Supreme Court dismisses appeal for lack of facts and inadmissible grounds regarding employment contract duration. The court rejects the appeal for lack of facts and inadmissible grounds regarding employment contract duration. The court rejects the appeal for lack of facts and inadmissible grounds regarding employment contract duration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding employment contract duration. The appellants argued for indefinite contracts based on Article 11 of Law 164/2004, but the Court found the appeal lacked specific factual comparisons between the parties' roles and duties. Consequently, the Court ruled that the appeal was inadmissible due to the absence of concrete facts and the irrelevance of the cited legal errors.
Legislator headnote
AI generatedArt. 11 of Law 164/2004; Art. 559(19) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the challenged decision was rejected as legally unfounded due to lack of facts, and the appeal grounds do not address the substantive merits or refer to errors in a decision that already dismissed the claim for lack of facts.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 866 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 866/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Γιαννούλη Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χριστόφορο Κοσμίδη, Δημήτριο Κόμη, Απόστολο Παπαγεωργίου και Παναγιώτη Κατσιρούμπα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 11η Νοεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1. Α. Δ. του Α., έως και 54. Π.-Γ. Π., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Φωτεινή Δερμιτζάκη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: νπιδ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ-ΔΗΜΗΤΡΑ (ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ)", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διάδοχου του Εθνικού Ιδρύματος Αγροτικής Έρευνας (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.) σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 66 Ν. 4002/2011 και την ΚΥΑ 188763/10-10-2011 (ΦΕΚ Β' 2284/13-10-2011) το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Παναγιώτα Σφουντούρη και δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-6-2008 αγωγή των αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3047/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου, 3273/2012 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 19-4-2013 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κατσιρούμπας διάβασε την από 31-10-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η από 19-4-2013 αίτηση των αναιρεσειόντων κατά του νπιδ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ-ΔΗΜΗΤΡΑ (ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ)" ως καθολικού διάδοχου του νπιδ με την επωνυμία "Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.)" περί αναιρέσεως της υπ' αριθμ. 3273/2012 αποφάσεως Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσίβλητου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με το π.δ. 164/2004, που άρχισε να ισχύει από την δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, στις 19.7.2004, και αφορά τους εργαζόμενους με συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου ή συμβάσεις έργου στον δημόσιο τομέα, στον οποίο ανήκει και το νπιδ με την επωνυμία " Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας (ΕΘΙΑΓΕ)" (ΑΠ 373/2013), του οποίου καθολικός διάδοχος κατέστη το αναιρεσίβλητο νπιδ με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ - ΔΗΜΗΤΡΑ (ΕΛΓΟ- ΔΗΜΗΤΡΑ)", σύμφωνα με το άρθρο 66 του ν. 4002/2011 και την ΚΥΑ 188763/10.10.2011 (ΦΕΚ Β' 2284/13.10.2011), εξειδικεύθηκαν οι συνθήκες, υπό τις οποίες οι συμβάσεις ή σχέσεις αυτές εργασίας ορισμένου χρόνου ή έργου θεωρούνται διαδοχικές και χαρακτηρίζονται ως συμβάσεις ή σχέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, προς επίτευξη του στόχου της Οδηγίας 1999/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999 (η οποία δημοσιεύθηκε στις 10.7.1999 στην Εφημερίδα των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων και ισχύει από 10.7.1999).
Στόχος της εν λόγω οδηγίας είναι η αποτροπή της καταχρήσεως συνάψεως διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου. Με το άρθρο 5 του παραπάνω π.δ. 164/2004 απαγορεύθηκε κατ' αρχήν η κατάρτιση διαδοχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, η οποία επιτρέπεται κατ' εξαίρεση στις αναφερόμενες εκεί περιπτώσεις και υπό τις στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις.
Όμως, ενόψει του ότι οι παραπάνω διατάξεις του π.δ. 164/2004 άρχισαν να ισχύουν, όπως προαναφέρθηκε, από τις 19.7.2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις, που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από 10.7.2002, που έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στην ως άνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή.
Προστέθηκαν, λοιπόν, στο εν λόγω π.δ., ως μεταβατικές, οι διατάξεις του άρθρου 11, που ορίζουν, ότι διαδοχικές συμβάσεις κατά την παράγραφο 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη της ισχύος του και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν οι αναφερόμενες στο άρθρο αυτό προϋποθέσεις, για τη διαπίστωση της συνδρομής των οποίων, ο εργαζόμενος υποβάλλει? εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος π.δ., αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών.
Αρμόδιο δε όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία.
Οι ως άνω κρίσεις των αρμοδίων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σ' αυτό των σχετικών κρίσεων. Επακολούθησε ο Ν. 3320/2005, στο άρθρο 1 του οποίου ορίζεται ότι: "Το προσωπικό με σύμβαση ή σχέση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου ή σύμβαση έργου ή άλλη σχέση του Δημοσίου, των Ν.Π.Δ.Δ.
και των Ο.Τ.Α. πρώτου και δεύτερου βαθμού, του οποίου οι συμβάσεις συνιστούν συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, κατατάσσεται σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, ειδικότητας αντίστοιχης ή παρεμφερούς προς την ειδικότητα της σύμβασής του (παρ.1).
Με κοινή απόφαση των Υπουργών Εσωτερικών, Δημόσιας Διοίκησης και Αποκέντρωσης, Οικονομίας και Οικονομικών και του οικείου κατά περίπτωση Υπουργού, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, συνιστώνται οργανικές θέσεις προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, προκειμένου να καλυφθούν, όπου απαιτείται, οι διαπιστωθείσες πάγιες και διαρκείς ανάγκες, κατ' εφαρμογή του π.δ. 164/2004 (παρ. 2).
Η κατάταξη του προσωπικού γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, η οποία δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (παρ. 3). Οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους. Ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου των κατατασσομένων λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου (παρ. 4).
Για τους κατατασσόμενους ισχύει ο χρονικός περιορισμός της παρ. 2 του άρθρου 70 του Ν. 2683/1999 "Κύρωση του Κώδικα Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων Ν.Π.Δ.Δ. και άλλες διατάξεις" για τη μετάταξη σε ανώτερη βαθμίδα, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 12 του Ν. 3230/2004 (ΦΕΚ 44 Α').
Ως ημερομηνία πρόσληψης, νοείται η ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης (παρ. 5)". Στην ένδικη, από 9.6.2008 αγωγή τους οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες ισχυρίσθηκαν ότι προσελήφθησαν από το ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "Εθνικό Ίδρυμα Αγροτικής Έρευνας (ΕΘ.Ι.ΑΓ.Ε.)", του οποίου καθολικός διάδοχος κατέστη το αναιρεσίβλητο ν.π.ι.δ.
με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΚΟΣ ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ-ΔΗΜΗΤΡΑ (ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ)" σύμφωνα με το άρθρο 66 του ν. 4002/2011 και την ΚΥΑ 188763/ 10.10.2011 (ΦΕΚ Β'2284/13.10.2011) και απασχολήθηκαν με διαδοχικές συμβάσεις μισθώσεως έργου με τις εξής ειδικότητες: Η 1η από 2.5.2001 Διοικητικού-Οικονομικού ΔΕ, η 2η από 1.1.2000 ΔΕ Διοικητικού, η 3η από 2.7.2001 Προσωπικού Υποστήριξης-Προσωπικού Καθαριότητας ΥΕ, η 4η από 1.2.2000 ΔΕ Διοικητικού, η 5η από 7.6.1995 Γεωπόνου, η 6η από 24.9.2001 Τεχνολόγου Γεωπονίας Ζωικής Παραγωγής ΤΕ, η 7η από 13.10.1999 Καθαρίστριας ΥΕ, η 8η από 20.11.1994 Καθαρίστριας ΥΕ, ο 9ος από 1.6.1996 Οδηγού ΔΕ, ο 10ος από 20.5.2002 Πληροφορικής ΠΕ, ο 11ος από 3.12.1998 Διοικητικού ΔΕ, η 12η από 1.1.2001 Καθαρίστριας ΥΕ, ο 13ος από 1.1.2001 Οικονομικού ΔΕ, η 14η από 1.1.2002 Διοικητικού-Λογιστικού ΔΕ, η 15η από 1.4.2002 Γεωπόνου ΠΕ, ο 16ος από 22.11.1999 Τεχνικού Δικτύων Η/Υ ΠΕ, η 17η από 17.6.1995 διοικητικού ΔΕ, η 18η από 22.6.1998 Χειρίστριας Η/Υ, ο 19ος από 6.6.1997 Τεχνολόγου Γεωπονίας ΤΕ, η 20η από 1.1.1997 Διοικητικού ΔΕ, η 21η από 19.11.1996 Διοικητικού ΔΕ, η 22η από 1.2.2002 ΔΕ, η 23η από 1.1.2002 ΔΕ Διοικητικού, 24η από 15.6.2000 Διοικητικού ΔΕ, η 25η από 13.4.1998 Διοικητικού ΔΕ, η 26η από 19.8.2002 Διοικητικού ΔΕ, ο 27ος από 10.5.2000 Οικονομολόγου ΠΕ, ο 28ος από 1.2.2002 ΔΕ Οικονομικού, η 29η από 30.10.2000 Διοικητικού ΔΕ, η 30η από 10.6.2002 Διοικητικού- Οικονομικού ΠΕ, η 31η από 1.10.2002 Οικονομικού ΔΕ, η 32η από 21.10.2002 Χειρίστριας Η/Υ, η 33η από 1.11.2000 Διοικητικού ΔΕ, η 34η από 25.11.1998 Διοικητικού ΔΕ, 35η από 11.9.2000 Διοικητικού ΠΕ, η 36η από 14.12.2000 Γεωπόνου ΠΕ, η 37η από 10.10.1995 Οικονομικού ΔΕ, η 38η από 14.10.1999 Διοικητικού ΔΕ, η 39η από 1.7.2002 Διοικητικού ΔΕ, η 40η από 2.11.1998 Διοικητικού-Λογιστικού ΔΕ, η 41η από 1.1.2002 Διοικητικού ΔΕ, η 42η από 1.10.1999 Χειρίστριας Η/Υ ΔΕ, ο 43ος από 18.9.2002 ΠΕ Μαθηματικού, η 44η από 13.2.1995 Διοικητικού (Στ.
Συνετ/κών Οργανώσεων) ΤΕ, η 45η από 4-3-2000 Χειρίστριας Η/Υ-Δακτυλογράφου ΔΕ, η 46η από 1.2.2002 Διοικητικού ΔΕ, ο 47ος από 14.2.2001 Διοικητικού ΔΕ, η 48η από 1.12.1999 Διοικητικού ΔΕ, ο 49ος από 1.1.2002 Οδηγού ΥΕ, η 50η από 11.6.2001 Οικονομικού ΔΕ, η 51η από 2.12.2002 Διοικητικού ΔΕ, η 52η από 1.1.1997 Διοικητικού ΤΕ, η 53η από 1.1.2002 Διοικητικού ΔΕ και η 54η από 1.1.2000 ΔΕ Σχεδιάστριας.
Ότι το ΑΣΕΠ έκρινε πως καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες των υπηρεσιών του εναγομένου και πληρούν τις προϋποθέσεις υπαγωγής τους στις διατάξεις του άρθρου 11 του ΠΔ 164/2004 και ότι, με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου του εναγομένου, κατετάγησαν όλοι στις 12.4.2006 σε υφιστάμενες κενές οργανικές θέσεις ιδιωτικού δικαίου με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου της ειδικότητας ενός εκάστου.
Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησαν, κατόπιν παραδεκτού περιορισμού του αιτήματος της αγωγής με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, από καταψηφιστικό σε αναγνωριστικό και περιορισμού του αιτήματος των 11ου, 16ου, 17ης, 36ης, 46ης και 54ης εξ αυτών, να αναγνωρισθεί ότι το εναγόμενο υποχρεούται να καταβάλει στον καθένα από τους ενάγοντες τα ποσά, που αντιστοιχούν σε διαφορές των αποδοχών που έλαβαν, ως αντάλλαγμα των συμβάσεων έργου με βάση τις οποίες απασχολήθηκαν μέχρι 12.4.2006, από τις αποδοχές των εργαζομένων στο εναγόμενο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου με τις αντίστοιχες των εναγόντων ειδικότητες του χρονικού διαστήματος από το 2000 έως τον Απρίλιο 2006, και ειδικότερα:
στην 1η 15.111,54 ευρώ, στην 2η 49.178,36 ευρώ, στην 3η 10.101,45 ευρώ, στην 4η 30.086,89 ευρώ, στην 5η 20.577,07 ευρώ, στην 6η 20.881,67 ευρώ, στην 7η 14.225,22 ευρώ, στην 8η 16.221,95 ευρώ, στον 9ο 16.178,41 ευρώ, στον 10ο 15.859,92 ευρώ, στον 11ο 15.687,79 ευρώ, στην 12η 9.393,22 ευρώ, στον 13ο 13.988,38 ευρώ, στην 14η 17.564,79 ευρώ, στην 15η 16.508,92 ευρώ, στον 16ο 47.517,39 ευρώ, στην 17η 16.305,51 ευρώ, στην 18η 23.138,56 ευρώ, στον 19ο 33.254,82 ευρώ, στην 20η 37.824,60 ευρώ, στην 21η 14.162,49 ευρώ, στην 22η 26.247,64 ευρώ, στην 23η 18.053,57 ευρώ, στην 24η 39.311,48 ευρώ, στην 25η 57.056,03 ευρώ, στην 26η 29.954,36 ευρώ, στον 27η 50.123,48 ευρώ, στην 28η 26.354,36 ευρώ, στην 29η 23.321,24 ευρώ, στην 30η 42.217,94 ευρώ, στην 31η 23.336,31 ευρώ, στην 32η 9.506,78 ευρώ, στην 33η 12.735,94 ευρώ, στην 34η 30.393,55 ευρώ, στην 35η 10.624,58 ευρώ, στην 36η 18.640,13 ευρώ, στην 37η 12.976,92 ευρώ, στην 38η 21.261,94 ευρώ, στην 39η 30.093,92 ευρώ, στην 40η 22.043,01 ευρώ, στην 41η 31.846,11 ευρώ, στην 42η 15.501,12 ευρώ, στην 43η 25.493,64 ευρώ, στην 44η 51.383,53 ευρώ, στην 45η 18.508,96 ευρώ, στην 46η 24.165,89 ευρώ, στον 47ο 17.966,47 ευρώ, στην 48η 40.336,83 ευρώ, στην 49η 9.489,87 ευρώ, στην 50η 15.859,92 ευρώ, στην 51η 15.380,14 ευρώ, στην 52η 46.995,57 ευρώ, στην 53η13.970,96 ευρώ και στην 54η 27.844,23 ευρώ, όπως έκαστο επιμέρους αιτούμενο από κάθε ενάγοντα κονδύλιο αναλύεται και εξειδικευόταν στην αγωγή και διευκρινίσθηκε ως προς τους 24η, 34η και 38η των εναγόντων με δήλωση της πληρεξούσιας δικηγόρου τους, νομίμως καταχωρηθείσα στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, με το νόμιμο τόκο από τότε που έγινε απαιτητό.
Το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του έκρινε ότι η αγωγή με το προαναφερόμενο ιστορικό και αίτημα είναι μη νόμιμη, διότι κατά τα εκτιθέμενα σε αυτή, η κατάταξη καθενός των εναγόντων σε οργανική θέση με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου έγινε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 11 του πδ 164/2004, στις 12.4.2006, από την επομένη της οποίας θεωρείται ότι γίνεται η πρόσληψή τους, ως προσωπικού με συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου, οπότε και κατά ρητή διάταξη του νόμου (παρ. 4 άρθρου 1 Ν. 3320/2005) δικαιούνται τις αποδοχές της θέσεως που έκαστος κατέλαβε με την κατάταξή του, ενώ για το προηγούμενο της ως άνω ημερομηνίας κατάταξής τους χρονικό διάστημα, δικαιούνται μόνον τις συμφωνημένες με τις διαδοχικές συμβάσεις έργου αποδοχές, τις οποίες και έλαβαν, όπως στην αγωγή τους εκθέτουν και με βάση την αιτιολογία αυτή απέρριψε την έφεση των αναιρεσειόντων κατά της 3047/2009 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε επίσης κρίνει μη νόμιμη την αγωγή.
Την κρίση αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προσβάλλουν οι αναιρεσείοντες με τον τρίτο, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγο αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου και συγκεκριμένα των προαναφερόμενων διατάξεων των άρθρων 11 του π.δ. 164/2004 και 1 παρ. 4 εδ. α' του ν. 3320/2005. Ο Άρειος Πάγος με προηγούμενες αποφάσεις του (τις υπ’ αριθμ. 2203/2014 και 277/2015 του Β1' Πολιτικού Τμήματος), ερμηνεύοντας τις διατάξεις των άρθρων 11 του π.δ. 164/2004 και 1 παρ. 4 του ν. 3320/2005 δέχθηκε ότι από αυτές συνάγεται, ότι ως προς τους κατατασσομένους στο δημόσιο κ.λ.π.
σε θέσεις εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθ. 11 ΠΔ 164/2004, σύμφωνα με τη ρητή ρύθμιση του άρθ.1 παρ. 4 εδ.β' ν.3320/2005 (που επαναλαμβάνεται και στο άρθ.15 παρ.1 ν. 3205/2003, ειδικά ως προς την κατάταξη και εξέλιξή τους στα αντίστοιχα μισθολογικά κλιμάκια) ο χρόνος των συμβάσεων έργου αυτών λογίζεται για όλες τις συνέπειες ότι έχει διανυθεί με σχέση (και όχι μόνο με σύμβαση) εργασίας ιδιωτικού δικαίου, επομένως, δικαιούνται αυτοί και για τον πριν την κατάταξή τους χρόνο τις αντίστοιχες αποδοχές, όπως αυτές καθορίζονται εκάστοτε με τις σχετικές διατάξεις για το μισθολόγιο του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, λαμβανομένου υπόψη ότι στο προσωπικό που απασχολείται στο Δημόσιο κλπ.
με σύμβαση ή και απλή σχέση εργασίας, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, επεκτάθηκαν οι κρίσιμες και ουσιώδεις διατάξεις, που ορίζουν τη σύνθεση και το ύψος των βασικών αποδοχών, τα διάφορα επιδόματα κλπ., τόσο του ν. 2470/1997 "Αναμόρφωση του μισθολογίου προσωπικού της Δημόσιας Διοίκησης και άλλες συναφείς διατάξεις" (με την ΚΥΑ 2026439/3480/0022/1997, ΦΕΚ Β' 462, που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθ.24 του νόμου αυτού), όσο και του ν.3205/2003 "Μισθολογικές ρυθμίσεις λειτουργών και υπαλλήλων του Δημοσίου, ΝΠΔΔ και ΟΤΑ, μονίμων στελεχών των Ενόπλων Δυνάμεων και αντιστοίχων της Ελληνικής Αστυνομίας, του Πυροσβεστικού και Λιμενικού Σώματος και άλλες διατάξεις" (με την ΚΥΑ οικ.2/7093/0022/2014, ΦΕΚ Β' 215, εκδοθείσα κατ' εξουσιοδότηση του άρθ.21 ως άνω νόμου).
Αντίθετη ερμηνεία δεν μπορεί να συναχθεί από τη διάταξη του εδ. α' της παρ. 4 του ως άνω άρθ. 1 του ν. 3320/2005 που ορίζει ότι "οι κατατασσόμενοι λαμβάνουν τις αποδοχές της θέσης τους από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξής τους", καθόσον η ρύθμιση αυτή αναφέρεται στη γένεση της αξίωσης των κατατασσομένων ως άνω για την απόληψη των αντιστοίχων αποδοχών, λόγω ακριβώς της κατάταξής τους και ένεκα αυτής για το μετέπειτα χρονικό διάστημα, πρόκειται δηλ.
για άλλη αξίωση θεμελιούμενη σε διαφορετική νομική βάση. Την άποψη αυτή, όμως, δεν θεωρεί ορθή το Τμήμα τούτο, διότι, από τις προαναφερόμενες διατάξεις (άρθρου 11 του π.δ. 164/2004 και 1παρ. 4 εδ. α'και β' του ν. 3320/2005) προκύπτει ότι για τους απασχοληθέντες σε νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα, με διαδοχικές συμβάσεις μίσθωσης έργου, οι οποίες αναγνωρίσθηκαν ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, με τη διαδικασία που προβλέπεται στο ως άνω π.δ. 164/2004 και καταταγέντες σε οργανικές θέσεις, ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου λογίζεται για όλες τις άλλες συνέπειες (επιδόματα εορτών, άδειας, χρόνου υπηρεσίας για κατάταξη στα οικεία μισθολογικά κλιμάκια κ.λ.π.), εκτός από τη λήψη των αποδοχών της θέσεως στην οποία εντάχθηκαν, ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου.
Τις αποδοχές της θέσης στην οποία εντάχθηκαν δικαιούνται οι εργαζόμενοι αυτοί από την ημερομηνία έκδοσης της πράξης κατάταξης. Αν ο νομοθέτης ήθελε και ως προς τις αποδοχές να λογίζεται ο χρόνος των συμβάσεων μίσθωσης έργου ότι έχει διανυθεί με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, δεν θα περιελάμβανε στην ως άνω ρύθμιση του άρθρου 1 του ν. 3320/2005 το πρώτο εδάφιο της παραγράφου 4, αφού η θέλησή του αυτή θα υλοποιείτο με μόνο το δεύτερο εδάφιο της ίδιας παραγράφου 4 του ως άνω άρθρου.
Σύμφωνη με την άποψη του παρόντος Τμήματος, φαίνεται να είναι και η υπ' αριθ. 365/2013 απόφαση του Β1 Τμήματος του Αρείου Πάγου, η οποία μάλιστα έκρινε ότι η εφαρμογή του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. α' του ν. 3320/2005, εφαρμόζεται αναλογικά και στις περιπτώσεις που η ένταξη του εργαζομένου έγινε όχι κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 164/2004, αλλά κατ' εφαρμογή του άρθρου 8 του ν. 2112/1920.
Σύμφωνα με όλα όσα προαναφέρθηκαν δημιουργείται ζήτημα, σχετικά με την αληθή έννοια των διατάξεων του άρθρου 1 παρ. 4 εδ. α' και β' του ν. 3320/2005, σε συνδυασμό με το άρθρο 11 του π.δ. 164/2004, το οποίο (ζήτημα) είναι εξαιρετικής σημασίας, διότι αφορά όχι μόνο την κρινόμενη υπόθεση, αλλά μεγάλο αριθμό εργαζομένων. Ενόψει, λοιπόν του ότι πρόκειται για ζήτημα εξαιρετικής σημασίας, αλλά και για την ενότητα της νομολογίας, πρέπει, με ομόφωνη απόφαση του παρόντος Τμήματος, ο τρίτος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να παραπεμφθεί στην Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 563 παρ. 2 περ.
β’ ΚΠολΔ και 23 παρ. 1 και 2 εδ. γ’ περ. β’ του κυρωθέντος με το Ν. 1756/1988 "Κώδικα Οργανισμού Δικαστηρίων και Κατάστασης Δικαστικών Λειτουργών". Με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια και συγκεκριμένα ότι κατά παραβίαση της ουσιαστικού δικαίου ρήτρας 4 της συμφωνίας πλαισίου για την εργασία ορισμένου χρόνου που προσαρτήθηκε στην οδηγία 1999/70/ΕΚ, η οποία μεταφέρθηκε στην ελληνική έννομη τάξη με το άρθρο 4 του, εφαρμοζόμενου στο δημόσιο τομέα, π.δ. 164/2004, απαγορεύει δε τη διάκριση των εργαζομένων ορισμένου χρόνου σε σχέση με τους αντίστοιχους εργαζόμενους αορίστου χρόνου, απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως αόριστος αφού δεν αναφέρονται πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στην αγωγή, η οποία απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, σχετικά με την απασχόληση τόσο των ίδιων των αναιρεσειόντων, απασχολουμένων με συμβάσεις που χαρακτηρίζονταν συμβάσεις ορισμένου έργου, όσο και των απασχολουμένων στο αναιρεσίβλητο με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ώστε να μπορεί με σύγκριση των δραστηριοτήτων και καθηκόντων των δύο πλευρών να ερευνηθεί αν υπήρξε παραβίαση της εν λόγω αρχής ή όχι, έλλειψη που δεν καλύπτεται με την αόριστη αναφορά στο αναιρετήριο ότι οι αναιρεσείοντες ενάγοντες, εργάζονταν υπό τις ίδιες ακριβώς συνθήκες και παρείχαν ίσης αξίας εργασία με τους εργαζόμενους με την αντίστοιχη για τον καθένα από αυτούς ειδικότητα με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και ότι κάλυπταν όλοι πάγιες και διαρκείς ανάγκες του εναγομένου αναιρεσιβλήτου.
Ως αβάσιμος, περαιτέρω είναι απορριπτέος ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη η από τον ίδιο αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της παραβιάσεως των διατάξεων των άρθρων 8 του ν. 2112/2020, 281 και 671 του ΑΚ, 31 παρ. 6 του ν. 3147/2003, του ν. 2190/1994, 25 παρ. 1 και 3, 103 παρ. 7 και 8 και 118 παρ. 6 του Σ, με τη μη εφαρμογή τους, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή το αίτημά της στηρίζεται στο γεγονός ότι οι ενάγοντες εντάχθηκαν σε θέσεις μονίμου προσωπικού του ΕΘΙΑΓΕ με σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, κατ' εφαρμογή του άρθρου 11 του π.δ. 164/2014 και όχι των διατάξεων αυτών.
Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και γι' αυτό προϋποθέτει κρίση επί της ουσίας του δικαστηρίου, δεν ιδρύεται δε όταν η έλλειψη ή ανεπάρκεια ή αντίφαση των αιτιολογιών αναφέρεται στη σκέψη της απόφασης με την οποία η αγωγή κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, όπως στην προκείμενη περίπτωση συνέβη (ολΑΠ 3/1997, ΑΠ 303/2013).
Επομένως ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση του Εφετείου Αθηνών η από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια των ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών είναι απαράδεκτος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους της από 19.4.2013 αιτήσεως των Δ. Α. κ.λ.π., κατά του ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΛΓΟ-ΔΗΜΗΤΡΑ", για αναίρεση της υπ’ αριθ. 3273/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ στη Πλήρη Ολομέλεια του Αρείου Πάγου τον αναφερόμενο στο σκεπτικό τρίτο λόγο (από τον αριθμό 1 του άρθρου 550 ΚΠολΔ) της ως άνω αιτήσεως αναιρέσεως.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Μαΐου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2015.
O ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ