Legislator Case Law & Legislation
866/2018 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for insufficient reasoning when original court rejected claim as illegal without substantive fact-finding.

Case Number 866/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by a municipal enterprise against a final judgment from the Third Instance Court of Western Macedonia. The appellant argued the lower court's decision lacked sufficient and contradictory reasoning under Article 559 of the Code of Civil Procedure. However, the Court ruled that this ground for appeal is inadmissible because the original court rejected the claim as illegal rather than adjudicating the merits, meaning no substantive facts were evaluated to allow for a lack of reasoning.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on insufficient or contradictory reasoning is inadmissible when the court of first instance rejected the claim as illegal or inadmissible without evaluating substantive facts.

Keywords

AI generated
insufficient reasoning contradictory reasoning illegal claim rejection Article 559 Code of Civil Procedure admissibility of appeal substantive fact-finding Greek Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 93(3) of the Constitution
Article 577(1) and (3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 866 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 866/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Λέκκα), Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ..." ... που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Παπακωνσταντίνου με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις. Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." (Δ.Ε.Η. Α.Ε.), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευσταθία Βατάλη με δήλωση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1/9/2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κοζάνης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 74/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 22/2015 του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20/2/2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ’ αριθμ. 22/2015 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας, με την οποία το Εφετείο αυτό, απέρριψε κατ’ ουσίαν την από 24-7-2013 έφεση και τον από 29-1-2014 πρόσθετο λόγο αυτής, που άσκησε η αναιρεσείουσα κατά της εκδοθείσης, επίσης κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων, υπ’ αριθμ. 74/2013 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, με την οποία απερρίφθη ως μη νόμιμη η από 1-9-2010 αγωγή της (αναιρεσείουσας) κατά της αναιρεσίβλητης, με την οποία ζήτησε, να υποχρεωθεί η τελευταία, να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 15.690.157,37 ευρώ, κυρίως ως αποζημίωση για τις θετικές και αποθετικές, περιουσιακές και μη περιουσιακές της ζημίες, που κατά τους ισχυρισμούς της της προκάλεσε από την εκτιθέμενη στην αγωγή συμπεριφορά της, άλλως διότι η αντίδικός της αυτή (εναγομένη) κατά το αιτούμενο ως άνω ποσό κατέστη αδικαιολογήτως πλουσιώτερη σε βάρος της περιουσίας της.

Η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ) Η παραβίαση κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1(α) ΚΠολΔ, είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο:

α) την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ συνέβαινε το αντίθετο σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου ή β) την αιτίαση ότι παραβιάστηκε ορισμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως κατ’ ουσίαν βάσιμη ή να απορριφθεί ως κατ’ ουσίαν αβάσιμη.

Και στις δύο αυτές περιπτώσεις, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως και, συνεπώς, να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, πρέπει να αναφέρονται με πληρότητα στην πρώτη περίπτωση η ιστορική βάση της αγωγής που απορρίφθηκε ως νόμω αβάσιμη και, στη δεύτερη περίπτωση, οι επί της ουσίας κρίσιμες παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, με βάση τις οποίες εκείνο κατέληξε στην αποδοχή ή απόρριψη της αγωγής, ως κατ’ ουσίαν βάσιμης ή αβάσιμης (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 1449/2017, ΑΠ 1909/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 1(α) ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα, ότι κατ’ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή διατάξεων των άρθρων 18 παρ.1 και 102 παρ.1 του Συντάγματος, 75 του ν.3463/2006, 1, 8, 9, 22 παρ.2 του ν.1069/1980, 8, 9 και 13 του ν. 1739/1987 του π.δ. 171/1985 και των άρθρων 297, 298, 914 και 932 ΑΚ, έκρινε, απορρίπτοντας ως αβάσιμους τους σχετικούς, κυρίους και επικουρικό, λόγους της ανωτέρω εφέσεώς της, ότι υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή της περιστατικά, δεν παρείχετο σε αυτήν το δικαίωμα της αιτούμενης αποζημιώσεως.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει σ’ αυτόν το πλήρες περιεχόμενο της υπ’ αυτής ασκηθείσης ως άνω αγωγής της, αλλά αποσπάσματα αυτής, με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατόν να ερευνηθεί η βασιμότητα ή μη του ανωτέρω (πρώτου) λόγου αναιρέσεως.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8(α) ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, πλην άλλων και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπ’ όψιν πράγματα που, νόμιμα, προτάθηκαν. "Πράγμα" δε αποτελεί και ο λόγος έφεσης, με τον οποίο εκφέρεται παράπονο, σχετικά με αυτοτελή ισχυρισμό (ΟλΑΠ 3/2008, ΑΠ 845/2011). Για τη σχετική κρίση, δεν είναι ανάγκη πρόδηλα, το δικαστήριο της ουσίας να χρησιμοποιεί πανηγυρικές εκφράσεις, σχετικά με τον επίμαχο ισχυρισμό, αλλ’ αρκεί ρητά ή "εκ των πραγμάτων" να προκύπτει, πως το Εφετείο εξέτασε τον λόγο αυτό της έφεσης και τον απέρριψε, για οποιονδήποτε λόγο (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 403/2008, ΑΠ 403/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, το δικάσαν Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, όπως από την επισκόπησή της προκύπτει, δέχθηκε τα εξής: "Στην από 1-9-2010 αγωγή της ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, όπως αυτή εκτιμάται από το δικαστήριο, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα εκθέτει ότι: Η κλειστή υδρολογική λεκάνη με την ονομασία "..." που αποτελεί μία ξεχωριστή μορφολογική και γεωγραφική ενότητα εκτάσεως ..., η οποία βρίσκεται στο σημερινό νότιο τμήμα της νεογενούς λεκάνης ...

και περικλείεται από την εδαφική περιοχή των μέχρι πρότινος Κοινοτήτων ..., μετά την έναρξη ισχύος του ν.3852/2010(σύστημα "Καλλικράτης"), περιήλθε στον ... από την απελευθέρωση του Ελληνικού Κράτους(1912) "μαζί με όλα τα επ’ αυτών εμπράγματα δικαιώματα στα ακίνητα, όπως και του δικαιώματος νομής, κατοχής και χρήσης των υπογείων υδάτων και όλου του λειτουργούντος από τότε δικτύου ύδρευσης της πόλης".

Η ίδια (ενάγουσα) από της συστάσεώς της το έτος 1984 υποκατέστησε αυτοδικαίως τον ... σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του που σχετίζονται με την εκμετάλλευση των ποσίμων υδάτων του ..., "δηλ. του δικτύου ύδρευσης γενικά, όπως και των πηγών και των υπογείων γενικά, στα οποία... υπεισήλθε ως καθολική εκ του νόμου διάδοχος του ......".

Η εναγόμενη ανέπτυξε σε εκτάσεις που έχουν απαλλοτριωθεί τα ορυχεία της από το έτος 1979 μέχρι σήμερα σε όλη την παραπάνω περιοχή κατά τρόπο "άναρχο, άτακτο και χωρίς σεβασμό στο περιβάλλον ... και εκτελεί διαρκώς μεταλλευτικές εργασίες και αποθέσεις άχρηστων εξορυσσόμενων υλικών, χωρίς όμως να λάβει κανένα από τα απαιτούμενα μέτρα προστασίας του υδάτινου δυναμικού της, που βρίσκεται αμέσως πριν από τα εξορυσσόμενα λιγνιτοφόρα κοιτάσματα με αποτέλεσμα την ολοκληρωτική καταστροφή του υδροφόρου και τη δραματική για ολόκληρη την περιοχή συρρίκνωση του ιζηματογενή υδροφορέα, δηλαδή των υπογείων υδάτων στα οποία αυτή έχει αποκλειστικό δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης....διενήργησε την εκμετάλλευση του ορυχείου όλα αυτά τα χρόνια με τον πλέον ανεύθυνο και παράνομο τρόπο...

αφού δεν σεβάστηκε καν τις υπάρχουσες και λειτουργούσες νόμιμα υδρογεωτρήσεις της... τις οποίες και κατέστρεψε πλήρως με την σε μεγάλο και ανεπίτρεπτο βάθος διενέργειά των, ακόμη και 750 μέτρων και εν πάση περιπτώσει τόσου όσου να προκληθεί η αφαίμαξη όλου του υδροφόρου ορίζοντα του δικτύου της.... η διενέργεια από την αντίδικο των μεταλλευτικών εργασιών εκδηλώνεται με πράξεις και παραλείψεις παράνομες και υπαίτιες...

κατά παράβαση των κειμένων διατάξεων "και ειδικότερα του άρθρου 162 του μεταλλευτικού κώδικα. Η εναγόμενη "έδειξε προφανώς παράνομη κατ’ άρθρο 914 επ. ΑΚ συμπεριφορά, αφού παρέβη την ρητή αυτή διάταξη του μεταλλευτικού κώδικα...’ ‘ . Διατεινόμενη δε η ενάγουσα ότι " η εναγόμενη προκάλεσε σε αυτήν ζημία... αφού με την διενέργεια των μεταλλευτικών εργασιών της και την απόληψη του λιγνίτη από την συγκεκριμένη περιοχή εξεδήλωσε παράνομη, υπαίτια και άκρως ζημιογόνο συμπεριφορά με πράξεις και παραλείψεις των αρμοδίων οργάνων της ...

και κατά κατάφωρη παράβαση των κειμένων διατάξεων που αφορούν την προστασία του δικού της δικαιώματος εκμετάλλευσης του νερού της πόλης με ολόκληρο το συναρτώμενο με αυτό κύκλωμα ύδρευσης, το οποίο και αχρήστευσε πλήρως με την αποξήρανση των πηγών του, την αχρήστευση όλου του δικτύου και του εξοπλισμού της....

και των εν γένει περιουσιακών της δικαιωμάτων στην εκμετάλλευση αυτή., και δεν έλαβε ποτέ τα αναγκαία και προσήκοντα μέτρα προς προστασία του υφισταμένου υδάτινου δυναμικού της... ενώ γνώριζε την ύπαρξη του υδροφόρου ορίζοντα, τον οποίο όφειλε σε κάθε περίπτωση να προστατεύσει και όχι να καταστρέφει.... ", καθώς και ότι " η ολοσχερής καταστροφή του υδροφόρου ορίζοντα οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα της αντιδίκου και των προστηθέντων απ’ αυτήν προσώπων..,.", ζητεί να υποχρεωθεί η εναγόμενη να της αποκαταστήσει την θετική της ζημία(απαξίωση παλαιού(υπάρχοντος) υδρευτικού δικτύου, κόστος κατασκευής νέου υδρευτικού δικτύου, αυξημένο κόστος λειτουργίας νέου συστήματος) συνολικού ύψους 3.340.541,66 + 3.345.550,34 + 1.631.370 ευρώ, την αποθετική της ζημία, ύψους 4.312.695,37 ευρώ, και να της επιδικαστεί για την χρηματική της ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη το ποσό των 3.000.000 ευρώ, άλλως και όλως επικουρικώς να υποχρεωθεί η εναγόμενη "να της καταβάλει το παραπάνω ποσό κατά το οποίο αυτή κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της δικής της περιουσίας χωρίς νόμιμη αιτία...".

Με το ως άνω περιεχόμενο και αίτημα η κρινόμενη αγωγή κατά την κυρία βάση της είναι απορριπτέα ως μη νόμιμη διότι τα υπόγεια ύδατα που συνθέτουν τον υδροφόρο ορίζοντα μιας περιοχής, τον οποίο, κατά τις αιτιάσεις της ενάγουσας κατέστρεψε η εναγομένη, δεν αποτελούν περιουσιακό στοιχείο της ενάγουσας, αφού δεν είναι ούτε καρποί, ούτε ωφελήματα, ούτε συστατικά των ακινήτων της, όπως αυτή εσφαλμένως υπολαμβάνει, αλλά αντίθετα είναι φυσικό αγαθό, το οποίο διαχειρίζεται και διαθέτει μόνο το Κράτος δια των ως άνω αρμοδίων οργάνων του.

Η ενάγουσα τόσο κατά το προϊσχύσαν, όσο και κατά το ισχύον νομοθετικό καθεστώς, είχε και έχει κατ’ αρχήν δικαίωμα χρήσεως του υδροφόρου ορίζοντα, πλην όμως η εν λόγω χρήση δεν μπορεί να οδηγήσει σε κτήση οποιουδήποτε εμπραγμάτου δικαιώματος επ’ αυτού, αφού, όπως προελέχθη αυτός είναι πράγμα εκτός συναλλαγής κατ’ άρθρο 966 ΑΚ.Η ενάγουσα κατά το προϊσχύσαν δίκαιο, έχουσα το δικαίωμα αντλήσεως από τον ως άνω υδροφόρο ορίζοντα, ουδέποτε κατέστη "αποκλειστικός νομέας, κάτοχος και χρήστης των υπογείων υδάτων" ως κυρία των εδαφών κάτω από τα οποία ρέουν τα υπόγεια ύδατα της λίμνης ... , όπως αβασίμως αυτή διατείνεται, αφού, ο υδροφόρος ορίζοντας δεν αποτελεί καρπό, ωφέλημα ή συστατικό του ακινήτου, κατά τα προεκτεθέντα, τόσο κατά το προϊσχύσαν , όσο και κατά το ισχύον δίκαιο, ενώ λόγω της φύσεως του πράγματος(εκτός συναλλαγής) η τυχόν χρήση του δεν μπορούσε να οδηγήσει σε κτήση εμπραγμάτων δικαιωμάτων επ’ αυτού.

Περαιτέρω , κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή από την απελευθέρωση του Ελληνικού κράτους(1912) μέχρι την 23-3- 1946, ημερομηνία εισαγωγής του ΑΚ, ο δικαιοπάροχος της ενάγουσας δεν είχε αποκτήσει εμπράγματο δικαίωμα υδατικής δουλείας-το οποίο διατηρήθηκε σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ(βλ. άρθρο 51 ΕισΝΑΚ)- κατά τις διατάξεις του προϊσχύσαντος βρδ έχοντας ως τίτλο την εξ αμνημονεύτου χρόνου αρχαιότητα(ΑΠ 238/1992), όπως αβασίμως διατείνεται η ενάγουσα.

Η τελευταία θα μπορούσε, ενδεχομένως, να θεμελιώσει τις τυχόν αξιώσεις της βάσει των συνδυασμένων διατάξεων των άρθρων 57 και 59 σε συνδυασμό προς τα άρθρα 914 επ. ΑΚ, πλην όμως η αγωγή δεν περιέχει τέτοια ιστορική και νομική βάση, την οποία ανεπιτρέπτως(βλ. άρθρο 526 ΚΠολΔ) επιχειρεί να εισαγάγει η εκκαλούσα με τους υπό στοιχ.

Ε και ΣΤ λόγους της εφέσεως, Μόνη δε η αναφορά στην αγωγή(βλ. κεφ. Ε. ΗΘΙΚΗ ΒΛΑΒΗ) της προστατευτικής διατάξεως του άρθρου 57 ΑΚ "η οποία και προστατεύει το δικαίωμα χρήσης των κοινοχρήστων πραγμάτων των Δήμων και Κοινοτήτων...", χωρίς καμμία αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής του νομίμου τρόπου με τον οποίο αποκτήθηκε η ιδιότητα της κοινοχρησίας ,δεν αρκεί για να καταστήσει ορισμένη την αγωγή, ως ερειδομένη επί των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 914 και 932 ΑΚ, αφού στην ιστορική βάση της αγωγής, για την οποία έγινε λόγος παραπάνω, ο υδροφόρος ορίζων, επί του οποίου επενέβη παρανόμως και υπαιτίως η εναγομένη κατά τις αιτιάσεις της ενάγουσας, θεωρείται ως περιουσιακό στοιχείο της τελευταίας και όχι αυτοτελώς προστατευόμενο κοινόχρηστο περιβαλλοντικό αγαθό, η παράνομη παραβίαση του δικαιώματος απόλαυσης του οποίου συνιστά παράνομη προσβολή της προσωπικότητας της παρεμποδιζομένης (εν προκειμένω της ενάγουσας), η οποία παρέχει σε αυτήν τις προβλεπόμενες από τα άρθρα 57 και 59 του ΑΚ αξιώσεις για άρση της προσβολής και παύσης αυτής στο μέλλον, καθώς και, αν υφίστανται οι σχετικές προϋποθέσεις του νόμου (914 επ.

ΑΚ), αποζημίωσης και χρηματικής ικανοποίησης. Αλλά και ως προς την επικουρική της βάση, η οποία στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά στα οποία θεμελιώνεται η κυρία βάση, η αγωγή , σύμφωνα με την υπό στοιχ. 6 σκέψη, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνεπώς, που απέρριψε τη αγωγή ως μη νόμιμη, ορθώς κατ’ αποτέλεσμα, αν και με ελλειπή αιτιολογία, που αντικαθίσταται με τις αιτιολογίες της παρούσας, ερμήνευσε και εφάρμοσε το νόμο.

Επομένως οι σχετικοί λόγοι της εφέσεως και του δικογράφου του προσθέτου λόγου εφέσεως, με τους οποίους η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι". Από το ανωτέρω περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεώς του, προκύπτει, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και απέρριψε εκ του πράγματος τον αγωγικό ισχυρισμό και με λόγο εφέσεως επαναφερθέντα ενώπιόν του, ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι συνεπεία της καταστροφής του υδροφόρου ορίζοντα στην περιοχή "..." από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη, υπέστη τις θετικές και αποθετικές, περιουσιακές και μη περιουσιακές (ηθική βλάβη), ζημίες, που εξέθετε στην επίδικη αγωγή της και συνίσταντο αφ’ ενός μεν στην αχρήστευση του δικτύου και των λοιπών εγκαταστάσεων υδροδοτήσεως υπ’ αυτής της περιοχής και αφ’ ετέρου στην υποβολή της στη δαπάνη κατασκευής νέων τέτοιων εγκαταστάσεων προς εκπλήρωση του σχετικού της έργου.

Επομένως, τα αντίθετα, που υποστηρίζει με τον δεύτερο, από το άρθρο 559 αρ. 8(α) ΚΠολΔ, λόγο της αιτήσεως η αναιρεσείουσα, είναι αβάσιμα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 17 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν η απόφαση έχει αντιφατικές διατάξεις. Για την ίδρυση του λόγου αυτού απαιτείται η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων να εντοπίζεται στο διατακτικό της αποφάσεως και δεν αρκεί η ύπαρξη αντιφάσεως στο αιτιολογικό της αποφάσεως αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της. Ειδικότερα, η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναιρέσεως, όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητος της αποφάσεως ή η πρόκληση της σκοπούμενης διαπλάσεως ή η ύπαρξη βεβαιότητος στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο. Για να είναι ορισμένος ο παρών λόγος, πρέπει, να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι φερόμενες ως αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού και να προσδιορίζεται με ακρίβεια η αντίφασή τους (ΟλΑΠ 13/1995, ΑΠ 1025/20170). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο από το άρθρο 559 αριθ. 17 ΚΠολΔ λόγο της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι διαλαμβάνει αντιφατικές διατάξεις. Όμως, ενόψει του ότι δεν προσδιορίζει περαιτέρω ποιες είναι οι αντιφατικές διατάξεις του διατακτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως και σε τι ακριβώς συνίσταται η αντίφασή τους, ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, ως αόριστος, και εξ αυτού του λόγου απορριπτέος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την εν λόγω διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος από αυτήν λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως προϋποθέτει ουσιαστική έρευνα της υποθέσεως και συνεπώς, δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε την αγωγή ως αόριστη ή μη νόμιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν εκτιμά πραγματικά περιστατικά, ώστε να είναι δυνατό να υπάρξουν ελλείψεις στην περιγραφή του (ΑΠ 1600/2017, ΑΠ 701/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, με το τέταρτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, προβάλλεται η αιτίαση ότι, το δικάσαν Εφετείο με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, με συνέπεια να στερείται νομίμου βάσεως και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Ο λόγος αυτός της αιτήσεως αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως απαράδεκτος, διότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έκρινε κατ’ ουσίαν την υπόθεση και επομένως δεν εκτίμησε πραγματικά περιστατικά, αλλά απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας κατά την κυρία βάση της ως μη νόμιμη, κατά δε την επικουρική, ως προς την οποία, σημειωτέον δεν προβάλει αιτιάσεις με την κρινόμενη αίτηση η αναιρεσείουσα, ως απαράδεκτη.

Τέλος, αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί η τελευταία (αναιρεσείουσα) στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσιβλήτου, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) κατά το βάσιμο αίτημα της τελευταίας που υπέβαλε με τις προτάσεις της.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20 Φεβρουαρίου 2017 αίτηση της Δημοτικής Επιχείρησης ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 22/2017 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ