Legislator Case Law & Legislation
866/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding expert report timing and document review.

Case Number 866/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellants' request to overturn the Athens Court of Appeal's decision in a property dispute. The court found that the expert report was submitted within the legally required timeframe and that the lower court had properly considered all submitted documents, including specific building permits. Consequently, the appeal was declared inadmissible and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 52(1)(st), 139(1), 370, 376, 377, 383, 388 of the Code of Civil Procedure; Articles 110(1) and 111(1) of the Code of Civil Procedure: An allegation of expert bias does not constitute a ground for annulment if the expert's opinion is freely evaluated by the court, and the court's consideration of the expert report after the deadline does not violate the principles of equality or written pre-trial proceedings.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure expert report admissibility procedural deadline violation annulment grounds written pre-trial proceedings equality of parties legal costs award

Cited Legislation

AI generated
Article 52(1)(st) of the Code of Civil Procedure
Article 139(1) of the Code of Civil Procedure
Article 370 of the Code of Civil Procedure
Article 376 of the Code of Civil Procedure
Article 377 of the Code of Civil Procedure
Article 383 of the Code of Civil Procedure
Article 388 of the Code of Civil Procedure
Article 110(1) of the Code of Civil Procedure
Article 111(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14)(c) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 866 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)vΑριθμός 866/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Βασίλειο Νικόπουλο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 1 Μαρτίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1)Σ. συζύγου Δ. Κ., το γένος Σ. Σ. και 2)Δ. Κ., κατοίκων…, που εκπροσωπήθηκαν από τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Παναγιώτη Τσιακιρίδη και Δημήτριο Τσοβόλα.

Του αναιρεσιβλήτου: Σ. Σ., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο, διότι όπως δήλωσε ο πληρεξούσιος δικηγόρος του Χ. Π., απεβίωσε την 27-3-2005, όπως προκύπτει από την 86/28-3-2005 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιάρχου του Δήμου Μυτιλήνης του Νομού Λέσβου και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την σύζυγο του Α. Σ. και τα δύο τέκνα του Σ. Σ. του Σ. και 'Ο.-Γ. Σ. του Σ.., οι οποίοι δήλωσαν ότι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπούνται από αυτόν τον ίδιο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-5-1988 αγωγή των αρχικώς εναγόντων Σ. Σ., Σ. Σ. και Χ. συζύγου Σ.Σ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκε η 7508/1988 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου. Κατά της αποφάσεως αυτής ασκήθηκαν α) η από 17-1-1989 έφεση από τον ήδη 2ο αναιρεσείοντα και β)η από 10-4-1989 κυρία παρέμβαση από την ήδη 1η αναιρεσείουσα και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν 8313/1989 μη οριστική και 4197/2004 αποφάσεις του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-11-2004 αίτησή τους και τους 18-1-2006 προσθέτους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Βασίλειος Νικόπουλος ανέγνωσε την από 15-2-2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως και των προσθέτων λόγων αυτής.

Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή των, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 52 παρ. 1 εδ. στ', 139 παρ. 1, 370, 376, 377, 383 και 388 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η υπόνοια μεροληψίας του ορισθέντος πραγματογνώμονος υπέρ κάποιου από τους διαδίκους, ακόμη και όταν στηρίζεται σε συμπαιγνία εκείνου με αυτόν τον διάδικο, δεν συνιστά λόγο ακυρότητας της πραγματογνωμοσύνης, η οποία σε κάθε περίπτωση εκτιμάται ελευθέρως από το δικαστήριο, αλλά μπορεί να στηρίξει αίτηση του έχοντος τέτοια υπόνοια διαδίκου για εξαίρεση του πραγματογνώμονα, ή αντικατάσταση αυτού, η οποία αίτηση πρέπει να υποβληθεί μέχρι την περάτωση της πραγματογνωμοσύνης, ενώ μετά το πέρας αυτής μόνο αίτηση για νέα πραγματογνωμοσύνη μπορεί να υποβληθεί παραδεκτώς, η οποία σε κάθε περίπτωση επαφίεται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο γι' αυτό δεν υποχρεώνεται να διατάξει απόδειξη για την συνδρομή ή μη λόγου για διεξαγωγή νέας πραγματογνωμοσύνης.

Εξάλλου ο από το άρθρο 559 αριθ. 10 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., προβλεπόμενος λόγος αναιρέσεως για λήψη υπόψη από το δικαστήριο πραγμάτων, για τα οποία δεν διατάχθηκε απόδειξη, ιδρύεται μόνο στις περιπτώσεις που το δικαστήριο έχει υποχρέωση από το νόμο να διατάξει αποδείξεις, την οποία όμως υποχρέωση δεν έχει στις περιπτώσεις που το θέμα ανάγεται από το νόμο στην κυριαρχική κρίση του.

Κατ' ακολουθίαν ο πρώτος λόγος αναιρέσεως και ο μοναδικός πρόσθετος με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από την διάταξη αυτή πλημμέλεια της απόρριψης από το Εφετείο αίτησης των αναιρεσειόντων για αντικατάσταση του από εκείνο ορισθέντος πραγματογνώμονα, γιατί αυτός ενήργησε κατά την σύνταξη της εκθέσεώς του εκ δόλου κατά συμπαιγνία με τον αντίδικό τους (ειδικώτερα με τον ενάγοντα Σ.

Σ.) προσδίδοντας σ' αυτήν περιεχόμενο ψευδές και μεροληπτικό υπέρ αυτού, η οποία (αίτηση) υποβληθείσα μετά το πέρας της διαταχθείσης πραγματογνωμοσύνης, εκτιμάται ως τέτοια προς διεξαγωγή νέας πραγματογνωμοσύνης από άλλο πραγματογνώμονα, αφού δέχθηκε ότι κάτι τέτοιο δεν αποδείχθηκε, χωρίς να διατάξει γι' αυτό απόδειξη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν είχε, κατά τα ανωτέρω δεκτά γινόμενα, υποχρεούται να διατάξει αποδείξεις για το αίτημα διεξαγωγής νέας πραγματογνωμοσύνης, αφού αυτό επαφίεται στην κυριαρχική του κρίση.

ΕΠΕΙΔΗ, στις διατάξεις των παραγράφων 1,2 και 3 του άρθρου 1 του Ν. 960/1979 ορίζονται τα εξής: "1.Διά την ανέγερσιν παντός κτιρίου επιβάλλεται η εκπλήρωσις των κατά τας διατάξεις του παρόντος υποχρεώσεων προς δημιουργίαν χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων. 2. Αι κατά την προηγουμένην παράγραφον υποχρεώσεις του κυρίου ή των συγκυρίων του κτιρίου δύνανται να εκπληρώνονται εν όλω ή εν μέρει :

α) διά δημιουργίας των εστεγασμένων ή μη χώρων των απαιτουμένων θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων επί του αυτού γηπέδου εφ ου το κτίριον, β) διά δημιουργίας των ως άνω χώρων εις έτερον κατάλληλον ακίνητον μη απέχον του εξυπηρετουμένου κτιρίου πλέον των χιλίων πεντακοσίων (1.500)μ., εκτός αν άλλως ορίζεται υπό των κατά τας παρ. 1 και 2 του επομένου άρθρου, Π.

Δ/των ή των κατά την παρ. 4 του αυτού άρθρ. αποφάσεων, γ) Διά καταβολής χρηματικής εισφοράς αναλόγως των απαιτουμένων διά το εξυπηρετούμενον κτίριον θέσεων σταθμεύσεως αυτοκινήτων. Η εισφορά αυτή καταβάλλεται ως συμμετοχή δια την κατασκευήν δημοσίας χρήσεως χώρων σταθμεύσεως αυτοκινήτων κατά τα ειδικότερον εις το άρθρον 6 οριζόμενα.

Η εκπλήρωσις των υποχρεώσεων τούτων αποτελεί προϋπόθεσιν δια την έκδοσιν της αδείας οικοδομής. 3. Εις τας περιπτώσεις α και β' της προηγουμένης παραγράφου οι χώροι σταθμεύσεως αυτοκινήτων ανήκουν κατά κυριότητα εις τον κύριον ή τους συγκύριους του εξυπηρετουμένου κτιρίου ή εκάστης επ' αυτού διηρημένης ιδιοκτησίας και δεν δύνανται να είναι ιδιαιτέρως αντικείμενον κυριότητος ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, εφ'όσον χρόνον υφίσταται το εξυπηρετούμενον κτίριον.

Κατ'εξαίρεσιν επιτρέπεται η αυτοτελής μεταβίβασις της κυριότητος ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος επί του τοιούτου χώρου σταθμεύσεως αυτοκινήτων εάν υπερ του δια του χώρου τούτου εξυπηρετουμένου κτιρίου, ή διηρημένης ιδιοκτησίας, εξασφαλίζεται συμφώνως προς τα ειδικωτέρας προϋποθέσεις ετέρος εν λειτουργία τοιούτος χώρος πληρών τα απαιτήσεις του παρόντος νόμου".

Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι προϋπόθεση για την έκδοση άδειας προς ανοικοδόμηση ακινήτου υπό την ισχύ του ως άνω νόμου είναι η από τους ανοικοδομούντες κυρίους του ακινήτου δημιουργία χώρων στάθμευσης αυτοκινήτων κατά έναν από τους αναγραφόμενους περιοριστικώς σ' αυτόν νόμο τρόπους και, στην περίπτωση που επιλεγεί από εκείνους ως τέτοιος τρόπος ο πρώτος ή ο δεύτερος από τους πιο πάνω αναφερομένους, τότε οι χώροι σταθμεύσεως αυτοκινήτων ανήκουν κατά κυριότητα στον κύριο ή τους συγκυρίους του εξυπηρετούμενου από αυτούς κτιρίου και δεν μπορεί να είναι ιδιαιτέρως αντικείμενο κυριότητας ή άλλου εμπραγμάτου δικαιώματος, εφόσον εξακολουθεί να υφίσταται το εξυπηρετούμενο ακίνητο.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση κατ' ορθή εκτίμηση του περιεχομένου της, το Εφετείο δέχθηκε τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά επί της ενστάσεως των αναιρεσειόντων κατά την οποία το επίδικο κατάστημα δεν υλοποιήθηκε ως αυτοτελής χώρος της συσταθείσας επί του όλου ακινήτου οριζόντιας ιδιοκτησίας από τον αρχικό δεύτερο ενάγοντα και συνεπώς δεν περιήλθε σ'αυτόν, διότι έπρεπε να προβλεφθεί χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων και γι'αυτό τροποποιήθηκαν τα αρχικά σχέδια κατ' εφαρμογή των Ν. 960/79 και 1221/1981 με αποτέλεσμα η άδεια ανοικοδομήσεως να μη προβλέπει δύο καταστήματα, αλλά ένα μετά από την ενοποίηση του προηγούμενου χώρου καθώς και δύο χώρους στάθμευσης, ο ένας από τους οποίους είναι το επίδικο, το οποίο ως τέτοιος (δηλαδή χώρος στάθμευσης αυτοκινήτου) παραδόθηκε στην πρώτη αναιρεσείουσα θυγατέρα του δεύτερου αρχικού ενάγοντος το έτος 1982 τον οποίο εκείνη κατέχει έκτοτε:

Για το οικόπεδο ιδιοκτησίας του αρχικού δεύτερου ενάγοντος Σ. Σ., συστήθηκε από αυτόν, με την μεταγραμμένη ... συμβολαιογραφική πράξη, συνοδευόμενη από σχετικά αρχιτεκτονικά σχέδια, οριζόντια επί του οικοπέδου ιδιοκτησία που θα περιλάμβανε, πλην άλλων, το κατάστημα Κ1 του ισογείου με ορισμένο ιδανικό ποσοστό συνιδιοκτησίας στα κοινότητα και κοινόχρηστα μέρη του ακινήτου, το οποίο (Κ1) αποτελεί το επίδικο πράγμα.

Ακολούθως εκδόθηκε η υπ' αριθ. 3066/1981 οικοδομική άδεια από την αρμόδια υπηρεσία υπό τον τίτλο "νέα οικοδομή με ισόγειο κατάστημα και ένα όροφο", στο όνομα του ίδιου και του εναγομένου Δ. Κ. και ήδη δεύτερου αναιρεσείοντος. Στην προβλεπόμενη από την οικοδομική αυτή άδεια οικοδομή σύμφωνα με το Ν. 960/1979 οι ιδιοκτήτες υποχρεούνται να δημιουργήσουν δύο θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτων, όπως αυτές απεικονίζονται στο εγκεκριμένο σχέδιο και ειδικότερα στην κάτοψη του ισογείου που συνοδεύει την ως άνω οικοδομική άδεια.

Για να μην μεταβληθεί η χρήση αυτή σύμφωνα με τη συστατική πράξη οριζόντιας ιδιοκτησίας η οποία προέβλεπε το επίδικο ως κατάστημα και όχι ως χώρο στάθμευσης αυτοκινήτου, έπρεπε κατά την έκδοση της οικοδομικής άδειας να εξαγορασθούν οι απαιτούμενες θέσεις στάθμευσης αυτοκινήτου σύμφωνα με τα όσα ορίζει το αρθρ.1 παρ. 2 περ.

γ' του ως άνω Ν. 960/1979, οπότε και η χρήση του επίδικου θα παρέμεινε ως κατάστημα. Τέτοια δε εξαγορά έγινε κατά την έκδοση της νέας οικοδομικής αδείας με αριθμ. 1245/1987 με τίτλο "προσθήκη Β' ορόφου επί υπάρχοντος διωρόφου". Το επίδικο ακίνητο ως χώρος ανοικοδομήθηκε κατά την ανέγερση της οικοδομής, αλλά ως χρήση διατήρησε εκείνη που είχε στα εγκεκριμένα σχέδια της Πολεοδομίας Αθηνών, χαρακτηριζόμενο ως χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων.

Τα αρχιτεκτονικά σχέδια που συνοδεύουν τη συστατική πράξη της οριζόντιας ιδιοκτησίας στα οποία το επίδικο φέρεται ως κατάστημα με ορισμένο ποσοστό συγκυριότητας επί του εδάφους (123/1000), τροποποιήθηκαν με την πρώτη οικοδομική άδεια του έτους 1981 ως προς τη χρήση του επιδίκου και από χρήση καταστήματος μετατράπηκε σε τέτοιο χώρο στάθμευσης αυτοκινήτων.

Έτσι το επίδικο κατάστημα με βάση την συστατική πράξη της οριζόντιας ιδιοκτησίας κατέχει ιδανικά ποσοστά επί του οικοπέδου και αποτελεί αυτοτελή οριζόντια ιδιοκτησία, παρά δε την αλλαγή χρήσης με βάση την πρώτη οικοδομική άδεια, αφού δεν τροποποιήθηκε η συστατική πράξη, δεν αποβάλλει το χαρακτήρα της αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας, ούτε συνεπώς καθίσταται κοινόχρηστος χώρος, ανήκει δε όπως προαναφέρθηκε στην κυριότητα του αρχικού δεύτερου ενάγοντος.

Εξάλλου από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ακίνητο παραχωρήθηκε άτυπα από τον αρχικά δεύτερο ενάγοντα στην κυρίως παρεμβαίνουσα Σ. συζ. Δ. Κ. και ήδη πρώτη αναιρεσείουσα το έτος 1982 αναγνωρίζοντας την ουσιαστική κατάργηση του επιδίκου καταστήματος με την υποβολή συμπληρωματικής αιτήσεως για έκδοση νέας οικοδομικής αδείας, ούτε ότι της παραχωρήθηκε ατύπως το έτος 1983 ως χώρος σταθμεύσεως.

Με βάση αυτά το Εφετείο αφού απέρριψε την ως άνω ένσταση των αναιρεσειόντων και την κύρια παρέμβαση ως κατ' ουσία αβάσιμες, έκανε δεκτή την αγωγή αναγνώρισε τον ενάγοντα κύριο του επιδίκου Κ1 αυτοκινήτου και υποχρέωσε τον εναγόμενο Δ. Κ. να αποδώσει σ' αυτό στον ενάγοντα. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που αποφάσισε το Εφετείο ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προαναφερθείσες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των αρθρ. 1 του Ν. 960/1979, ο δε περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος.

ΕΠΕΙΔΗ, από τον συνδυασμό των διατάξεων των αρθρ. 151, 383, 392 Κ. ΠολΔικ. προκύπτει ότι η προθεσμία που τάσσεται από το δικαστήριο για την κατάθεση από τον πραγματογνώμονα της έγγραφης γνωμοδότησης του μπορεί με αίτηση του πραγματογνώμονα και χωρίς κλήτευση των διαδίκων να παρασταθεί από το δικαστήριο, αλλά και αν δεν παραταθεί ρητά και παραβιαστεί δεν είναι ανατρεπτική.

Συνεπώς η σύνταξη και η κατάθεση αυτής αν γίνουν μετά την πάροδο της προς τούτο ορισθείσας προθεσμίας, δεν επιφέρουν ακυρότητα της πραγματογνωμοσύνης, ούτε καθιστούν απαράδεκτη τη συζήτηση της υποθέσεως από το δικαστήριο, που λαμβάνει υπόψη του την ως άνω γνωμοδότηση και ακόμη δεν συνιστούν παραβίαση σε βάρος των αναιρεσειόντων των από τα αρθρ. 110 παρ. 1 και 111 παρ. 1 του ίδιου κώδικα καθιερωμένων αρχών της ισότητας των διαδίκων και της έγγραφης προδικασίας, η οποία θα συνεπαγόταν το απαράδεκτο της συζήτησης. Κατ' ακολουθίαν ο τρίτος λόγος αναιρέσεως με τον οποίο προβάλλεται η από το αρθρ. 559 αρ. 14 εδ. γ' του ίδιου ως άνω Κώδικα πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαράδεκτης της συζήτησης μετά την οποία λήφθηκε υπόψη η έκθεση πραγματογνωμοσύνης και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, για το ότι ο πραγματογνώμων κατέθεσε την έκθεση του μετά την πάροδο της ορισθείσας προθεσμίας και συγκεκριμένα στη συζήτηση αυτή που ορίσθηκε μετά από αναβολή από προηγούμενη δικάσιμο, ενώ μάλιστα στην κλήση που επέδωσε ο αναιρεσίβλητος στους αναιρεσείοντες για εμφάνιση αναφερόταν ψευδώς ότι έχει κατατεθεί η έκθεση πραγματογνωμοσύνης, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

ΕΠΕΙΔΗ, ο τέταρτος μέρος πρώτο λόγοaς αναίρεσης με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το αρθρ. 559 αρ. 11 εδ. γ' Κ.Πολ.Δικ. πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη των ακολούθων εγγράφων α) της υπ' αριθμ. 1263/1988 αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών και β) της υπ' αριθμ. 3066/1981 οικοδομικής αδείας τα οποία επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος καθόσον από την γενική βεβαίωση της αναιρεσιβαλλομένης ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο αυτής προκύπτει κατά τρόπο αδιστάκτως βέβαιον ότι ελήφθησαν υπόψη τα έγγραφα αυτά, το δεύτερο των οποίων μνημονεύεται ρητώς στην προσβαλλόμενη απόφαση.

Ο ίδιος λόγος αναίρεσης κατά το δεύτερο μέρος του με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο "δεν απέρριψε ορθά" την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος που προέβαλε ο εναγόμενος τόσο πρωτοδίκως όσο και ενώπιον του Εφετείου είναι απορριπτέος ως αόριστος διότι δεν αναφέρει σε ποια συγκεκριμένως από τις αναφερόμενες στο αρθρ. 559 Κ.Πολ.Δικ.

αναιρετικές πλημμέλειες υπέπεσε το Εφετείο απορρίπτοντας την ένσταση αυτή, αν δε με αυτόν υπονοείται η από τα αρ. 1 και 19 του ως άνω άρθρου πλημμέλεια, τότε ο λόγος είναι αόριστος προεχόντως διότι δεν αναφέρει τις σχετικές με την απόρριψη της ένστασης παραδοχές του Εφετείου. Τέλος ο ίδιος λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται η από το αρθρ 559 αρ. 8 εδ.β Κ.Πολ.Δικ.

αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πράγματα που προτάθηκαν από την πρώτη αναιρεσείουσα και ειδικώτερα την ένσταση αυτής περί ιδίας κυριότητας στο επίδικο με έκτακτη χρησικτησία είναι απορριπτέος ως αβάσιμος διότι όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη η ένσταση αυτή ελήφθη υπόψη και απορρίφθηκε.

Για τους λόγους αυτούς

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 4-11-2004 αίτηση αναιρέσεως της Σ. συζ. Δ. Κ. κ.τ.λ. κατά της υπ' αριθμ. 4197/2004 του Εφετείου Αθηνών. ΚΑΙ

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τους αναιρεσείοντες στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα ευρώ (650).

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 3 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ