Supreme Court dismisses appeal on oral loan contract evidence, upholding lower court's rejection of statute of limitations defense.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Second Instance Court's decision rejecting her claim for repayment of a loan. The appellant argued that the defendant's failure to demand payment for twelve years constituted an abuse of rights, but the lower court found this objection legally invalid. The Court ruled that the lower court correctly applied the law regarding the statute of limitations and the admissibility of oral evidence for loans exceeding a certain threshold.
Legislator headnote
AI generatedArticles 393(1) and 394(1)(b) of the Code of Civil Procedure; Article 281 of the Civil Code: The court's assessment of moral inability to obtain written evidence is not subject to appellate review, and a defense based on the passage of time without demand does not automatically constitute an abuse of rights if the creditor did not explicitly waive the claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 866 / 2019 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 866/2019
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Αγγελική Τζαβάρα και Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Μαρτίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Β. συζύγου Σ. Σ., το γένος Κ. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Γραβιά και κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Δ. Κ. του Ν., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου του Γεωργίου Μέντου και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20/1/2012 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2579/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1008/2017 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/7/2017 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 393 παρ. 1 και 394 παρ. 1 περ. β' του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι επιτρέπεται το εμμάρτυρο μέσο προς απόδειξη σύμβασης δανείου, η αξία του αντικειμένου της οποίας υπερβαίνει το από το ως άνω άρθρο 393 παρ. 1 οριζόμενο ποσό, σε κάθε περίπτωση που υπάρχει ηθική αδυναμία για την απόκτηση αποδεικτικού εγγράφου. Η απόδειξη για το γεγονός από το οποίο μπορεί να προκύψει ηθική αδυναμία το οποίο (γεγονός) επικαλείται ο υπόχρεως σε απόδειξη, εφόσον αμφισβητηθεί, γίνεται και με μάρτυρες. Η κρίση δε του δικαστηρίου της ουσίας, εφόσον βεβαιώνει την ύπαρξη ηθικής αδυναμίας για την απόκτηση έγγραφης απόδειξης, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση των άνω δικονομικών διατάξεων (ΑΠ ΑΠ 2/2015, ΑΠ 346/2013, ΑΠ 1383/2009, ΑΠ 1402/2008, ΑΠ 1004/05). Εξάλλου, ο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. α' ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο νόμος δεν επιτρέπει.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) εξέθετε στην ένδικη αγωγή του, ότι, στις 30-06-1998 συνήψε με την αναιρεσείουσα (εναγόμενη), με την οποία διατηρούσε εκείνο το χρονικό διάστημα, ερωτική σχέση, σύμβαση δανείου προφορικά, με βάση την οποία ανέλαβε την υποχρέωση να της δανείσει το ποσό των 67.299.221 δραχμών, η δε εναγόμενη ανέλαβε την υποχρέωση να του επιστρέψει τούτο, μέχρι τις 30-06-2000, έντοκο.
Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής, της κατέβαλε, αυθημερόν, το ως άνω ποσό, όμως, η εναγομένη, δεν του επέστρεψε το δάνειο παρά το ότι παρήλθε ο ορισθείς χρόνος απόδοσής του, αλλά και οχλήθηκε, προς τούτο, κατ' επανάληψη. Ζητούσε δε, να υποχρεωθεί η εναγομένη να του καταβάλει το ποσό των 272.282,87 ευρώ (197.503,22 ευρώ για κεφάλαιο και 74.779,65 ευρώ για δικαιοπρακτικούς τόκους), νομιμοτόκως, πλην του κονδυλίου των τόκων, από την επομένη ημέρα, που ήταν αποδοτέο τούτο, άλλως από την επίδοση της αγωγής.
Η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του Εφετείου, απέρριψε την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της πρωτοδίκου αποφάσεως, με την οποίαν είχε γίνει, εν μέρει, δεκτή η αγωγή, ήτοι για ποσό 197.503,22 ευρώ. Για τον σχηματισμό της δικανικής πεποιθήσεώς του για τη σύναψη του ενδίκου δανείου, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπόψη ως αποδεικτικό μέσο της σύναψης της ένδικης δανειακής σύμβασης, μεταξύ άλλων, τις καταθέσεις των μαρτύρων αποδείξεως και ανταποδείξεως, που εξετάσθηκαν ενόρκως στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, κυρίως όμως στηρίχθηκε στην κατάθεση του αναφερομένου στην αναιρεσιβαλλομένη μάρτυρα του, αναιρεσιβλήτου (ενάγοντος) Λ.
Λ., αφού δέχθηκε, συνάμα ότι, λόγω της ιδιαίτερης, στενής, σχέσης των διαδίκων και της μεταξύ τους δημιουργηθείσας σχέσεως εμπιστοσύνης, συνήφθη μεταξύ των προφορικώς η αναφερθείσα ανωτέρω σύμβαση δανείου και ο αναιρεσίβλητος (ενάγων) δάνεισε την αναιρεσείουσα (εναγομένη) με το ως άνω ποσό, χωρίς να συνταχθεί σχετικό έγγραφο.
Ειδικότερα, δέχθηκε το Εφετείο, ότι για την κατάρτιση της δανειακής συμβάσεως έγγραφο δεν συνέταξαν οι διάδικοι, ως εκ του ότι, κατά το χρονικό διάστημα που δόθηκαν τα χρήματα από τον ενάγοντα, αυτοί διατηρούσαν στενή προσωπική σχέση, που δικαιολογεί την ύπαρξη ηθικής αδυναμίας, στον ενάγοντα, να ζητήσει να εξασφαλισθεί η απόδειξη της σύμβασης με κάποιο έγγραφο και, επιπλέον, διότι υπήρχε αρχή έγγραφης απόδειξης και συγκεκριμένα το από 02-07-1998 έγγραφο της τράπεζας "...
S. A.", περί μεταφοράς του ανωτέρω ποσού, από λογαριασμό του ενάγοντος, στο λογαριασμό της εναγομένης. Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο και στήριξε την κρίση του, μεταξύ άλλων και στις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων και κυρίως του προαναφερθέντος μάρτυρα απόδειξης, για την απόδειξη της μεταξύ των τελευταίων συμβάσεως δανείου, με αντικείμενο μεγαλύτερο από το ισχύον όριο του επιτρεπτού του εμμάρτυρου μέσου αποδείξεως των 20.000 ευρώ, (που ίσχυε κατά τον χρόνο εκδόσεως της πρωτοδίκου αποφάσεως, ήδη αναπροσαρμοσθέν, από 01-01-2016, σε 30.000 ευρώ), δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα μη επιτρεπόμενα από το νόμο, προκειμένου να δεχθεί την ουσιαστική βασιμότητα της αγωγής του αναιρεσίβλητου, αφού, σύμφωνα με τις, αναιρετικά ανέλεγκτες, παραδοχές του, υπήρχε ηθική αδυναμία κτήσεως εγγράφου, προς απόδειξη της δανειακής σύμβασης, λόγω της στενής προσωπικής σχέσης των διαδίκων και της μεταξύ τους δημιουργηθείσας σχέσεως εμπιστοσύνης.
Επομένως, ο πρώτος, εκ του άρθρου 559 αρ. 11 περ. α' του ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως, κρίνεται απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΙΙ. Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξ άλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού (όχι δικονομικού) δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Ο ίδιος λόγος αναίρεσης, του αριθ. 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, δεν ιδρύεται ούτε εξ αιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος. Τέλος, από την διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1057/09).
Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά το πρώτο σκέλος του, η αναιρεσείουσα καταλογίζει στην αναιρεσιβαλλομένη έλλειψη νόμιμης βάσης, ως προς την κρίση της περί ηθικής αδυναμίας κτήσεως εγγράφου και, κατά το δεύτερο σκέλος του αιτιάται αυτήν ότι ενώ αποδείχθηκε ότι το επίμαχο χρηματικό ποσό αποτελούσε στην πραγματικότητα δάνειο, που χορηγήθηκε από την ως άνω τράπεζα προς την εταιρεία "... Α. Ε.", η οποία ανήκε στην ίδια και το οποίο αποπληρώνεται από την εταιρεία αυτή, το Εφετείο, εντούτοις, δέχθηκε ότι το εν λόγω χρηματικό ποσό μεταφέρθηκε στο λογαριασμό της (αναιρεσείουσας) ως δάνειο του αναιρεσίβλητου προς αυτή. Ο λόγος, όμως, αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, κατ' αμφότερα τα σκέλη του. Ειδικότερα, κατά το πρώτο, διότι η κρίση του δικαστηρίου για την ύπαρξη ή όχι ηθικής αδυναμίας προς απόκτηση έγγραφης απόδειξης ανάγεται στην αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγμάτων, απ' αυτό και κατά το δεύτερο, διότι η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη τ' ανωτέρω για την θεμελίωσή του, πλήττει, με το πρόσχημα της επικαλούμενης παράβασης, την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων από το Εφετείο.
ΙΙΙ. Περαιτέρω, ο λόγος αναίρεσης του αρ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγο έφεσης, όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αυτοί αποτελούν περιεχόμενο λόγου έφεσης ούτε οι αβάσιμοι ή οι απαράδεκτοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 109/12).
Με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο ότι δεν έλαβε υπόψη του τους ισχυρισμούς, που προέβαλε με τους σχετικούς λόγους της έφεσής της, καθώς και τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλέσθηκε και προσκόμισε, που καταδεικνύουν τόσο την προέλευση του επίμαχου χρηματικού ποσού, που δεν ανήκε στον αναιρεσίβλητο, όσο και την οικονομική της ευρωστία, κατά την κρίσιμη περίοδο, συνισταμένη σε καταθέσεις περί τα 300.000 δολ. ΗΠΑ στην τράπεζα EUROBANK Λονδίνου και 350.000 δολ. ΗΠΑ στην τράπεζα ... στο ... και στην κατοχή μετοχών συνολικής αποτίμησης 219.823,48 ευρώ στην τράπεζα Εργασίας και από την οποία (οικονομική ευρωστία) τεκμαίρεται η έλλειψη ανάγκης της προς δανεισμό. Όλα όμως αυτά, που επικαλείται η αναιρεσείουσα, επί των οποίων επιχειρεί την θεμελίωση του υπόψη αναιρετικού λόγου, δεν αποτελούν "πράγματα", υπό την προαναφερθείσα έννοια, αλλά αρνητικούς ισχυρισμούς της, προς απόκρουση της, εναντίον της, ένδικης αγωγής του αναιρεσίβλητου και ενισχυτικά αυτών (αρνητικών ισχυρισμών) επιχειρήματα της ιδίας, τα οποία συνάγει, από την, κατά την άποψή της, εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αυτά αποτέλεσαν περιεχόμενο λόγων της έφεσής της. Επομένως, ο υπόψη αναιρετικός λόγος κρίνεται απορριπτέος, ως απαράδεκτος.
IV. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατόν να διαπιστωθεί αν και ποίο λόγο αναιρέσεως, από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 559 του ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και έλλειψη νόμιμης βάσης (άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ), πρέπει να καθορίζονται, πλην των άλλων, η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα, περί την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου, καθώς επίσης, εφ' όσον το δικαστήριο έκρινε επί της ουσίας της υποθέσεως, την ελάσσονα πρόταση του νομικού του συλλογισμού, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα, που αυτό δέχθηκε, υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η προβαλλόμενη νομική πλημμέλεια, δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν δύναται να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 57/1990, 1850, 1853, 1068/2007, 589/2005, 449, 174/2004).
Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα μέμφεται το Εφετείο ότι, με το ν' απορρίψει ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση παραγραφής των ενδίκων αξιώσεων του αναιρεσιβλήτου, την οποία αυτή είχε προβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και με τον τρίτο λόγο της έφεσής της επανέφερε στο δευτεροβάθμιο, επικουρικώς και δη για την περίπτωση που θα κρινόταν αυτές (αγωγικές αξιώσεις) βάσιμες, με την αιτιολογία ότι "δεν πρόκειται εν προκειμένω για αξίωση εμπόρου", υπέπεσε στις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Ο λόγος, όμως, αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, αφού αντί ν' αναφέρει η αναιρεσείουσα, στο αναιρετήριο, το περιεχόμενο της ως άνω ενστάσεώς της, όπως αυτή προβλήθηκε στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και επαναφέρθηκε στο Εφετείο με το σχετικό (τρίτο) λόγο της έφεσής της, παραπέμπει στο "κεφ.
V, παρ. 1, σελ. 10 των πρωτοδίκων προτάσεών μου", ενώ, περαιτέρω, δεν αναφέρει και τις κρίσιμες παραδοχές του Εφετείου, υπό τις οποίες συντελέσθηκε η επικαλουμένη παραβίαση, εκτός από το προαναφερθέν, επιλεγμένο απ' αυτή και αποκομμένο από το λοιπό κείμενό της απόσπασμα, που, σύμφωνα με τις προηγηθείσες νομικές σκέψεις, δεν αρκεί για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου.
V. Κατά την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ το δικαίωμα ασκείται καταχρηστικά και όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε της ασκήσεώς του, καθώς και η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε, δημιούργησαν στον οφειλέτη την εύλογη πεποίθηση ότι δεν θα ασκηθεί το δικαίωμα, σε τρόπο ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που θα έχει επαχθείς για τον οφειλέτη συνέπειες, να μη δικαιολογείται επαρκώς και να υπερβαίνει, προφανώς, τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε στον οφειλέτη τη πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ' απαιτείται να συντρέχουν επιπρόσθετα ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του οφειλέτη, ενόψει των οποίων και της αδρανείας του δικαιούχου η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος που τείνει σε ανατροπή της καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε επί μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων, που τίθενται με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ και να συνεπάγεται δυσμενείς, απλώς, επιπτώσεις στα συμφέροντα του οφειλέτη (ΟλΑΠ 8/2001, ΟλΑΠ 472/1983, ΑΠ 223/2007, ΑΠ 316/2005, ΑΠ 205/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), με την αναιρεσιβαλλομένη απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η, παραδεκτώς προβληθείσα, από την αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και νομίμως επαναφερθείσα, στο εφετείο, με τον τέταρτο λόγο της έφεσής της, ένσταση, περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του αναιρεσιβλήτου να επιδιώξει, δικαστικά, την είσπραξη, απ' αυτή, του ενδίκου δανείου, με τις ακόλουθες, ενδιαφέρουσες εν προκειμένω και παρατιθέμενες, αυτολεξεί, στο αναιρετήριο παραδοχές: "Στην προκειμένη περίπτωση η εναγομένη επαναφέρει την ένσταση καταχρηστικής άσκησης του επίδικου δικαιώματος του ενάγοντος, την οποία είχε προβάλει και πρωτοδίκως επικαλούμενη μακροχρόνια αδράνεια του ενάγοντος, καθόσον ισχυρίζεται ότι ουδέποτε την όχλησε για την καταβολή του επίδικου ποσού, ότι άσκησε την αγωγή μετά από 12 έτη, από το έτος 2000 που επικαλείται ότι έπρεπε να του αποδώσει η εναγομένη το επίδικο ποσό του δανείου, και τέσσερα χρόνια μετά την άσκηση της από 10/9/2008 (αρ.
κατ. 168039/2008) αγωγής του κατ' αυτής, με την οποία αξιώνει ποσά από τη συμμετοχή τους στην εταιρία "..." της εναγομένης και δεν κάνει λόγο για την επίδικη αξίωσή του. Δεν εκθέτει όμως επιπροσθέτως σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα νομική σκέψη ότι η ανωτέρω κατάσταση (αδράνεια δικαιούχου) της δημιούργησε ευλόγως την πεποίθηση για την ανυπαρξία του επίδικου δικαιώματος ή την παραίτησή του από αυτό καθώς και τις συνέπειες που συνεπάγεται η ανατροπή της δημιουργηθείσας κατάστασης.
Επομένως, υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά, η άνω ένσταση είναι μη νόμιμη και ως εκ του τούτου απορριπτέα". Έτσι, που έκρινε το Εφετείο συμμορφώθηκε πλήρως προς την διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ, την οποία δεν παραβίασε, όσα δε αντίθετα υποστηρίζονται με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται αυτό υποστηρίζοντας ότι έσφαλε με το να δεχθεί ότι "...δεν έλαβε χώρα αναφορά των επιπτώσεων της ανατροπής διαμορφωμένης κατάστασης..." και, συνακόλουθα, ν' απορρίψει τη σχετική ένστασή της, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.
VΙ. Επομένως, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου, προς έρευνα, πρέπει ν' απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ.495 παρ. 4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματος, που υπέβαλε αυτός με τις προτάσεις του (άρθρα 106, 176, 183 και 191§2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 03/07/2017 αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμόν 1008/2017 αποφάσεως του Εφετείου Aθηνών.
Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία προσδιορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος, για την άσκηση της ένδικης αίτησης αναιρέσεως, παραβόλου.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Δεκεμβρίου 2018
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Ιουλίου 2019.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ