Legislator Case Law & Legislation
867/2007 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on riverbed ownership, upholding lower court's finding of private ownership.

Case Number 867/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the Greek State's appeal against the Ioannina Court of Appeal's judgment awarding private ownership of a riverbed. The State argued the land was a navigable riverbed, but the lower court found it abandoned and privately owned since 1940. The Court upheld this decision, ruling that the specific statutory conditions for the riverbed to revert to the State were not met in this case.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1071 and 1072 of the Civil Code; The riverbed of an abandoned non-navigable river belongs to the owners of riparian properties, provided the specific conditions of abandonment and non-navigability are strictly met.

Keywords

AI generated
riverbed ownership abandoned riverbed riparian property rights Civil Code provisions State ownership private ownership appeal dismissal

Cited Legislation

AI generated
Article 1072 of the Civil Code
Article 1071 of the Civil Code
Article 12 of Law 2298/1995
Article 28 of Law 2579/1998
Article 42 of Law 2721/1999
Article 559 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 867 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 867/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Ιανουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Ευθύμιο Τσάκα, Πάρεδρο του Ν.Σ.Κ , με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσίβλητων:1)α)...., β) ....., γ) ....., ως μοναδικών εξ αδιαθέτου κληρονόμων του αρχικώς ενάγοντος ...., που απεβίωσε στις 14-1-1999, 2) ...., 3) .... και 4) ..... , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Σωτήριο Πολύδωρα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-6-1998 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο 'Αρτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 66/2001 του ίδιου Δικαστηρίου και 69/2004 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 3-5-2005 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε την από 8-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης της 69/2004 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου νομίμως εισάγεται προς συζήτηση, μετά την κατά το άρθρο 12 παρ. 1,2 του ν. 2298/1995, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 28 του ν. 2579/1998 και ακολούθως με το άρθρο 42 του ν. 2721/1999, εμπρόθεσμη κατάθεση της υπ' αριθμ.1330/2005 θετικής γνωμοδοτήσεως του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους δι' αμφοτέρους τους λόγους αναιρέσεως.

ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 1072 του ΑΚ " η κοίτη ποταμού μη πλεύσιμου που εγκαταλείφθηκε, ανήκει στους κυρίους των παραποτάμιων κτημάτων. Η διάταξη του προηγούμενου άρθρου εφαρμόζεται αναλόγως. Οι κύριοι του εδάφους της νέας κοίτης έχουν δικαίωμα μέσα σε ένα έτος να αποκαταστήσουν το ρεύμα στην προηγούμενη κοίτη".

Το αμέσως προηγούμενο άρθρο 1071 ΑΚ ρυθμίζει πως γίνεται η κατανομή νησιού που πρόβαλε σε ποταμό μη πλεύσιμο στους κυρίους των παραποτάμιων κτημάτων, ορίζοντας ότι " το νησί που πρόβαλε σε ποταμό μη πλεύσιμο ανήκει στους κυρίους των παραποτάμιων κτημάτων. Σε καθένα από αυτούς ανήκει το τμήμα που περιλαμβάνεται μεταξύ νοητής γραμμής κατά μήκος και στη μέση του ποταμού και γραμμών που σύρονται κάθετα προς αυτήν και στην άκρη της πλευράς κάθε κτήματος".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι οι ιδιοκτήτες παραποτάμιων κτημάτων γίνονται κύριοι του εδάφους της κοίτης μη πλεύσιμου ποταμού που εγκαταλείφθηκε οριστικά, είτε από φυσικά αίτια είτε, προ του Ν. 116/1975, ο οποίος με το άρθρο 1 αυτού τροποποίησε σιωπηρώς το άρθρο 1072 ΑΚ, από τεχνικά έργα του Δημοσίου. (Ολ.

ΑΠ 46/1990, ΑΠ 207/1993). Περαιτέρω από την προπαρατιθέμενη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 1072 ΑΚ, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 966, 967 και 968 του ίδιου Κώδικα, σαφώς συνάγεται ότι ο μη πλεύσιμος ποταμός που ρέει με ελεύθερη και αέναη ροή και το καταλαμβανόμενο από την κοίτη του έδαφος είναι κοινής χρήσεως και εκτός συναλλαγής πράγματα και ανήκουν στο Δημόσιο, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά και ότι προϋπόθεση της εφαρμογής της παραπάνω διατάξεως του άρθρου 1072 ΑΚ είναι η ύπαρξη παραποτάμιου κτήματος ή κτημάτων τα οποία βρίσκονται σε επαφή με τον ποταμό, του οποίου η κοίτη εγκαταλείφθηκε.

Ως "εγκατάλειψη" της κοίτης του ποταμού, κατά την αληθή έννοια του ανωτέρω άρθρου 1072 ΑΚ, νοείται η πλήρης και ολοκληρωτική εγκατάλειψη της παλαιάς κοίτης αυτού, με το σχηματισμό νέας κοίτης, η οποία αποτελεί φυσικό φαινόμενο με προοπτική σταθερότητας και διάρκειας, και όχι η μερική εγκατάλειψη ή ορθότερα ο περιορισμός της κοίτης του ποταμού, που συχνά δεν έχει διάρκεια.

Συνεπώς, αν η κοίτη μη πλεύσιμου ποταμού, η οποία ανήκει στο Δημόσιο, περιορίσθηκε κατά τρόπο, ώστε μεταξύ της ιδιοκτησίας τρίτου και της περιορισθείσης κοίτης του ποταμού να παρεμβάλλεται έκταση, αυτή εξακολουθεί να ανήκει στο Δημόσιο και δεν έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 1072 παρ.1 ΑΚ ( Ολ. ΑΠ 24/2001).

Εξάλλου κατά το άρθρο 1045 ΑΚ εκείνος που έχει στη νομή του για μία εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα ( κατοχή ) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου. Σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή αυτού με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του ( άρθρο 1051 ΑΚ).

Τέλος, κατά το άρθρ. 559 αρ.19 Κ. Πολ. Δ. η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση όταν στο αιτιολογικό που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν αναφέρονται καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που δεν εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που εφαρμόσθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' ορθή εκτίμησή της, το Εφετείο δέχθηκε ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο, που είναι πορτοκαλεώνας, εμβαδού 4.001 τ. μ., ο οποίος βρίσκεται στη θέση "...." της πόλεως .... και συνορεύει γύρω-γύρω με αγροκτήματα κληρονόμων ...και ....

και με ιδιοκτησίες.... και κληρονόμων .... από τις οποίες και διαχωρίζεται με υπάρχοντα δρομίσκο, από το έτος 1940 το νεμόταν ως δικό του με καλή πίστη ο πατέρας των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων .... , ασκώντας επ' αυτού τις προσήκουσες στη φύση και τον προορισμό του, ως αγροτικού ακινήτου, πράξεις νομής, συνεχώς μέχρι το θάνατό του κατά το έτος 1961.

Ειδικότερα αυτός, αφού περιέφραξε το επίδικο ακίνητο με σταθερή περίφραξη από ξύλινους πασσάλους και συρματόπλεγμα, φύτευσε σ' αυτό μεγάλο αριθμό πορτοκαλεόδενδρων, τα οποία στη συνέχεια φρόντιζε και περιποιούνταν, συνέλεγε αργότερα τον καρπό τους, αντικαθιστούσε τα δένδρα που καταστρέφονταν από τους παγετούς με άλλα και γενικότερα ασκούσε επ' αυτού φυσική εξουσία με διάνοια κυρίου.

Ο ανωτέρω ...., που αποβίωσε το έτος 1961, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από τη σύζυγό του .... , κατά ποσοστό 1/4 εξ αδιαιρέτου, και από τους ενάγοντες, που είναι τέκνα του, κατά ποσοστό 3/16 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα. Έκτοτε αυτοί επελήφθησαν της νομής του επιδίκου και εξακολούθησαν να ασκούν επ' αυτού με διάνοια κυρίου τις ίδιες ως άνω πράξεις νομής .Συγκεκριμένα επιτηρούσαν το επίδικο, αντικατέστησαν την παλαιά περίφραξη με νέα από σιδηρούς πασσάλους και συρματόπλεγμα, φρόντιζαν τα υπάρχοντα πορτοκαλεόδενδρα και συνέλεγαν κάθε φορά τον καρπό τους.

Μετά τον κατά το έτος 1996 επισυμβάντα θάνατο της συγκληρονόμου μητέρα τους ... το ιδανικό της μερίδιο επί του επιδίκου περιήλθε στους ενάγοντες, τέκνα αυτής, οι οποίοι και συνέχισαν έκτοτε να ασκούν επ' αυτού την ίδια νομή μέχρι την έγερση της αγωγής.( 13-7-1998).

Ενώ αυτή ήταν η πραγματική κατάσταση σε σχέση με το επίδικο ακίνητο το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, δια των οργάνων του, άρχισε να αμφισβητεί τη συγκυριότητα των εναγόντων επί του επιδίκου. Τα προεκτιθέμενα περιστατικά, κατά την προσβαλλόμενη απόφαση, προκύπτουν κυρίως από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων, οι οποίοι, έχοντας δική τους άμεση αντίληψη για την κατάσταση του επιδίκου, βεβαίωσαν τις συγκεκριμένες πράξεις νομής που ασκούσαν σ' αυτό αρχικά ο δικαιοπάροχος πατέρας των εναγόντων και στη συνέχεια, μετά το θάνατο αυτού, οι ενάγοντες.

Ο ίδιοι μάρτυρες κατέθεσαν ακόμη ότι στο σημείο του επιδίκου εγκαταλείφθηκε οριστικώς πριν από το έτος 1950 η κοίτη του ποταμού .... από φυσικά αίτια και ότι πριν από το έτος αυτό παραποτάμιος ιδιοκτήτης ήταν ο ... . Οι καταθέσεις των μαρτύρων αυτών δεν αναιρούνται από τις καταθέσεις των μαρτύρων του εναγομένου, οι οποίοι το μοναδικό περιστατικό που κατέθεσαν είναι ότι το επίδικο είναι καταγεγραμμένο από τα αρμόδια όργανα του εναγομένου ως δημόσιο κτήμα.

Και βέβαια είναι αληθές ότι η μητέρα των εναγόντων ... με την από 13-3-1968 αίτησή της προς την Οικον. Εφορία ... ζήτησε την εξαγορά του επιδίκου και ότι αντίστοιχες αιτήσεις εξαγοράς υπέβαλαν αυτή και τα τέκνα της ( ενάγοντες) και κατά το έτος 1978, πλην όμως από τα εν λόγω περιστατικά δεν μπορεί να συναχθεί ότι το επίδικο αποτελεί δημόσιο κτήμα, αφού οι αιτήσεις αυτές υποβλήθηκαν από τους ενάγοντες και τη δικαιοπάροχο μητέρα τους προκειμένου αυτοί να αποκτήσουν, έναντι μικρού τιμήματος, τίτλο κυριότητας για το επίδικο, και όχι με πρόθεση ομολογίας απ' αυτούς κυριότητας του εναγομένου επί του επιδίκου.

Άλλωστε, με αφορμή τις ανωτέρω αιτήσεις, αρμόδιοι υπάλληλοι της Διεύθυνσης Γεωργίας ... διενήργησαν κατά το έτος 1978 στο επίδικο αυτοψία, κατά την οποία διαπίστωσαν ότι εντός αυτού υπήρχε συστηματική φυτεία εσπεριδοειδών, ηλικίας τότε τριάντα ετών περίπου. Ακόμη δέχθηκε το Εφετείο ότι δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του εναγομένου Ελληνικού Δημόσιου ότι το επίδικο αποτελούσε κοίτη του μη πλεύσιμου ποταμού ... , η οποία εγκαταλείφθηκε με την εκτέλεση των τεχνικών έργων του ...

μετά την εφαρμογή του Ν. 116/1975 ή και πριν από το έτος 1975 και επομένως η ένσταση του εναγομένου περί ιδίας αυτού κυριότητας στο επίδικο είναι απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με βάση τα παραπάνω το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι ενάγοντες απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου ακινήτου, ο καθένας κατά το 1/4 εξ αδιαιρέτου, με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον από το έτος 1940 ο δικαιοπάροχος πατέρας τους και μετά τον κατά το έτος 1961 θάνατο αυτού οι ίδιοι και η μητέρα τους νέμονταν αυτό με διάνοια κυρίου ( και με καλή πίστη μέχρι το έτος 1946), συνεχώς και αδιαλείπτως μέχρι την άσκηση της αγωγής (13-7-1998), δηλαδή επί χρονικό διάστημα μιας τουλάχιστον εικοσαετίας και ότι, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που είχε κρίνει ομοίως και είχε δεχθεί την ένδικη αγωγή των αναιρεσιβλήτων περί αναγνωρίσεως της κυριότητάς τους επί του επιδίκου δεν έσφαλε.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την προπαρατιθέμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1072 ΑΚ, την οποία και δεν εφάρμοσε, γιατί δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της. Ειδικότερα, η διάταξη αυτή του άρθρου 1072 ΑΚ δεν ήταν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμοστέα, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η επίδικη έκταση ουδέποτε υπήρξε τμήμα της κοίτης του μη πλεύσιμου ποταμού ... , που να αποκαλύφθηκε από το μερικό περιορισμό της κοίτης αυτού, συνεπεία εκτελέσεως οποτεδήποτε από το Δημόσιο τεχνικών έργων, έτσι ώστε να εξακολούθησε αυτή να ανήκει κατά κυριότητα στο αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και να είναι ανεπίδεκτη χρησικτησίας από τους ενάγοντες και το δικαιοπάροχο πατέρα τους.

Επίσης το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού επί του ουσιώδους ζητήματος της ενστάσεως ιδίας κυριότητας του εναγομένου διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και μη αντιφάσκουσες μεταξύ τους αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή μη εφαρμογή της ανωτέρω διατάξεως ΑΚ.

Επομένως ο για όλα τα αντίθετα μοναδικός λόγος αναιρέσεως, και κατά τα δύο μέρη αυτού, από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-5-2005 αίτηση αναιρέσεως του Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθμ. 69/2004 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.

Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Φεβρουαρίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ