί αμοιβής ή μη ως και του χρόνου απόδοσης, δηλαδή σε περίπτωση υπαίτιας αδυναμίας αυτού να το αποδώσει, υπερημερίας του ή πλημμελούς εκ μέρους του εκπλήρωσης της παροχής, έχει αυτός (θεματοφύλακας) υποχρέωση να ανορθώσει τη ζημία του παρακαταθέτη, παρέχοντάς του ιδίως χρηματικό ποσό ίσο προς την ονομαστική αξία των χρεογράφων, ενώ, επίσης, έχουν εφαρμογή σχετικά με τις αξιώσεις του παρακαταθέτη και τη δυνατότητα απαλλαγής του θεματοφύλακα, οι διατάξεις των άρθ. 335, 382 (εφόσον έχει συμφωνηθεί αμοιβή για τη φύλαξη), 336, 340, 342, 343, 344, 348 ΑΚ.
Περιεχόμενο της σχετικής αγωγής του παρακαταθέτη αποτελεί, κυρίως η αξίωση του για αυτούσια απόδοση του πράγματος, και σε περίπτωση αδυναμίας αυτούσιας απόδοσης τούτου ή εφόσον αυτός επικαλεστεί και αποδείξει ότι πλέον δεν έχει συμφέρον στην αυτούσια απόδοση, περιεχόμενο της σχετικής αγωγής θα είναι η αξίωση αυτού προς αποζημίωση εκ μέρους του θεματοφύλακα είτε με ευθεία αγωγή από τη σύμβαση παρακαταθήκης, είτε με τις διατάξεις περί αδικοπραξίας αν συντρέχουν οι προς τούτο προϋποθέσεις, διότι επέρχεται αλλοίωση του αντικειμένου της ενοχής και η αρχική του υποχρέωση προς εκπλήρωση της παροχής μετατρέπεται σε δευτερογενή υποχρέωση αποζημιώσεως, η οποία, εκτός άλλων, περιλαμβάνει την αξία του πράγματος καθώς και κάθε άλλη ζημία που ενδεχομένως υπέστη (ΑΠ 647/2017, ΑΠ 504/2016, ΑΠ 1964/2013, ΑΠ 1024/2010, ΑΠ 173/2010, ΑΠ 1268/2002).
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του, που επισκοπείται παραδεκτώς (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), και κατά το ενδιαφέρον για τον αναιρετικό έλεγχο αντίστοιχο τμήμα της, εξέθετε ότι, μετά από προηγούμενη ενημέρωσή του από τους υπαλλήλους της "ΤΡΑΠΕΖΑΣ ΚΡΗΤΗΣ", την 1η Σεπτεμβρίου 1994, έδωσε ο ίδιος εντολή να γίνει αγορά, για λογαριασμό του, αξιογράφων του Ελληνικού Δημοσίου, ονομαστικής αξίας 60.000.000 δραχμών, εκδόσεως 31.10.1993 και λήξεως 31.10.1994-που δεν προσδιορίζει ειδικότερα, κατ' είδος, ποσότητα και επιμέρους αξία- αντί του ποσού των 58.368.870 δραχμών, συμπεριλαμβανομένης της προμήθειας της Τράπεζας, τα οποία και θα παρέμεναν προς φύλαξη στην τελευταία, και κατά τη λήξη τους, θα πιστωνόταν σχετικός λογαριασμός ταμιευτηρίου του-τον οποίο, επίσης, δεν προσδιορίζει ειδικότερα-,με το ως άνω ποσό.
Στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι για την εν λόγω συναλλαγή η Τράπεζα έλαβε έγκριση, με την οποία θεωρεί ότι επιβεβαιώνεται έτσι η πραγματοποίηση της προαναφερόμενης αγοράς των αξιογράφων, σε εκτέλεση της δοθείσας εντολής του, χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίζει, τελικά, ποιούς ειδικότερα τίτλους έλαβε η Τράπεζα προς φύλαξη, και, ακολούθως ότι, παρά τις οχλήσεις του προς την εναγομένη, η τελευταία δεν του απέδωσε, κατά την κρίσιμη ημερομηνία της 31.10.1994, το ποσό των 60.000.000 δραχμών ή 177.087,70 ευρώ, με μετρητά, επιταγές ή με πίστωση άλλου λογαριασμού του, ούτε του παραδόθηκαν οι σχετικοί τίτλοι.
Ότι, ομοίως, στις 4.2.1993, ο ενάγων είχε δώσει εντολή για αγορά, για λογαριασμό του, εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, ονομαστικής αξίας 73.500.000 δραχμών, εκδόσεως 1.2.1993 και λήξεως 1.2.1994-που δεν προσδιορίζει ειδικότερα, κατ' αριθμό τίτλου, επιμέρους αξία κεφαλαίου και επιτόκιο- αντί του ποσού των 60.197.261 δραχμών, συμπεριλαμβανομένης της προμήθειας της Τράπεζας, τα οποία και θα παρέμεναν προς φύλαξη στην τελευταία και, κατά τη λήξη τους, θα πιστωνόταν σχετικός λογαριασμός του-τον οποίο, επίσης, δεν προσδιορίζει ειδικότερα- με το ως άνω ποσό.
Στη συνέχεια ισχυρίζεται ότι για την εν λόγω συναλλαγή η Τράπεζα εξέδωσε το αναφερόμενο λογιστικό σημείωμα, με το οποίο θεωρεί ότι επιβεβαιώνεται έτσι η πραγματοποίηση της προαναφερόμενης αγοράς των εντόκων γραμματίων, σε εκτέλεση της δοθείσας εντολής του, χωρίς , ωστόσο, να προσδιορίζει, τελικά, ποιούς ειδικότερα τίτλους εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου έλαβε η Τράπεζα προς φύλαξη, και, ακολούθως ότι, παρά τις οχλήσεις του προς την εναγομένη, αυτή δεν του απέδωσε, κατά την κρίσιμη ημερομηνία της 1.2.1994, το ποσό των 73.500.000 δραχμών ή 215.700,66 ευρώ με μετρητά, επιταγές ή με πίστωση άλλου λογαριασμού του, ούτε του παραδόθηκαν οι σχετικοί τίτλοι.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε, κατά τα αντίστοιχα δεύτερο και τρίτο κεφάλαια της αγωγής του, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει τα προαναφερόμενα ποσά, εντόκως, από την ημερομηνία που κατέστη ληξιπρόθεσμο κάθε μερικότερο ποσό, κατά τις εκεί αναφερόμενες διακρίσεις, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφλησή του.
Το Εφετείο, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την υπόθεση, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως το ορισμένο της αγωγής, έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ότι η αγωγή, και κατά τα προαναφερόμενα κεφάλαιά της, έπασχε αοριστίας, με τις ακόλουθες αιτιολογίες "... διότι ο εκκαλών-ενάγων παραλείπει να εκθέσει στην αγωγή τα ακριβή στοιχεία και τους συμβατικούς όρους εκάστης συμβάσεως, με βάση, την οποία αυτός προέβη στην επικαλούμενη αγορά ομολόγων και εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, επιπλέον δε, δεν προσδιορίζει τον αριθμό των ομολόγων του Ελληνικού Δημοσίου, την ακριβή αξία των ομολόγων και εντόκων γραμματίων, το επιτόκιο τόσον των ομολόγων, όσο και των εντόκων γραμματίων του Ελληνικού Δημοσίου, το περιεχόμενο της εντολής του σχετικά με το είδος της φύλαξης όλων των ως άνω ανώνυμων χρεογράφων από την Τράπεζα, ήτοι, εάν αυτός προέβη σε έγγραφη και ρητή δήλωση προς τη θεματοφύλακα-Τράπεζα περί παροχής εξουσίας χρησιμοποιήσεώς τους ή όχι, στοιχείο απαραίτητο για να κριθεί εάν εφαρμοστέες τυγχάνουν οι διατάξεις περί ανώμαλης ή ομαλής παρακαταθήκης, δεν προσδιορίζει το λογαριασμό ταμιευτηρίου, στον οποίο συμφωνήθηκε ότι θα κατατίθετο η αξία των εν λόγω χρεωγράφων, κατά τη λήξη τους, κυρίως, όμως, δεν προσδιορίζει, εάν ο ίδιος υπέβαλε αίτηση στη θεματοφύλακα-Τράπεζα για την αυτούσια απόδοση των εν λόγω χρεωγράφων ή για απόδοση της ονομαστικής τους αξίας[δεδομένου ότι, η απόδοση των κινητών αξιών στον καταθέτη τους καλείται ανάληψη, η οποία εκτελείται, ύστερα από σχετική αίτηση του κυρίου των κινητών αξιών ή αντιπροσώπων του...], καθώς και, εάν, με την αγωγή του ζητεί την αυτούσια απόδοση των τίτλων ή το ισάξιο της ονομαστικής τους αξίας, ως αποζημίωση.
Σε κάθε περίπτωση, αν ήθελε εκτιμηθεί ότι, με την αγωγή, ζητεί την ονομαστική αξία των εν λόγω χρεωγράφων, δεν επικαλείται ότι, δεν έχει πλέον συμφέρον στην αυτούσια απόδοσή τους εκ μέρους της εφεσίβλητης-εναγομένης, ούτως ώστε, να θεωρηθεί ότι αξιώνει αποζημίωση εκ μέρους της τελευταίας...". Ακολούθως, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος ενάγοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή, και κατά τα προαναφερόμενα κεφάλαιά της, ομοίως, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας.
Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο, δεν ερμήνευσε εσφαλμένα και δεν παραβίασε, μη εφαρμόζοντας τες, τις διατάξεις των άρθρων 822,827, 713 του ΑΚ και 216 παρ.1 ΚΠολΔ.
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση που προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση με το αντίστοιχο τμήμα του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης, επειδή εσφαλμένα, δήθεν, απαίτησε περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αλλά ούτε και στις πλημμέλειες που προσάπτονται, επίσης στην πληττόμενη απόφαση, με τα αντίστοιχα τμήματα του ίδιου λόγου αναίρεσης, από τις διατάξεις των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις οποίες ελέγχεται η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής. Επομένως, και ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 1,8 και 14 ΚΠολΔ είναι, στο σύνολό του, αβάσιμος.
Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 17 και 18 του Ν. 1969/1991, όπως ίσχυαν μετά το Π.Δ. 433/1993 και το Ν. 2533/1997 (άρθρα 111-115 αυτού) και πριν την κατάργησή τους με τους Ν. 3263/2004 και 3371/2005, προκύπτει ότι μεταξύ των κινητών αξιών, οι οποίες μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο διαχείρισης χαρτοφυλακίου από σχετικές προς τούτο συνιστώμενες, εταιρείες επενδύσεων, είναι και οι τίτλοι μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων.
Το συνιστώμενο δε αμοιβαίο κεφάλαιο δεν αποτελεί νομικό πρόσωπο, αλλά ομάδα περιουσίας η οποία αποτελείται από κινητές αξίες και μετρητά, που ανήκουν εξ αδιαιρέτου σε περισσότερα πρόσωπα και καθίσταται, ύστερα από απόφαση της επιτροπής κεφαλαιαγοράς, αντικείμενο διαχείρισης από ανώνυμη εταιρεία που συνιστάται για τον σκοπό αυτό.
Από δε τις διατάξεις των άρθρων 19 παρ. 1, 2 και 20 παρ. 1 και 5 του ιδίου νόμου (1969/1991), προκύπτει ότι η περιουσία του αμοιβαίου κεφαλαίου διαιρείται σε ισάξιο μερίδια ή κλάσματα μεριδίου, η δε συμμετοχή αποδεικνύεται με ονομαστικό τίτλο που εκδίδεται από τη διαχειρίστρια ΑΕ και προσυπογράφεται από τον θεματοφύλακα, που στην περίπτωση αυτή είναι η τράπεζα.
Για την πώληση και την εντεύθεν απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, ύστερα από άδεια σύστασης που χορηγείται με απόφαση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς από ανώνυμη εταιρεία διαχείρισης αμοιβαίων κεφαλαίων (ΑΕΔΑΚ), απαιτούνται: 1) γραπτή αίτηση προς τη διαχειρίστρια ΑΕΔΑΚ, 2) αποδοχή του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου και 3) ολοσχερής καταβολή στο θεματοφύλακα (τράπεζα) της τιμής διάθεσης των μεριδίων, σε κινητά ή αξίες, εφόσον η ΑΕΔΑΚ δεχθεί τις τελευταίες.
Δηλαδή, με τη διάταξη αυτή του άρθρου 20 του Ν. 1969/1991, ορίζονται τρία τα απαιτούμενα στοιχεία για την απόκτηση του μεριδιούχου αμοιβαίων κεφαλαίων και δεν περιορίζονται σε μόνη την καταβολή του ποσού που αντιστοιχεί στην αξία των μεριδίων. Βασική προϋπόθεση για την απόκτηση της ιδιότητας του μεριδιούχου, κατά το άρθρο 20 Ν. 1969/1991, είναι η υποβολή γραπτής αίτησης προς την εταιρία διαχείρισης, που έχει την έννοια της πρότασης προς κατάρτιση της σύμβασης, η οποία πρέπει να γίνει δεκτή από την εταιρία διαχείρισης(ΑΠ 1671/2013,ΑΠ 1025/2008, ΑΠ 1925/2006).
Επίσης, κατά την παρ. 4 του άρθρ. 20 του ίδιου Νόμου 1969/1991, όπως είχε τροποποιηθεί με την παρ. 3 του αρθρ. 3 του Π.Δ. 433/1993 και την παρ. 5 του άρθρου 113 του Ν. 2533/1997, η Α.Ε. διαχείρισης του αμοιβαίου κεφαλαίου(ΑΕΔΑΚ) μπορούσε να διαθέτει τα μερίδιά του (αμοιβαίου κεφαλαίου) και δια μέσου αντιπροσώπου της, που μπορούσε να είναι και ασφαλιστική εταιρεία, η αντιπρόσωπος δε αυτή για την εκπλήρωση του έργου της αντιπροσώπευσης κατά την διάθεση των μεριδίων του ίδιου αμοιβαίου κεφαλαίου μπορούσε να χρησιμοποιεί στο πλαίσιο ιδιαίτερης συμβατικής σχέσης επιτρεπτής μεταπληρεξουσιότητας, το σύνολο ανά την επικράτεια του εμπορικού δικτύου της, συνδεομένου με ιδιαίτερη σύμβαση με τους παραγωγούς συνεργασίας στην εκμετάλλευση του ενδιαφέροντος των επενδυτών για την αγορά μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων.
Περιεχόμενο, ωστόσο, της ανατεθείσας στον αντιπρόσωπο του αντιπροσώπου υπηρεσίας, στο πλαίσιο της πιο πάνω σχέσης επιτρεπτής μεταπληρεξουσιότητας, δεν μπορούσε να είναι η σύναψη συμβάσεων μεταβίβασης μεριδίων του αμοιβαίου κεφαλαίου στους επενδυτές, καθόσον τέτοια δυνατότητα δεν παρεχόταν από το νόμο (άρθρο 20 παρ. 4 Ν.1969/91), ούτε στον ίδιο τον αντιπρόσωπο της ανώνυμης εταιρείας διαχείρισης, το δε αντικείμενο της μεταξύ τους συναπτόμενης σύμβασης περιοριζόταν στη διαμεσολάβηση του αντιπροσώπου για διάθεση των μεριδίων, δηλαδή στην ενημέρωση του επενδυτή, την παροχή σ' αυτόν επενδυτικών συμβουλών και τη διαβίβαση της εντολής του στην εταιρεία διαχείρισης προς εκτέλεσή της και κατάρτιση της αντίστοιχης σύμβασης από αυτή, αφού κατά το άρθρο 21 Ν.1969/91, η αποδοχή αιτήσεων συμμετοχής στο αμοιβαίο κεφαλαίο, προκειμένου να αποκτήσει ο αιτών την ιδιότητα του μεριδιούχου, αποφασιζόταν από την Α.Ε.
Διαχειρίσεως, σύμφωνα με τους όρους του κανονισμού του αμοιβαίου κεφαλαίου, που έπρεπε να συνοδεύεται από την αποδοχή του κανονισμού και την καταβολή του χρηματικού ποσού στο θεματοφύλακα, που ενεργούσε και ως ταμίας του κεφαλαίου (ΑΠ 1671/2013, ΑΠ 291/2011, ΑΠ 1025/2008). Από τις προεκτεθείσες διατάξεις, σαφώς συνάγεται, ότι ο νομοθέτης επέβαλε τον συστατικό τύπο του εγγράφου για την απόκτηση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, κρίνοντας ότι οι δεσμεύσεις που αναλαμβάνει ο συμμετέχων σε αμοιβαία κεφάλαια (δεσμεύσεις συνυφασμένες και με ορισμένους κινδύνους, μεταξύ των άλλων και διότι τα μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου δεν έχουν εγγυημένη απόδοση) επιβάλλουν την, μέσω του τύπου, προειδοποίηση του συναλλασσομένου για τη σοβαρότητα της συναλλαγής, αλλά και για την ασφάλεια των συναλλαγών.
Εφόσον, λοιπόν, η άνω αίτηση συμμετοχής έχει την έννοια της πρότασης προς κατάρτιση σύμβασης, για την οποία και πρέπει να τηρείται, ως αναγκαίος όρος, για τη συμμετοχή, ο έγγραφος τύπος, που πρέπει να έχει την ιδιόχειρη υπογραφή του αιτούντος (ΑΚ 160 εδ. α' και 185), έπεται ότι σε περίπτωση παράλειψης υποβολής έγγραφης αίτησης συμμετοχής, η σχετικώς προφορικώς διατυπωθείσα είναι άκυρη κατά τις ΑΚ 158 και 159 εδ.
α', και, συνακόλουθα, η διάθεση μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, χωρίς την υποβολή έγγραφης αίτησης συμμετοχής, θεωρείται σαν να μην έγινε, κατά την ΑΚ 180. Η εν λόγω απαιτούμενη για τη συμμετοχή σε αμοιβαίο κεφάλαιο έγγραφη αίτηση μπορεί να γίνει και δια πληρεξουσίου (αντιπροσώπου) κατά την ΑΚ 211. Σ` αυτή την περίπτωση η δήλωση του αντιπροσωπευομένου προς τον εξουσιοδοτούμενο (πληρεξουσιότητα) πρέπει, για να είναι έγκυρη η σχετική έγγραφη αίτηση, που εν συνεχεία υπέβαλε ο αντιπρόσωπος στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, σύμφωνα με τα άρθρα 217 εδ.
β', 158, 159 εδ. α` και 180 ΑΚ, να έχει περιβληθεί τον τύπο του εγγράφου, έστω και ιδιωτικού, ακόμη και όταν αιτία της πληρεξουσιότητας είναι σύμβαση εντολής, μη δυναμένου να συναχθεί άλλου τινός από άλλες εκτός της ΑΚ 217 διατάξεις νόμου, λόγω ιδίως της ιδιομορφίας και του σκοπού του τύπου της επιχειρητέας από τον πληρεξούσιο δικαιοπραξίας, ή λόγω του ότι, κατά την έννοια του νόμου, η απαίτηση τύπου για την πληρεξουσιότητα θα υπερακόντιζε τον σκοπό της διάταξης, που επιβάλλει τον τύπο της επιχειρητέας δικαιοπραξίας.
Τέτοια περίπτωση δεν συντρέχει εν προκειμένω, αφού οι ανωτέρω λόγοι που επέβαλλαν την τήρηση εγγράφου τύπου κατά την υποβολή της εν λόγω αίτησης συμμετοχής σε αμοιβαίο κεφάλαιο, ισχύουν απαρεγκλίτως και για τη μονομερή δικαιοπραξία της αντίστοιχης πληρεξουσιότητας, που είναι, όπως προλέχθηκε, η προστασία του δικαιοπρακτούντος και η ασφάλεια των συναλλαγών (ΟλΑΠ 19/2003, ΑΠ 1925/2006,ΑΠ 40/2006).Τέλος, κατά το άρθρο 25 του ίδιου ως άνω Ν. 1969/1991, όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο χρόνο, ορίζονταν και τα εξής, και δη στην παρ. 1 αυτού ότι "Η εξαγορά των μεριδίων είναι υποχρεωτική όταν το ζητήσει ο μεριδιούχος", στην παρ.2 ότι "Για το σκοπό αυτόν ο μεριδιούχος υποβάλλει γραπτή αίτηση και παραδίδει στην Α.Ε.
Διαχειρίσεως προς ακύρωση τους τίτλους των μεριδίων που εξαγοράζονται, εφόσον έχουν εκδοθεί τέτοιοι", στην παρ.3 ότι "Η αξία των μεριδίων που εξαγοράζονται καταβάλλεται σε μετρητά μέσα σε πέντε ημέρες από την ημέρα υποβολής της αιτήσεως για την εξαγορά μεριδίων" και στην παρ.5 ότι "Τα μερίδια εξαγοράζονται στην τιμή εξαγοράς μεριδίων της ημέρας υποβολής της αίτησης του μεριδιούχου για την εξαγορά.
Η τιμή αυτή προσδιορίζεται, σύμφωνα με το άρθρο 43, με βάση της αξία του μεριδίου της ίδιας ημέρας". Επομένως, με βάση το παραπάνω νομοθετικό πλαίσιο, σαφώς συνάγεται ότι, για τη θεμελίωση αξίωσης επενδυτή κατά της Τράπεζας για καταβολή της αξίας εξαγορασθέντων από αυτή για λογαριασμό του τελευταίου μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, πέραν του ότι στη σχετική αγωγή, πρέπει σαφώς να αναφέρονται πόσα μερίδια και ποιού αμοιβαίου κεφαλαίου αγοράστηκαν για λογαριασμό του ενάγοντος επενδυτή από την Τράπεζα, πρέπει, επίσης, να αναφέρεται, ότι τα μερίδια αυτά, στη συνέχεια εξαγοράστηκαν από την Τράπεζα και από την εξαγορά αυτή εισπράχθηκε από την τελευταία το αντίστοιχο, ποσό, το οποίο, παρά τη σχετική συμφωνία της με τον ενάγοντα, δεν αποδόθηκε σ' αυτόν(με καταβολή ή πίστωση λογαριασμού του)στη συμφωνηθείσα ημερομηνία.
Επίσης, επειδή υπόχρεο για την καταβολή της αξίας των μεριδίων τους είναι συγκεκριμένο αμοιβαίο κεφάλαιο, για το οποίο απαιτούνταν η υποβολή εκ μέρους του μεριδιούχου γραπτής αίτησης εξαγοράς και παράδοση των τίτλων, θα πρέπει να εκτίθεται με σαφήνεια στην αγωγή ότι η Τράπεζα, δυνάμει ρητής συμφωνίας μεταξύ αυτής και του ενάγοντος επενδυτή, είχε αναλάβει την υποχρέωση να προβεί για λογαριασμό του τελευταίου στις σχετικές διαδικασίες, όχι μόνο για την αγορά συγκεκριμένων μεριδίων συγκεκριμένου κεφαλαίου, αλλά και για την εξαγορά των παραπάνω μεριδίων, σε συγκεκριμένη ημερομηνία, καθώς και για την είσπραξη της αξίας τους και την απόδοσή της στον δικαιούχο τους, είχε δε υποβάλλει και την απαιτούμενη προς τούτο έγγραφη αίτηση.
Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων με την ένδικη αγωγή του, που επισκοπείται παραδεκτώς (άρθρ. 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), και κατά το ενδιαφέρον για τον αναιρετικό έλεγχο αντίστοιχο τμήμα της, εξέθετε, επίσης, ότι αυτός, στα πλαίσια της συνεργασίας του με τη νέα "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΡΗΤΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ", στις 13.7.1999, συμφώνησε με την τελευταία, να τοποθετήσει τα ποσά των 10.078.904 δρχ., 120.211.726 δρχ.
και 25.774.507 δρχ., που ανέλαβε από τον υπ' αριθμ. …-… λογαριασμό του, σε αμοιβαία κεφάλαια βραχυπρόθεσμης τοποθέτησης, με συμφωνηθείσα σταθερή εγγυημένη απόδοση 9% ετησίως, συναλλαγή, που, όπως αυτός ισχυρίζεται, θα διεκπεραίωνε η ίδια η Τράπεζα, για χρονικό διάστημα μίας εβδομάδας και στη λήξη της επενδύσεως να πιστωθεί ο λογαριασμός ταμιευτηρίου με το αντίστοιχο ποσό αποδόσεως.
Ότι, μετά από τη λήξη της ανωτέρω επενδύσεως, στις 20.7.1999, τα ανωτέρω ποσά(προστιθεμένης της αποδόσεως) διαμορφώθηκαν σε: α)10.096.300 δρχ., β)120.419.215 δρχ. και γ)25.818.995 δρχ. και πιστώθηκαν στον παραπάνω λογαριασμό ταμιευτηρίου του, την ίδια, δε, ημέρα, αφού ανέλαβε το ποσό των 10.169.740 δρχ., αυτός προέβη, στα πλαίσια, νέας αντίστοιχης συμφωνίας με την Τράπεζα, χωρίς, ωστόσο, να διευκρινίζει αν τηρήθηκε κάποιος έγγραφος τύπος γι' αυτή, σε νέα τοποθέτηση του υπολοίπου ποσού των 146.238.210 δρχ.
σε αμοιβαία κεφάλαια, κατά τη λήξη της επενδύσεως, ήτοι στις 19.8.1999, για χρονικό διάστημα ενός μηνός και με συμφωνημένη σταθερή (εγγυημένη) απόδοση 9% ετησίως, χωρίς, ωστόσο να διευκρινίζει πόσα μερίδια και για ποιο συγκεκριμένο αμοιβαίο κεφάλαιο αφορούσε η εν λόγω (τελευταία) κρίσιμη επένδυση. Ακολούθως, χωρίς να διευκρινίζει, αν, τελικά, η Τράπεζα αγόρασε για λογαριασμό του κάποια μερίδια συγκεκριμένου αμοιβαίου κεφαλαίου και αν, στη συνέχεια, κατ' εντολή του, εξαγοράστηκαν τα μερίδια αυτά από την Τράπεζα και από την εξαγορά αυτή εισπράχθηκε κάποιο συγκεκριμένο χρηματικό ποσό από την τελευταία, ισχυρίζεται ότι, τόσο κατά την κρίσιμη ημερομηνία της 19.8.1999, όσο και μεταγενέστερα, ουδέποτε διαπίστωσε να έχει πιστωθεί είτε ο αναφερόμενος λογαριασμός του ταμιευτηρίου, είτε οποιοσδήποτε άλλος λογαριασμός του με το αναφερόμενο ποσό των 147.319.972 δρχ.
Και ότι, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του προς την εναγομένη, η τελευταία αρνείται να του αποδώσει το παραπάνω ποσό, που αντιστοιχεί σε 432.391,10 ευρώ, είτε καταβάλλοντάς του μετρητά ή επιταγές, είτε με πίστωση άλλου λογαριασμού του. Με βάση το ιστορικό αυτό ζητούσε, κατά το αντίστοιχο τέταρτο και τελευταίο κεφάλαιο της αγωγής του, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το προαναφερόμενο ποσό, εντόκως, από την ημερομηνία που κατέστη ληξιπρόθεσμο, άλλως από την επίδοση της αγωγής και μέχρι την πλήρη εξόφλησή του.
Το Εφετείο, που δίκασε σε δεύτερο βαθμό την υπόθεση, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως το ορισμένο της αγωγής, έκρινε με την προσβαλλόμενη απόφαση του, ότι η αγωγή, και κατά το προαναφερόμενο τελευταίο κεφάλαιό της με το αντίστοιχο κονδύλι της, έπασχε αοριστίας, με την ακόλουθη αιτιολογία, ήτοι επειδή "... για το ορισμένο του εν λόγω κονδυλίου, έπρεπε να εκτίθεται στην αγωγή, εάν, για την απόκτηση των εκτιθεμένων στην αγωγή μεριδίων αμοιβαίου κεφαλαίου, υπεβλήθη από τον εκκαλούντα-ενάγοντα έγγραφη αίτηση, για τη συμμετοχή του στην αγορά των εν λόγω μεριδίων, η οποία, μάλιστα, να έγινε δεκτή από την εταιρεία διαχειρίσεως και...
ότι αυτός απεδέχθη τον κανονισμό του αμοιβαίου κεφαλαίου, εάν, δηλαδή, τηρήθηκε ο συστατικός έγγραφος τύπος, που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 20 του ν.1969/1991. Τα στοιχεία αυτά έπρεπε απαραιτήτως να εκτίθενται στην αγωγή, παρόλο που, ο εκκαλών-ενάγων επικαλείται ότι, η εντολή που έδωσε στην Τράπεζα, έλαβε χώρα στο πλαίσιο του κύκλου εργασιών του με αυτήν, που περιελάμβανε και τη σύναψη και εκτέλεση της επίμαχης δικαιοπραξίας της εντολής, αφού, οι λόγοι που επιβάλλουν την τήρηση του εγγράφου τύπου, κατά την υποβολή της αιτήσεως συμμετοχής, σε μερίδια αμοιβαίου κεφαλαίου, ισχύουν απαρεγκλίτως και για τη μονομερή δικαιοπραξία της αντίστοιχης πληρεξουσιότητας, που είναι ...η προστασία του δικαιοπρακτούντος και η ασφάλεια των συναλλαγών...".
Ακολούθως, δέχθηκε την έφεση του αναιρεσείοντος ενάγοντος, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την αγωγή, και κατά το τελευταίο προαναφερόμενο κεφάλαιό της, ομοίως, ως απαράδεκτη, λόγω αοριστίας. Έτσι δε που έκρινε το Εφετείο, δεν ερμήνευσε εσφαλμένα και δεν παραβίασε, μη εφαρμόζοντας τες, τις διατάξεις των άρθρων 822,827, 713 του ΑΚ, 216 παρ.1 ΚΠολΔ, αλλ' ούτε και εκείνες τις ειδικές διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 1, 17,18, 19 παρ. 1, 2, 20 παρ. 1,4,5, 21 και 25 του Ν. 1969/1991, όπως ίσχυαν μετά το Π.Δ. 433/1993 και το Ν. 2533/1997 (άρθρα 111-115 αυτού) και πριν την κατάργησή τους με τους Ν. 3263/2004 και 3371/2005.
Συνεπώς, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αιτίαση που προσάπτεται στην πληττόμενη απόφαση με το αντίστοιχο τμήμα του τρίτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, επειδή εσφαλμένα, δήθεν, απαίτησε περισσότερα στοιχεία για την εφαρμογή των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, αλλά ούτε και στις πλημμέλειες που προσάπτονται, επίσης στην πληττόμενη απόφαση, με τα αντίστοιχα τμήματα του ίδιου λόγου αναίρεσης , από τις διατάξεις των αριθμών 8 και 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις οποίες ελέγχεται η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής. Επομένως, και ο τρίτος λόγος αναιρέσεως από το άρθρ. 559 αριθ. 1,8 και 14 ΚΠολΔ είναι , στο σύνολό του, αβάσιμος. Μετά απ' αυτά, αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, η αίτηση πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, αφού ηττάται, στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του σχετικού νομίμου αιτήματος αυτής (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 22.02.2019 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5600/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από τον αναιρεσείοντα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Μαρτίου 2021.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
(Και τούτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία, ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης)
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2021.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ