Appeal dismissed as inadmissible because the appealed judgment had not yet become final for absent defendants.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal as inadmissible because the appealed judgment had not yet become final regarding the absent defendants at the time of filing. The appellant argued for the appeal's acceptance, while the opposing party contended the judgment lacked finality due to missing service and expiration of objection periods. The court ruled that without proof of finality for all parties, the appeal could not proceed, leading to an automatic rejection.
Legislator headnote
AI generatedArticles 576 paragraphs 1 and 2 of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appealed judgment has not become final for all parties, specifically when absent defendants have not had their right to object exercised or waived.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 865 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 865/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα - Εισηγήτρια, Χρήστο Κατσιάνη και Ασημίνα Υφαντή, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 9 Ιανουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ά. Μ. του Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Λαζαρίδου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Χ. Π. του Σ., 2) Μ. συζύγου Χ. Π., το γένος Χ. Δ., κατοίκων ..., 3) Η. Π. του Π., κατοίκου ..., 4) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε.", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο, 5) Μ. Μ. του Ν., συζύγου Δ. Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αναστασία Θύμη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30/3/2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Χαλκιδικής. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 63/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1327/2018 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/10/2019 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια της παραστάσας αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 1327/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγιναν τυπικά δεκτές και απορρίφθηκαν κατ' ουσία οι αντίθετες εφέσεις της ενάγουσας και ήδη αναιρεσείουσας καθώς και της πέμπτης των εναγομένων και ήδη πέμπτης των αναιρεσιβλήτων κατά της 63/2015 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής.
Από τις διατάξεις των άρθρων 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υποθέσεως ή εμφανιστεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν, όμως, την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο, που ορίζει ο νόμος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.
Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε ή επιδόθηκε, αλλά όχι νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται με νέα κλήση. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, με τη σειρά του οικείου πινακίου, οι πρώτος, δεύτερη, τρίτος και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων δεν παραστάθηκαν ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο από πληρεξούσιο δικηγόρο.
Από ... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Εφετείο Πατρών Δ. Γ., που περιέχονται στο φάκελο της δικογραφίας και τις οποίες επικαλείται η επισπεύδουσα τη συζήτηση αναιρεσείουσα, αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, της οικείας έκθεσης κατάθεσής της καθώς και της κλήσης για συζήτηση αυτής, κατά τη δικάσιμο της 9ης-1-2023, επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα στους ως άνω αναιρεσιβλήτους.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, σαν να ήταν παρόντες (άρθρο 576 παρ. 1 και 3 του Κ.Πολ.Δ.).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 552, 553 παρ. 1β', 309 εδαφ. 1, 321, 495 παρ. 1, 577 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκεινται οι αποφάσεις των ειρηνοδικείων, των μονομελών και πολυμελών πρωτοδικείων καθώς και των εφετείων, που έχουν καταστεί τελεσίδικες, εκείνες, δηλαδή, οι οποίες, απεκδύοντας το δικαστήριο από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνουν τη δίκη και δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση.
Ο χαρακτήρας των αποφάσεων ως τελεσίδικων ή μη κρίνεται κατά το χρόνο της άσκησης του ενδίκου μέσου της αναίρεσης, ήτοι της κατάθεσης του σχετικού δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση. Κατά της απόφασης, που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του και ανεξάρτητα αν το εκδόν την απόφαση δικαστήριο παρέλειψε να ορίσει παράβολο ερημοδικίας, ενεργοποιείται, αμέσως, με την έκδοσή της, η δυνατότητα άσκησης από αυτόν (ερημοδικασθέντα) ανακοπής ερημοδικίας, σύμφωνα με το άρθρο 502 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση αίτησης αναίρεσης κατ' αυτής, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 577 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., με αυτεπάγγελτη έρευνα του δικαστηρίου, αφού, σε σχέση με την αναίρεση, δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ. 1 εδαφ.
β' περ. β' του Κ.Πολ.Δ., που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση από τη δημοσίευσή τους. Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή, μόνον, εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ή αναλόγως έφεση (Ολ.Α.Π. 11/1998, Α.Π. 792/2022, Α.Π. 46/2022, Α.Π. 967/2021, Α.Π. 788/2021, Α.Π. 692/2021, Α.Π. 597/2021), δηλαδή, καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκηση των προβλεπόμενων ένδικων μέσων.
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε διότι παρήλθε η 15νθήμερη προθεσμία από την επίδοσή τους είτε διότι ο ερημοδικασθείς διάδικος παραιτήθηκε νόμιμα από το ασκηθέν ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικαίωμα προς άσκησή του (άρθρο 503 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ.), καθόσον, έκτοτε, η απόφαση καθίσταται τελεσίδικη και, επομένως, προσβλητή με αναίρεση.
Η απόδειξη της τελεσιδικίας γίνεται με την προσκόμιση των σχετικών εκθέσεων επίδοσης ή με τη βεβαίωση του δικαστικού επιμελητή επί του αντιγράφου της απόφασης που επιδόθηκε, σε συνδυασμό με βεβαίωση της γραμματείας του δικαστηρίου ότι δεν ασκήθηκε ένδικο μέσο, διαφορετικά, η αίτηση αναίρεσης απορρίπτεται, αυτεπάγγελτα, ως απαράδεκτη (Ολ.Α.Π. 18/2001, Ολ.Α.Π.11/1998, Α.Π. 792/2022, Α.Π. 46/2022, Α.Π. 801/2017, Α.Π. 285/2017, Α.Π. 1097/2014).
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 553 του Κ.Πολ.Δ. με εκείνες των άρθρων 74, 75 παρ. 1 και 2 και 76 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται ότι, επί απλής ομοδικίας, η οριστική απόφαση καθίσταται τελεσίδικη αυτοτελώς για κάθε απλό ομόδικο και, συνεπώς, υπόκειται σε αναίρεση, ως προς εκείνον εκ των ομοδίκων, ως προς τον οποίο έχει καταστεί τελεσίδικη, έστω και αν δεν έχει γίνει τελεσίδικη ως προς τους λοιπούς (απλούς ομοδίκους).
Αντιθέτως, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, η οριστική απόφαση προσβάλλεται παραδεκτώς με αναίρεση, μόνον, όταν καταστεί τελεσίδικη ως προς όλους του αναγκαίους ομοδίκους. Εξάλλου, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 76 παρ. 1 και 501 του Κ.Πολ.Δ., σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, δικαίωμα να ασκήσει ανακοπή ερημοδικίας έχει ο ερημοδικασθείς αναγκαίος ομόδικος, έστω και αν αυτός θεωρείται ότι αντιπροσωπεύθηκε στη δίκη από τους παρόντες ομοδίκους.
Το έννομο συμφέρον του απόντος ομοδίκου προς άσκηση ανακοπής ερημοδικίας, άλλωστε, καθώς και τις προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτής κρίνει, μόνο, το δικαστήριο που δικάζει την ανακοπή ερημοδικίας και, συνεπώς, δεν ελέγχονται παρεμπιπτόντως από τον Άρειο Πάγο, κατά την έρευνα περί της τελεσιδικίας της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (Α.Π. 792/2022, Α.Π. 597/2021, Α.Π. 658/2012).
Σύμφωνα με το άρθρο 76 παρ. 1α του Κ.Πολ.Δ. "Όταν η διαφορά επιδέχεται ενιαία μόνο ρύθμιση ή η ισχύς της απόφασης που θα εκδοθεί εκτείνεται σε όλους τους ομοδίκους ή όταν οι ομόδικοι μόνο από κοινού μπορούν να ασκήσουν αγωγή ή να εναχθούν ή, εξαιτίας των περιστάσεων που συνοδεύουν την υπόθεση, δεν μπορούν να υπάρχουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, οι πράξεις του καθενός ωφελούν ή βλάπτουν τους άλλους.
Οι ομόδικοι που μετέχουν νόμιμα στη δίκη ή έχουν προσεπικληθεί, αν δεν παραστούν, θεωρούνται ότι αντιπροσωπεύονται από εκείνους που παρίστανται". Η διάταξη αυτή προσδίδει ευρύτερα όρια στην έννοια της αναγκαστικής ομοδικίας, εφόσον αναφέρεται σε όλες τις περιπτώσεις, στις οποίες, αν και δεν υπάρχει κίνδυνος συγκρούσεως δεδικασμένου, δεν νοείται η έκδοση αντιφατικών αποφάσεων, αλλά από τους κανόνες της λογικής και του δικαίου επιβάλλεται η έκδοση όμοιας αποφάσεως (Α.Π. 312/2020, Α.Π. 1365/2019).
Έτσι, αναγκαστική ομοδικία υφίσταται και σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει πλήρης ταυτότητα του αντικειμένου της δίκης κάθε ομοδίκου, καθόσον η λογική αναγκαιότητα επιβάλλει την έκδοση όμοιας απόφασης, δεν είναι, δηλαδή, νοητή η έκδοση αντίθετων αποφάσεων. Έτσι, στην περίπτωση ασκήσεως αγωγής του κυρίου ακινήτου για αναγνώριση της ακυρότητας της συμβάσεως πωλήσεως τούτου, για το λόγο ότι έγινε χωρίς νόμιμη πληρεξουσιότητα του ιδίου προς τον πωλητή καθώς και για αναγνώριση της ακυρότητας της περαιτέρω μεταβιβάσεως του ακινήτου σε τρίτο, για το λόγο ότι έγινε από μη κύριο, υπάρχει αναγκαστική ομοδικία του αγοραστή και του πωλητή του ακινήτου καθώς και του τρίτου, στον οποίο εν τέλει μεταβιβάστηκε τούτο, λόγω πωλήσεως.
Τούτο διότι δεν μπορούν να υπάρξουν αντίθετες αποφάσεις απέναντι στους ομοδίκους, αφού δεν νοείται ουσιαστική κρίση ακυρότητας της συμβάσεως πωλήσεως ως προς τον πωλητή και εγκυρότητας ως προς τον αγοραστή. Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτουν τα εξής:
Με την από 30-3-2012 (747/74/4-4-2012) αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας ιστορείται ότι αυτή, ούσα κυρία ενός κληροτεμαχίου καθώς και συγκυρία με την ήδη αποβιώσασα μητέρα της δύο (2) όμορων κληροτεμαχίων, όπως τα ακίνητα αυτά περιγράφονται στο ως άνω δικόγραφο, συνήψε (μετά της μητέρας της) με την τέταρτη των εναγομένων, ήδη τέταρτη των αναιρεσιβλήτων, ομόρρυθμη εταιρεία, προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου και εργολαβικό συμβόλαιο, δυνάμει του οποίου η ίδια και η μητέρα της ανέλαβαν την υποχρέωση να προβούν στη συνένωση των ως άνω κληροτεμαχίων και η ανωτέρω εταιρεία ανέλαβε να κατασκευάσει στο ενιαίο, πλέον, οικόπεδο, με δικές της δαπάνες, κατά το σύστημα της αντιπαροχής, τρία (3) οικοδομικά συγκροτήματα.
Ότι η αμοιβή της τελευταίας συνίστατο στην υποχρέωση της ενάγουσας και της μητέρας της να μεταβιβάσουν στην ως άνω εναγομένη, σταδιακά, με την αποπεράτωση τμημάτων του έργου, κατά κυριότητα σ' αυτήν ή σε οποιονδήποτε τρίτο θα υπεδείκνυε, συνολικό ποσοστό 53% εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, μετά των επ' αυτών οριζόντιων ιδιοκτησιών.
Ότι, με επιμέλεια της τέταρτης εναγομένης εκδόθηκε οικοδομική άδεια από την αρμόδια πολεοδομική αρχή, ενώ, μετά τον επισυμβάντα θάνατο της μητέρας της ενάγουσας, αυτή κατέστη αποκλειστική κυρία του ενιαίου ακινήτου. Ότι, σε εκπλήρωση των υποχρεώσεών της εκ του εργολαβικού, η ενάγουσα, με το ... ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, παρέσχε στον τρίτο εναγόμενο και ήδη τρίτο των αναιρεσιβλήτων την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα να ενεργεί αντ' αυτής και για λογαριασμό της να μεταβιβάζει λόγω πωλήσεως τις ιδιοκτησίες, που θα περιέρχονταν στην τέταρτη των εναγομένων και θα αντιστοιχούσαν σε ποσοστό 20,41% εξ αδιαιρέτου επί του οικοπέδου, κατά τα οριζόμενα στο εργολαβικό.
Ότι ο τρίτος εναγόμενος, υπό την ως άνω ιδιότητά του, συμβλήθηκε στην κατάρτιση του ... συμβολαίου πώλησης και σύστασης οριζόντιας και κάθετης ιδιοκτησίας, δυνάμει του οποίου μεταβιβάστηκε στους δύο πρώτους εναγομένους και ήδη πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων η σ' αυτό αναφερόμενη οριζόντια ιδιοκτησία του Α' συγκροτήματος, την οποία αυτοί, στη συνέχεια, με το ...
συμβόλαιο, μεταβίβασαν, λόγω πωλήσεως, στην πέμπτη των εναγομένων και ήδη πέμπτη των αναιρεσιβλήτων. Ότι, με την από 24-9-2009 εξώδικη δήλωσή της, η ενάγουσα υπαναχώρησε της επίδικης συμβάσεως έργου, κηρύσσοντας έκπτωτη την τέταρτη εναγομένη, λόγω των υπ' αυτής επικαλούμενων πολεοδομικών παραβάσεων στο Α κτίριο.
Ότι ο τρίτος εναγόμενος, αφανής εταίρος της τέταρτης των εναγομένων, δολίως, της απέκρυψε τα σχετικά με την πορεία των οικοδομικών εργασιών γεγονότα, τα οποία, αν γνώριζε δεν θα προέβαινε στην προς αυτόν παροχή πληρεξουσιότητας, λαμβανομένου υπόψη ότι ο ίδιος είχε εμφανιστεί ως έμπειρος κατασκευαστής οικοδομών, ενώ είχε ήδη κηρυχθεί σε πτώχευση, με συνέπεια να παραπείσει αυτήν και τη μητέρα της να αναθέσουν το επίδικο έργο στην τέταρτη των εναγομένων.
Με βάση αυτό το ιστορικό, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα ζητούσε: α) Να ακυρωθεί το ... ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο, λόγω της απατηλής συμπεριφοράς του τρίτου εναγομένου, δυνάμει του οποίου αυτός παρέστη για λογαριασμό της στη σύνταξη του ... αγοραπωλητηρίου συμβολαίου. β) Να αναγνωριστεί η ακυρότητα της σύμβασης, που καταρτίστηκε με το ως άνω συμβόλαιο, για τους στο δικόγραφο λόγους.
Και γ) να αναγνωριστεί η αποκλειστική κυριότητά της επί της Α1 ανεξάρτητης ιδιοκτησίας και να υποχρεωθεί η πέμπτη εναγομένη και ήδη πέμπτη των αναιρεσιβλήτων καθώς και όποιος έλκει εξ αυτής δικαίωμα να της αποδώσει τη νομή και την κατοχή αυτής. Επί της ως άνω αγωγής εκδόθηκε η 63/2015 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Χαλκιδικής, με την οποία:
α) Απορρίφθηκε η πρώτη σωρευόμενη αγωγή περί ακύρωσης του ... ειδικού πληρεξουσίου, λόγω εκπρόθεσμης άσκησής της και απόσβεσης του ασκούμενου δι' αυτής δικαιώματος, κατά τη διάταξη του άρθρου 157 του Α.Κ. β) Απορρίφθηκε ως μη νόμιμη η δεύτερη σωρευόμενη αγωγή περί αναγνώρισης ακυρότητας του ... συμβολαίου πώλησης, κατά το μέρος, που η επικαλούμενη ακυρότητα ερείδεται στις αυθαίρετες κατασκευές καθώς και στην αναγραφή στη συνημμένη δήλωση φόρου μεταβίβασης λανθασμένου ΑΦΜ της τέταρτης των εναγομένων, κατά τα λοιπά δε, αφού ερεύνησε κατ' ουσία την υπόθεση, έκρινε ότι ο τρίτος εναγόμενος υπερέβη τα όριο της εντολής και της πληρεξουσιότητας και δέχθηκε ότι η επίδικη πώληση είναι μερικά άκυρη κατά ποσοστό 8,94% εξ αδιαιρέτου.
Και γ) απορρίφθηκε η τρίτη σωρευόμενη αγωγή ως προς την πέμπτη των εναγομένων, κατά παραδοχή της υπ' αυτής προβληθείσας ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης: Α) η 10/1-3-2016 έφεση της ενάγουσας κατά των εναγομένων και Β) η 103/25-9-2017 έφεση της πέμπτης των εναγομένων κατά της ενάγουσας.
Το ως άνω Δικαστήριο, με τη 1327/2018 απόφασή του, συνεκδίκασε τις ως άνω εφέσεις, ερήμην των δύο πρώτων εφεσιβλήτων στην υπό στοιχ. Α έφεση και κατ' αντιμωλία των λοιπών διαδίκων. Συγκεκριμένα, το Εφετείο δέχθηκε ότι οι ερημοδικασθέντες εφεσίβλητοι, οι οποίοι κλητεύθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα από την εκκαλούσα, εκπροσωπήθηκαν από τους αναγκαίους ομοδίκους τους, τρίτο και τέταρτο εξ αυτών και, στη συνέχεια, αφού δέχθηκε τυπικά τις συνεκδικασθείσες εφέσεις, τις απέρριψε κατ' ουσίαν.
Κατά της απόφασης αυτής η ηττηθείσα ενάγουσα-εκκαλούσα άσκησε την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης. Πλην όμως, από τα έγγραφα της δικογραφίας δεν προκύπτει ότι, κατά το χρόνο άσκησης αυτής (αίτησης αναίρεσης), ήτοι στις 18-10-2019, η προσβαλλόμενη απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικη και ως προς τους ως άνω ερημοδικασθέντες, πρώτο και δεύτερη των αναιρεσιβλήτων, είτε με επίδοση προς αυτούς της προσβαλλόμενης απόφασης και παρέλευση της προθεσμίας άσκησης ανακοπής ερημοδικίας, ενώ δεν προσκομίζεται πιστοποιητικό του γραμματέα του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση περί άσκησης ή μη ανακοπής ερημοδικίας κατ' αυτής είτε με παραίτησή τους από το σχετικό δικαίωμα.
Στο σημείο αυτό, πρέπει να επισημανθεί ότι όλοι οι αρχικώς εναγόμενοι και ήδη αναιρεσίβλητοι -συνεπώς και η πέμπτη εξ αυτών- συνδεόνται με το δεσμό της αναγκαστικής ομοδικίας, γιατί δεν είναι νοητή αντίθετη ουσιαστική κρίση ως προς το κύρος τόσον της αρχικής συμβάσεως πωλήσεως μεταξύ της πωλήτριας και των αγοραστών όσον και της συμβάσεως πωλήσεως του ιδίου ακινήτου, που αυτοί κατήρτισαν με την τελευταία αγοράστρια, καθόσον τυχόν ακυρότητα της αρχικής συμβάσεως πωλήσεως του ακινήτου θα συνεπήγετο, στη συνέχεια, μεταβίβαση τούτου παρά μη κυρίων.
Εξάλλου, στην αυτή κρίση ήχθη και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όπως προεκτίθεται, η απόφαση του οποίου επικυρώθηκε με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, δεδομένου ότι δέχθηκε ότι η μερική ακυρότητα της συμβάσεως πωλήσεως του επίδικου ακινήτου αφορά και στην πέμπτη των εναγομένων ήδη πέμπτη των αναιρεσιβλήτων, απέρριψε, όμως, ως προς αυτήν την αγωγή, κατά παραδοχή της ένστασής της περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος.
Κατ' ακολουθία αυτών και σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω μείζονα σκέψη, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτη, κατ' αυτεπάγγελτη κρίση του Δικαστηρίου τούτου. Ακολούθως, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, ενόψει της ήττας της αναιρεσείουσας (άρθρο 495 παρ. 3 Β εδαφ.
δ του Κ.Πολ.Δ.) και να καταδικαστεί αυτή στα δικαστικά έξοδα της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, η οποία παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή του νόμιμου και βάσιμου αιτήματός του (άρθρ. 106, 179, 183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.), όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό, ενώ δεν περιλαμβάνεται διάταξη περί δικαστικών εξόδων ως προς τους μη παραστάντες και, εντεύθεν, μη υποβληθέντες σε δικαστικά έξοδα, πρώτο, δεύτερη, τρίτο και τέταρτη των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-10-2019 αίτηση της Ά. Μ. για αναίρεση της 1327/2018 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου, που έχει καταθέσει η αναιρεσείουσα.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της πέμπτης των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Απριλίου 2023.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Ιουνίου 2023.
Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ