Legislator Case Law & Legislation
867/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal in traffic accident case, upholding lower court's finding of sole liability for the deceased motorcyclist.

Case Number 867/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by the deceased's heirs against the First Instance Court of Thessaloniki's ruling in a traffic accident case. The heirs argued the First Instance Court failed to establish the bus driver's liability, but the Court found the deceased was solely at fault for driving without sobriety and failing to pay attention to the right turn. The Court ruled that the lower court's reasoning was sufficient and did not violate substantive law, thus rejecting the appeal on all grounds.

Legislator headnote

AI generated

Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code; Article 10 of Law 2696/1999: Liability for damages from a tort requires fault, causation, and no exclusive fault of the victim; an appeal challenging the assessment of facts or the evaluation of evidence is inadmissible.

Keywords

AI generated
traffic accident liability sole fault of victim inadmissible appeal tort liability causation requirement assessment of evidence civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Articles 297, 298, 300, 330, 914 of the Civil Code
Article 10 of Law 2696/1999
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 867 / 2020 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 867/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Χοϊμέ, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου και Ουρανία Παπαδάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Σ. Χ. του Μ., 2) Σ. Χ. του Δ., 3) Μ. Χ. του Σ., κατοίκων ..., 4) Σ. - Σ. Χ. του Μ., 5) Μ. Χ. του Σ. και 6) Δ Χ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Αριστέα - Φανουρία Σωτηροπούλου. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρίας με την επωνυμία "... ΕΤΑΙΡΙΑ", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάζαρο Χατζηθέμελη, που δήλωσε στο ακροατήριο ότι ανακαλεί την από 5-12-2019 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παρίσταται.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-2-2013 αγωγή των ήδη 1ου, 2ης και 3ου των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκε με την από 1-3-2013 αγωγή των ήδη 4ης, 5ου και 6ης των αναιρεσειόντων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 26714/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1119/2016 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 16-1-2017 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ουρανία Παπαδάκη, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η κρινόμενη από 16-1-2017 (αρ. κατ. 5/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1119/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε με την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο, καθώς και από τη σύμβαση ασφάλισης αυτού, έχει ασκηθεί νόμιμα και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δικ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ. β' και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία, είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση, έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση, εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη, ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνομένου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας, στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση, η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος ,δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ (ΑΠ 1546/2014, ΑΠ 1513/2014, ΑΠ 128/2013).

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 76/2014, ΑΠ 2181/2013).

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου, η κρίση ως προς το βαθμό - βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια (ΑΠ 1591/2014, ΑΠ 1715/2010).

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος η παράβαση διατάξεων του Κ.Ο.Κ δεν θεμελιώνει αυτή καθαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι πταίσματος του φερομένου ως υποχρέου προς αποζημίωση ή συντρέχοντος πταίσματος του παθόντος, υπόκεινται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 1 και 19 Κ.Πολ.Δικ., για ευθεία ή εκ πλαγίου παράβαση κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, αφενός ως προς το αν τα πραγματικά περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα συγκροτούν αντικειμενικά την έννοια του πταίσματος, αφ' ετέρου ως προς την ορθή υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, κατά πόσο δηλαδή τα περιστατικά αυτά του πταίσματος επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί αντικειμενικά ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος (ΑΠ 939/2018).

Κατά το άρθρο 559 αριθμ. 11γ', ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του, αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οφείλει να λάβει υπόψη του τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν νομίμως, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφ' όσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από τον διάδικο (Ολ.ΑΠ 23/2008).

Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση, ότι ελήφθησαν υπ' όψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Αρκεί γι' αυτά η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως εκάστου καθενός, εφ' όσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της αποφάσεως, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπ' όψη του αποδεικτικού μέσου.

Ο λόγος αυτός, δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφ' όσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, συμφώνως προς τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (ΑΠ 569/2017, ΑΠ 188/2017). Εξάλλου, επί παραπόνου για μη λήψη υπόψη αποδεικτικών μέσων, που προσκομίστηκαν με επίκληση (αριθμ. 11γ') του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δικ.

πρέπει να καθορίζεται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, β) η επίκληση και προσκομιδή στο εκδόσαν την προσβαλλόμενη απόφαση δικαστήριο της ουσίας, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και το περιεχόμενο του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν αυτός είναι ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή την ανταπόδειξη αυτού, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου και ε) ο νόμιμος τρόπος που αυτό προσκομίστηκε στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1185/2010, ΑΠ 1065/2014).

Με το άρθρο 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.ΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με τον συγκεκριμένο λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνος δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.ΑΠ 27 και 28/1998, ΑΠ 349/2014, ΑΠ 466/2013).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) (Ολ.

ΑΠ 1/1999). Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο: α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η παραπάνω διάταξη, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη και, επομένως, ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, είναι απαράδεκτος, καθόσον πλήττεται πλέον η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (βλ.

ΑΠ 1207/2017, ΑΠ 198/2015, ΑΠ 1987/2007).

Εν προκειμένω με τις από 25-2-2013 και από 1-3-2013 αγωγές τους που ασκήθηκαν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης οι αναιρεσείοντες επικαλούμενοι ότι ο αλλοδαπός E. L. οδηγώντας το αναφερόμενο σ' αυτές (αγωγές) όχημα, το οποίο ήταν ασφαλισμένο για την πρόκληση ζημιών εις βάρος τρίτων προσώπων, στην αναιρεσίβλητη ανώνυμη ασφαλιστική εταιρία, προκάλεσε από υπαιτιότητά του, τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς τους Δ.

Χ., ζήτησαν από την ασφαλιστική εταιρία, την καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ψυχικής οδύνης που ισχυρίσθηκαν ότι υπέστησαν από τον θάνατο του προαναφερθέντος συγγενούς τους και προκλήθηκε από την παραπάνω άδικη και παράνομη συμπεριφορά του ως άνω αλλοδαπού. Επιπλέον η εξ αυτών Σ. - Σ. Χ. ζήτησε και αποζημίωση για την στέρηση της διατροφής που της παρείχε ο ως άνω θανών σύζυγός της εν όσω ζούσε και θα εξακολουθούσε να της παρέχει κατά την συνήθη πορεία των πραγμάτων εάν δεν είχε αποβιώσει.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την υπ' αριθμ. 26714/2013 απόφασή του, αφού συνεκδίκασε τις παραπάνω δύο αγωγές, κρίνοντας ότι αποκλειστικά υπαίτιος του παραπάνω θανατηφόρου αυτοκινητιστικού ατυχήματος ήταν ο θανών συγγενής των εναγόντων, τις απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμες. Οι ενάγοντες άσκησαν ενώπιον του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης την, από 13-2-2014 (αριθμός καταθέσεως: 854/27-2-2014) έφεσή τους, το οποίο, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 1119/2016 απόφασή του, δέχθηκε ανέλεγκτα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σχετικά με τα κρίσιμα για την αναιρετική δίκη ζητήματα των συνθηκών του ένδικου τροχαίου ατυχήματος και της υπαιτιότητας του E. L., οδηγού του υπ' αριθμ.

κυκλ... ΔΧ τουριστικού λεωφορείου, που είχε εμπλοκή σε αυτό και ήταν ασφαλισμένο στην αναιρεσίβλητη ασφαλιστική εταιρεία και του θανόντος συγγενούς των αναιρεσειόντων Δ. Χ.: "Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του ως άνω πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα με την παραπάνω εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεώς του, από τις ένορκες βεβαιώσεις του Α.

Κ. του Ε. και Ν. Χ. του Μ., που έλαβαν χώρα ενώπιον του Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης (βλ. την υπ' αριθμ. .../1-10-2013 ένορκη βεβαίωση), ύστερα από νόμιμη κλήτευση της εναγομένης να παραστεί σ' αυτές, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...-9- 2013 έκθεση επιδόσεως του Δικαστικού Επιμελητού του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Δ., από την ένορκη βεβαίωση του Ι.

Γ. του Ν., που έλαβε χώρα ενώπιον του Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης (βλ. την υπ' αριθμ. ... ένορκη βεβαίωση που σημειωτέον έλαβε χώρα την 1η Οκτωβρίου 2010 και όχι στις 10 Οκτωβρίου 2013, όπως εκ προφανούς παραδρομής αναγράφηκε στην εν λόγω ένορκη βεβαίωση), ύστερα από νόμιμη κλήτευση της εναγομένης να παραστεί σ' αυτήν, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ...-9-2013 έκθεση επιδόσεως του αυτού ως άνω Δικαστικού Επιμελητού Κ.

Δ., από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία προσεκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, συμπεριλαμβανομένων και των φωτογραφιών που προσκομίσθηκαν νομίμως εκ μέρους των διαδίκων (ΑΠ 1286/2003 ΕλλΔνη 46 (2005) 406) και απεικονίζουν τον τόπο του ατυχήματος και τα συγκρουσθέντα οχήματα, των οποίων σημειωτέον δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα, που το Δικαστήριο έλαβε υπ' όψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων εφ' όσον έχει επιτραπεί το εμμάρτυρο μέσον της αποδείξεως (άρθρα 336 § 3, 339 και 395), για μερικά εκ των οποίων μάλιστα γίνεται παρακάτω ειδική αναφορά, χωρίς όμως να παραλειφθεί κανένα από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, από όσα συνομολογούνται εκ μέρους των διαδίκων και από τα διδάγματα της κοινής πείρας που αυτεπαγγέλτως λαμβάνονται υπ' όψη κατ' άρθρον 336 § 4 ΚΠολΔ, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:

Στις 24-6-2012, ημέρα Κυριακή και περί ώραν 06.55, ο γεννηθείς στις 8-7-1977 αλβανός υπήκοος E. L. του J., οδηγούσε το υπ' αριθμ. κυκλοφορίας ... ΔΧ τουριστικό κλειστό λεωφορείο, μάρκας MERCEDES, το οποίο ανήκει στην κυριότητα της Χ. Β. του Α., που τον είχε προστήσει στην οδήγηση του ως άνω οχήματός της και είναι ασφαλισμένο για την πρόκληση ζημιών εις βάρος τρίτων προσώπων στην εναγόμενη ασφαλιστική εταιρία "..." και εκινείτο με ταχύτητα που δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς, δεν υπερέβαινε όμως τα 30 χιλιόμετρα ωριαίως, στο ύψος του 20ου χιλιομέτρου της επαρχιακής οδού Ρόδου - Λίνδου και ειδικότερα, στο ρεύμα πορείας που οδηγεί στην περιοχή της Λίνδου.

Το παραπάνω τουριστικό λεωφορείο... ενώ οι διαστάσεις του ανέρχονται σε 12 μέτρα και σε 3,45 μέτρα, όπως τα σχετικά αυτά στοιχεία αναγράφονται στην άδεια κυκλοφορίας του. Με το λεωφορείο αυτό ο E. L. μετέφερε αλλοδαπούς, τους οποίους είχε παραλάβει από το αεροδρόμιο της Ρόδου για να τους μεταφέρει στο ξενοδοχείο "...".

Πλησιάζοντας λοιπόν στο σημείο, στο οποίο το παραπάνω ρεύμα πορείας της ως άνω επαρχιακής οδού διασταυρώνεται με μία ανώνυμη οδό, πλάτους 3,9 μέτρων, που οδηγεί στο προαναφερθέν ξενοδοχείο "...", ο εν λόγω αλλοδαπός οδηγός έθεσε σε λειτουργία τον δεξιό δείκτη κατευθύνσεως (φλας) του ως άνω λεωφορείου που οδηγούσε, εις τρόπον ώστε να καταστήσει εγκαίρως στους άλλους οδηγούς που τον ακολουθούσαν την πρόθεσή του να πραγματοποιήσει στροφή προς τα δεξιά και παράλληλα, μείωσε στο ελάχιστο την ταχύτητα με την οποίαν εκινείτο, προκειμένου να πραγματοποιήσει με ασφάλεια και χωρίς κίνδυνο τον απαραίτητο και επιβεβλημένον ελιγμό και πραγματοποίησε εν συνεχεία δεξιά στροφή εν σχέσει προς την πορεία του, αφού προηγουμένως κινήθηκε ελαφρώς προς τα αριστερά, ώστε ακολούθως να μπορέσει να εισέλθει με ασφάλεια και χωρίς κίνδυνο -εν όψει και των διαστάσεων του λεωφορείου που οδηγούσε- και να κινηθεί στην παραπάνω ανώνυμη αυτή οδό, ώστε να φθάσει στο παραπάνω ξενοδοχείο για να αποβιβασθούν οι αλλοδαποί που επρόκειτο να παραμείνουν σ' αυτό.

Η ως άνω επαρχιακή οδός τυγχάνει διπλής κατευθύνσεως και στο προαναφερθέν σημείο της τα δύο ρεύματα πορείας της διαχωρίζονται μεταξύ τους με υπερυψωμένη νησίδα ασφαλείας, επί της οποίας μάλιστα έχουν τοποθετηθεί μεταλλικά κιγκλιδώματα, ενώ το ανώτατο όριο ταχύτητας έχει καθορισθεί με σχετική ρυθμιστική πινακίδα σε τριάντα (30) χιλιόμετρα ωριαίως.

Το ρεύμα πορείας που οδηγεί στην περιοχή της Λίνδου (σ' αυτό δηλαδή στο οποίο εκινείτο ως άνω ο αλλοδαπός οδηγός) έχει πλάτος οχτώ (8) μέτρων και διαθέτει δύο (2) λωρίδες κυκλοφορίας, ενώ δίπλα ακριβώς από το οδόστρωμα του παραπάνω ρεύματος πορείας υπάρχει χωμάτινο έρεισμα πλάτους 3,2 μέτρων. Κατά το προαναφερθέν χρονικό σημείο η άσφαλτος της ως άνω επαρχιακής οδού ήταν ξηρή και η ορατότητα δεν περιοριζόταν, γιατί επικρατούσε ημέρα, ήταν καλοκαιρία και η εν λόγω οδός είναι ευθεία σε μεγάλη απόσταση, ενώ η κυκλοφορία των οχημάτων ήταν αραιή και η κυκλοφορία των πεζών μηδενική, όπως τα παραπάνω στοιχεία καταχωρήθηκαν στην σχετική από 24-6-2012 έκθεση αυτοψίας που συντάχθηκε από τον υπαρχιφύλακα Μ.

Γ. με την παρουσία και του αστυφύλακα Φ. Κ.. Την ίδια στιγμή ο γεννηθείς στις 8-3-1977, Δ. Χ. του Σ., γιος των δύο πρώτων των εναγόντων της πρώτης αγωγής, αδελφός του τρίτου ενάγοντος της πρώτης αγωγής, σύζυγος της πρώτης ενάγουσας της δευτέρας αγωγής και γαμβρός του δευτέρου και της τρίτης των εναγόντων της δευτέρας αγωγής, οδηγούσε την ανασφάλιστη υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσικλέτα του, μάρκας YAMAHA, τύπου FZ 1, κυλινδρισμού 998 κυβικών εκατοστών και εκινείτο -με ταχύτητα που δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς, υπερέβαινε πάντως τα 30 χιλιόμετρα ωριαίως- επί του προαναφερθέντος ρεύματος πορείας της αυτής ως άνω επαρχιακής οδού, σ' αυτό δηλαδή που οδηγεί στην περιοχή της Λίνδου, ομορρόπως με τον προαναφερθέντα αλλοδαπό οδηγό E. L., τον οποίον μάλιστα ακολουθούσε.

Επειδή όμως αυτός (δηλαδή ο Δ. Χ.) δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση της ως άνω δικύκλου μοτοσικλέτας του αλλά και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο επ' αυτής, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει λόγω της ως άνω ιδιότητάς του και επί πλέον, δίχως να τηρεί την απαιτουμένη απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο αυτού υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΔΧ τουριστικό λεωφορείο, αντελήφθη καθυστερημένα την προς τα δεξιά στροφή που πραγματοποίησε ο προαναφερθείς αλλοδαπός οδηγός με το παραπάνω λεωφορείο που οδηγούσε και επεχείρησε χρησιμοποιώντας το σύστημα πεδήσεως της δίκυκλης μοτοσικλέτας του, να ακινητοποιήσει αυτήν, δεδομένου ότι στον τόπο του ατυχήματος βρέθηκαν ίχνη τροχοπεδήσεως 6,3 μέτρων.

Εξ αιτίας όμως της υπερβολικής ταχύτητας με την οποίαν αυτός εκινείτο, δεν κατέστη δυνατόν να ακινητοποιηθεί αυτή και με το εμπρόσθιο μέρος της εν λόγω δίκυκλης μοτοσικλέτας του επέπεσε στο ύψος του εμπρόσθιου δεξιού τροχού και της δεξιάς "μπαγαζιέρας" του ως άνω λεωφορείου, την στιγμή μάλιστα που αυτό είχε ήδη εισέλθει και εκινείτο στο προαναφερθέν χωμάτινο έρεισμα, με αποτέλεσμα να ανατραπεί η εν λόγω δίκυκλη μοτοσικλέτα και ακολούθως ο οδηγός της να υποστεί θανατηφόρα κρανιοεγκεφαλική κάκωση (συντριπτικά κατάγματα οστών του κρανίου), όπως αναφέρεται στην από 25-6- 2012 (αριθμός πρωτ. .../12) ιατροδικαστική έκθεση νεκροψίας - νεκροτομής που συντάχθηκε από την Κ.

Κ., η οποία τυγχάνει ιατροδικαστής και υπηρετεί στο "Γενικό Νοσοκομείο Ρόδου". Το γεγονός ότι η ταχύτητα με την οποίαν οδηγούσε ο προαναφερθείς αλλοδαπός E. L. δεν υπερέβαινε τα τριάντα χιλιόμετρα ωριαίως επιβεβαιώνεται τόσον από τις καταθέσεις των υπηκόων της Μεγάλης Βρετανίας L. M. του D. και M. A. του M. A., που σημειωτέον επέβαιναν στο παραπάνω λεωφορείο αλλά και από το ότι δεν θα ήταν δυνατόν διαφορετικά, εξ αιτίας του όγκου του ως άνω λεωφορείου, να πραγματοποιήσει ακινδύνως την προς τα δεξιά στροφή ώστε να κατευθυνθεί ακολούθως στο ως άνω ξενοδοχείο.

Το γεγονός εξάλλου ότι η ταχύτητα με την οποίαν εκινείτο ο προαναφερθείς θανών Δ. Χ. υπερέβαινε τα 30 χιλιόμετρα ωριαίως, προκύπτει από την σφοδρότητα της συγκρούσεως και τον βαρύτατο τραυματισμό του, εξ αιτίας του οποίου προκλήθηκε ο ακαριαίος θάνατός του, γιατί διαφορετικά εάν η ταχύτητα με την οποίαν εκινείτο, δεν υπερέβαινε τα 30 χιλιόμετρα ωριαίως, τότε αυτός θα μπορούσε να είχε ακινητοποιήσει την δίκυκλη μοτοσικλέτα του και να συνέχιζε την πορεία του μόλις ο οδηγός του προπορευομένου λεωφορείου θα είχε ολοκληρώσει την επιχειρούμενη εκ μέρους του προς τα δεξιά στροφή ή με την δίκυκλη μοτοσικλέτα του θα είχε προσπεράσει ακινδύνως το λεωφορείο από την αριστερή πλευρά του.

Το γεγονός εξάλλου ότι ο ως άνω αλλοδαπός οδηγός του, E. L. προτού επιχειρήσει την προς τα δεξιά στροφή ώστε να κατευθυνθεί στο προαναφερθέν ξενοδοχείο, πραγματοποίησε προηγουμένως ελαφρώς προς τα αριστερά ελιγμό εν σχέσει προς την πορεία του, προς το κέντρο δηλαδή του οδοστρώματος του εν λόγω ρεύματος πορείας, προκειμένου να πραγματοποιήσει ακολούθως "ανοιχτή" δεξιά στροφή ώστε να μπορέσει να εισέλθει με ασφάλεια -λόγω του μεγάλου όγκου του λεωφορείου που οδηγούσε- στην ως άνω ανώνυμη οδό και στο παρακείμενο ξενοδοχείο, δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα αποδόσεως ευθύνης του εν λόγω αλλοδαπού οδηγού για την πρόκληση του παραπάνω ατυχήματος και αυτό γιατί από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι αυτός κατέλαβε μεγάλο τμήμα του οδοστρώματος ώστε να παρεμποδίζεται η κυκλοφορία των άλλων οχημάτων αλλά και γιατί ασφαλώς ο Δ.

Χ. που ακολουθούσε το παραπάνω λεωφορείο, εάν οδηγούσε με την προσήκουσα επιμέλεια και ενδεδειγμένη προσοχή θα είχε ασφαλώς αντιληφθεί τον σχετικό αυτόν προς τα αριστερά ελιγμό αλλά και την πρόθεση του προπορευομένου οδηγού του λεωφορείου να πραγματοποιήσει ακολούθως στροφή προς τα δεξιά λόγω της λειτουργίας του δεξιού δείκτη κατευθύνσεως (φλας) του λεωφορείου και όφειλε να φροντίσει να ελαττώσει την ταχύτητα με την οποίαν εκινείτο και να αναμείνει ώστε ο προπορευόμενος αυτού (αλλοδαπός) οδηγός να ολοκληρώσει την προς τα δεξιά στροφή προκειμένου στην συνέχεια να εξακολουθήσει και ο ίδιος την προς τα εμπρός πορεία του χωρίς κίνδυνο προκλήσεως ατυχήματος ή να είχε προσπεράσει το λεωφορείο από την αριστερή πλευρά του, δεδομένου ότι το ως άνω ρεύμα πορείας της παραπάνω επαρχιακής οδού διαθέτει -όπως ήδη αναφέρθηκε- δύο λωρίδες κυκλοφορίας και ως εκ τούτου θα μπορούσε να προβεί στην ενέργεια αυτή, να προσπεράσει δηλαδή το λεωφορείο την ώρα που έστριβε προς τα δεξιά, χωρίς να υπάρξει κίνδυνος, εφ' όσον υπήρχε επαρκής χώρος προς τούτο.

Εν όψει όλων όσων αναφέρθηκαν, το παραπάνω περιγραφόμενο ατύχημα και ο εντεύθεν θανατηφόρος τραυματισμός του προαναφερθέντος οδηγού Δ. Χ. οφείλεται στην αποκλειστική υπαιτιότητα του ίδιου του θανόντος, καθ' όσον αυτός δεν οδηγούσε με σύνεση και έχοντας διαρκώς τεταμένη την προσοχή του στην οδήγηση της ως άνω δικύκλου μοτοσικλέτας του αλλά και χωρίς να ασκεί τον πλήρη έλεγχο επ' αυτής, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελέσει τους απαιτούμενους χειρισμούς, όπως ασφαλώς όφειλε και μπορούσε να κάνει και επί πλέον, δεν τηρούσε την απαιτουμένη απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο αυτού υπ' αριθμ.

κυκλοφορίας ... ΔΧ τουριστικό κλειστό λεωφορείο (που συνιστούν παραβάσεις των άρθρων 12 § 1 και 19 §§ 1, 7 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ), με αποτέλεσμα να αντιληφθεί καθυστερημένα την προς τα δεξιά στροφή που επεχείρησε να πραγματοποιήσει ο προαναφερθείς αλλοδαπός οδηγός E. L. με το παραπάνω λεωφορείο που οδηγούσε, ενώ πρέπει να αναφερθεί ότι αν και αυτός (δηλαδή ο θανών Δ.

Χ.) χρησιμοποίησε το σύστημα πεδήσεως της παραπάνω δίκυκλης μοτοσικλέτας του για να ακινητοποιήσει αυτήν, εν τούτοις λόγω της αυξημένης ταχύτητος με την οποίαν αυτός εκινείτο, η οποία -όπως ήδη αναφέρθηκε- δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς, υπερέβαινε όμως το ανώτατο όριο ταχύτητος των 30 χιλιομέτρων που είχε καθορισθεί για την παραπάνω περιοχή (κατά παράβαση του άρθρου 20 § 6 του Ν. 2696/1999 - ΚΟΚ), δεν κατέστη δυνατόν να ακινητοποιήσει εγκαίρως και με ασφάλεια την δίκυκλη μοτοσικλέτα του ή να επιχειρήσει να προσπεράσει το προπορευόμενο λεωφορείο από την αριστερή του πλευρά, όπως θα μπορούσε να κάνει με ασφάλεια και χωρίς κίνδυνο για την πρόκληση ατυχήματος και με το εμπρόσθιο μέρος της εν λόγω δίκυκλης μοτοσικλέτας του επέπεσε στο ύψος του εμπρόσθιου δεξιού τροχού και της δεξιάς "μπαγαζιέρας" του ως άνω λεωφορείου, την στιγμή μάλιστα που αυτό οδηγούμενο από τον ως άνω αλλοδαπό είχε ήδη εισέλθει και εκινείτο στο παρακείμενο χωμάτινο έρεισμα, το οποίο βρίσκεται δίπλα ακριβώς από το οδόστρωμα του παραπάνω ρεύματος πορείας της ως άνω επαρχιακής οδού, με αποτέλεσμα να ανατραπεί η εν λόγω δίκυκλη μοτοσικλέτα και ακολούθως αυτός να υποστεί θανατηφόρα κρανιοεγκεφαλική κάκωση.

Στο σημείο αυτό θα πρέπει να αναφερθεί ότι ο αλλοδαπός οδηγός E. L., όπως ήδη αναφέρθηκε, πλησιάζοντας στο σημείο, στο οποίο επρόκειτο να πραγματοποιήσει στροφή προς τα δεξιά, είχε θέσει εγκαίρως σε λειτουργία τον δεξιό δείκτη κατευθύνσεως (φλας) του λεωφορείου που οδηγούσε ώστε να καταστήσει στους οδηγούς που τον ακολουθούσαν την τοιαύτη πρόθεσή του (να πραγματοποιήσει δηλαδή στροφή προς τα δεξιά) και παράλληλα, είχε μειώσει την ήδη χαμηλή ταχύτητα με την οποίαν εκινείτο, ώστε να μπορέσει -εν όψει και των μεγάλων διαστάσεων του λεωφορείου που οδηγούσε- να στρίψει με ασφάλεια προς τα δεξιά ώστε να μεταβεί στο παραπάνω αναφερόμενο παρακείμενο ξενοδοχείο για να αποβιβασθούν οι αλλοδαποί που μετέφερε με αυτό.

Ο τελευταίος οδηγός πραγματοποίησε την προς τα δεξιά στροφή και είχε αρχίσει μάλιστα να κινείται εντός του ως άνω χωμάτινου ερείσματος που βρίσκεται δίπλα ακριβώς από το οδόστρωμα του παραπάνω ρεύματος πορείας τής ως άνω επαρχιακής οδού και ως εκ τούτου, όση προσοχή και επιμέλεια και να είχε επιδείξει, δεν θα μπορούσε να αποφύγει την πτώση της ως άνω δίκυκλης μοτοσικλέτας στο λεωφορείο που ο ίδιος οδηγούσε αλλά ούτε βεβαίως και τον εντεύθεν θανατηφόρο τραυματισμό του οδηγού της.

Η παραπάνω άποψη δεν αναιρείται από το γεγονός ότι με την εκδοθείσα υπ' αριθμ. 217/5-7-2016 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δωδεκανήσου, ο προαναφερθείς αλλοδαπός οδηγός E. L., κηρύχθηκε ένοχος για το αδίκημα της ανθρωποκτονίας εξ αμελείας που αποδόθηκε σ' αυτόν λόγω του θανάτου του ως άνω Δ. Χ. και επιβλήθηκε μάλιστα σ' αυτόν ποινή φυλακίσεως είκοσι (20) μηνών που ανεστάλη επί τριετίαν....".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση των αναιρεσειόντων, κατά της εκκληθείσας πρωτοβάθμιας απόφασης, που όπως προαναφέρθηκε είχε δεχθεί τα ίδια, επί των δύο αγωγών τους, με την οποία ζήτησαν χρηματική ικανοποίηση για την αποκατάσταση της ψυχικής οδύνης, την οποία υπέστησαν από το θάνατο του παραπάνω οδηγού της μοτοσυκλέτας, στην οικογένεια του οποίου ανήκουν.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες παραπονούνται κατά της αποφάσεως του Εφετείου, με την αιτίαση ότι, από τα περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης αποφάσεως, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψιν του αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέστηκαν και προσκόμισαν για την απόδειξη των ισχυρισμών τους κι έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της Δίκης και ειδικότερα τα εξής έγγραφα:

Α) Το Πρόχειρο Σχεδιάγραμμα του Τμήματος Τροχαίας Ρόδου, στο οποίο και αποτυπώνονται η θέση της ρυθμιστικής πινακίδας των 30 χλμ/ώρα σε απόσταση το πολύ 7 - 8 μέτρα από το σημείο του ατυχήματος, τα ευθύγραμμα ίχνη τροχοπεδήσεως μήκους 6,30 μέτρων, στο αριστερό τμήμα της δεξιάς λωρίδας κυκλοφορίας και η τελική θέση του τουριστικού λεωφορείου και Β) Την υπ' αρ. .../2012 βεβαίωση της Ιατροδικαστού Ρόδου, Κ.

Κ. και την από 30-9-2013 ιατροδικαστική γνωμάτευση του ιατροδικαστού Μ. Τ.. Ο λόγος όμως αυτός, αναιρέσεως, κατά το πρώτο σκέλος του, πρέπει να απορριφθεί, ως κατ' ουσίαν, αβάσιμος, διότι το Εφετείο προκειμένου να κρίνει επί του θέματος της υπαιτιότητας έλαβε υπ' όψιν του, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, το Σχεδιάγραμμα της Τροχαίας, όπως επίσης έλαβε υπ' όψιν του (βλ.

σελ. 13 - 14 της αναιρεσιβαλλομένης) και "τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου (τα οποία περιλαμβάνονται στα ταυτάριθμα Πρακτικά Συνεδριάσεως)", "τις ένορκες βεβαιώσεις του Α. Κ. του Ε. και της Ν. Χ. του Μ., που έλαβαν χώρα ενώπιον του Ειρηνοδίκου Θεσσαλονίκης" (για τις οποίες μάλιστα το Εφετείο διορθώνει και την εκ παραδρομής του Ειρηνοδίκου λανθασμένη αναγραφομένη ημερομηνία), "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, συμπεριλαμβανομένων και των φωτογραφιών που προσκομίσθηκαν νομίμως εκ μέρους των διαδίκων και απεικονίζουν τον τόπο του ατυχήματος και τα συγκρουσθέντα οχήματα, των οποίων, σημειωτέον, δεν αμφισβητήθηκε η γνησιότητα, που το Δικαστήριο έλαβε υπ' όψιν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, για μερικά εκ των οποίων, μάλιστα γίνεται παρακάτω ειδική αναφορά, χωρίς όμως να παραλειφθεί κανένα από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς", "όσα συνομολογούνται εκ μέρους των διαδίκων", και "τα διδάγματα της κοινής πείρας που αυτεπαγγέλτως λαμβάνονται υπ' όψιν....".

Η αναιρεσιβαλλόμενη αναφέρεται ρητώς και επικαλείται την "από 24.06.2012 συνταχθείσα από τον υπαρχιφύλακα Μ. Γ. με την παρουσία και του αστυφύλακα Φ. Κ." Έκθεση Αυτοψίας του Τμήματος Τροχαίας Ρόδου, η οποία για τις, επί μέρους, λεπτομέρειες του ατυχήματος και δη για τα θέματα της σήμανσης της οδού, της ευρέσεως ιχνών τροχοπεδήσεως, της ευρέσεως δειγμάτων αίματος, της τελικής θέσεως των εμπλακέντων οχημάτων, της ύπαρξης, τυχόν, άλλων ευρημάτων παραπέμπει στο συνταχθέν Σχεδιάγραμμα.

Ακόμη η παραπάνω απόφαση αναφέρεται αναλυτικά στα χαρακτηριστικά της οδού, στις σελίδες 15 έως 17 (πλάτος οδού, φωτισμός, κατάσταση οδοστρώματος, το απεριόριστο της ορατότητας, ύπαρξη κιγκλιδωμάτων, κυκλοφορία οχημάτων, κυκλοφορία πεζών, κ.ά.). Επίσης ενισχυτικό γεγονός, ότι η Εφετειακή απόφαση έλαβε υπ' όψιν, μεταξύ άλλων, και το ως άνω Σχεδιάγραμμα, προκύπτει ότι σ' αυτήν (απόφαση), αναφέρονται δύο κρίσιμα στοιχεία:

α) η θέση των -μήκους 6,3 μέτρων- ιχνών τροχοπεδήσεως, και β) η θέση της ρυθμιστικής πινακίδας του ανωτάτου ορίου ταχύτητος (30 χλμ./ώρα), τα οποία προκύπτουν μόνον από το Πρόχειρο Σχεδιάγραμμα. Από την ως άνω ρητή βεβαίωση του Εφετείου, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιον, ότι το Σχεδιάγραμμα ελήφθη υπ' όψιν από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος του είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

Όσον αφορά δε τον ίδιο λόγο αναίρεσης κατά το δεύτερο σκέλος του και τα υπό στοιχεία Β έγγραφα, (βεβαίωση της Ιατροδικαστή Ρόδου και Ιατροδικαστική γνωμάτευση) είναι επίσης αβάσιμος καθόσον όχι μόνο τα έγγραφα αυτά περιλαμβάνονται στη γενική αναφορά της αναιρεσιβαλλόμενης "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τα οποία προσεκόμισαν και επικαλέσθηκαν οι διάδικοι...

χωρίς όμως να παραλειφθεί κανένα από αυτά για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς", αλλά και από το περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης στη σελίδα 17 της οποίας ως αιτία θανάτου του συγγενούς των εναγόντων αναφέρεται "η θανατηφόρα κρανιοεγκεφαλική κάκωση (συντριπτικά κατάγματα οστών του κρανίου)" καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκαν υπόψη και τα δύο παραπάνω έγγραφα.

Ειδικότερα δε στην ίδια σελίδα γίνεται και ρητή αναφορά στην από 25.6.2012 (αριθμ. πρωτ. .../2012 Ιατροδικαστική Έκθεση Νεκροψίας - Νεκροτομής που συντάχθηκε από την Κ. Κ., Ιατροδικαστή Ρόδου, συνημμένη στην οποία είναι και η με όμοιο αριθμ. πρωτ. .../2012 βεβαίωση. Πέραν τούτου και οι αιτιάσεις αυτές απαραδέκτως προβάλλονται, καθόσον με την κατ' επίφαση επίκληση της εν λόγω αναιρετικής πλημμέλειας οι αναιρεσείοντες επιχειρούν να πλήξουν την ανέλεγκτη κατ' άρθρο 561 § 1 ΚΠολΔ εκτίμηση των αποδείξεων όσον αφορά την υπαιτιότητα αφού αυτοί επικαλούμενοι και πάλι το Σχεδιάγραμμα, σε συνδυασμό με την υπ' αρ. .../2012 Ιατροδικαστική Έκθεση Νεκροψίας - Νεκροτομής της Ιατροδικαστού Ρόδου, Κ.

Κ. (και την από 30.09.2013, Ιατροδικαστική Γνωμάτευση του Μ. Τ.) αιτώνται ότι το δικαστήριο δεν προσέδωσε στα αποδεικτικά αυτά μέσα την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζουν, ώστε να μεταβληθούν ουσιωδώς οι συνθήκες του ατυχήματος και να καταλογισθεί αποκλειστικό πταίσμα τον οδηγό του τουριστικού λεωφορείου.

Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση τις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' και αριθμός 19 ΚΠολΔ με τις ειδικότερες αιτιάσεις, στην μεν πρώτη περίπτωση ότι παραβίασε κανόνες ουσιαστικού δικαίου, ήτοι τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 ΑΚ και των άρθρων 21 παρ. 1 και 2 και 23 παρ. 1 και 4 και 17 παρ. 8 στοιχ.

β' σε συνδ. με α' του Ν. 2696/99 με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους, στη δε δεύτερη περίπτωση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση στερείται επιπρόσθετα νομικής βάσης, καθώς στο αιτιολογικό της δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις τα κατά νόμο πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι των διατάξεων που εφαρμόστηκαν ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής τους.

Ειδικότερα δε οι αναιρεσείοντες προβάλλουν την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα εφάρμοσε τις ως άνω διατάξεις με το να δεχτεί τη μη ύπαρξη πταίσματος του αλλοδαπού οδηγού του τουριστικού λεωφορείου, ο οποίος κινούμενος στο ρεύμα πορείας της διπλής κατεύθυνσης επαρχιακής οδού Ρόδου - Λίνδου, πλάτους οκτώ (8) μέτρα με δύο (2) λωρίδες κυκλοφορίας, και ταχύτητα που δεν υπερέβαινε τα τριάντα (30) χιλιόμετρα, έθεσε σε λειτουργία τον δεξιό δείκτη κατεύθυνσης (φλας) του οχήματός του και αρχικά πραγματοποίησε ελαφρύ ελιγμό προς τ' αριστερά, ήτοι προς το κέντρο του ρεύματος πορείας, στη συνέχεια δε έλαβε ανοικτή δεξιά στροφή σε σχέση με την πορεία του, προκειμένου να εισέλθει στην από δεξιά του κείμενη ανώνυμη οδό, πλάτους 3,90 μέτρα, κι ότι, ενώ το μπροστινό μέρος του βρισκόταν στο χωμάτινο έρεισμα του ρεύματος πορείας του, προσέκρουσε στο μπροστινό τμήμα της δεξιάς πλευράς του η δίκυκλη μοτοσικλέτα.

Ότι ο παραπάνω οδηγός όμως, παρέλειψε ως όφειλε, πριν από τον δήθεν ελαφρύ αριστερό ελιγμό του, να προβεί πρώτα στην αφή των αριστερών δεικτών κατεύθυνσης (φλας) του οχήματός του (μη τήρηση του άρθρου 21 παρ. 2 Ν. 2696/1999), παραπλανώντας τον φερόμενο ως ακολουθούντα αυτόν μοτοσικλετιστή, ως προς την πραγματική πρόθεσή του, δηλαδή εάν πράγματι είχε πρόθεση να στρίψει δεξιά και να εισέλθει στην από δεξιά του κείμενη ανώνυμη οδό, στη συνέχεια δε πριν τη λήψη της ανοικτής δεξιάς στροφής και μάλιστα από τη θέση του, όφειλε να ελέγξει την κίνηση των οχημάτων, που εκινούντο πίσω του, οπότε θα διαπίστωνε την κίνηση της δίκυκλης μοτοσικλέτας στην δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, επιπρόσθετα δε όφειλε και μη προβεί στην ανοικτή δεξιά στροφή, στην πραγματικότητα δε σε αλλαγή λωρίδας κυκλοφορίας και στη συνέχεια σε αλλαγή κατεύθυνσης, εάν δεν βεβαιωνόταν ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο των λοιπών χρηστών της οδού και στη συγκεκριμένη περίπτωση του μοτοσικλετιστή, που εκινείτο πίσω του στη δεξιά λωρίδα κυκλοφορίας, όφειλε δε να λάβει τη δεξιά στροφή κλειστή, αφού προγενέστερα κινείτο έγκαιρα στο άκρο δεξιό της οδού (μη τήρηση του άρθρου 23 παρ. 1 Ν. 2696/1999) και τελικά να μη προβεί στην αλλαγή κατεύθυνσης εάν δεν μπορούσε να το πράξει με ασφάλεια, με αποτέλεσμα ο αλλοδαπός οδηγός του τουριστικού λεωφορείου, που παρέλειψε να εκτελέσει τις ανωτέρω ενέργειες, να επιφέρει τον θανάσιμο τραυματισμό του συγγενούς των.

Οι επικαλούμενες από τους αναιρεσείοντες αντιφάσεις και παραλείψεις πέραν του ότι είναι αβάσιμες, απαραδέκτως προβάλλονται, διότι βάλλουν κατά της ανέλεγκτης εκτίμησης των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας αλλά και της επιχειρηματολογίας του Δικαστηρίου αυτού, το πόρισμα του οποίου διατυπώνεται σαφώς.

Εξάλλου η αναιρεσιβαλλόμενη έχει ήδη απαντήσει αιτιολογημένα στον ισχυρισμό αυτό αναφέροντας αυτολεξεί: "Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ως άνω αλλοδαπός οδηγός E. L. προτού επιχειρήσει την προς τα δεξιά στροφή, ώστε να κατευθυνθεί στο προαναφερθέν ξενοδοχείο, πραγματοποίησε προηγουμένως ελαφρώς προς τα αριστερά ελιγμό εν σχέσει με την πορεία του, προς το κέντρο δηλαδή του οδοστρώματος του εν λόγω ρεύματος πορείας, προκειμένου να πραγματοποιήσει ακολούθως "ανοιχτή" δεξιά στροφή, ώστε να μπορέσει να εισέλθει με ασφάλεια -λόγω του μεγάλου όγκου του λεωφορείου που οδηγούσε- στην ως άνω ανώνυμη οδό και στο παρακείμενο ξενοδοχείο, δεν μπορεί να οδηγήσει σε συμπέρασμα αποδόσεως ευθύνης του εν λόγω αλλοδαπού οδηγού για την πρόκληση του παραπάνω ατυχήματος και αυτό γιατί από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι αυτός κατέλαβε μεγάλο τμήμα του οδοστρώματος, ώστε να παρεμποδίζεται η κυκλοφορία των άλλων οχημάτων, αλλά και γιατί ασφαλώς ο Δ.

Χ. που ακολουθούσε το παραπάνω λεωφορείο, εάν οδηγούσε με την προσήκουσα επιμέλεια και ενδεδειγμένη προσοχή θα είχε ασφαλώς αντιληφθεί τον σχετικό αυτόν προς τα αριστερά ελιγμό αλλά και την πρόθεση του οδηγού του προπορευομένου λεωφορείου να πραγματοποιήσει ακολούθως στροφή προς τα δεξιά λόγω της λειτουργίας του δεξιού δείκτη κατευθύνσεως ("φλας") του λεωφορείου και όφειλε να φροντίσει να ελαττώσει την ταχύτητα με την οποίαν εκινείτο και να αναμείνει ώστε ο προπορευόμενος αυτού (αλλοδαπός) οδηγός να ολοκληρώσει την προς τα δεξιά στροφή, προκειμένου στην συνέχεια να εξακολουθήσει και ίδιος την προς τα εμπρός πορεία του χωρίς κίνδυνο ή να είχε προσπεράσει το λεωφορείο από την αριστερή πλευρά του, δεδομένου ότι το ως άνω ρεύμα πορείας της παραπάνω επαρχιακής οδού διαθέτει -όπως ήδη αναφέρθηκε- δύο λωρίδες κυκλοφορίας και ως εκ τούτου θα μπορούσε να προβεί στην ενέργεια αυτή, να προσπεράσει δηλαδή το λεωφορείο την ώρα που έστριβε προς τα δεξιά, χωρίς να υπάρξει κίνδυνος, εφ' όσον υπήρχε επαρκής χώρος προς τούτο" ( βλ.

σελ. 18 της αποφάσεως). Πέραν τούτου η στιγμιαία ελαφρά κλίση του οδηγού του Τουριστικού Λεωφορείου προς τα αριστερά, σε συνδυασμό με την ενεργοποίηση του δεξιού προειδοποιητικού δείκτη αλλαγής κατευθύνσεως, καθώς, είχε πρόθεση να πραγματοποιήσει δεξιά στροφή, λόγος, για τον οποίον ενεργοποίησε τον δείκτη αλλαγής κατευθύνσεως προς τα δεξιά, ώστε να προειδοποιήσει όλα τα οχήματα που κινούνται πίσω από αυτό για την πρόθεσή του, αποτελούσε την ενδεδειγμένη ενέργεια για τα μεγάλα κι επιμήκη οχήματα, όπως εν προκειμένω το τουριστικό λεωφορείο, όταν πρόκειται να στρίψουν προς τα δεξιά.

Αντίθετα, αν ο οδηγός του Λεωφορείου ενεργοποιούσε αριστερό δείκτη αλλαγής κατευθύνσεως, τότε τα οχήματα που ακολουθούσαν, εύλογα θα θεωρούσαν, ότι ο οδηγός του Λεωφορείου προτίθεται να αλλάξει λωρίδα κυκλοφορίας από την δεξιά (επί της οποίας εκινείτο) στην αριστερή. Περαιτέρω στον ίδιο λόγο οι αναιρεσείοντες, προβάλλουν τις αιτιάσεις, ότι η αναιρεσιβαλλόμενη διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, όσον αφορά την υπαιτιότητα και ειδικότερα την ακριβή θέση της ρυθμιστικής πινακίδος που όριζε ως ανώτατο όριο ταχύτητας τα 30 χλμ/ώρα, την ακριβή αποτύπωση των ιχνών τροχοπεδήσεως της μοτ/τας ή την ερμηνεία του ταχογράφου του Λεωφορείου σε σχέση με την από 02.11.2012, Έκθεση Πραγμ/νης του Τεχνικού Πραγμ/νος της Τροχαίας, Με τήν Ν..

Πλην όμως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, προκειμένου να σχηματίσει την δικανική του πεποίθηση, έλαβε υπ' όψιν του όλα τα αποδεικτικά εκείνα μέσα, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της Δίκης, κι αποφάνθηκε αιτιολογημένα για την παράνομη ταχύτητα, με την οποία ο οδηγός της μοτ/τας εκινείτο, η οποία, καίτοι δεν κατέστη δυνατόν να προσδιορισθεί επακριβώς, υπερέβαινε το ανώτατο όριο των 30 χλμ/ώρα (βλ.

σελ. 16 της αποφάσεως του Εφετείου), γεγονός, που αποδεικνύεται από την σφοδρότητα της συγκρούσεως (βλ. σελ. 17 της αποφάσεως του Εφετείου), την μη τήρηση, εκ μέρους του οδηγού της μοτ/τας, της νομίμου αποστάσεως ασφαλείας από το προπορευόμενο - ασφ/νο στην αναιρεσίβλητη Τουριστικό Λεωφορείο (βλ. σελ. 16 της αποφάσεως του Εφετείου), την οδήγηση χωρίς σύνεση και διαρκώς τεταμένη την προσοχή στις οδικές συνθήκες, με αποτέλεσμα να αντιληφθεί καθυστερημένα την προς τα δεξιά στροφή του Τουριστικού Λεωφορείου (βλ.

σελ. 16 της αποφάσεως του Εφετείου), τις προανακριτικές καταθέσεις των αυτοπτών μαρτύρων (βλ. σελ. 17 της αποφάσεως του Εφετείου), την έλλειψη οιουδήποτε στοιχείου/ευρήματος, δυνάμει του οποίου θα μπορούσε να αποδοθεί ευθύνη στον οδηγό του Λεωφορείου. Οι δε αναφερόμενες στον ίδιο λόγο αναίρεσης, λοιπές αιτιάσεις περί ελλιπούς, ασαφούς και αντιφατικής αιτιολογίας, όπως άλλωστε σε κάθε περίπτωση και οι αμέσως παραπάνω αναφερόμενες στο λόγο αυτό αιτιάσεις, είναι πρωτίστως απαράδεκτες, διότι με αυτές υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς τους στο άρθρο 559 αριθμ. 19 του Κ.Πολ.Δικ.

πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔικ), καθόσον ανάγονται στην εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, την αιτιολόγηση, τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων από το Εφετείο, καθώς και στη σαφήνεια, επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία αυτό στήριξε το σαφές αποδεικτικό του πόρισμα, σχετικά με το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας.

Σύμφωνα μ' αυτά που προαναφέρθηκαν το Εφετείο, με το να οδηγηθεί στην αναφερθείσα παραπάνω κρίση, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 297, 298, 914 ΑΚ και 10 του ν. ΓΠΝ/1911 και του ν. 2696/1999 και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων που εφαρμόστηκαν, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων αιτιολογιών και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.

Το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε τις προδιαληφθείσες διατάξεις και διέλαβε επαρκή αιτιολογία ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του θανόντα μοτοσικλετιστή.

Συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης πρέπει ν' απορριφθεί.

Κατ' ακολουθίαν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Επίσης, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που έχουν καταθέσει οι αναιρεσείοντες για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. Β'δ' ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει να καταδικαστούν οι αναιρεσεοντες, που ηττήθηκαν (άρθρο 176, 183 ΚΠολΔ), στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, όπως ειδικότερα, ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 16-1-2017 (αρ. κατ. 5/2017) αίτηση για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 1119/2016 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Ιουνίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 29 Ιουλίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ