Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for lack of substantive law violation and contradictory ruling.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the petitioners' appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding inheritance rights. The court found that the appeal failed to demonstrate a violation of substantive law under Article 559(1) of the Code of Civil Procedure and lacked evidence of contradictory rulings in the operative part of the judgment. Consequently, the appeal was dismissed, and the petitioners were ordered to pay the legal costs of the respondents.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) K.Pol.D.; Art. 173, 200 A.C.; An appeal under Art. 559(1) K.Pol.D. requires a violation of substantive law rules, including interpretative rules of legal acts, and a violation of Art. 559(17) K.Pol.D. requires contradictory provisions existing in the operative part of the judgment that render execution impossible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 867 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Α.Μ.
Αριθμός 867/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη-Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 3 Μαρτίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ :
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) Χ3 , για την ίδια ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανήλικων παιδιών της α) Χ3α και β) Χ3β, 4) χ4, 5) α) χ5α, β) Χ5β, γ) Χ5γ, δ) Χ5δ και ε) Χ5ε, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του Χ, που απεβίωσε στις 9/1/2005, 6) χ6, 7) χ7, 8) χ8, 9) χ9 και 10) χ10 τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Χρήστος Γούλας με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: Α.- Του υπό εκκαθάριση Γεωργικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "Γεωργικός Πιστωτικός Συνεταιρισμός ........", που εδρεύει στην ........ Θεσ/νίκης και εκπροσωπείται νόμιμα από τους εκκαθαριστές αυτού: α) ...., β) ....., γ) ..... και δ) ......., τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος Απόστολος Κουρουνδής με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Β.- 1) ....., 2) ....., 3) ......, 4) ......., 5) ...... και 6) ......., ως μοναδικών εκ διαθήκης κληρονόμων της Ψ, που απεβίωσε στις 27/1/2006, τους οποίους εκπροσώπησε η πληρεξούσια δικηγόρος τους Αγγελική Αρβανιτίδου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθμ. 45163/2000 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, την υπ' αριθμ.4100/2001 προσεπίκληση σε αναγκαστική παρέμβαση του με στοιχ. Α αναιρεσιβλήτου και την υπ' αριθμ. 2609/2002 πρόσθετη παρέμβαση της δικαιοπαρόχου των με στοιχ. Β ήδη αναιρεσιβλήτων Ψ, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 20434/2003 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2116/2004 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 30.09.2004 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1133/2005 απόφαση του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου η οποία αναίρεσε την 2116/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 2328/2006 απόφαση του παραπάνω Δικαστηρίου, την αναίρεση της οποίας ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20.02.2007 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 22.02.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. (αρθ. 173 και 200 του ΑΚ). Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006 και 4/2005). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 18 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και αν το δικαστήριο της παραπομπής δεν συμμορφώθηκε προς την αναιρετική απόφαση. Κατά δε το άρθρο 579 § 1 εδάφιο α' του ίδιου Κώδικα, αν αναιρεθεί η απόφαση, οι διάδικοι επανέρχονται στην κατάσταση που υπήρχε πριν από την απόφαση που αναιρέθηκε και η διαδικασία πριν από την απόφαση αυτή ακυρώνεται μόνο εφόσον στηρίζεται στην παράβαση για την οποία έγινε δεκτή η αναίρεση.
Κατά το άρθρο 580 § 4 οι αποφάσεις της ολομέλειας και των τμημάτων του Αρείου Πάγου δεσμεύουν τα δικαστήρια που ασχολούνται με την ίδια υπόθεση ως προς τα νομικά ζητήματα που έλυσαν. Εξάλλου, κατά το άρθρο 581 § 2 στο δικαστήριο της παραπομπής η υπόθεση συζητείται μέσα στα όρια που διαγράφονται από την αναιρετική απόφαση.
Από το συνδυασμό όλων των πιο πάνω διατάξεων σαφώς προκύπτει ότι η υποχρέωση του δικαστηρίου της παραπομπής να συμμορφωθεί προς την αναιρετική απόφαση περιορίζεται μόνο στο νομικό ζήτημα που έλυσε ο Άρειος Πάγος, με το λόγο αναίρεσης που έκανε δεκτό. Αντίθετα, τέτοια υποχρέωση δεν υφίσταται, σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, η περί της οποίας κρίση, άλλωστε, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη.
Αν το δικαστήριο της παραπομπής εκτιμήσει διαφορετικά τα πραγματικά περιστατικά και αυτά επιδέχονται διαφορετικές νομικές λύσεις, ο παραμερισμός της νομικής λύσης της παραπεμπτικής αναιρετικής απόφασης δεν θεμελιώνει τον προαναφερθέντα λόγο αναίρεσης, γιατί το δικαστήριο της παραπομπής, στην περίπτωση αυτή, λειτουργεί αυτόνομα.
Όταν όμως η διαφορετική νομική λύση που δέχθηκε το δικαστήριο της παραπομπής στηρίζεται σε λαθεμένη ερμηνεία ή εφαρμογή κανόνα ουσιαστικού δικαίου αν και δεν υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του ή στην αντίθετη περίπτωση, που δεν εφαρμόζεται κανόνας δικαίου, μολονότι υπάρχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις του, σύμφωνα με όσα ανελέγκτως έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας, επιτρέπεται αναίρεση κατά της απόφασης του, για τον προβλεπόμενο όμως από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ λόγο (ΑΠ 194/2004).
Περαιτέρω, αν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως ειδικά με λόγο αναίρεσης, η αναίρεση θ' απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ' άρθρο 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, εφόσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης (Ολ.Α.Π.25/1994).
Τέλος, κατά το άρθρο 15 παρ.1 του . 1541/1985 (το οποίο ίσχυε στην προκειμένη περίπτωση, κατά το χρόνο του θανάτου του αποβιώσαντος μέλους του εναγομένου συνεταιρισμού, δηλαδή την 1-10-1987), και δεν διαφοροποιήθηκε μετά την τροποποίησή του ως άνω νόμου, με το άρθρο 11 παρ.7 του ν.2169/1993, σε περίπτωση θανάτου μέλους του συνεταιρισμού, η ονομαστική αξία της συνεταιρικής μερίδας του, μειωμένη ανάλογα όταν υπάρχει ζημία, αποδίδεται στους κληρονόμους του στο τέλος της διαχειριστικής περιόδου, στη διάρκεια της οποίας απεβίωσε το μέλος, κατά δε την παράγραφο 2, ο κληρονόμος, ή όταν υπάρχουν περισσότεροι κληρονόμοι, αυτός που υποδείχτηκε με έγγραφη συμφωνία, εφόσον έχει τις προϋποθέσεις υπεισέρχεται σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του μέλους του που πέθανε.
Εξάλλου, κατ' άρθρο 72 του Α.Κ και 45 παρ. 3 του Ν. 1541/1985, το νομικό πρόσωπο του γεωργικού συνεταιρισμού και μετά τη λύση του εξακολουθεί για τις ανάγκες της εκκαθάρισης. Από τις εν λόγω δύο διατάξεις καθίσταται σαφές όταν αποβιώσει κάποιο μέλος του συνεταιρισμού, και στο διάστημά που αυτός βρίσκεται σε εκκαθάριση, η συνεταιρική του μερίδα, (αφαιρουμένων τυχόν ζημιών που αναλογούν σ' αυτή), αποδίδεται στους κληρονόμους του κατά τις διατάξεις περί κληρονομικής διαδοχής (άρθρο 1710 και επ.
του Α.Κ), και μόνο σε περίπτωση που ένας από τους συγκληρονόμους του αποβιώσαντος μέλους, επιθυμεί να συνεχιστεί στο πρόσωπό του η συνεταιριστική ιδιότητα, μπορεί με έγγραφη δήλωσή του να αναγνωριστεί μέλος από το συνεταιρισμό, εφόσον: 1) έχει τις απαιτούμενες από το νόμο και το καταστατικό, προϋποθέσεις και 2) θα προσκομίσει έγγραφη συμφωνία των λοιπών συγκληρονόμων ότι συμφωνούν προς τούτο, στην τελευταία δε αυτή περίπτωση και μόνο ο κληρονόμος γίνεται και μέλος του συνεταιρισμού και υπεισέρχεται στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του μέλους που πέθανε, όπως αυτά ορίζονται από το νόμο και το καταστατικό του συνεταιρισμού.
Επίσης, από τις εν λόγω διατάξεις καθίσταται σαφές ότι στην περίπτωση, που δεν ακολουθήθηκε η προαναφερθείσα διαδικασία αναγνώρισης ενός κληρονόμου του θανόντος μέλους από το αρμόδιο όργανο του συνεταιρισμού ως διαδόχου του μέλους, ή αυτή δεν ακολουθήθηκε εγκύρως, και έγκαιρα, αποδίδεται σε όλους τους κληρονόμους του θανόντος μέλους κατά τις διατάξεις της κληρονομικής διαδοχής (άρθρα 1710 του ΑΚ επ.) μόνο:
α) η ονομαστική αξία της συνεταιρικής μερίδας, ήτοι το ποσό που είχε οριστεί να καταβληθεί υποχρεωτικά από κάθε υποψήφιο ως προαπαιτούμενο ώστε να γίνει μέλος του συνεταιρισμού (και που στην προκειμένη περίπτωση καθορίστηκε με το άρθρο 15 παρ.1 και 2 του καταστατικού) το ελάχιστο ύψος του οποίου καθορίζεται στο άρθρο 16 παρ.2 του Ν.1541/85, δυναμένου να μειωθεί μόνο με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας υπό τις αναφερόμενες σ' αυτό προϋποθέσεις), και β) το τυχόν υπάρχον πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού του αποβιώσαντος μέλους, με το συνεταιρισμό, κατά την οικεία όμως χρήση.
Η κατά τα άνω απόδοση της συνεταιρικής μερίδας κατά την πιο πάνω έννοιά της σε όλους τους κληρονόμους του θανόντος μέλους, εφ' όσον δεν επακολούθησε η νόμιμη υποκατάσταση ενός από αυτούς στη θέση του θανόντος μέλους δεν αφορούσε μέχρι και την 10-9-1993 και τη διανομή μεριδίου από το καθαρό προϊόν της εκκαθάρισης της περιουσίας του συνεταιρισμού, αφού κατά το χρόνο της επαγωγής στους κληρονόμους της κληρονομίας, στοιχείο της οποίας αποτελούσε η συνεταιρική μερίδα του αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου τους στον συνεταιρισμό, κατά την ίδια πιο πάνω έννοιά της, δεν προβλεπόταν εκ του ισχύοντος κατά το χρόνο εκείνο νόμου 1541/1985 (ο οποίος μεταγενέστερα τροποποιήθηκε με το νόμο 2163/1993 που άρχισε όμως να ισχύει από 10-9-1993 σύμφωνα με το άρθρο 56 αυτού), διανομή μεριδίου από το προϊόν της εκκαθάρισης στα μέλη του συνεταιρισμού σε περίπτωση εκούσιας διάλυσης του συνεταιρισμού, αλλά μόνο η απόδοση της αξίας (ονομαστική) της συνεταιρικής μερίδας και του τυχόν πιστωτικού υπολοίπου του αποβιώσαντος μέλους, η δε περιουσία του συνεταιρισμού περιερχόταν στην ένωση αγροτικών συνεταιρισμών που ανήκε ο διαλυθείς συνεταιρισμός, ή εάν δεν ανήκε σε ένωση, σ'εκείνη του νομού που είχε την έδρα του (άρθρο 46 παρ.4 του Ν.1541/85).
Εξάλλου, από τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις καθίσταται σαφές ότι η διάταξη του άρθρου 34 παρ. 13 του Ν. 2163/1993, που καθιέρωσε για πρώτη φορά από 10-9-1993, τη διανομή στα μέλη των γεωργικών συνεταιρισμών του προϊόντος από το ενεργητικό τους, που απομένει μετά την κάλυψη των υποχρεώσεών τους για απαιτήσεις προς τρίτους και επιστροφή των συνεταιρικών μερίδων, δεν έχει αναδρομική ενέργεια και στις περιπτώσεις εκείνες στις οποίες υπό το καθεστώς ισχύος του Νόμου 1541/1985 δεν μεσολάβησε καθόλου ή δεν μεσολάβησε έγκυρη διαδοχή θανόντος μέλους από κληρονόμο του κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 15 παρ. 2 του ίδιου Νόμου.
Για τους ίδιους λόγους οι κληρονόμοι που δεν αναγνωρίστηκαν καθόλου ή εγκύρως από τα όργανα του συνεταιρισμού ως διάδοχα μέλη του στη θέση θανόντος μέλους δεν δικαιούνται συμμετοχής στο καθαρό προϊόν της εκκαθάρισης της περιουσίας του συνεταιρισμού, αφού δεν κατέστησαν ποτέ (και μάλιστα μόνο ένας από αυτούς) μέλος του, σε υποκατάσταση του θανόντος δικαιοπαρόχου του, ούτε μπορούν πλέον να καταστούν μέλη εάν παρήλθε η αποκλειστική προθεσμία του τετραμήνου από του θανάτου του δικαιοπαρόχου τους.
Στην προκειμένη περίπτωση, επί της από 5-12-2000 αγωγής των αναιρεσειόντων, που απορρίφθηκε πρωτόδικα ασκήθηκε έφεση από εκείνους, που απορρίφθηκε επίσης από την υπ' αριθμ. 2116/2004 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Κατά της απόφασης εκείνης ασκήθηκε αναίρεση από τους ενάγοντες που έγινε δεκτή από την υπ' αριθμ. 1133/2005 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου με τις ακόλουθες παραδοχές: "Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, το οποίο δίκασε την έφεση των ήδη αναιρεσειόντων κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, πού είχε απορρίψει την αγωγή τους, με την οποία και για τους σ' αυτή αναφερόμενους λόγους ζητούσαν να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της συνεταιρικής μερίδας του αποβιώσαντος μέλους του αναιρεσίβλητου συνεταιρισμού Γ1, ο καθένας κατά τον λόγο της κληρονομικής του μερίδας, και να υποχρεωθεί ο συνεταιρισμός να καταβάλει στον καθένα το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση του ανελέγκτως τα ακόλουθα:
Ο Γ1, πού απεβίωσε την 1-10-1987, ήταν μέλος του αναιρεσίβλητου γεωργικού συνεταιρισμού, ο οποίος από την 28-12-1982 βρίσκεται στο στάδιο της εκκαθαρίσεως. Ότι οι εκκαλούντες (ήδη αναιρεσείοντες) είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του άνω αποβιώσαντος, ως τέκνα και εγγονοί προαποβιωσάντων αδελφών του, κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου συνολικά, ενώ κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου κληρονόμος του ανωτέρω είναι η σύζυγός του Ψ.
Ότι η τελευταία στις 25-1-1988 υπέβαλε δήλωση στους εκκαθαριστές του συνεταιρισμού, με την οποία ζητούσε να διαδεχθεί τον αποβιώσαντα σύζυγό της ως μέλος αυτού (συνεταιρισμού). Ότι η δήλωση αυτή έγινε δεκτή, διότι ή άνω σύζυγος του αποβιώσαντος Γ1 πληρούσε τις προϋποθέσεις του νόμου και του καταστατικού και έτσι αυτή διαδέχθηκε τον αποβιώσαντα σύζυγό της ως μέλος του συνεταιρισμού και υπεισήλθε στη θέση του.
Σύμφωνα όμως με το άνω άρθρο 15 παρ.2 του Ν. 1541/1985, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι υπήρχαν περισσότεροι κληρονόμοι του άνω αποβιώσαντος μέλους του συνεταιρισμού Γ1 (οι αναιρεσείοντες και η Χ), για την υπεισέλευση της τελευταίας, ως μιας εκ των περισσοτέρων κληρονόμων, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του άνω αποβιώσαντος μέλους του συνεταιρισμού, έπρεπε αυτή: 1) να υποδειχθεί με έγγραφη συμφωνία των συγκληρονόμων του αποβιώσαντος, και 2) να έχει τις προϋποθέσεις (του νόμου και του καταστατικού) για να γίνει μέλος του συνεταιρισμού.
Όμως, το Εφετείο, με μόνη την παραδοχή ότι η άνω Χ είχε τις προϋποθέσεις του νόμου και του καταστατικού για να γίνει μέλος του συνεταιρισμού, δέχθηκε ότι αυτή υπεισήλθε στη θέση, ήτοι στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις, του θανόντος μέλους του συνεταιρισμού συζύγου της, εφαρμόζοντας έτσι τον ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 15 παρ.2 του Ν. 1541/1985, ενώ, με βάση τις παραδοχές του, δεν συνέτρεχε η πρώτη των άνω προϋποθέσεων, κατά την οποία η εκ των κληρονόμων αυτού Χ έπρεπε να είχε υποδειχθεί με έγγραφη συμφωνία των συγκληρονόμων του αποβιώσαντος.
Επομένως, το Εφετείο παραβίασε τον άνω ουσιαστικού δικαίου κανόνα του άρθρου 15 παρ.2 του Ν. 1541/1985, αφού τον εφάρμοσε, ενώ, με βάση τα περιστατικά πού δέχθηκε, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του. Κατά ταύτα, ο σχετικός εκ του άρθρου 559 αριθ.1 του Κ.Πολ.Δ. δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση, με εσφαλμένη εφαρμογή, του άνω άρθρου 15 παρ.2 του Ν. 1541/1985, είναι βάσιμος και πρέπει να αναιρεθεί η απόφαση αυτή και παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο (Εφετείο Θεσσαλονίκης),το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους πού δίκασαν την υπόθεση (Κ.Πολ.Δ. 580 παρ.3)".
Στη συνέχεια, ύστερα από κλήση των εναγόντων και τώρα αναιρεσειόντων επαναφέρθηκε η έφεσή τους στο ίδιο Εφετείο ως δικαστήριο της παραπομπής και εκδόθηκε η τώρα αναιρεσιβαλλόμενη υπ' αριθμ. 2328/2006 απόφασή του που δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος γεωργικός συνεταιρισμός υπό την επωνυμία "Γεωργικός Πιστωτικός Συνεταιρισμός ...." που εδρεύει στη ......
του νόμου Θεσσαλονίκης, έχει διαλυθεί εκουσίως και τελεί υπό εκκαθάριση από 28-12-1982, εξακολουθώντας να υφίσταται ως νομικό πρόσωπο για τις ανάγκες της εκκαθάρισης. Ο Χ, που απεβίωσε αδιάθετος την 1-10-1987, ήταν μέλος του εναγομένου, κατέλιπε δε ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του τη σύζυγό του δεύτερη εφεσίβλητη (προσεπικληθεΐσα-προσθέτως παρεμβαίνουσα) Ψ κατά 1/2 εξ αδιαιρέτου και τους εκκαλούντες ως τέκνα και εγγονούς προαποβιωσάντων αδελφών του, κατά το υπόλοιπο 1/2 εξ αδιαιρέτου.
Σύμφωνα με το άρθρο 13 του καταστατικού του εναγομένου συνεταιρισμού, το οποίο είναι προσαρμοσμένο στον ως άνω νόμο, σε περίπτωση θανάτου, ο συνεταίρος θεωρείται ότι αποχωρεί από το συνεταιρισμό στο τέλος της διαχειριστικής περιόδου (χρήσης), κατά τη διάρκεια της οποίας επήλθε ο θάνατος. Τη συνεταιριστική ιδιότητα του θανόντος μπορεί να συνεχίσει ο κληρονόμος ή ένας από τους συγκληρονόμους, εφόσον έχει τις προϋποθέσεις του νόμου και του καταστατικού και υποβάλει σ' αυτόν (συν/σμό) τη δήλωσή του για συνέχιση αυτής μέσα σε τέσσερις μήνες από το θάνατο του μέλους.
Σε περίπτωση περισσοτέρων κληρονόμων, χρειάζεται έγγραφη συναίνεση των λοιπών συγκληρονόμων. Περαιτέρω, κατά την παράγραφο 4 του άρθρου 13 του καταστατικού του εφεσίβλητου συνεταιρισμού, μετά τη λήξη της τετράμηνης προθεσμίας και τη λήξη οπωσδήποτε, της διαχειριστικής περιόδου, κατά τη διάρκεια της οποίας επήλθε ο θάνατος, η συνεταιρική μερίδα του θανόντος μέλους και το τυχόν πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού του με το συνεταιρισμό, αποδίδονται στον ή στους κληρονόμους του.
Τυχόν αρνητικό υπόλοιπο, παρακρατείται από τη συνεταιρική του μερίδα. Από τα οριζόμενα στο άρθρο αυτό, είναι σαφές ότι αποδίδεται στους κληρονόμους μόνο α) η ονομαστική αξία της συνεταιρικής μερίδας, ήτοι το ποσό που είχε οριστεί να καταβληθεί υποχρεωτικά από κάθε υποψήφιο ως προαπαιτούμενο ώστε να γίνει μέλος του συνεταιρισμού και που στην προκείμενη περίπτωση καθορίστηκε με το άρθρο 15 παρ.1 και 2 του καταστατικού, (το ελάχιστο ύψος του καθορίζεται στο άρθρο 16 παρ.2 του Ν.1541/85, δυναμένου να μειωθεί μόνο με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας υπό τις αναφερόμενες σ' αυτό προϋποθέσεις) και β) το τυχόν υπάρχον πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού του αποβιώσαντος μέλους με το συνεταιρισμό.
Η κατά τα άνω απόδοση της συνεταιρικής μερίδας στον ή στους κληρονόμους του θανόντος μέλους, προϋποθέτει, όπως ρητά ορίζεται στο καταστατικό του εναγομένου, ότι ο κληρονόμος ή οι κληρονόμοι θα εμφανιστούν και θα δηλώσουν το κληρονομικό τους δικαίωμα εντός της οριζομένης από το καταστατικό, προθεσμίας των τεσσάρων μηνών, ουδόλως δε συνάγεται από τη διάταξη αυτή ότι ο συνεταιρισμός είναι υπόχρεος να αναζητήσει τυχόν κληρονόμους του μέλους του ή να διερευνήσει εάν υπάρχουν και άλλοι πλην εκείνων που υπέβαλαν δήλωση, ή εάν κληρονομούν εξ αδιαθέτου ή εκ διαθήκης, αλλά η υποχρέωση αυτή είναι των κληρονόμων, ώστε η παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας να συνεπάγεται απώλεια του κληρονομικού δικαιώματος επί της συνεταιρικής μερίδας και του πιστωτικού υπολοίπου.
Διαφορετικά, δεν θα ήταν αναγκαίο, καθότι δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε σκοπό, να τεθεί δια του καταστατικού, προθεσμία προς δήλωση του κληρονομικού δικαιώματος, τούτο δε προφανώς αποσκοπεί στην ταχεία εκκαθάριση της εκκρεμότητας σχετικά με τη συνεταιρική μερίδα του θανόντος μέλους. Η δεύτερη εφεσίβλητη, μετά το θάνατο του συζύγου της που ήταν μέλος του πρώτου εφεσίβλητου συνεταιρισμού, και εντός της τετράμηνης προθεσμίας από του θανάτου του, που ορίζει το καταστατικό του εφεσίβλητου, δηλαδή στις 25-1-1988, υπέβαλε δήλωση προς τους εκκαθαριστές του εφεσίβλητου συν/σμού ότι επιθυμεί η ίδια να συνεχίσει τη συνεταιριστική ιδιότητα του θανόντος συζύγου της, ως κληρονόμος του, αναφέροντας ότι έχει αγροτική περιουσία στην κυριότητά της όπως απαιτείται από το καταστατικό (άρθρο 8 παρ.1 του ν.1541/85 σε συνδ.
με αρθ.13 του καταστατικού), χωρίς όμως να αναφέρει ότι υπάρχουν και άλλοι κληρονόμοι του συζύγου της και χωρίς βέβαια να προσκομίσει έγγραφη συναίνεση αυτών (βλ. φωτοαντίγραφο δήλωσης). Ο πρώτος εφεσίβλητος δια του διοικητικού συμβουλίου του ως αρμοδίου οργάνου του, την αναγνώρισε ως μέλος του, θεωρώντας ότι είναι η μόνη κληρονόμος, δεδομένου ότι δεν υπήρξε άλλη δήλωση κληρονόμων εντός της τετράμηνης προθεσμίας και ενόψει ότι αυτή συγκέντρωνε και τις υπόλοιπες προϋποθέσεις (αγροτική περιουσία στο όνομά της εντός της κτηματικής περιφερείας της ......).
Μετά απ' αυτά ο εφεσίβλητος συν/σμός, ο οποίος νόμιμα λειτουργούσε για τις ανάγκες της εκκαθάρισης και συνεπώς είχε τη νομική δυνατότητα να προβεί δια του Δ.Σ. στην ανωτέρω αναγνώριση εκπροσωπούμενος υπό των εκκαθαριστών του, οι οποίοι συνέχισαν την εκκαθάριση και μετά το θάνατο του ως άνω μέλους του, νομίμως προέβη μετά την τροποποίηση του άρθρου 46, του μέχρι τότε ισχύοντος Ν. 1541/1985 με το Ν. 2169/1993 και κατ' άρθρο 34 αυτού, σε εκποιήσεις ακίνητων ιδιοκτησίας του κατά τα έτη 1995, 1998 και 2000, εκ των οποίων εισέπραξε ως τίμημα συνολικό 286.500.000 δραχμές και νομίμως μετά απ' αυτά προέβη, σε διανομή του προϊόντος της εκκαθάρισης σε 33 συνεταιρικές μερίδες και σε καταβολή της καθεμίας μερίδας στα μέλη του, του καθαρού ποσού που προέκυψε, μετά την εκπλήρωση διαφόρων οικονομικών υποχρεώσεων του προς τρίτους, ανερχομένου σε 283.000.000 δραχμές, καταβάλλοντας σε κάθε συνεταίρο το ποσό των 8.570.000 δραχμών, που αναλογούσε σε κάθε συνεταιρική μερίδα.
Έτσι, κατέβαλε και στη δεύτερη εφεσίβλητη, με την ιδιότητα του μέλους και όχι του κληρονόμου του αποβιώσαντος μέλους του, Γ1, ολόκληρο το ως άνω ποσό που αναλογούσε σε κάθε συνεταιρική μερίδα. Η καταβολή αυτή είναι σύννομη και απαλλάσσει τον πρώτο εφεσίβλητο από την υποχρέωση καταβολής και στους λοιπούς κληρονόμους, ως εκ του ότι η αναγνώριση της δεύτερης εφεσίβλητης ως μέλους του, πληρούσε τις απαιτούμενες προϋποθέσεις του νομού και του καταστατικού του, ήτοι της ιδιότητας του κληρονόμου του μέλους και της ύπαρξης ιδιόκτητης αγροτικής περιουσίας εντός των ορίων της περιφέρειας του εφεσίβλητου, δεδομένου ότι δεν δηλώθηκε από άλλον κληρονόμο, κληρονομικό δικαίωμα επί της κληρονομιάς του θανόντος, χωρίς να ερευνήσει εάν υπάρχουν άλλοι κληρονόμοι, δεδομένου ότι τέτοια υποχρέωση εκ του νόμου και του καταστατικού, δεν είχε, εφόσον δεν υπήρξε άλλη δήλωση περί κληρονομικού δικαιώματος εντός της προβλεπομένης εκ του καταστατικού, τετράμηνης προθεσμίας, αλλά η εν λόγω υποχρέωση βάρυνε τους κληρονόμους του θανόντος, ήτοι να δηλώσουν απλώς το κληρονομικό τους δικαίωμα ή την επιθυμία τους να συνεχίσουν με βάση αυτό, την ιδιότητα του θανόντος μέλους.
Η προθεσμία αυτή, προς δήλωση του κληρονομικού δικαιώματος, που προβλέπεται από το καταστατικό, είναι δεσμευτική υπό την έννοια της απώλειας του δικαιώματος σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης δήλωσης, καθόσον δεν θα μπορούσε να έχει άλλη έννοια, ενόψει μάλιστα ότι δεν αντίκειται στον ως άνω νόμο ή σε κανόνα δημοσίας τάξης.
Άλλωστε δεν αποτελεί τη συνήθη απαιτουμένη στις συναλλαγές επιμέλεια να προβεί ο συνεταιρισμός σε αυτεπάγγελτη έρευνα περί ύπαρξης ή μη και άλλων κληρονόμων, ή να υποχρεώσει τον δηλώσαντα κληρονομικό δικαίωμα, να προσκομίσει σχετικό πιστοποιητικό (κληρονομητήριο ή πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών κατά το χρόνο του θανάτου του μέλους) και σε καταφατική περίπτωση συναίνεση των λοιπών συγκληρονόμων και εν προκειμένω να υποχρεώσει τη δεύτερη εφεσίβλητη να προσκομίσει σχετικά πιστοποιητικά (πλησιέστερων συγγενών και περί μη δημοσίευσης διαθήκης του θανόντος μέλους του) εάν αυτή συνέτρεχε και με άλλους κληρονόμους και σε καταφατική περίπτωση, να απαιτήσει εγγραφή συναίνεση αυτών, ώστε να την αναγνωρίσει ως μέλος, εφόσον παρήλθε η προθεσμία των τεσσάρων μηνών και ουδείς άλλος κληρονόμος εμφανίστηκε ουδόλως δε προκύπτει από το νόμο ή το καταστατικό τέτοια υποχρέωση.
Πλέον τούτων, κατά το χρόνο της επαγωγής της κληρονομιάς, στους ενάγοντες, στοιχείο της οποίας αποτελούσε και η συνεταιρική μερίδα του αποβιώσαντος δικαιοπαρόχου τους στον εφεσίβλητο συνεταιρισμό, δεν προβλέπονταν εκ του ισχύοντος κατά το χρόνο του θανάτου του, νόμου (ο οποίος μεταγενέστερα ήτοι το έτος 1993, τροποποιήθηκε και άρχισε να ισχύει από 10-9-1993 σύμφωνα με το άρθρο 56 αυτού), ούτε βέβαια εκ του καταστατικού, διανομή μεριδίου από το προϊόν της εκκαθάρισης, σε περίπτωση εκούσιας διάλυσης του συνεταιρισμού αλλά μόνο η απόδοση της αξίας (ονομαστική) της συνεταιρικής μερίδας και του τυχόν πιστωτικού υπολοίπου του αποβιώσαντος μέλους, η δε περιουσία του περιέρχονταν στην ένωση αγροτικών συνεταιρισμών που ανήκε ο διαλυθείς συνεταιρισμός ή εάν δεν ανήκε σε ένωση, σ' εκείνη του νομού που είχε την έδρα του (άρθρο 46 παρ.4 του Ν.1541/85).
Επομένως, με την καταβολή στη δεύτερη εφεσίβλητη, ολοκλήρου του ποσού που αναλογούσε εκ του καθαρού προϊόντος της εκποίησης, στη συνεταιρική μερίδα του θανόντος μέλους, υπό του πρώτου εφεσίβλητου, αποσβέστηκε η υποχρέωσή του. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχτηκε ότι αποσβέστηκε η ενοχή του εφεσίβλητου συν/σμού με την καταβολή στη δεύτερη εφεσίβλητη ολοκλήρου του ως άνω επιδίκου ποσού, με την ιδιότητά της ως μέλους επί της μερίδας του θανόντος μέλους του, δεδομένου ότι δεν εμφανίστηκαν άλλοι κληρονόμοι, εντός της υπό του καταστατικού, προβλεπομένης τετράμηνης προθεσμίας δεδομένου ότι δεν υφίσταται, εξ αυτού του λόγου παντάπασι, κληρονομικό δικαίωμα των εκκαλούντων -εναγόντων επί της ένδικης συνεταιρικής μερίδας, και μετά απ' αυτά απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη, τη δε προσεπίκληση-αγωγή αποζημίωσης και πρόσθετη παρέμβαση, έκρινε σιωπηρά ως άνευ αντικειμένου μετά την απόρριψη της κυρίας αγωγής, έστω και με ελλιπή αιτιολογία, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ούτε πλανήθηκε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και συνεπώς πρέπει ν' απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι της έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμοι, καθώς και η έφεση στο σύνολό της, ως κατ' ουσία αβάσιμη".
Με βάση τις παραδοχές της υπ' αριθμ. 1133/2005 αναιρετικής απόφασης του Δικαστηρίου τούτου, η αναίρεση της υπ' αριθμ. 2116/2004 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης περιορίστηκε στο νομικό ζήτημα που έλυσε, με την παραδοχή του αντίστοιχου λόγου αναίρεσης από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ και αφορούσε την εσφαλμένη εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 15 παρ.2 του Ν. 1541/1983 από το γεγονός ότι: "η θανούσα ήδη Ψ, δεν είχε τις προϋποθέσεις του νόμου και του καταστατικού του αναιρεσίβλητου συνεταιρισμού για να γίνει μέλος του και να υπεισέλθει στη θέση, στα δικαιώματα και στις υποχρεώσεις του θανόντος μέλους του συνεταιρισμού συζύγου της, αφού δεν είχε υπάρξει έγγραφη συμφωνία των συγκληρονόμων του αποβιώσαντος ήδη αναιρεσειόντων εναγόντων".
Εξάλλου, το ίδιο Εφετείο ως δικαστήριο της παραπομπής πλέον, μη δεσμευόμενο σε σχέση με την ουσία της διαφοράς, και εκτιμώντας διαφορετικά τα πραγματικά περιστατικά, ως επιδεχόμενα διαφορετικά νομική λύση, παραμερίζοντας την πιο πάνω νομική λύση της παραπεμπτικής αναιρετικής απόφασης, έκρινε με ισοδύναμη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενη απόφασής του, στηρίζουσας αυτοτελώς το απορριπτικό διατακτικό της έφεσης των αναιρεσειόντων, ότι: "οι τελευταίοι δεν ενομιμοποιούντο να επιδιώξουν την ικανοποίηση της ένδικης αγωγής αξίωσής τους για τη συμμετοχή τους στο προϊόν της πώλησης τριών ακινήτων του πρώτου αναιρεσίβλητου συνεταιρισμού στο στάδιο της εκκαθάρισης της καθαρής περιουσίας του, εφ' όσον κανένας από αυτούς δεν είχε αποκτήσει μέσα σε τέσσερις μήνες από του θανάτου του (την 1-10-1987) του δικαιοπαρόχου τους συγγενούς τους, μέλους του αναιρεσίβλητου, την ιδιότητα του καθ' υποκατάσταση μέλους του τελευταίου, μετά την τήρηση των νομίμων διατυπώσεων του άρθρου 15 παρ.2 του Ν. 1541/1985 ούτε επεδίωξαν να την αποκτήσουν".
Το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης των αναιρεσειόντων κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία είχε απορριφθεί η αγωγή τους με το πιο πάνω περιεχόμενό της, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 15 παρ.1 και 2, 46 παρ.4 του Ν. 1541/1985 και 72 του ΑΚ, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, "της μη νόμιμης υπεισέλευσης των εναγόντων στη θέση του αποβιώσαντος συγγενούς τους, ως μέλους του αναιρεσίβλητου συνεταιρισμού", πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών των διατάξεων που προαναφέρθηκαν, και δικαιολογούν την απόρριψη της έφεσης και της αγωγής τους, αλλά και τον παραμερισμό της νομικής λύσης της παραπεμπτικής αναιρετικής απόφασης. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με τον πρώτο και τον δεύτερο (κατά το ένα μέρος του) λόγους του αναιρετηρίου, με τους οποίους αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τους αριθ. 18 και 1 αντίστοιχα του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχοι λόγοι αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη της απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειάζονταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 15 παρ.1 και 2, 46 παρ.4 του Ν. 1541/1985 και 72 του ΑΚ τις οποίες η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων για να αιτιολογηθεί επαρκώς η έλλειψη της νομιμοποίησης των αναιρεσειόντων στην επιδίωξη της ένδικης αγωγικής αξίωσής τους.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες με το δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου κατά το δεύτερο μέρος του, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης. Τέλος με τον ίδιο δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το τρίτο μέρος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του αρθρ. 559 του ΚΠολΔ ότι το Εφετείο με αντιφατικές αιτιολογίες παραβίασε εκ πλαγίου τις ίδιες πιο πάνω διατάξεις, δεχόμενο ότι ήταν νόμιμη η υπεισέλευση της χήρας του δικαιοπαρόχου τους Ψ στη συνεταιρική ιδιότητα και μερίδα εκείνου, χωρίς προηγούμενη έγγραφη συναίνεσή τους, αλλά και χωρίς την έρευνα εάν υπάρχουν άλλου συγγενείς ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι.
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής γιατί η ορθή κατά νόμο πιο πάνω ισοδύναμη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, "της μη έγκυρης αλλά και έγκαιρης νόμιμης υπεισέλευσης των αναιρεσειόντων στη θέση του μέλους και στη συνεταιριστική ιδιότητα του δικαιοπαρόχου τους, μέσα σε τέσσερις μήνες από το θάνατό του", στηρίζει αυτοτελώς το απορριπτικό διατακτικό της, λόγω της έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης των αναιρεσειόντων, ενώ η πληττόμενη επάλληλη αιτιολογία της υπεισέλευσης στην ίδια θέση της συζύγου του θανόντος, που δεν ήταν και αναγκαία για τη στήριξη του απορριπτικού διατακτικού της, δεν καθιστούσε παράλληλα υπαρκτή τη νομιμοποίηση των αναιρεσειόντων, που ήταν ανύπαρκτη, αλλά ούτε και θεμελίωνε εκ των υστέρων την πιο πάνω έλλειψή της, από το γεγονός ότι δεν επιδίωξαν έγκαιρα οι ίδιοι τη νομιμοποίησή τους έναντι του αναιρεσίβλητου συνεταιρισμού.
ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθμ. 17 Κ.Πολ.Δικ. δημιουργείται αν η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις. Για να ιδρυθεί λόγος αναίρεσης με βάση την εν λόγω διάταξη πρέπει η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων της προσβαλλόμενης απόφασης να υπάρχει στο διατακτικό της, έτσι ώστε να καθίσταται, εξ αιτίας της, αδύνατη η εκτέλεσή της ή να εμποδίζεται η παραγωγή και η ενέργεια του δεδικασμένου (Α.Π. 580/1998, 372/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης κατά το τέταρτο μέρος του, ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες ότι η προσβαλλομένη απόφαση υπέπεσε στην πλημμέλεια της άνω διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ, χωρίς να επικαλούνται αντίφαση μεταξύ διατάξεων της προσβαλλόμενης υπάρχουσα στο διατακτικό της. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΙΙΙ. Με την αγωγή, όπως από αυτή προκύπτει και για τους σ αυτή αναφερομένους λόγους, οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες εζήτησαν, πλήν άλλων, να αναγνωρισθούν δικαιούχοι της συνεταιριστικής μερίδας του αποβιώσαντος Γ1, ο καθένας κατά λόγο της κληρονομικής του μερίδας επί της κληρονομιάς αυτού. Απορριφθείσης εξ ολοκλήρου της αγωγής από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, οι ενάγοντες, με τον τελευταίο λόγο της έφεσής τους παραπονέθηκαν ότι έσφαλε η εκκαλουμένη πού απέρριψε το άνω αγωγικό αίτημα.
Η προσβαλλομένη απέρριψε τον λόγο αυτό έφεσης με τις ακόλουθες παραδοχές: "Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που δέχθηκε ότι δεν εμφανίστηκαν άλλοι κληρονόμοι, εντός της υπό του καταστατικού προβλεπόμενης τετράμηνης προθεσμίας και ότι δεν υφίσταται εξ αυτού λόγου κληρονομικό δικαίωμα των εκκαλούντων - εναγόντων επί της ένδικης συνεταιρικής μερίδας, και μετά απ' αυτά απέρριψε την αγωγή στο σύνολό της ως ουσιαστικά αβάσιμη, δεν έσφαλε περί την ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, ούτε κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και πρέπει να απορριφθούν οι σχετικοί λόγοι της έφεσης ως ουσιαστικά αβάσιμοι καθώς και η έφεση στο σύνολό της ως κατ' ουσίαν αβάσιμη".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν άφησε αδίκαστο τον προαναφερθέντα τρίτο λόγο της έφεσης των αναιρεσειόντων, και το αντίστοιχο αγωγικό αίτημά τους, και συνεπώς ο τρίτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και απορριπτέος, όπως και η αναίρεση στο σύνολό της.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20.2.2007 αίτηση 1) χ1, 2) χ2, 3) χ3, για την ίδια ατομικά και ως ασκούσα τη γονική μέριμνα των ανήλικων παιδιών της α) ...... και β)...... 4) χ4, 5) α) Χ5α, β) Χ5β, γ) Χ5γ, δ) Χ5δ και ε) Χ5ε, ως εξ αδιαθέτου κληρονόμων του χ, 6) χ6, 7) χ7, 8) χ8, 9) χ9 και 10) χ10, για αναίρεση της υπ' αριθ. 2328/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 27 Μαρτίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ