Supreme Court partially allows appeal, overturns conviction on some debts but remands for new sentencing on others.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against a criminal conviction for unpaid corporate taxes. While the court found no legal error regarding the conviction for specific debts already covered by a prior res judicata decision, it identified an excess of power concerning other outstanding debts. Consequently, the conviction and sentencing for the latter debts were annulled, and the case was remanded for a new sentencing calculation.
Legislator headnote
AI generatedArt. 510 para. 1 lit. H' of the Criminal Procedure Code; Art. 57 para. 1 and 3 of the Criminal Code: Where a final decision exists on the validity of charges or cessation of prosecution, a new prosecution for the same act is inadmissible; however, if the scope of the prior decision does not cover all debts, the court may annul the conviction regarding the uncovered portion and remand for new sentencing.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 866 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 866/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
E' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Βιολέττας Κυτέα, σύμφωνα με την υπ'αριθ. 38/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αγγελική Αλειφεροπούλου, Δημήτριο Χονδρογιάννη, Διονυσία Μπιτζούνη και Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 8 Απριλίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Νικόλαου Παντελή (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γεράσιμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Ζ. του Α., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αλέξανδρο Στρίμπερη, για αναίρεση της υπ'αριθμ. 1570/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 30 Νοεμβρίου 2015 αίτησή του (δήλωση) αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 83/2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να γίνει δεκτή η προκείμενη αίτηση (δήλωση) αναίρεσης, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για νέα συζήτηση στο ίδιο Δικαστήριο, η συγκρότηση του οποίου από άλλους Δικαστές είναι εφικτή.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, υπέρβαση εξουσίας, η οποία στοιχειοθετεί τον κατά το άρθρο 510 παρ.παρ. 1 στοιχ. Η' του ΚΠοινΔ, λόγο αναιρέσεως συντρέχει, όταν το δικαστήριο άσκησε δικαιοδοσία που δεν του παρέχεται από το νόμο ή όταν αρνείται να ασκήσει δικαιοδοσία η οποία του παρέχεται από το νόμο στη συγκεκριμένη περίπτωση, αν και συντρέχουν, οι απαιτούμενοι γι' αυτό κατά νόμο όροι.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 57 παρ.1 ΚΠΔ "αν κάποιος έχει καταδικασθεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ' αυτή διάφορος χαρακτηρισμός" και παρ. 3 "Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου".
Από την διάταξη αυτή προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ ΚΠΔ λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη β) ταυτότητα προσώπου ήτοι του κατηγορουμένου, του δικασθέντος από την απόφαση που στηρίζει το δεδικασμένο και γ) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστου, αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προεκλήθη από αυτή (ΑΠ 767/2013).
Ο αυτοτελής ισχυρισμός περί υπάρξεως δεδικασμένου, που προβλέπεται από το ως άνω άρθρο 57 παρ. 1 του ΚΠοινΔ, μη προταθείς στο Δικαστήριο της ουσίας, παραδεκτώς προτείνεται το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου (ΑΠ 656/2015), ο δε επικαλούμενος αυτό (δεδικασμένο), οφείλει να το αποδείξει εγγράφως, ήτοι με την προσκομιδή ακόμη και ενώπιον του Αρείου Πάγου, πλήρους αντιγράφου της αποφάσεως, από την οποία απορρέει και, επιπροσθέτως, βεβαιώσεως, από την οποία να προκύπτει ότι η απόφαση είναι αμετάκλητη (άρθρο 546 παρ. 2 ΚΠΔ, ΑΠ 648/2014).
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, για να κριθεί το βάσιμο του σχετικού λόγου αναιρέσεως, επισκόπηση των εγγράφων της δικογραφίας, προκύπτουν τα εξής: Με την αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 1570/2015 απόφασή του, όπως συμπληρώθηκε με την υπ' αριθμ. 7012/18-12- 2015 απόφαση του δικαστού, που μετείχε ως προεδρεύων της συνθέσεως που την εξέδωσε, το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, εδέχθη, καθ' όσον αφορά την αποδιδόμενη στον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα αξιόποινη πράξη της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, τα εξής, επί λέξει: "Απ' όλη τη σχετική με την απόδειξη κυρία διαδικασία, όλα τα έγγραφα που αναγνώστηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων και τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, και από την όλη συζήτηση της υποθέσεως αποδείχτηκαν τα παρακάτω:
Ο κατηγορούμενος στον αναφερόμενο στο διατακτικό τόπο και χρόνο τέλεσε το παρακάτω έγκλημα: Ενώ ήταν οφειλέτης του Δημοσίου και τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις, υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ.
Συγκεκριμένα ο κατηγορούμενος ήταν διαχειριστής της εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ..., σε βάρος της οποίας είχαν βεβαιωθεί διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. ΚΟΡΩΠΙΟΥ Αττικής, όπως ακριβώς αναφέρονται στον ενσωματωμένο σε αντίγραφο στο διατακτικό πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ (αριθμ.
ειδ. Βιβλίου…), ο οποίος συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 27/10/2009 και αρ πρωτ ... Αίτηση Ποινικής Δίωξης του Προϊσταμένου της ανωτέρω Δ.Ο.Υ. Παρά ταύτα όμως ο κατηγορούμενος με την παραπάνω ιδιότητά του, ηθελημένα δεν κατέβαλε το συνολικό ποσό των 1.583.134,39 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο.
Ο ισχυρισμός του ότι είχε τυπικά και όχι ουσιαστικά τη διαχείριση της εταιρίας δεν αποδείχτηκε από κανένα στοιχείο και πρέπει να απορριφθεί. Κατά συνέπεια συντρέχουν οι αντικειμενικές και υποκειμενικές προϋποθέσεις του παραπάνω εγκλήματος για το οποίο ο κατηγορούμενος κατηγορείται (μη καταβολή χρεών προς το Δημόσιο) και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος και όπως η πράξη του περιγράφεται στο διατακτικό κατά τα λοιπά στοιχεία.".
Στην συνέχεια, αφού δέχθηκε την συνδρομή στο πρόσωπο του της ελαφρυντικής περιστάσεως του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. ε' του ΠΚ και απέρριψε ως αόριστο το αίτημά του για την αναγνώριση και της ελαφρυντικής περιστάσεως του αυτού άρθρου 84 παρ. 2 εδ. α' του ΠΚ, εκήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο -αναιρεσείοντα του ότι, επί λέξει: "Στην …, στις 31-5-2008 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα- μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ.
Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας με. την επωνυμία "...", της οποίας τυγχάνει διαχειριστής διάφορα χρέη-υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. ΚΟΡΩΠΙΟΥ, ως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ. ειδ. βιβλίου ...) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 27- 10-2009 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 1.583.134,39 που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο.
Ακολούθως επέβαλε σε αυτόν ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών, την οποίαν ανέστειλε επί τριετία. Προ της εκδόσεως της προσβαλλομένης αυτής αποφάσεώς του το αυτό ως άνω δικαστήριο (Τριμελές Εφετείο Αθηνών) με την παραδεκτώς επισκοπούμενη υπ' αριθμ. 7226/2014 απόφαση του είχε δεχθεί, καθ' όσον αφορά τον αυτόν κατηγορούμενο και εν προκειμένω αναιρεσείοντα και για την ίδια αξιόποινη πράξη τα εξής, επί λέξει: "από τα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, που αναγνώσθηκαν, καθώς και τα έγγραφα, που αναγνώσθηκαν και αναφέρονται στα πρακτικά, και την όλη αποδεικτική διαδικασία αποδείχθηκε ότι:
Στον κατηγορούμενο Ν. Ζ., αποδίδεται ότι στην …, στις 31.5.2008, ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρίας με την επωνυμία "...", της οποίας τυγχάνει διαχειριστής, διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. Κορωπίου, όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ. ειδ. Βιβλίου ...) που συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 27.10.2009 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ. , ηθελημένα δεν κατέβαλε αυτά, τα οποία ανέρχονταν στο συνολικό ποσό των 1.583.134,39 ευρώ.
Όπως προκύπτει από τον εν λόγω πίνακα χρεών: α) το με αριθμό (1) αφορά περάτωση ΦΠΑ, συνολικού ποσού μετά των τόκων και σχετικών προσαυξήσεων 355.151,04 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο σε 19 μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από 31.1.2006 μέχρι 29.6.2007. β) το με αριθμό (2) αφορά Εισόδημα, Περάτωση Ν. 3259/2004, συνολικού ποσού μετά των τόκων και προσαυξήσεων, 425.425,46 ευρώ, το οποίο επίσης ήταν καταβλητέο σε 19 μηνιαίες δόσεις, όπως και το προηγούμενο και γ) το με αριθμό (3) αφορά Πρόστιμο Κ.Β.Σ., οριστική βεβαίωση, συνολικού ποσού μετά των τόκων και προσαυξήσεων 187.351,01 ευρώ, ήταν δε καταβλητέο σε 18 μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από 28.2.2006 μέχρι 31.7.2007.
Για τα προαναφερόμενα χρέη με αριθμούς 1, 2 και 3 του ως άνω πίνακα χρεών, όπως αναφέρεται σ' αυτόν, είχαν εκδοθεί αντίστοιχα, οι 7743/16.12.2005, 7745/16.12.2005 και 111/10.1.2006 πράξεις ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.ΟΥ. Κορωπίου. Όπως προκύπτει από τα με αριθμούς πρωτοκόλλου 4264(α), 4264(β) και 4264(γ)/23.6.2014 πιστοποιητικά της Γραμματέα του ΣΤ' Τμήματος του Συμβουλίου της Επικρατείας με τις αντίστοιχες 2085/2014, 2086/2014 και 2087/2014 αποφάσεις τούτου, ακυρώθηκαν οι προαναφερόμενες 7743/16.12.2005, 7745/16.12.2005 και 111/10.1.2006 πράξεις ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.ΟΎ.
Κορωπίου Κατόπιν αυτού, δεν υφίστανται τα ως άνω χρέη με αριθμούς 1, 2 και 3 του πίνακα χρεών και επομένως ο κατηγορούμενος πρέπει να κηρυχθεί αθώος για τη μη καταβολή τούτων, συνολικού ποσού μετά των τόκων και προσαυξήσεων, 967.927,61 ευρώ. Όσον αφορά τα λοιπά βεβαιωμένα προς το Δημόσιο χρέη της ως άνω εταιρίας "...", τα οποία αναφέρονται στον ίδιο πίνακα χρεών με αριθμούς (4), (5) και (6), έχει εκδοθεί γι' αυτά η .../4.8.2006 πράξη ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της Δ.ΟΥ.
Κορωπίου, άπαντα δε αφορούν οριστική βεβαίωση Προστίμου Κ.Β.Σ., συνολικού ποσού, μετά των τόκων και προσαυξήσεων, 56.523,15 ευρώ, 500.724,13 ευρώ και 57.959,50 ευρώ αντίστοιχα. Όλα τα παραπάνω ποσά, που αφορούν το έτος 2006,ήταν καταβλητέα σε 18 μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από 31.8.2006 μέχρι 31.1.2008, κατά δε της σχετικής ταμειακής βεβαίωσης τούτων από τον Προϊστάμενο της Δ.ΟΥ.
Κορωπίου, ασκήθηκε ανακοπή από την προαναφερόμενη οφειλέτρια εταιρία, η οποία, μετά την απόρριψή της με την 84/2010 απόφαση του 3ου Τμήματος του Τριμελούς Διοικητικού Εφετείου Αθηνών, εκκρεμεί στο Συμβούλιο της Επικρατείας, μετά από άσκηση αναιρέσεως κατά της εν λόγω αποφάσεως, καθώς, όπως προκύπτει από το με αριθμό πρωτοκόλλου Π. 4264/2014 (δ) της Γραμματέα του ΣΤ' Τμήματος του εν λόγω Δικαστηρίου, η υπόθεση αυτή συζητήθηκε στις 12.6.2014, χωρίς να έχει εκδοθεί ακόμα σχετική απόφαση.
Ανεξάρτητα από το γεγονός αυτό, ο κατηγορούμενος υποστηρίζει με τους αυτοτελείς ισχυρισμούς του, ότι δεν είναι υπεύθυνος για την καταβολή των παραπάνω χρεών, καθώς κατά το χρόνο που βεβαιώθηκαν αρχικά αυτά (4.8.2006), ο ίδιος δεν ήταν διαχειριστής της οφειλέτριας εταιρίας "...", δεδομένου ότι η θητεία του ως διαχειριστή είχε λήξει από 4.7.2006 (ΦΕΚ τ.
ΑΕ και ΕΠΕ 6605/4.7.2006). Επειδή δε τα ως άνω χρέη ήταν καταβλητέα σε μηνιαίες δόσεις, με χρόνο τελευταίας καταβολής την 31.1.2008, αλλά αφορούσαν γενικώς το έτος 2006, δηλαδή και χρόνο κατά τον οποίο ο κατηγορούμενος είχε την ιδιότητα του διαχειριστή της ως άνω οφειλέτριας εταιρίας, κρίνεται αναγκαίο για τη διερεύνηση της υποθέσεως να αναβληθεί η εκδίκασή της, ως προς τα συγκεκριμένα χρέη με αριθμούς (4), (5) και (6) του πίνακα χρεών, συνολικού ποσού 615.206,78 ευρώ, για περισσότερες αποδείξεις, και συγκεκριμένα, προκειμένου να κληθεί ο Προϊστάμενος της Δ.ΟΥ.
Κορωπίου, ή οριζόμενος από τον ίδιο ,αρμόδιος υπάλληλος αυτής, ώστε να βεβαιώσει περί του χρονικού σημείου που τα προαναφερόμενα χρέη κατέστησαν απαιτητά". Στην συνέχεια με την αυτήν ως άνω απόφασή του (υπ' αριθμ. 7226/2014) το ως άνω Τριμελές Εφετείο Αθηνών, το μεν εκήρυξε αθώο τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα, επί λέξει του ότι: "Στην …, στις 31-5-2008 όντας οφειλέτης του Δημοσίου και ενώ τα χρέη του κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά την ισχύ του Ν. 3220/04, με πρόθεση καθυστέρησε την καταβολή χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα-μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε ποσό της ληξιπρόθεσμης για την καταβολή οφειλής, μαζί με τις κάθε, είδους προσαυξήσεις υπερβαίνει τα 150.000 ευρώ.
Συγκεκριμένα ενώ είχαν βεβαιωθεί σε βάρος της εταιρείας με. την επωνυμία "... της οποίας τυγχάνει Διαχειριστής διάφορα χρέη υπέρ του Δημοσίου στη Δ.Ο.Υ. Κορωπίου, όπως ακριβώς αναφέρονται στο συνημμένο πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ. (αρ. ειδ. Βιβλίου…) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 27-10-2009 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της πιο πάνω Δ.Ο.Υ., ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 967.927,61 ευρώ, που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο το δε ανέβαλλε, κατά τα λοιπά, την συζήτηση της υποθέσεως για την δικάσιμο της 23-3-2015 "για τα υπό στοιχεία 4, 5 και 6 του πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ.
αρ. βιβλίου (αρ. ειδ. Βιβλίου…) και συνοδεύει ως αναπόσπαστο μέρος αυτής την από 27-10-2009 μηνυτήρια αναφορά του Προϊσταμένου της ως άνω Δ.Ο.Υ., προκειμένου να κληθεί ο Προϊστάμενος της ΔΟΥ Κορωπίου ή οριζόμενος από αυτόν υπάλληλος για να βεβαιώσει το πότε τα χρέη 4, 5 και 6 του πίνακα χρεών συνολικού ποσού 615.206,78 ευρώ ήταν απαιτητά".
Επομένως, από τις αποφάσεις αυτές προκύπτει, αφ' ενός μεν ότι με την εξ αυτών υπ' αριθμ. 7226/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, ο αναιρεσείων εκηρύχθη αθώος των εξής, εμφαινομένων στους ανωτέρω πίνακες, χρεών προς το Δημόσιο: α) με αριθμό (1), που αφορά περάτωση ΦΠΑ, συνολικού ποσού μετά των τόκων και σχετικών προσαυξήσεων 355.151,04 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο σε 19 μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από 31.1.2006 μέχρι 29.6.2007, β) με αριθμό (2), που αφορά εισόδημα, περάτωση Ν. 3259/2004, συνολικού ποσού μετά των τόκων και προσαυξήσεων, 425.425,46 ευρώ, το οποίο επίσης ήταν καταβλητέο σε 19 μηνιαίες δόσεις, όπως και το προηγούμενο και γ) με αριθμό (3) που αφορά πρόστιμο Κ.Β.Σ., οριστική βεβαίωση, συνολικού ποσού μετά των τόκων και προσαυξήσεων 187.351,01 ευρώ, που ήταν καταβλητέο σε 18 μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από 28.2.2006 μέχρι 31.7.2007, για τα οποία (χρέη αυτά με αριθμούς 1, 2 και 3 των ως άνω πινάκων χρεών), είχαν εκδοθεί αντίστοιχα, οι υπ' αριθμ. 7743/16.12.2005, 7745/16.12.2005 και 111/10.1.2006 πράξεις ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.ΟΥ.
Κορωπίου. Αφ' ετέρου ότι, με την δεύτερη αυτών (ως άνω αποφάσεων), ήτοι την εν προκειμένω, αναιρεσιβαλλομένη υπ' αριθμ. 1570/2015 (απόφαση του αυτού ως άνω (δικαστηρίου), ο κατηγορούμενος εδικάσθη και πάλιν, εκηρύχθη ένοχος και του επεβλήθη ποινή, για τις ίδιες ακριβώς αυτές πράξεις, κατά τους αυτούς χρόνους και υπό τις ίδιες συνθήκες και περιστάσεις τελεσθείσες, για τις οποίες είχε κηρυχθεί αθώος από το ίδιο δικαστήριο με την προηγουμένη αθωωτική απόφασή του.
Προκύπτει δε περαιτέρω, από την παραδεκτή επίσης Επισκόπηση των εγγράφων των δικογραφίας, ότι η ανωτέρω αθωωτική - απόφαση (υπ' αριθμ. 7226/2014), καταχωρήθηκε στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 473 παρ, 3 εδ. α' του ΚΠΔ βιβλίο την 2-2-2015 και μέχρι της 26-11-2015 δεν ασκήθηκε κατ' αυτής αναίρεση, επομένως κατά τον χρόνον αυτόν είναι αμετάκλητη. (βλ.
υπ'αριθμ. 350/26-11-2015 πιστοποιητικό του Γραμματέα του Εφετείου Αθηνών).
Συνεπώς, εξ όλων των προαναφερομένων, προκύπτει, ότι ως προς τις ανωτέρω πράξεις του αναιρεσείοντος, για τις οποίες εκηρύχθη αθώος, υφίστατο δεδικασμένο κατά την προεκτεθείσα έννοια, το οποίον εμπόδιζε την εκ νέου από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση εκδίκασή τους, ως παραδεκτώς το πρώτον, δεδομένου ότι ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας δεν προέβαλε τον ισχυρισμό αυτόν, ενώπιον του Αρείου Πάγου ισχυρίζεται ο αναιρεσείων.
Εκ τούτων παρέπεται, ότι η αιτίαση του τελευταίου (αναιρεσείοντος) ότι το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπ' όψη του και έτσι παρεβίασε το εν λόγω δεδικασμένο, με συνέπεια έτσι να υπερβεί αρνητικώς την εξουσία του, είναι βάσιμη, στοιχειοθετεί τους εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. ΣΤ' και Η' του ΚΠΔ, λόγους αναιρέσεως και συνεπώς πρέπει, ως προς τις ανωτέρω πράξεις, για τις οποίες, ενώ είχε αθωωθεί, κατά τα προαναφερόμενα, καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, για τις οποίες προκύπτει δεδικασμένο, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και κατ' άρθρο 517 παρ.1 του ΚΠΔ, να ακυρωθεί αυτή κατά το αντίστοιχο μέρος της.- Επειδή, με το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990 θεσπίσθηκε η ποινική ευθύνη από την μη καταβολή προς το Δημόσιο χρεών, που είναι βεβαιωμένα στις δημόσιες υπηρεσίες και ειδικότερα από την παραβίαση της προθεσμίας καταβολής τους, κατά τις ισχύουσες εκάστοτε διατάξεις, αναλόγως του αν αυτά είναι καταβλητέα εφάπαξ ή με δόσεις, έτσι ώστε η ποινική μεταχείριση να διαφοροποιείται ως προς το χρονικό σημείο ενάρξεως της ποινικής ευθύνης του υπαιτίου, αλλά και ως προς το ύψος του μεγέθους του χρέους.
Το άρθρο αυτό (25 του ν. 1882/1990) ακολούθως αντικαταστάθηκε από το άρθρο 23 του ν.2523/1997, με το οποίο αφ' ενός μεν ποινικοποιήθηκε η μη καταβολή χρεών και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία και, αφετέρου αυξήθηκε το ύψος του οφειλομένου ποσού, που καθιστά αξιόποινη την πράξη της μη καταβολής.
Εν συνεχεία η παρ. 1 του άρθρου 25 συμπληρώθηκε με το άρθρο 34 του ν.3016/2002 (ΦΕΚ 110/17.5.2002) και ακολούθως το άνω άρθρο αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 του άρθρ. 34 του ν.3220/2004 (ΦΕΚ Α'15/28.1.2004). Μετά την τελευταία αυτή αντικατάσταση, το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπροθέσμων εσόδων στις ΔΟΥ και τα τελωνεία, κατά τον ως κατωτέρω χρόνο καταβολής των επιδίκων χρεών, 1) αντιμετωπίσθηκε ενιαία ως προς το χρόνο εισπράξεώς τους, ορισθέντος ότι είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών, εφάπαξ ή σε δόσεις, 2) στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη, υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, 3) οι ποινές καθορίσθησαν βάσει του κατώτερου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους και 4) αυξήθησαν τα όρια του χρέους για τη μη καταβολή για τα οποία ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη, ορισθέντος έτσι ότι: "1.
Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.
ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων (120.000) ευρώ.
Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό.". Μετά ακολούθησε ο ν. 3943/2011 με το άρθρο 3 του οποίου αντικατεστάθη η παρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 και ορίσθη ότι: "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:
α) έως ένα έτος, εφ' όσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ. β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α\ υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ.
δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ". Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 25 παρ. 2 του ν. 1882/1990, όπως κατ' άνω αντικατεστάθη με το άρθρο 23 ν. 2523/1977, όπως επίσης ίσχυε κατά τον χρόνο καταβολής των ως κατωτέρω χρεών, στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων (πλην ιδιωτών), οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου:
α) Για ημεδαπές ανώνυμες εταιρίες, στους προέδρους των Δ.Σ., στους διευθύνοντες ή εντεταλμένους ή συμπράττοντες συμβούλους ή διοικητές ή γενικούς διευθυντές ή διευθυντές αυτών ή σε κάθε πρόσωπο εντεταλμένο είτε άμεσα από το νόμο είτε από ιδιωτική βούληση είτε από δικαστική απόφαση στη διοίκηση ή διαχείριση αυτών, σωρευτικά ή μη.
Αν ελλείπουν όλα τα παραπάνω πρόσωπα, οι ποινές επιβάλλονται κατά των μελών των διοικητικών συμβουλίων των εταιριών αυτών, εφόσον ασκούν πράγματι προσωρινά ή διαρκώς ένα από τα καθήκοντα που αναφέρονται πιο πάνω. β) Για εταιρίες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, στους ομόρρυθμους εταίρους και στους διαχειριστές τους.
Για περιορισμένης ευθύνης εταιρίες, στους διαχειριστές αυτών και όταν ελλείπουν, αδιάφορα από το λόγο ελλείψεώς τους ή όταν απουσιάζουν αυτοί από την έδρα της εταιρίας χωρίς να είναι γνωστό στη δημόσια οικονομική υπηρεσία ή στο τελωνείο όπου είναι βεβαιωμένα το χρέη πού ευρίσκονται, σε κάθε εταίρο, σωρευτικό ή μη.
γ) Για συνεταιρισμούς, στους προέδρους ή γραμματείς ή ταμίες ή διαχειριστές αυτών, σωρευτικά ή μη. δ) Για κοινοπραξίες, κοινωνίες, αστικές εταιρίες, που ασκούν επιχείρηση, στους εκπροσώπους τους και στα μέλη τους, σωρευτικά ή μη. Για συμμετοχικές ή αφανείς εταιρίες που ασκούν επιχείρηση στους εκπροσώπους τους.
ε) Για αλλοδαπές επιχειρήσεις γενικά και για κάθε είδους αλλοδαπούς οργανισμούς στους διευθυντές ή αντιπρόσωπους ή πράκτορες που έχουν στην Ελλάδα, σωρευτικά ή μη. στ) Για νομικά πρόσωπα, εκτός των παραπάνω περιπτώσεων, στους εκπρόσωπους αυτών". Κατά δε την διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 23 του ν. 2523/1997, για τα πρόσωπα, που αναφέρονται στην παρ. 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το δημόσιο και τρίτους, πλην ιδιωτών, που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητος ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιαδήποτε αιτία καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή.
Τέλος κατά την διάταξη του αυτού άρθρου 25 παρ. 6 του ν. 1882/1990 "Την ίδια ευθύνη με τους οφειλέτες έχουν και οι από οποιαδήποτε αιτία συνυπόχρεοι καταβολής και οι εγγυητές χρεών κατά το ανωτέρω. Κατά των εγγυητών και των συνυπόχρεων καταβολής χρεών προς το Δημόσιο λαμβάνονται όλα τα μέτρα που προβλέπονται από τη νομοθεσία που ισχύει κατά των πρωτοφειλετών, χωρίς να απαιτείται βεβαίωση του χρέους σε βάρος τους.".
Μετά ταύτα εξεδόθη ο ν.4321/21-3-2015 "Ρυθμίσεις για την επανεκκίνηση της οικονομίας, με το άρθρο 20 του οποίου η παραγρ. 1 του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 αντικατεστάθη ως εξής. "1. Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:
α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό "των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ". β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α, υπερβαίνει το ποσό "των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ".
Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των Ελεγκτικών Κέντρων ή του Τελωνείου προς τον Εισαγγελέα Πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό.".
Τέλος με το άρθρο 8 ν.4337/17-10-2015 προσετέθη νέο Κεφάλαιο Δέκατο του ν.4174/2013, με το άρθρο 71 παρ. 2 αυτού ορίσθη ότι "τα ποσά των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ και των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ, των περιπτώσεων α) και β), αντίστοιχα, της παραγράφου 1 του άρθρου 25 του νόμου 1882/1990 ("Ποινικό αδίκημα μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τρίτους"), όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει, αντικαθίστανται από τα ποσά των εκατό χιλιάδων (100.000) ευρώ και διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ, αντίστοιχα.".
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω προκύπτει, ότι μετά την τελευταία αυτή νομοθετική μεταβολή, η πράξη της μη καταβολής χρεών συνολικού ποσού έως 100.000 ευρώ και προς τρίτους (πλην ιδιωτών), που εισπράττονται από τις δημόσιες υπηρεσίες ή τα τελωνεία, η οποία έχει τελεσθεί έως την 17-10-2015 από τα προαναφερόμενα πρόσωπα ή για την οποίαν ευθύνονται αυτά, κατέστη ανέγκλητη (ΑΠ 392/2016).
Περαιτέρω, η απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠοινΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ' ΚΠοινΔ λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν αναφέρονται σ' αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν, κατά την ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων, από την ακροαματική διαδικασία, στα οποία στήριξε το δικαστήριο την κρίση του για την συνδρομή των αντικειμενικών ή υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, τα αποδεικτικά μέσα επί των οποίων θεμελιώνονται τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους το δικαστήριο υπήγαγε τα περιστατικά που αποδείχθηκαν στην ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Ως προς τα αποδεικτικά μέσα, που λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο για τη διαμόρφωση της κρίσης του, για την πληρότητα της αιτιολογίας αρκεί ο γενικός προσδιορισμός ως προς το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεση αυτών ή να διευκρινίζεται τι προκύπτει από το καθένα χωριστά ή από ποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο αποδείχτηκε η κάθε παραδοχή.
Ακόμη, δεν είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων και των μαρτυρικών καταθέσεων μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται ποιο βάρυνε περισσότερο για τον σχηματισμό της δικανικής κρίσης. Το δε γεγονός ότι στην απόφαση εξαίρονται ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα δεν σημαίνει ότι δεν έχουν ληφθεί υπόψη και δεν έχουν συνεκτιμηθεί τα υπόλοιπα, ούτε απαιτείται να αιτιολογείται γιατί δεν εξαίρονται και εκείνα.
Δεν αρκεί, όμως, να περιορίστηκε το δικαστήριο σε τυπική ρηματική αναφορά των αποδεικτικών μέσων ως προς το είδος τους ή σε επιλεκτική εκτίμηση και αξιολόγηση μερικών μόνο από αυτά, αλλά απαιτείται να συνάγεται με βεβαιότητα από την απόφαση ότι αυτό έλαβε πράγματι υπόψη του, συνεκτίμησε και αξιολόγησε το περιεχόμενο όλων των αποδεικτικών μέσων για τη διαμόρφωση της δικανικής πεποίθησης του.
Επίσης δεν αποτελούν λόγο αναίρεσης αιτιάσεις που ανάγονται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, όπως είναι η στάθμιση από το δικαστήριο της ουσίας της αποδεικτικής σημασίας και βαρύτητας συγκεκριμένων εγγράφων και μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αξιολογικής συσχέτισης και σύγκρισης των αποδεικτικών μέσων μεταξύ τους, η αμφισβήτηση ή η απόκρουση του αποδεικτικού πορίσματος, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο από τη λειτουργική συσχέτιση και συναξιολόγηση του περιεχομένου όλων των αποδεικτικών μέσων κλπ., αφού σ' αυτές τις περιπτώσεις, με επίφαση την έλλειψη αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου για την ουσία της υπόθεσης (ΑΠ 726/2015).
Περαιτέρω, κρίσιμα στοιχεία για τη θεμελίωση του ως άνω εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, που προβλέπεται από το άρθρο 25 παρ.1 ν. 1882/1990, όπως, κατά τα εκτεθέντα ήδη ισχύει, τα οποία πρέπει να προσδιορίζονται στην καταδικαστική απόφαση για να είναι αυτή ειδικά αιτιολογημένη είναι: 1) η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους, 2) το ύψος του χρέους, 3) ο ακριβής χρόνος που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος είτε ήταν πληρωτέο εφάπαξ είτε σε δόσεις 4) το συνολικό ποσό της καταβλητέας ληξιπρόθεσμης οφειλής από κεφάλαιο και λοιπές επιβαρύνσεις.
Όταν δε πρόκειται για χρέη προς Δημόσιο εταιρείας περιορισμένης ευθύνης, πρέπει να αναφέρεται, ότι το ποινικώς υπεύθυνο φυσικό πρόσωπο είχε, κατά το άρθρο 25 παρ. 2 εδ. β' του ν.1882/1990, όπως αντικατεστάθη με το άρθρο 23 ν.2523/1977 και ίσχυε κατά τον χρόνο καταβολής των χρεών της προκειμένης υποθέσεως, την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρείας όταν γεννήθηκαν ή ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της σχετικής ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά την διάρκεια που είχε την ιδιότητα αυτή, έστω και αν, κατά το χρόνο της βεβαιώσεως αυτών, δεν είχε πλέον την ιδιότητα αυτή (ΑΠ 509/2015, ΑΠ 1397/2012).
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λπ.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε χωριστά από καθένα από αυτά, αλλά πρέπει με βεβαιότητα να προκύπτει ότι έχουν ληφθεί υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα στο σύνολο τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά.
Εξ άλλου, η ανωτέρω αιτιολογία της αποφάσεως πρέπει να υπάρχει όχι μόνο ως προς την κατηγορία, αλλά πρέπει να εκτείνεται και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο του. Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι εκείνοι που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ.2 και 333 παρ.2 ΚΠοινΔ και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση του καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου της πράξεως ή την μείωση της ποινής.
Η απόρριψη ενός τέτοιου ισχυρισμού πρέπει να αιτιολογείται ιδιαιτέρως. Όταν, όμως ο αυτοτελής ισχυρισμός δεν προβάλλεται παραδεκτά, κατά τρόπο ορισμένο και πλήρη ή ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι στην πραγματικότητα αυτοτελής, κατά την έννοια που προαναφέρθηκε, αλλά αρνητικός της κατηγορίας, το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και μάλιστα ιδιαίτερα και αιτιολογημένα, αφού δεν υπάρχει υποχρέωση ιδιαίτερης απαντήσεως σε απαράδεκτο ισχυρισμό ή σε ισχυρισμό αρνητικό της κατηγορίας.
Τέλος κατά το όρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε' του ΚΠΔ, λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που δέχθηκε ότι προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στη διάταξη που εφάρμοσε.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως υπάρχει και όταν η διάταξη αυτή παραβιάζεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού με το σκεπτικό αυτής και ανάγεται στα στοιχεία και στην ταυτότητα του οικείου εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση (Ολ ΑΠ 3/08, ΑΠ 553/2015).
Στην προκειμένη περίπτωση, καθ' όσον αφορά το μέρος της προσβαλλομένης αποφάσεως, που, κατά τις οικείες παραδοχές της, αφορά την υπό του αναιρεσείοντος και υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "... μη καταβολή των λοιπών, εκτός εκείνων για τα οποία ανωτέρω εκτίθεται ότι αθωώθηκε αμετακλήτως, χρεών της εταιρείας αυτής προς το Δημόσιο, ήτοι των υπό στοιχεία του, ενσωματωμένου στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, πίνακος χρεών:
α) 4, ποσού 56.523,15 ευρώ, β) 5, ποσού 500.724,13 ευρώ, και γ) 6, ποσού 57.959,13 ευρώ, και συνολικού ποσού 615.206,41 ευρώ, που άπαντα, κατά της αυτές παραδοχές, αφορούν οριστική βεβαίωση προστίμου Κ.Β.Σ., βεβαιώθηκαν με την υπ' αριθμ. ../4-8-2006 βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Κορωπίου και ήταν καταβλητέα σε δέκα οκτώ (18) μηνιαίες δόσεις από 31-8-2006 έως 31-1-2008, το ως άνω δικαστήριο της ουσίας διέλαβε την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, που επιβάλλουν οι ανωτέρω διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠοινΔ, αφού εκθέτει σ' αυτήν, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση της πράξεως για την οποία καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 του ν.3220/2004 και το άρθρο 3 παρ.1 του ν.3943/2011, που εφάρμοσε, τις οποίες, ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με ελλιπείς ή ασαφείς ή αντιφατικές παραδοχές, παραβίασε.
Ειδικότερα, στο αιτιολογικό, συμπληρούμενο παραδεκτώς από το διατακτικό, όπως αμφότερα προαναφέρονται, εκτίθεται ότι η αρχή που προέβη στη βεβαίωση του χρέους ήταν η Δ.Ο.Υ Κορωπίου Αττικής, το ύψος των εν λόγω επί μέρους χρεών, συνολικού ύψους 615.206,41 ευρώ, ότι η τελευταία, εκ δέκα οκτώ μηναίων, δόση όλων αυτών των χρεών έπρεπε να καταβληθεί την 31-1-2008, μετά τετράμηνο από την οποίαν είναι και ο χρόνος τελέσεως κάθε μερικότερης πράξης του αδικήματος αυτού, δεδομένου ότι ο χρόνος τελέσεως αυτού (αδικήματος της μη καταβολής χρεών) είναι η παρέλευση τετραμήνου από το χρόνο καταβολής εκάστου χρέους, όταν αυτό είναι καταβλητέο εφ' άπαξ και από το χρόνο καταβολής και της τελευταίας δόσης, όταν αυτό είναι καταβλητέο σε δόσεις (ΑΠ 1136/2013), ότι τα χρέη αυτά είναι πρόστιμα Κ.Β.Σ., που βεβαιώθηκαν με την υπ' αριθμ. .../4-8-2006 βεβαίωση της Δ.Ο.Υ.
Κορωπίου και στην καταβολή τους υπεχρεούτο η εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία ..., ως και ότι ποινικώς υπεύθυνος για την καταβολή τους είναι ο αναιρεσείων ως όντας διαχειριστής της εταιρείας αυτής κατά τον χρόνο της βεβαιώσεως τους. Η αιτίαση, που προβάλει ο αναιρεσείων, ότι το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένως ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις του άρθρου 25 του ν.1882/1990 με το να δεχθεί ότι τέλεσε το εν λόγω αδίκημα, ως όντας κατά τον χρόνο τελέσεώς του διαχειριστής της προαναφερομένης εταιρείας, ενώ δεν ήταν ούτε κατά τον χρόνο αυτόν ούτε κατά τον χρόνο βεβαιώσεως των εν λόγω χρεών, διαχειριστής αυτής, και επομένως στοιχειοθετείται ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
Ε' του ΚΠΔ, είναι αβάσιμη, αφού, όπως προαναφέρεται, το δικαστήριο δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη περί την εκτίμηση των αποδείξεων κρίση του, ότι ο αναιρεσείων κατά τον χρόνο βεβαιώσεως των επιδίκων χρεών είχε την ιδιότητα του διαχειριστή της ανωτέρω οφειλέτιδας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης και επομένως ήταν ποινικώς υπεύθυνος για την καταβολή τους, ορθά επομένως ερμηνεύοντας και εφαρμόζοντας τις ανωτέρω διατάξεις του άρθρου 25 του ν.1882/1990, ως εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση.
Περαιτέρω, η αιτίαση, που επίσης προβάλλει ο αναιρεσείων, ότι το δικαστήριο της ουσίας με την αναιρεσιβαλλομένη απόφασή του, υπέπεσε στον αναιρετικό λόγο του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ΚΠΔ, απορρίπτοντας, χωρίς την, κατά τα εκτεθέντα, απαιτούμενη ειδική αιτιολογία, τον, κατά τον ίδιον (αναιρεσείοντα) όντα αυτοτελή, ισχυρισμό του ότι κατά την 31-5-2008 "χρόνο κατά τον οποίον θεμελιώνεται το ποινικό αδίκημα της καταβολής χρεών προς το Δημόσιο" δεν ήταν διαχειριστής της οφειλέτιδας ως άνω εταιρείας περιορισμένης ευθύνης (...), είναι αβάσιμη, γιατί ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι αυτοτελής, αλλά αρνητικός ως προς το στοιχείο της αποδιδομένης σ' αυτόν αξιοποίνου πράξεως και δεν είχε υποχρέωση το δικαστήριο της ουσίας να απαντήσει ειδικά, αν και διέλαβε περί αυτού αιτιολογία στο σκεπτικό της αποφάσεως και δη, όπως προαναφέρεται, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς εκτίμηση των ενώπιον του αποδείξεων με την παραδοχή ότι "ο ισχυρισμός του ότι είχε τυπικά και όχι ουσιαστικά τη διαχείριση της εταιρίας δεν αποδείχτηκε από κανένα στοιχείο και πρέπει να απορριφθεί".
Επίσης, ουδεμία αντίφαση δημιουργείται από το ότι στο μεν σκεπτικό της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως, αναφέρεται ως αριθμ. ειδ. Βιβλίου του συνημμένου σ' αυτήν (αναιρεσιβαλλομένη) πίνακα χρεών, ο αριθμός ... ενώ στο διατακτικό αναφέρεται ο αριθμός ..., τον οποίον, όπως προκύπτει από την επισκόπησή του και πράγματι φέρει αυτός, αφού ρητώς εκτίθεται στο σκεπτικό αυτής, επί λέξει, ότι ο πίνακας αυτός αφορά τα χρέη "όπως ακριβώς αναφέρονται στον ενσωματωμένο σε αντίγραφο στο διατακτικό πίνακα χρεών της παραπάνω Δ.Ο.Υ", ο δε ενσωματωμένος στο διατακτικό της προς τούτο επισκοπουμένης αποφάσεως φέρει τον ως άνω αριθμό ..., ο οποίος περιέχει τόσον τα χρέη ως προς τα οποία αθωώθηκε ο αναιρεσείων, όσον και τα λοιπά ως άνω αναφερόμενα, για τα οποία και κατεδικάσθη, προκύπτοντος επομένως ότι η διάφορη αναφορά των αριθμών οφείλεται σε πρόδηλη παραδρομή και εσφαλμένη εκ τούτου παράθεση στο σκεπτικό του αληθούς αριθμού του εν λόγω πίνακα.
Ως εκ τούτου, η περί του αντιθέτου αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη. Ωσαύτως ουδεμία αντίφαση δημιουργείται από την αναφορά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, επί λέξει, ότι: "ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 1.583.134,39 που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο", με τις παραδοχές τόσον στο σκεπτικό όσον και στο διατακτικό της, ότι ο κατηγορούμενος τέλεσε την εν λόγω αποδιδόμενη σ' αυτόν αξιόποινη πράξη υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της οφειλέτιδας ως άνω εταιρείας περιορισμένης ευθύνης "...", η δε πρώτη (αναφορά στο διατακτικό της προσβαλλομένης αποφάσεως, επί λέξει, ότι "ηθελημένα δεν κατέβαλε ποσό ευρώ 1.583.134,39 που αφορά βεβαιωμένα χρέη αυτού προς το Δημόσιο") προδήλως έχει την έννοια ότι στην καταβολή των εν λόγω χρεών υπεχρεούτο ο ίδιος υπό την ως άνω ιδιότητά του.
Επομένως, η περί του αντιθέτου σχετική αιτίαση του αναιρεσείοντος είναι αβάσιμη.
Επειδή, κατ' ακολουθίαν όλων των προαναφερθέντων πρέπει, αφού αναιρείται εν μέρει η προσβαλλομένη απόφαση και ακυρώνεται αυτή κατά το μέρος της που αφορά την κήρυξη ενόχου και την καταδίκη του αναιρεσείοντος κατηγορουμένου για την μη καταβολή υπ' αυτού και υπό την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης "..." των ως άνω χρεών αυτής προς το Δημόσιο, συνολικού ποσού 967.927,61 ευρώ, για το οποίο κηρύχθηκε αθώος με την υπ' αριθμ. 7226/2014 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, πρέπει να αναιρεθεί και κατά την διάταξή της περί της επιβληθείσης ενιαίως στον κατηγορούμενο ποινής και να παραπεμφθεί, σύμφωνα με το άρθρο 519 του ΚΠοινΔ, η υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, μόνον για τον καθορισμό νέας ποινής, καθ' όσον αφορά το μέρος της με το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο αναιρεσείων.
Κατά τα λοιπά δε, και δη καθ' όσον αφορά την κήρυξη ενόχου του αναιρεσείοντος για τα λοιπά ως άνω χρέη, ήτοι για τα εκτιθέμενα στο πίνακα χρεών του διατακτικού της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως με αριθμούς: α) 4, ποσού 56.523,15 ευρώ, β) 5, ποσού 500.724,13 ευρώ, και γ) 6, ποσού 57.959,13 ευρώ, και συνολικού ποσού 615.206,41 ευρώ, που άπαντα, κατά της αυτές παραδοχές, αφορούν οριστική βεβαίωση προστίμου Κ.Β.Σ., βεβαιώθηκαν με την υπ' αριθμ. .../4-8-2006 βεβαίωση της Δ.Ο.Υ.
Κορωπίου και ήταν καταβλητέα σε δέκα οκτώ (18) μηνιαίες δόσεις από 31-8-2006 έως 31-1-2008, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει την υπ' αριθμ. 1570/2015 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών: 1) αναφορικά με την καταδίκη του αναιρεσείοντος Ν. Ζ. του Α., κατοίκου ..., για την αξιόποινη πράξη του ότι: στην … στις 31-5-2008, με την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." δεν κατέβαλε βεβαιωθέντα χρέη της εταιρείας προς το Δημόσιο, που εμφαίνονται στον υπ' αριθμ. ...
πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ. Κορωπίου και δη τα εξής: α) με αριθμό (1), που αφορά περάτωση ΦΠΑ, συνολικού ποσού μετά των τόκων και σχετικών προσαυξήσεων 355.151,04 ευρώ, το οποίο ήταν καταβλητέο σε 19 μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από 31.1.2006 μέχρι 29.6.2007, β) με αριθμό (2), που αφορά εισόδημα, περάτωση Ν. 3259/2004, συνολικού ποσού μετά των τόκων και προσαυξήσεων, 425.425,46 ευρώ, το οποίο επίσης ήταν καταβλητέο σε 19 μηνιαίες δόσεις, όπως και το προηγούμενο και γ) με αριθμό (3) που αφορά πρόστιμο Κ.Β.Σ., οριστική βεβαίωση, συνολικού ποσού μετά των τόκων και προσαυξήσεων 187.351,01 ευρώ, που ήταν καταβλητέο σε 18 μηνιαίες δόσεις, αρχής γενομένης από 28.2.2006 μέχρι 31.7.2007, για τα οποία (χρέη αυτά με αριθμούς 1, 2 και 3 των ως άνω πινάκων χρεών), είχαν εκδοθεί αντίστοιχα, οι υπ' αριθμ. 7743/16.12.2005, 7745/16.12.2005 και 111/10.1.2006 πράξεις ταμειακής βεβαίωσης του Προϊσταμένου της αρμόδιας Δ.ΟΥ.
Κορωπίου. Και 2) αναφορικά με την διάταξή της περί της ποινής, που επεβλήθη στον αναιρεσείοντα για την ανωτέρω πράξη.- Ακυρώνει την προσβαλλόμενη απόφαση κατά το ανωτέρω μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως, για νέα επιμέτρηση της ποινής ως προς το ανωτέρω έγκλημα του ότι: στην … στις 31-5-2008, με την ιδιότητα του διαχειριστή της εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "..." δεν κατέβαλε βεβαιωθέντα χρέη της εταιρείας προς το Δημόσιο, που εμφαίνονται στον υπ' αριθμ. ... πίνακα χρεών της Δ.Ο.Υ. Κορωπίου και δη τα εξής: α) υπ' αριθμ. 4, ποσού 56.523,15 ευρώ, β) υπ' αριθμ. 5, ποσού 500.724,13 ευρώ, και γ) υπ' αριθμ. 6, ποσού 57.959,13 ευρώ, και συνολικού ποσού 615.206,41 ευρώ, που αφορούν οριστική βεβαίωση προστίμου Κ.Β.Σ., βεβαιώθηκαν με την υπ' αριθμ. .../4-8-2006 βεβαίωση της Δ.Ο.Υ. Κορωπίου και ήταν καταβλητέα σε δέκα οκτώ (18) μηνιαίες δόσεις από 31-8- 2006 έως 31-1-2008.-
Απορρίπτει κατά λοιπά την 30-11-2015 αίτηση (δήλωση) αναιρέσεως του Ν. Ζ. του Α., κατοίκου ... , που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου την 30-11-2015, για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1570/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.-
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 14 Απριλίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2016.
H ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ