Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for absent defendants and substantive grounds for evidence sufficiency.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's decision regarding a property dispute. The appellant argued that the lower court failed to consider specific witness testimony and that the defendants were absent without valid notice. The court ruled that the procedural requirements for the appeal hearing were met because the appellant expedited the process and served the defendants, and that the lower court had properly evaluated all evidence, including the witness testimony, in its original judgment.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 paragraphs 1-2 of the Code of Civil Procedure; Article 559 paragraph 11, item gamma of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the appellant fails to appear despite proper service, and an appeal regarding the evaluation of evidence is unfounded if the lower court's decision explicitly states it considered all submitted evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 866 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 866/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 26 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Μ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Γεωργία Κοκκίνη-Ευθυμιοπούλου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Δ. χας Χ. Μ., το γένος Α. Α., 2. Ε. Μ. του Χ., 3. Α. Μ. του Χ. και 4. Γ. Μ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ ΠΡΟΣ:
Ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Κ. Δ. ΚΑΙ ΣΙΑ ΟΕ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-11-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1997/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 2402/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 10-7-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 18-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 του ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως, δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, ο Άρειος Πάγος ερευνά, αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προβαίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις με αριθμό 9414Β', 9413Β', 9412Β'/21-4-2010 και 9297Β'/29-3-2010 εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης ..., ακριβές αντίγραφο της από 10-7-2009 αιτήσεως, με την επ' αυτής πράξη ορισμού δικασίμου για την εκδίκαση της αναιρέσεως και κλήση προς παράσταση στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο της 26-1-2011, επιδόθηκε, αντίστοιχα, νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια του αναιρεσείοντος, που επισπεύδει τη συζήτηση, και στους τέσσερις αναιρεσίβλητους, πλην όμως οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά τη συζήτηση της κρινόμενης αίτησης στην ως άνω δικάσιμο, ούτε υπέβαλαν την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ έγγραφη δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο.
Επομένως, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες. Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 574 ΑΚ, που ορίζει, ότι με τη σύμβαση της μίσθωσης πράγματος ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η σύμβαση και ο μισθωτής να καταβάλει το συμφωνημένο μίσθωμα, σαφώς προκύπτει ότι η εκμίσθωση αλλότριου πράγματος, κινητού ή ακινήτου είναι καθ' όλα έγκυρη, διότι η μίσθωση είναι ενοχική σχέση και δεν ασκεί επιρροή στην ισχύ και λειτουργία της σύμβασης αυτής η κυριότητα ή οποιοδήποτε άλλο εμπράγματο δικαίωμα επί του μισθίου, ανεξαρτήτως αν αυτό είναι κινητό ή ακίνητο.
Η σχετικότητα της μισθωτικής σχέσης έχει ως αποτέλεσμα να ανήκουν τα δικαιώματα και οι υποχρεώσεις από αυτή μόνο στα συμβαλλόμενα μέρη, δηλαδή στον εκμισθωτή και στο μισθωτή, οι οποίοι και νομιμοποιούνται αντιστοίχως στις σχετικές (μισθωτικές) δίκες. Από αυτά έπεται, ότι ο εκμισθωτής, καίτοι δεν είναι κύριος του μισθίου, έχει το δικαίωμα (μόνο αυτός) να αξιώσει το μίσθωμα ή να ασκήσει τις συναφείς αγωγές απόδοσης του μισθίου και ότι ο κύριος (πλήρης ή ψιλός) ή ο επικαρπωτής του μισθίου δεν δικαιούνται (αν δεν είναι και εκμισθωτές) να ασκήσουν οιαδήποτε αγωγή από τη μίσθωση για καταβολή μισθωμάτων ή απόδοση του μισθίου, ακόμη κι αν έληξε η μίσθωση, αλλά μόνο τις αγωγές από την κυριότητα ή νομή.
Τα παραπάνω ισχύουν και στην επαγγελματική μίσθωση με μόνες τις αναφερόμενες στο άρθρο 14 του π.δ. 34/1995 (αρθρ. 7 παρ. 2 ν. 813/1978) παρεκκλίσεις, κατά τις οποίες, επί εκμίσθωσης αλλότριου ακινήτου η μίσθωση δεσμεύει τον κύριο ή νομέα του μισθίου, εφόσον ο μεν μισθωτής είναι καλής πίστης (δηλαδή αγνοεί τα δικαιώματα τρίτων στο μίσθιο), ο δε κύριος δεν διαμαρτυρήθηκε εγγράφως στο μισθωτή μέσα σε τρεις μήνες, αφότου έλαβε γνώση της εκμίσθωσης.
Η κατά τη διάταξη αυτή "δέσμευση" του κυρίου δεν σημαίνει την υπεισέλευσή του στη μίσθωση, αλλά ότι δεν μπορεί αυτός να λάβει κατά τη διάρκεια της μίσθωσης μέτρα που εμποδίζουν τη χρήση του μίσθιου από το μισθωτή. Περαιτέρω, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.
Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.
Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Δυνάμει του άρθρου 1 του Ν.Δ. 1189/1972, των 948/1949 και 1311/1954 αποφάσεων της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Θεσσαλονίκης, της 28/1973 αποφάσεως του Τοπικού Συνεργείου του Συνοικισμού ... Θεσσαλονίκης και των στοιχείων της οριστικής διανομής έτους 1952 του ως άνω Συνοικισμού, όπως αυτή αναμορφώθηκε κατά τα έτη 1969 - 1970, η οποία κυρώθηκε με την 98638/1971 απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, που δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ 447/14-6-1971, περιήλθε στην κυριότητα της Ε.
χήρας Α. Μ. και των τέκνων της Γ., Ι. και Χ. Μ., κατ' ισομοιρία και εξ αδιαιρέτου στον καθένα, το με αριθμό 532 οικόπεδο, εμβαδού 530 τ.μ., που βρίσκεται στον ως άνω Συνοικισμό και στο με αριθμό 79 Οικοδομικό Τετράγωνο και το οποίο έχει προσόψεις στην πλατεία ... και στην οδό ..., για το οποίο και εκδόθηκε στο όνομα αυτών ο 3412/10-8-1973 τίτλος κυριότητας της Διευθύνσεως Γεωργίας της Νομαρχίας Θεσσαλονίκης, που μεταγράφηκε νόμιμα.
Επί του οικοπέδου αυτού η Ε. χήρα Α. Μ. ανήγειρε κατά το έτος 1954 μία ισόγεια οικία, εμβαδού 60 τ.μ. περίπου, στην οποία έκτοτε διέμενε με τα τρία τέκνα της. Στην ίδια οικία διέμενε μαζί τους και ο Α. Μ., γαμβρός του Α. Μ., συζύγου της Ε. Μ. και πατέρα των Γ., Ι. και Χ. Μ., ο οποίος και συνέβαλε οικονομικά στην ανέγερση της οικίας.
Οι Γ. και Χ. Μ., μετά τη δημιουργία των δικών τους οικογενειών, αποχώρησαν από την εν λόγω οικία και εγκαταστάθηκαν στη Θεσσαλονίκη, όπου ο μεν πρώτος ασκούσε το επάγγελμα του λογιστή, διατηρώντας δικό του λογιστικό γραφείο, ο δε δεύτερος υπηρετούσε ως καθηγητής δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης, ενώ ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων Ι.
Μ. εξακολούθησε να διαμένει στην οικία αυτή μαζί με τη μητέρα του και μετά το γάμο του και μαζί με την οικογένειά του. Κατά το έτος 1964, προς κάλυψη των στεγαστικών αναγκών του τελευταίου (Ι. Μ.), οι συγκύριοι του ως άνω οικοπέδου συμφώνησαν να επεκτείνουν την ισόγεια οικία που υπήρχε σ' αυτό. Η επέκταση αυτή έγινε με δαπάνες του προαναφερομένου συγγενούς τους Α.
Μ., ο οποίος διέθεσε για το σκοπό αυτό όλο το χρηματικό ποσό που εισέπραξε ως τίμημα από την πώληση ενός ακινήτου του με το .../1962 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Σωτηρίου Παπαδήμα. Επίσης, κατά το έτος 1972, οι συγκύριοι του ως άνω οικοπέδου συμφώνησαν να ανεγείρουν επ' αυτού ένα ισόγειο κατάστημα.
Κατόπιν αυτού, η Ε. Μ. ζήτησε και έλαβε από το Πολεοδομικό Γραφείο Θεσσαλονίκης την .../10-7-1972 άδεια ανεγέρσεως ισογείου καταστήματος και νομιμοποιήσεως υπάρχουσας αποθήκης. Με βάση την άδεια αυτή ανεγέρθηκε, κατά το έτος 1972, στο οικόπεδο, με δαπάνες όλων των συγκυρίων, ένα ισόγειο κατάστημα, εμβαδού 87,60 τ.μ.
Το κατάστημα αυτό ο αναιρεσείων με το από 15-4-1978 ιδιωτικό συμφωνητικό, εκμίσθωσε για μία τριετία, στον Κ. Δ. προκειμένου να το χρησιμοποιήσει ως καφετέρια. Μετά τη λήξη του συμβατικού χρόνου της μισθώσεως, μεταξύ του εκμισθωτή και του μισθωτή συνήφθη, με το από 4-5-1981 ιδιωτικό συμφωνητικό, νέα σύμβαση μισθώσεως διάρκειας ενός έτους.
Μετά την πάροδο και του χρόνου αυτού, η μίσθωση ανανεώθηκε σιωπηρά για αόριστο χρόνο. Τα μισθώματα που εισέπραττε ο αναιρεσείων τα διέθετε, κατόπιν συμφωνίας του με τους συγκυρίους αδελφούς του, για τη συντήρηση της μητέρας τους, η οποία δεν είχε άλλα εισοδήματα και τη φροντίδα της οποίας είχε αναλάβει αυτός.
Στις 26-11-1990 απεβίωσε η Ε. χήρα Α. Μ. χωρίς να αφήσει διαθήκη και το ιδανικό της μερίδιο (1/4 εξ αδιαιρέτου) στο ως άνω ακίνητο (οικόπεδο με τα επ' αυτού κτίσματα), περιήλθε κατ' ισομοιρία στα τέκνα της Γ., Ι. και Χ. Μ. ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους της. Ο πρώτος απ' αυτούς Γ. Μ. (τέταρτος ενάγων και ήδη τέταρτος αναιρεσίβλητος) αποδέχθηκε την κληρονομιά της μητέρας του με την .../1-7-2005 δήλωση αποδοχής κληρονομιάς, που έγινε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ισμήνης Μιχελάκη και μεταγράφηκε νόμιμα, και έτσι το ποσοστό συγκυριότητάς του στο ως άνω ακίνητο ανήλθε σε 8/24 εξ αδιαιρέτου.
Στις 14-1-2005 απεβίωσε και ο Χ. Μ. χωρίς να αφήσει διαθήκη και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Δ. Μ. (πρώτη ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη) κατά ποσοστό 1/4 ή 2/8 εξ αδιαιρέτου και από τα τέκνα του Ε. Μ. και Α. Μ., δεύτερη και τρίτο των αναιρεσιβλήτων κατά ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου από τον καθένα, ως μοναδικούς εξ αδιαθέτου κληρονόμους του.
Αυτοί με την .../1-7-2005 δήλωσή τους αποδοχής κληρονομιάς, που έγινε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ισμήνης Μιχελάκη και μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκαν αφενός την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά του συζύγου και πατέρα τους Χ. Μ. και αφετέρου για λογαριασμό του τελευταίου την επαχθείσα σ' αυτόν κληρονομιά της μητέρας του Ε.
Μ. και έτσι έγιναν συγκύριοι του ως άνω ακινήτου κατά ποσοστό 2/24 εξ αδιαιρέτου η πρώτη και κατά ποσοστό 3/24 εξ αδιαιτέρου ο καθένας από τους λοιπούς κληρονόμους του. Ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων κατά την πρωτόδικη δίκη ισχυρίσθηκε με τις προτάσεις του, ότι στις 10-8-1973, οι λοιποί συγκύριοι του ως άνω ακινήτου, ήτοι η μητέρα του Ε.
Μ. και οι αδελφοί του Γ. και Χ. Μ., του παραχώρησαν άτυπα, χωρίς αντάλλαγμα, τα ιδανικά τους μερίδια στο ακίνητο αυτό, τα οποία έκτοτε νέμεται με διάνοια κυρίου και έτσι έγινε κύριος αυτών με έκτακτη χρησικτησία, άλλως η αξίωση των εναγόντων προς διεκδίκηση των μεριδίων τους στο εν λόγω ακίνητο έχει υποκύψει στην εικοσαετή παραγραφή του άρθρου 249 Α.Κ.
Όμως, ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος αποτελεί ένσταση ιδίας κυριότητας, άλλως παραγραφής, δεν αποδείχθηκε βάσιμος. Η κατάθεση του μάρτυρα του πρώτου εναγομένου Π. Χ. αναφορικά με το θέμα αυτό δεν κρίνεται πειστική, καθόσον αυτός δεν έχει άμεση αντίληψη του γεγονότος που καταθέτει, αλλά το πληροφορήθηκε, όπως ο ίδιος αναφέρει, από τον ίδιο τον αναιρεσείοντα, εκτός δε τούτου αυτή (κατάθεση του) δεν ενισχύεται από κανένα άλλο αποδεικτικό στοιχείο.
Αντίθετα, από το γεγονός ότι α) ο αναιρεσείων στη δήλωση φόρου κληρονομιάς, που υπέβαλε από κοινού με τους συγκληρονόμους αδελφούς του κατά το έτος 1992 στη Δ.Ο.Υ. ... Θεσσαλονίκης, περιέλαβε στην κληρονομιά που κατέλειπε η μητέρα του, πλην των άλλων ακινήτων, και το ιδανικό μερίδιο αυτής (1/4 εξ αδιαιρέτου) στο ως άνω ακίνητο, το οποίο (μερίδιο) ασφαλώς δεν θα περιλάμβανε στη δήλωση αυτή, αν του είχε παραχωρηθεί άτυπα από τη μητέρα του κατά το έτος 1973, όπως ισχυρίζεται, β) στη δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9) που υπέβαλε το έτος 1997 στην ως άνω Δ.Ο.Υ., εμφανίζεται ως συγκύριος της οικίας που υπάρχει στο πιο πάνω οικόπεδο κατά ποσοστό 33,333% εξ αδιαιρέτου και όχι ως αποκλειστικός κύριος αυτής και γ) στη δήλωση στοιχείων ακινήτων (Ε9) που υπέβαλε το έτος 2005 στην ίδια Δ.Ο.Υ., εμφανίζεται ως συγκύριος όλων των κτισμάτων που υπάρχουν επάνω στο ως άνω οικόπεδο (οικία, κατάστημα, αποθήκη) κατά ποσοστό 33,333% εξ αδιαιρέτου και όχι ως αποκλειστικός κύριος αυτών, συνάγεται το αβάσιμο του ως άνω ισχυρισμού του.
Η κρίση δε αυτή του Δικαστηρίου δεν αναιρείται από το γεγονός ότι ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων στη δήλωση στοιχείων ακινήτων που υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. ... Θεσσαλονίκης το έτος 1997 και η οποία συντάχθηκε από τον τέταρτο ενάγοντα και ήδη τέταρτο αναιρεσίβλητο Γ. Μ., ο οποίος, όπως προαναφέρθηκε, ασκούσε το επάγγελμα του λογιστή, εμφανίζεται ως αποκλειστικός κύριος του καταστήματος που υπάρχει επάνω στο ως άνω οικόπεδο, αφού στην ίδια δήλωση εμφανίζεται ως συγκύριος της οικίας που υπάρχει στο ίδιο οικόπεδο, κατά ποσοστό 33,333%, τούτο δε προδήλως έγινε διότι ολόκληρο το μίσθωμα του καταστήματος και μετά το θάνατο της μητέρας του, το εισέπραττε αυτός και συνεπώς αν εμφανιζόταν ως συγκύριος και του καταστήματος κατά ποσοστό 33,333% εξ αδιαιρέτου, τότε θα έπρεπε και οι συγκύριοι αδελφοί του να περιλάβουν στις δηλώσεις φορολογίας εισοδήματός τους το μέρος του μισθώματος που αναλογούσε στα μερίδιά τους επί του καταστήματος, έστω και αν δεν το εισέπρατταν, και έτσι να φορολογηθούν για εισόδημα που δεν είχαν εισπράξει.
Για τον τελευταίο αυτό λόγο δεν αναιρείται η κρίση του Δικαστηρίου και από το γεγονός ότι στην από 3-5-2004 αναλυτική κατάσταση μισθωμάτων (Ε2) έτους 2003, που συντάχθηκε για λογαριασμό του αναιρεσείοντος από τον Α. Μ. του Γ., οικονομολόγο-φοροτεχνικό, γυιό του τετάρτου αναιρεσιβλήτου, εμφανίζεται αυτός (αναιρεσείων) ως αποκλειστικός κύριος του ως άνω καταστήματος.
Ούτε, επίσης, αναιρείται η κρίση αυτή του Δικαστηρίου από το γεγονός ότι ο αναιρεσείων συνέχισε και μετά το θάνατο της μητέρας του να εισπράττει για τον εαυτό του ολόκληρο το μίσθωμα του καταστήματος, χωρίς την εναντίωση των συγκυρίων αδελφών του, ενόψει της ηθικής υποχρεώσεως των τελευταίων προς αυτόν για τις φροντίδες που προσέφερε στη μητέρα τους και της αναγνωρίσεως εκ μέρους του της συγκυριότητάς τους επί του επιδίκου ακινήτου με τις ως άνω δηλώσεις που υπέβαλε στη Δ.Ο.Υ. ...
Θεσσαλονίκης.
Συνεπώς, ο πρώτος εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων κατείχε μεν από το έτος 1973 μέχρι την άσκηση της ένδικης αγωγής και τα ανήκοντα στους συγκυρίους αδελφούς του μερίδια του επιδίκου ακινήτου, πλην όμως θεωρείται ότι κατείχε αυτά επ' ονόματί τους και όχι για λογαριασμό του. Αυτός για πρώτη φορά εξεδήλωσε πρόθεση αντιποιήσεως της νομής των μεριδίων των εναγόντων στο επίδικο στις 28-11-2005, οπότε τους επέδωσε την από 21-11-2005 εξώδικη δήλωσή του, με την οποία προέβαλε δικαίωμα κυριότητας σε όλο το ακίνητο.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο δέχτηκε, ότι ο αναιρεσείων είναι συγκύριος του επίδικου ακινήτου μόνο κατά ποσοστό 8/24 εξ αδιαιρέτου, κατά τα υπόλοιπα δε αναφερόμενα ποσοστά είναι συγκύριοι οι αναιρεσίβλητοι, και κατόπιν τούτου, αφού απέρριψε τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, μεταξύ των οποίων την ένστασή του ιδίας κυριότητας, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, δέχτηκε την έφεση των αναιρεσιβλήτων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε μεν και αυτή δεχτεί την αγωγή ως προς τον αναιρεσείοντα, αλλά είχε απορρίψει αυτήν - αγωγή - ως προς την δεύτερη εναγόμενη ομόρρυθμη εταιρεία (μη διάδικο στην παρούσα δίκη) και δέχτηκε την ένδικη διεκδικητική αγωγή των αναιρεσιβλήτων και ως προς την εταιρεία αυτή.
Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 574 επ., 1094 και 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο.
Ειδικότερα, δέχτηκε, ότι ο αναιρεσείων ήταν συγκύριος του επίδικου ακινήτου μόνο κατά ποσοστό 8/24 εξ αδιαιρέτου, κατά τα υπόλοιπα δε ποσοστά ήταν συγκύριοι οι αναιρεσίβλητοι και δη κατά ποσοστό 2/24 η πρώτη, 3/24 η δεύτερη, 3/24 ο τρίτος και 8/24 ο τέταρτος εξ αδιαρέτου, ότι το έτος 1972 στο αναφερόμενο οικόπεδο ανεγέρθηκε κατάστημα εμβαδού 87,60 τ.μ.
με δαπάνες όλων των συγκυρίων, ότι μετά τη μίσθωση του καταστήματος από τον αναιρεσείοντα, ο τελευταίος τα μισθώματα που εισέπραττε τα διέθετε, κατόπιν συμφωνίας με τους συγκυρίους αδελφούς του, για τη συντήρηση της μητέρας τους, ότι η επέκταση της ισόγειας οικίας έγινε με δαπάνες του αναφερόμενου Α. Μ.
και η ανακαίνιση της παλαιάς οικίας κατά τα έτη 1994-2000 έγινε μεν από τον αναιρεσείοντα, πλην όμως με χρήματα που εισέπραξε για τα μισθώματα και, συνεπώς, αυτά ανήκαν σε όλους τους συγκυρίους, και ότι ουδόλως αποδείχθηκε, ότι οι λοιποί συγκύριοι του επιδίκου παραχώρησαν άτυπα τα μερίδιά τους στο ακίνητο στον αναιρεσείοντα και ότι αυτός το νεμόταν έκτοτε με διάνοια κυρίου και έγινε κύριος και των μεριδίων αυτών με έκτακτη χρησικτησία.
Επομένως, ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος, κατά το πρώτο και δεύτερο μέρος του, λόγος αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 10 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη.
Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης ο αναιρετικός αυτός λόγος ιδρύεται, όταν το δικαστήριο δέχεται πράγματα, δηλαδή αυτοτελείς ισχυρισμούς, οι οποίοι τείνουν σε θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση, χωρίς να έχει προσαχθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα άντλησε την απόδειξη γι' αυτά.
Στην κρινόμενη υπόθεση, με τον πρώτο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο η πλημμέλεια, ότι δέχθηκε, χωρίς απόδειξη, ότι ο αναιρεσείων ήταν συγκύριος του επίδικου ακινήτου μόνο κατά ποσοστό 8/24 εξ αδιαιρέτου, κατά δε τα υπόλοιπα ποσοστά ήταν συγκύριοι οι αναιρεσίβλητοι και ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι λοιποί συγκύριοι του επιδίκου παραχώρησαν άτυπα τα μερίδιά τους στο ακίνητο στον αναιρεσείοντα και ότι αυτός το νεμόταν έκτοτε με διάνοια κυρίου και έγινε κύριος και των μεριδίων αυτών με έκτακτη χρησικτησία.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, εκτιμώντας όλα τα προσαχθέντα με επίκληση αποδεικτικά μέσα (μάρτυρες, έγγραφα). Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος. Επειδή, λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 11 περίπτ. γ' του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ότι "ο αναιρεσείων ήταν συγκύριος του επίδικου ακινήτου μόνο κατά ποσοστό 8/24 εξ αδιαιρέτου, κατά τα υπόλοιπα δε ποσοστά ήταν συγκύριοι οι αναιρεσίβλητοι και ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι οι λοιποί συγκύριοι του επιδίκου παραχώρησαν άτυπα τα μερίδιά τους στο ακίνητο στον αναιρεσείοντα και ότι αυτός το νεμόταν έκτοτε με διάνοια κυρίου και έγινε κύριος και των μεριδίων αυτών με έκτακτη χρησικτησία", δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και την ένορκη κατάθεση του με επιμέλεια του αναιρεσείοντος εξετασθέντος στο πρωτοβάθμιο ακροατήριο μάρτυρα Π.
Χ., που περιέχεται στα πρακτικά της πρωτοβάθμιας δίκης, τα οποία επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων, ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις του της συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη του ισχυρισμού του, ότι ήταν αποκλειστικά κύριος του όλου ακινήτου. Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων που εξετάσθηκαν ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι οποίες είναι καταχωρημένες στα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση πρακτικά συνεδριάσεως αυτού, που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, και τις οποίες το δικαστήριο εκτιμά καθαυτές και σε συνδυασμό μεταξύ τους κατά το λόγο της γνώσεως και το μέτρο της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα και από τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι", και την ειδική μνεία στο σκεπτικό της κατάθεσης του άνω μάρτυρα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και την ένορκη κατάθεση του ως άνω μάρτυρα.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-7-2009 αίτηση του Ι. Μ. για αναίρεση της 2402/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 5 Απριλίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στην Αθήνα την 1η Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ