Legislator Case Law & Legislation
867/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against labor court judgment due to lack of legal grounds and insufficient reasoning.

Case Number 867/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Athens Court of Appeal's judgment regarding a labor dispute. The appellant argued the lower court failed to consider specific medical evidence proving the injuries were caused by the employer's negligence. The court ruled that the lower court had properly evaluated all submitted documents and found no causal link between the employer's conduct and the injuries. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellant was ordered to pay the opposing party's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 559 no. 19, Art. 559 no. 11 para. 3 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the challenged judgment lacks legal basis due to insufficient reasoning or if the appellate court has already considered the evidence presented in the original proceedings.

Keywords

AI generated
appeal admissibility insufficient reasoning labor dispute causal link legal costs medical evidence employer negligence

Cited Legislation

AI generated
Art. 559 no. 19 of the Code of Civil Procedure
Art. 559 no. 11 para. 3 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 867 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 867/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ, κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Γιαννίκο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2314/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7015/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-12-2006 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος διάβασε την από 19-1-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Όπως αποδεικνύεται από την ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών ... (με τις κάτω απ' αυτήν από 10-2-2010 απόδειξη του αρμοδίου αστυνομικού υπαλλήλου και από 11-2-2010 βεβαίωση του επιδόντος δικαστικού επιμελητή), ακριβές αντίγραφο της από 12-1-2010 κλήσης, με την οποία και με την επιμέλεια του νομίμως παρισταμένου αναιρεσιβλήτου (με αριθ. 23390/2009 πληρεξούσιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ι. Μίχου) ορίσθηκε για την συζήτηση της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης η αναφερομένη στην αρχή της απόφασης σημερινή δικάσιμος (ύστερ' από ματαίωση της συζήτησης κατά την δικάσιμο της 12-1-2010, μετ' αναβολή από την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 17-2-2009), μαζί με πράξη ορισμού της δικασίμου αυτής και κλήση προς παράσταση κατ' αυτήν, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσείοντα. Επομένως, εφόσον αυτός δεν εμφανίσθηκε, ούτε έλαβε μέρος με οποιονδήποτε τρόπο στην συζήτηση αυτή, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε νόμιμα με την σειρά της από το πινάκιο, πρέπει παρά την απουσία του το Δικαστήριο να προχωρήσει στην συζήτηση της υπόθεσης (άρθ. 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

II. (Α) Κατά το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) όταν δηλ.

δεν προκύπτει από την απόφαση ποια πραγματικά περιστατικά δέχθηκε αυτή, ώστε σε συνδυασμό με το διατακτικό της να κριθεί περαιτέρω, αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν τα στοιχεία για την εφαρμογή της διάταξης που εφαρμόσθηκε. Το κατά νόμον αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό πόρισμα της και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Εξάλλου: (1) Κατά το άρθ. 1 παράγραφοι 1 και 2 ν. 435/1976 οι μισθωτοί που απασχολούνται νόμιμα πέρα από τα επιτρεπόμενα για κάθε κατηγορία ανώτατο χρονιά όρια της ημερήσιας εργασίας δικαιούνται αμοιβή για κάθε ώρα τέτοιας απασχόλησης ίση προς το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο αυξημένο κατά τα οριζόμενα ποσοστά, ενώ οι μισθωτοί που παρέχουν μη νόμιμη υπερωριακή εργασία δικαιούνται από την πρώτη ώρα, πέραν από τον πλουτισμό που αποκόμισε ο εργοδότης χωρίς νόμιμη αιτία, και πρόσθετη αποζημίωση ίση προς 100% του καταβαλλομένου ωρομισθίου.

Περαιτέρω, με το άρθ. 6 της από 24-2-1984 ΕΓΣΣΕ (AYE 11770/1984, ΦΕΚ Β' 81) η εβδομαδιαία διάρκεια της εργασίας των μισθωτών ορίσθηκε από 1-1-1984 σε 40 ώρες, για την αμοιβή δε της απασχόλησης πέρα από το συμβατικό αυτό εβδομαδιαίο ωράριο και έως την συμπλήρωση του νομίμου ανωτάτου ορίου εβδομαδιαίας εργασίας, δηλ. για την υπερεργασία, γίνεται παραπομπή στο άρθ. 9 της 1/1982 απόφασης του ΔΔΔΔ Αθηνών που κυρώθηκε με το άρθ. 29 ν. 1346/1983, από τον συνδυασμό δε των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι ως προς την συνδρομή υπερεργασίας κριτήριο αποτελεί η εβδομαδιαία απασχόληση του μισθωτού που πραγματο-ποιείται κατά τις εργάσιμες ημέρες της εβδομάδας.

Με το άρθ. 4 ν.2874/2000 (όπως ίσχυε, ως εκ του κρισίμου εδώ χρόνου, πριν από την αντικατάσταση του από 1-10-2005 με το άρθ. 1 ν. 3385/2005) ορίσθηκε στις παραγράφους 1-5 ότι (α) από 1-4-2001 σε επιχειρήσεις για τις οποίες εφαρμόζεται συμβατικό ωράριο εργασίας 40 ωρών την εβδομάδα καταργείται η, κατά την κρίση του εργοδότη, υποχρέωση του μισθωτού για υπερεργασιακή απασχόληση 5 ωρών την εβδομάδα (β) στις ως άνω επιχειρήσεις ο εργοδότης διατηρεί την ευχέρεια υπερωριακής απασχόλησης του μισθωτού και ο μισθωτός αντίστοιχα υποχρεούται να παρέχει την εργασία του για 3 ώρες πέραν του συμβατικού ωραρίου (41η, 42η και 43η ώρα) την εβδομάδα (ιδιόρρυθμη υπερωριακή απασχόληση) (γ) από 1-4-2001 η πέραν των 43 ωρών την εβδομάδα επιπλέον απασχόληση του μισθωτού στις επιχειρήσεις της παρ. 1 θεωρείται υπερωριακή απασχόληση ως προς όλες τις νόμιμες συνέπειες, διατυπώσεις και διαδικασίες έγκρισης (δ) μισθωτοί απασχολούμενοι υπερωριακά δικαιούνται για κάθε ώρα ιδιόρρυθμης υπερωριακής απασχόλησης και νόμιμης υπερωριακής απασχόλησης μέχρι την συμπλήρωση 120 ωρών ετησίως αμοιβή ίση με το καταβαλλόμενο ωρομίσθιο προσαυξημένο κατά 50%, για δε την πέραν των 120 ωρών υπερωριακή απασχόληση εφαρμόζονται οι διατάξεις του άρθ. 1 ν. 435/1976 (ε) ο μισθωτός σε κάθε περίπτωση μη νόμιμης υπερωριακής απασχόλησής του δικαιούται αποζημίωση ίση με το 250% του καταβαλλομένου ωρομισθίου για κάθε ώρα μη νόμιμης υπερωρίας (2) Από τις διατάξεις των άρθ. 298, 299, 330 εδ.

β', 914 και 932 ΑΚ προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση ή/και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη κλπ. προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας ή/και ηθικής βλάβης και ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας.

Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας. Για την κατάφαση της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης.

Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας στο πλαίσιο της συναλλακτικής (και γενικότερα της κοινωνικής) δραστηριότητας των ατόμων, δηλ. η παράβαση της κοινωνικά επιβεβλημένης και από την θεμελιώδη δικανική αρχή της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Με την έννοια αυτή συνιστά αδικοπραξία ειδικότερα η παράβαση από τον εργοδότη γενικών ή ειδικών διατάξεων για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων ή και μόνης της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας αυτού για τις συνθήκες ασφαλούς παροχής της εργασίας (άρθ. 662 ΑΚ), η οποία έχει ως συνέπεια την βλάβη του σώματος ή της υγείας των εργαζομένων, εφόσον η παράβαση των ως άνω διατάξεων ή υποχρεώσεων οφείλεται σε πταίσμα του εργοδότη ή των προστηθέντων του, σε μια τέτοια δε περίπτωση ο παθών εργαζόμενος (ανεξάρτητα από το αν δικαιούται αποζημίωση μόνο από τις διατάξεις του ν. 551/1915 ή και κατά τις διατάξεις του κοινού αστικού δικαίου) δικαιούται να ζητήσει χρηματική ικανοποίηση κατά τις διατάξεις των άρθ. 914 και 932 ΑΚ. (Β) Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ.

γ' ΚΠολΔ για μη λήψη υπόψη με επίκληση προσκομισθέντων από τους διαδίκους αποδεικτικών μέσων και δη εγγράφων είναι ουσιαστικά αβάσιμος, όταν στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαιώνεται ότι το δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και αν δεν γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση καθενός απ' αυτά, εκτός εάν, παρά την βεβαίωση αυτήν, από το περιεχόμενο της απόφασης καταλείπονται αμφιβολίες για την συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών κρίνοντας ύστερ' από έφεση του ήδη αναιρεσείοντος επί αγωγής αυτού κατά του αναιρεσιβλήτου, με αντικείμενο αξιώσεις από την μεταξύ τους σύμβαση εργασίας καθώς και από αδικοπραξία αυτού, με την προσβαλλομένη 7015/2006 απόφασή του και όπως απ' αυτήν προκύπτει δέχθηκε, ότι ο ενάγων (και ήδη αναιρεσείων), υπήκοος Αιγύπτου και κάτοχος διπλώματος ηλεκτρο-συγκολλητή και αδείας παραμονής και εργασίας στην Ελλάδα, προσελήφθη την 4-4-2000 από τον εναγόμενο (και τώρα αναιρεσίβλητο), για να εργασθεί με την ειδικότητα αυτή στο μηχανουργείο που διατηρεί ο τελευταίος στο ..., με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου μερικής απασχόλησης (για την οποία τηρήθηκαν οι νόμιμες διατυπώσεις) τεσσάρων ωρών ημερησίως και είκοσι ωρών την εβδομάδα (από Δευτέρα έως Παρασκευή και από 07.30-11.30 ή από 11.30-15.30) έναντι ημερομισθίου 4.380 δρχ., ότι με την από 3-10-2000 παρόμοια σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου (και με την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων) οι διάδικοι συμφώνησαν την επέκταση του ωραρίου μερικής απασχόλησης του ενάγοντος σε έξι ώρες ημερησίως και τριάντα εβδομαδιαίως έναντι ημερομισθίου 6.800 δρχ., ενώ με την από 20-1-2002 σύμβαση οι διάδικοι συμφώνησαν να συνεχίσει ο ενάγων να εργάζεται με καθεστώς πλήρους πενθήμερης απασχόλησης, δηλ. 8 ώρες ημερησίως από 07.30-1530 (πλην Σαββάτου και Κυριακής) και σαράντα ώρες την εβδομάδα, έναντι ημερομισθίου 26€, με βάση δε την τελευταία αυτή σύμβαση ο ενάγων εργάσθηκε στην επιχείρηση του εναγομένου μέχρι την 28-2-2005, όταν ο εναγόμενος κατήγγειλε εγγράφως την σύμβαση εργασίας, ότι καθόλο το χρονικό διάστημα που ο ενάγων προσέφερε τις υπηρεσίες του στο μηχανουργείο του εναγομένου εργαζόταν με το ωράριο που είχε συμφωνηθεί με τις με τις προαναφερθείσες συμβάσεις εργασίας, χωρίς να εργάζεται τα Σάββατα, και χωρίς να υπερβαίνει τις 8 ώρες ημερησίως ή τις 40 εβδομαδιαίως (από Δευτέρα έως Παρασκευή) ειδικότερα κατά το χρονικό διάστημα από 20-1-2002 μέχρι 28-2-2005, κατά το οποίο ο ενάγων απησχολείτο με καθεστώς πλήρους απασχόλησης και κατά το οποίο εισερχόταν στο μηχανουργείο την 07.30' και εξερχόταν απ' αυτό την 15.30', το γεγονός δε ότι κάποιες ημέρες ο ενάγων εξερχόταν από τον χώρο εργασίας του λίγα λεπτά αργότερα από την λήξη του ωραρίου του, όπως την 15.42', 15.35', 15.40' κλπ.

δεν μπορεί να στοιχειοθετήσει υπερωριακή απασχόληση του, αφού υπήρχε και αντίστοιχη καθυστερημένη πρωινή προσέλευση του στον χώρο της εργασίας του, όπως 07.37', 07.45', 07.43' κλπ., ότι ο ενάγων παρέσχε εργασία μερικές φορές μέχρι την 17.30', όποτε συνέβη, όμως, αυτό ο ενάγων είτε είχε προσέλθει στην εργασία του μετά την 07.30'(όπως την 24-9-2003 προσήλθε την 11.26' και αποχώρησε την 17.30', την 29-9-2003 προσήλθε την 11.04' και αποχώρησε την 17.34', την 31-32004 προσήλθε την 10.56' και αποχώρησε την 17.13', την 9-6-2004 προσήλθε την 10.17' και αποχώρησε την 17.25' κλπ.) είτε εργάσθηκε μερικές ώρες παραπάνω για ν' αναπληρώσει άλλη εργάσιμη ημέρα, κατά την οποία εργάσθηκε λιγότερες ώρες (όπως την 27-6-2002 εργάσθηκε από 07.26' έως 17.09', επειδή την 26-6-2002 είχε εργασθεί από 09.39 έως 15.45', την 25-9-2003 εργάσθηκε από 07.27' έως 17.14' επειδή την 24-9-2003 εργάσθηκε από 11.26' έως 17.30', την 30-6-2004 εργάσθηκε από 07.24' έως 17.16' επειδή την 22-6-2004 εργάσθηκε από 10.05' έως 17.34' κλπ.), ότι ο ενάγων τον Ιούλιο του 2001 υπέστη οσφυαλγία υποβληθείς για τον λόγο αυτόν σε αξονική τομογραφία, από την οποία διαπιστώθηκε ότι πάσχει από "μικρού βαθμού κυκλοτερείς διατάσεις των δίσκων στο 04-05 και 05-11 μεσοσπονδύλιο διάστημα-μικρού βαθμού στένωση του σπονδυλικού σωλήνα κυρίως στο 03-04 και 04-05 μεσοσπονδύλιο διάστημα συγγενούς αιτιολογίας", με αποτέλεσμα την 12-12-2001 να κάνει 20 θεραπείες (παγοθεραπείες κλπ.), ενώ την 12-11-2002 υποβλήθηκε σε εγχείριση δεξιάς ευθείας βουβωνοκήλης, ότι την 13-1-2005 έκανε υπολογιστική τομογραφία ΟΜΣΣ, από την οποία διαπιστώθηκε "μικρή οπίσθια αριστερή προβολή του δίσκου στο 05-11 μεσοσπονδύλιο διάστημα, χωρίς διαφοροποίηση από τον λοιπό έλεγχο" και υποβλήθηκε σε ειδική φυσιοθεραπεία (9 συνεδρίες) για αντιμετώπιση οσφυαλγίας και σε 20 ενεσοθεραπείες για οσφυαλγία (κήλη δίσκων) από 24/1-13/6/2005, ότι δεν αποδείχθηκε ότι οι ως άνω σωματικές βλάβες που υπέστη ο ενάγων οφείλονταν στην μη τήρηση από τον εναγόμενο διατάξεων ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών περί των όρων ασφαλείας και επήλθαν ένεκα της μη τήρησης αυτών ή όρων που επιβάλλονται από την κοινή αντίληψη, την υποχρέωση πρόνοιας και την απαιτουμένη στις συναλλαγές επιμέλεια, ώστε να μπορεί να γίνει λόγος για παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, ειδικότερα δε ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο εναγόμενος υποχρέωνε τον ενάγοντα να σηκώνει υπερβολικά για τις σωματικές ικανότητές του βάρη, όπως λαμαρίνες μασίφ 40 kgr*, να σπρώχνει με έναν άλλο βοηθό χειροκίνητους γερανούς με ρόδα φορτωμένους με βάρος από 400-800 kgr* και να ισιώνει σίδερα με βαριοπούλα, αλλά (αποδείχθηκε ότι) η εργασία του παρείχετο υπό κανονικές συνθήκες με βάση την φύση των εργασιών που απαιτούνταν στο μηχανουργείο του εναγομένου.

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, κατ' επικύρωση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ότι ο αναιρεσείων ενάγων δεν δικαιούται προσαύξηση αμοιβής για υπερεργασία, ιδιόρρυθμες και παράνομες υπερωρίες ούτε αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη από τις ως άνω παθήσεις του εξαιτίας αδικοπραξίας του εναγομένου και απέρριψε στο σύνολό της την έφεσή του.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο και όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασής του διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ζητήματά της: (Α) Διάρκειας της απασχόλησης του ενάγοντος και δη σε σχέση με την ζητηθείσα προσαύξηση αμοιβής για υπερεργασία, στην οποία τελικά αναφέρεται ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, ειδικότερα δε ουδεμία αντίφαση υπάρχει μεταξύ της διάρκειας γενικά της λειτουργίας της επιχείρησης του εναγομένου και της απασχόλησης του ενάγοντος και επομένως ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. (Β) Ευθύνης του εναγομένου ως προς την προέλευση και εμφάνιση των ως άνω παθήσεων του ενάγοντος, εφόσον έκρινε ότι δεν αποδείχθηκε, κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ότι αυτές οφείλονταν σε αδικοπρακτική συμπεριφορά του εναγομένου και δη στην παράβαση κανονισμών ασφαλείας και γενικότερα στην παράβαση των υποχρεώσεων του ως επιμελούς εργοδότη και ειδικότερα της υποχρέωσης πρόνοιας αυτού, δέχθηκε δηλ.

διατυπώνοντας σαφές αποδεικτικό πόρισμα ότι σε σχέση με τις παθήσεις αυτές δεν υφίσταται αιτιώδης παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, στην οποία στηρίζεται η αντίστοιχη αξίωση του ενάγοντος και δη για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ενώ ουδόλως ήταν υποχρεωμένο το δικαστήριο της ουσίας να διαλάβει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του και άλλες περαιτέρω αιτιολογίες και υποθέσεις για την αιτία των παθήσεων αυτών.

Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί επίσης ως αβάσιμος και ο συναφής τρίτος (και τελευταίος) λόγος αναίρεσης από την ίδια ως άνω διάταξη. Τέλος, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης από το άρθ. 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αποδίδεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά έγγραφα που ο αναιρεσείων προσκόμισε με επίκληση ενώπιον αυτού προς απόδειξη της εξέλιξης και επιδείνωσης των παθήσεων του κατά την διάρκεια της απασχόλησης του στον αναιρεσίβλητο και ειδικότερα (α) την με αριθ.

πρωτ. 3573/23-9-2005 απόφαση του Διευθυντή του ΙΚΑ, με την οποία βεβαιώνεται ποσοστό αναπηρίας του 15% (β) παραπεμπτικό σημείωμα του ΙΚΑ για παρακλινική εξέταση με την ένδειξη "να μη σηκώνει βάρη και να αποφεύγει ει δυνατό τις βαρείες δουλειές" και την διάγνωση "κήλη μεσοσπονδυλίου δίσκου" (γ) το από 21-1-2005 έγγραφο του ΙΚΑ που αναφέρει περίοδο ανικανότητας από 10 έως 14-1-2005 (δ) το αντίγραφο του βιβλιαρίου ασθενείας του ΙΚΑ και (ε) τα από 23-7-2001 και 13-1-2005 ιατρικά πιστοποιητικά του διαγνωστικού κέντρου....

Από την περιεχόμενη, όμως, στην προσβαλλομένη απόφαση βεβαίωση ότι το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό του αποδεικτικού πορίσματος του έλαβε υπόψη και τα έγγραφα που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο αυτής, στην οποία ειδικά μνημονεύονται τα με στοιχ. δ' και ε' έγγραφα και γίνεται λεπτομερής αναφορά της εξέλιξης της πάθησης του ενάγοντος, ουδεμία αμφιβολία καταλείπεται ότι τα ως άνω έγγραφα ελήφθησαν πραγματικά υπόψη, μαζί με τα άλλα εκεί αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, ανεξάρτητ' από το γεγονός ότι, όπως προαναφέρθηκε, με την αναιρεσιβαλλομένη έγινε δεκτό ότι η ως άνω σωματική κάκωση του ενάγοντος, στην έκταση και την σοβαρότητα κλπ.

της οποίας αφορούσαν τα έγγραφα αυτά, δεν οφείλετο σε παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του εναγομένου, ως εκ τούτου δε και ο λόγος αυτός πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος.

Σύμφωνα με τα προαναφερθέντα πρέπει ν' απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-12-2006 αίτηση του Χ για αναίρεση της 7015/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2010. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Μαίου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ O ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ