Legislator Case Law & Legislation
865/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal against bank's default judgment due to error in applying insolvency law regarding non-transferred assets.

Case Number 865/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a First Instance Court judgment that dismissed a claim against a bank in special liquidation proceedings. The appellant argued the bank incorrectly applied insolvency laws by treating a specific claim as non-transferred assets, thereby denying itself passive standing. The Court found the lower court erred in interpreting the relevant statutes and the Bank of Greece's decision, which governs the transfer of assets during liquidation. Consequently, the Supreme Court annulled the contested judgment and remanded the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 63D, 68 of Law 3601/2007; Article 68 of the Code of Civil Procedure: The court established that a claim arising from unjust enrichment must be classified as transferable assets in special liquidation proceedings unless specific statutory exceptions regarding the debtor's status are met, and failure to apply these rules constitutes a violation of substantive law warranting annulment.

Keywords

AI generated
special liquidation proceedings passive standing non-transferred assets unjust enrichment claim Bank of Greece decision annulment of judgment substantive law violation

Cited Legislation

AI generated
Article 63D of Law 3601/2007
Article 68 of Law 3601/2007
Bank of Greece decision of 4/27-7-2012
Article 68 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 865 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 865/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου - Εισηγήτρια, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Γεώργιο Αυγέρη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Οκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Χ. του Θ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αθανάσιο Πατσάκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "... Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως πλήρως υποκαθιστάμενης στις συμβατικές σχέσεις της υπό ειδική εκκαθάριση τελούσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "....". Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Μάρκου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την με αριθμό κατάθεσης 357/2013 προσεπίκληση με παρεμπίπτουσα αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καβάλας και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 17/2016 του ίδιου Δικαστηρίου και 339/2018 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 22-08-2019 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.

ΑΠ 7/2006). Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (Ολ.

ΑΠ 27/1998, ΑΠ 222/2022, 538/2012). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση (ΑΠ 1308/2021, ΑΠ 531/2014).

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.

ΑΠ 7/2006, ΑΠ 114/2016). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 68 Κ.Πολ.Δ., το οποίο ορίζει ότι "δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον", συνάγεται ότι ένδικη προστασία παρέχεται υπέρ ή κατ' εκείνων μόνον των προσώπων, τα οποία κατά τους ισχυρισμούς του ενάγοντος αποτελούν τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης ή μετέχουν κατά το ουσιαστικό δίκαιο στη διαχείριση αυτής της σχέσης (ΑΠ 1091/2020).

Η νομιμοποίηση του διαδίκου, όπως και το έννομο συμφέρον, αποτελούν ουσιαστικές προϋποθέσεις για την παροχή δικαστικής προστασίας, ειδικότερα δε, η νομιμοποίηση του διαδίκου απορρέει κατά κανόνα αμέσως από το νόμο και κυρίως από διατάξεις του ουσιαστικού ή κάποτε και του δικονομικού δικαίου. Εκείνος, ο οποίος εμφανίζεται κατά το ουσιαστικό δίκαιο δικαιούχος ή υπόχρεος νομιμοποιείται κατ' αρχήν ως ενάγων ή εναγόμενος, αντίστοιχα.

Δηλαδή για τη νομιμοποίηση αρκεί μόνον ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι τα υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης, χωρίς κατ` αρχήν, να ασκεί έννομη επιρροή αν ο ισχυρισμός αυτός είναι αληθής. Η έλλειψη νομιμοποίησης εξετάζεται και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, για έλλειψη διαδικαστικής προϋπόθεσης της δίκης.

Ενόψει της ανωτέρω φύσεως της νομιμοποίησης, η αμφισβήτηση από τον εναγόμενο των επικαλούμενων από τον ενάγοντα θεμελιωτικών της νομιμοποίησης περιστατικών συνιστά, όχι ένσταση ελλείψεως νομιμοποιήσεως, αλλά άρνηση της βάσεως της αγωγής του ενάγοντος, ο οποίος φέρει προς τούτο το σχετικό βάρος αποδείξεως, με συνέπεια, και σε περίπτωση που δεν αποδείξει τον περί νομιμοποιήσεως του ισχυρισμό, την απόρριψη της αγωγής για έλλειψη (ενεργητικής ή παθητικής) νομιμοποιήσεως (ΑΠ 915/2021, AΠ 46/2020, ΑΠ 59/2017).

Η εσφαλμένη κρίση του δικαστηρίου ότι συντρέχουν ή όχι οι προϋποθέσεις αυτές ιδρύει τον αναιρετικό λόγο του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 25/2008, ΑΠ55/2022, AΠ915/2021, ΑΠ 1979/2017, ΑΠ1006/2017).

Περαιτέρω, με το νόμο 4021/2011 αναμορφώθηκε το δίκαιο εξυγίανσης και εκκαθάρισης των πιστωτικών ιδρυμάτων (άρθρα 62 έως 63Ζ και 68 ν. 3601/2007), εν συνεχεία δε ο νόμος αυτός καταργήθηκε και αντικαταστάθηκε με τις ταυτόσημες διατάξεις του ν. 4261/2014 από της ισχύος αυτού την 1-1-2014 (άρθρα 145, 166, 190 αυτού). Στα άρθρα του άνω ν. 3601/2007, που ίσχυε κατά τον κρίσιμο για την ερευνώμενη υπόθεση χρόνο ως εκ της θέσεως της Α.Τ.Ε υπό ειδική εκκαθάριση την 27-7-2012, σε συνδυασμό με το άρθρο 3 του Ν. 3458/2006 για την "Εξυγίανση και εκκαθάριση των πιστωτικών ιδρυμάτων και άλλες διατάξεις", προβλέπονται, εκτός των άλλων, τα μέτρα εξυγίανσης που μπορούν να ληφθούν με σκοπό την αναδιάρθρωση του πιστωτικού συστήματος.

Τα μέτρα εξυγίανσης, όπως απαριθμούνται στο άρθρο 3 του ν. 3458/2006, είναι μεταξύ άλλων: ...., δ) η μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων πιστωτικού ιδρύματος σε εφαρμογή του άρθρου 63Δ του ν. 3601/2007. Με τα μέτρα αυτά σκοπείται η μεταβιβαστική εξυγίανση ενός τμήματος της περιουσίας ενός πιστωτικού ιδρύματος, με τα σχετικά δικαιώματα, υποχρεώσεις και συμβατικές σχέσεις να μεταφέρονται σε υγιή φορέα (είτε σε ήδη υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα ή είτε σε μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται για τον σκοπό αυτό κατ` άρθρο 63 Ε του ίδιου νόμου), ενώ το ίδιο το πιστωτικό ίδρυμα λαμβάνει αντίστοιχο αντάλλαγμα.

Η διαδικασία του άρθρου 63Δ δεν οδηγεί σε πτώχευση της τράπεζας. Πρόκειται για εξυγίανση, που εφαρμόζεται πριν η τράπεζα φτάσει σε παύση πληρωμών. Ειδικότερα, σύμφωνα με το άρθρο 63Δ, η Τράπεζα της Ελλάδος δύναται με απόφαση της να υποχρεώσει πιστωτικό ίδρυμα στη μεταβίβαση περιουσιακών στοιχείων του προς άλλο υφιστάμενο πιστωτικό ίδρυμα ή προς μεταβατικό πιστωτικό ίδρυμα που συστήνεται για το σκοπό αυτόν σύμφωνα με το άρθρο 63Ε ή προς άλλο πρόσωπο.

Τα προς μεταβίβαση περιουσιακά στοιχεία προσδιορίζονται στην απόφαση αυτή (της Τράπεζας της Ελλάδος) και μπορούν να είναι δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις (§1). Με τη σύμβαση μεταβίβασης των συγκεκριμένων στοιχείων ενεργητικού και παθητικού μεταξύ του μεταβιβάζοντος πιστωτικού ιδρύματος και του αποκτώντος, συμμεταβιβάζεται και το σύνολο των παρακολουθηματικών εννόμων σχέσεων, δηλαδή εγγυήσεις, εξασφαλίσεις (458 ΑΚ), εκχωρήσεις και το σύνολο των δικών, των ήδη εκκρεμών, ή αυτών που θα καταστούν εκκρεμείς στο μέλλον και αφορούν τις προαναφερθείσες έννομες σχέσεις.

Η δε υπό εξυγίανση τραπεζική επιχείρηση μπορεί να συνεχίσει να λειτουργεί, ως προς το αντικείμενο που συνίσταται στα περιουσιακά στοιχεία που δεν έχουν μεταβιβαστεί, άλλως συνεχίζει να υπάρχει για τις ανάγκες της εκκαθάρισης, εφόσον ανακαλείται η άδεια λειτουργίας της και τίθεται σε ειδική εκκαθάριση με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος κατ' εξουσιοδότηση του άρθρο 68 ν. 3601/2007.

Περαιτέρω, με την μεταβίβαση των περιουσιακών στοιχείων κατ` άρθρο 63Δ του ν. 3601/2007, ως μέτρο εξυγίανσης του πιστωτικού συστήματος, το πιστωτικό ίδρυμα που αποκτά, επέχει θέση ειδικού διαδόχου. Ωστόσο, το αποκτών πιστωτικό ίδρυμα δεν είναι ειδικός διάδοχος του νομικού προσώπου του μεταβιβάζοντος ως σύνολο, ο οποίος (μεταβιβάζων) εξακολουθεί να υφίσταται ως ξεχωριστό νομικό πρόσωπο, αλλά ειδικός διάδοχος αυτού, αποκλειστικά και μόνο ως προς τις συγκεκριμένες έννομες σχέσεις, δικαιώματα, απαιτήσεις, υποχρεώσεις ή και συμβατικές σχέσεις που μεταβιβάστηκαν και ρητά αναφέρονται στην απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος και στη σύμβαση μεταβίβασης.

Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη της παρ. 5 του άρθρου 63Δ, για το κύρος της μεταβίβασης και το αντιτάξιμό της έναντι τρίτων, οι οποίοι είναι υποκείμενα δικαιωμάτων, υποχρεώσεων ή συμβατικών σχέσεων που μεταφέρονται στο προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, δεν απαιτείται αναγγελία προς αυτούς ή συναίνεσή τους.

Οι δε εκκρεμείς δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, συνεχίζονται από το προς η μεταβίβαση πιστωτικό ίδρυμα, χωρίς διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψη τους, επέρχεται δηλαδή ex lege υποκατάσταση του αποκτώντος πιστωτικού ιδρύματος στα δικαιώματα και υποχρεώσεις του αρχικού υπό εξυγίανση πιστωτικού ιδρύματος ως προς τις έννομες σχέσεις που μεταβιβάστηκαν σ` αυτό και συνακόλουθα ex lege μετατόπιση της νομιμοποίησής του, υπεισερχόμενο, έτσι, στη δικονομική θέση του αρχικού πιστωτικού ιδρύματος ως προς τις δίκες που σχετίζονται με τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία (ΑΠ 915/2021, ΑΠ 42/2021, ΑΠ 507/2018, ΑΠ 2005/2014, ΟλΣτΕ 3014/2014, ΟλΣτΕ3016/2014).

Περαιτέρω, δυνάμει της με αρ.46/27-7-2012 (ΦΕΚ Β' 2208/27-12-2021) αποφάσεως της ΕΠΑΘ της ΤτΕ, κατ' εξουσιοδότηση του άρ.68 ν. 3601/2007 εκδοθείσας μετά τη διαπίστωση της ανεπάρκειας ιδίων κεφαλαίων του πιστωτικού ιδρύματος "..." και της αδυναμίας αποκατάστασής της, της εντεύθεν έλλειψης βιωσιμότητας λόγω της οποίας δεν δικαιούται κεφαλαιακής ενίσχυσης από το ΤΧΣ και της επιδεινούμενης οικονομικής κατάστασής του, λόγω της οποίας καθίσταται ανέφικτη η παροχή ρευστότητας από την ΕΚΤ και έκτακτης ρευστότητας από την ΤτΕ, ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του, τέθηκε υπό ειδική εκκαθάριση κατ' εφαρμογήν της προμνημονευόμενης διατάξεως, ορίστηκε ειδικός εκκαθαριστής και καθορίστηκε ότι τούτο επιτρέπεται εφεξής να διενεργεί μόνον τις πράξεις που υπηρετούν τον σκοπό της εκκαθάρισης.

Δυνάμει δε της με αρ. 4/27-7-2012 (ΦΕΚ Β'2209/27-7-2012) αποφάσεως της ΕΜΕ της ΤτΕ, ομοίως κατ' εξουσιοδότηση του άνω άρθρου, αποφασίστηκε ως μέτρο εξυγίανσης του άνω πιστωτικού ιδρύματος η μεταβίβαση των περιουσιακών του στοιχείων (όπως αναφέρονται στο Παράρτημα της απόφασης αυτής) στο πιστωτικό ίδρυμα "...", κατόπιν της επιτυχούς αξιολόγησης της υποβληθείσας ενώπιον της άνω Επιτροπής προσφοράς της (εγκριθείσας από το ΔΣ του ΤΧΣ) για την απόκτησή τους.

Με την ως άνω απόφαση δόθηκε και η εντολή προς τον ειδικό εκκαθαριστή για την παραχρήμα μεταβίβαση στην ... των διαλαμβανομένων στο Παράρτημα αυτής (απόφασης) περιουσιακών στοιχείων της … ως ακολούθως: " 1. Στο πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "... Α.Ε." (εφεξής: "η ...") μεταβιβάζονται όλες οι συμβατικές σχέσεις του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "...." (εφεξής: "η Αγροτική") με τρίτους, στις οποίες υποκαθίσταται πλέον πλήρως "...", καθώς και το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού της "Αγροτική" (δικαιώματα, αξιώσεις, υποχρεώσεις και βάρη κάθε είδους), εκτός από τις συμβατικές σχέσεις και τα περιουσιακά στοιχεία που περιγράφονται στη συνέχεια στον αριθμό 2 υπό στοιχεία α` έως και ιστ), που αναφέρονται εφεξής συνολικά ως "μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία".

Στα περιουσιακά στοιχεία (συμβατικές σχέσεις, ενεργητικό και παθητικό) που θα μεταβιβασθούν στην "..." συγκαταλέγονται, εκτός αν περιλαμβάνονται στα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία, ιδίως τα ακόλουθα: α) Τα ταμειακά διαθέσιμα της "Αγροτική". β)...γ)...δ)....ε).... στ) Οι έννομες σχέσεις της "Αγροτική" έναντι πελατών της που πηγάζουν ή σχετίζονται με δανειακές ή άλλου είδους πιστοδοτικές συμβάσεις με αυτούς, συμπεριλαμβανομένων και αναγωγικών δικαιωμάτων της "Αγροτική" κατά πελατών της από την έκδοση εγγυητικών επιστολών ή από άλλου είδους εγγυοδοτικές συμβάσεις της "Αγροτική" με τρίτους.

Από τη μεταβίβαση εξαιρούνται έννομες σχέσεις οι οποίες πηγάζουν ή σχετίζονται με δανειακές ή άλλου είδους πιστοδοτικές συμβάσεις με πελάτες της "Αγροτική" που περιλαμβάνονται στα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία. ζ)... η)... ι)...ια)... ιβ)... ιγ)... ιδ)... ιε)... ιστ... ιζ)... ιη)... ιθ)... κ)... κα) Οι αξιώσεις της "Αγροτική" για αποζημίωση, ανεξαρτήτως αιτίας και θεμελίωσης (ενδοσυμβατική ή άλλη), συμπεριλαμβανομένων και αξιώσεων της για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης ανεξαρτήτως αιτίας, καθώς και αξιώσεις αδικαιολόγητου πλουτισμού.

Από τη μεταβίβαση εξαιρούνται αξιώσεις που συνδέονται με μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία. κβ)... 2. Δεν μεταβιβάζονται στην "..." τα περιουσιακά στοιχεία (ενεργητικό, παθητικό και έννομες σχέσεις από συμβάσεις) που περιγράφονται αμέσως παρακάτω υπό τα στοιχεία α` έως και ιστ` (μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία). Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία διατηρούνται υπό τη δικαιοκτησία (ενεργητικό) της "Αγροτική" ή συνεχίζουν να βαρύνουν (παθητικό) την "Αγροτική".

Εφόσον στα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία περιλαμβάνονται συμβατικές σχέσεις, σ` αυτές συμβαλλόμενη παραμένει η "Αγροτική". Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία είναι τα ακόλουθα: α)...β)...γ)...δ)...ε)...στ)... ζ) Όλες οι αξιώσεις και υποχρεώσεις της "Αγροτική" έναντι τρίτων, περιλαμβανομένων και των υπαλλήλων της "Αγροτική", για καταβολή αποζημίωσης από οποιαδήποτε (συμβατική ή εξωσυμβατική) αιτία, για καταβολή χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και για απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον συνδέονται με τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία.

η)...θ)...ι)...ια)...ιβ)...ιγ)...ιδ) Οι έννομες σχέσεις της "Αγροτική" έναντι πελατών της από δανειακές ή άλλου είδους πιστοδοτικές συμβάσεις της "Αγροτική", συμπεριλαμβανομένων και αναγωγικών δικαιωμάτων της από την έκδοση εγγυητικών επιστολών ή από άλλου είδους εγγυοδοτικές συμβάσεις της "Αγροτική" με τρίτους, οι οποίες αφορούν:

ί)... ii) οφειλές για τις οποίες οι πιστούχοι έχουν προβεί σε ρύθμιση των οφειλών τους, είτε δικαστικά είτε εξωδικαστικά, εφόσον ο πιστούχος βρίσκεται σε υπερημερία άνω των τριάντα (30) ημερών όσον αφορά την καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, iii) οφειλές οι οποίες πληρούν σωρευτικά τις ακόλουθες προϋποθέσεις: - θεμελιώνονται σε δανειακή ή άλλου είδους πιστοδοτική σύμβαση η οποία αποσκοπεί στη χρηματοδότηση της δραστηριότητας του πιστούχου στους κλάδους της γεωργίας, της κτηνοτροφίας, της αλιείας, των δασών ή του λοιπού αγροτικού τομέα, - ο πιστούχος δεν έχει υποχρέωση τήρησης βιβλίων κατηγορίας Γ', - ο πιστούχος βρίσκεται σε υπερημερία άνω των τριακοσίων εξήντα πέντε (360) ημερών όσον αφορά την καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού, ίν) οφειλές που δεν εμπίπτουν στις ανωτέρω κατηγορίες, εφόσον ο πιστούχος βρίσκεται σε υπερημερία άνω των ενενήντα (90) ημερών όσον αφορά την καταβολή οποιουδήποτε χρηματικού ποσού.

ιε)...ιστ)...". Από τα παραπάνω και ιδιαίτερα από τη γραμματική διατύπωση της παρ. 1 της ως άνω αποφάσεως της ΤτΕ σαφώς συνάγεται ότι μετά την περιέλευση της Αγροτικής τράπεζας σε καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης κατά τις συναφείς διατάξεις, μεταβιβάζονται στην ... (μεταξύ άλλων) και όλες οι έννομες σχέσεις της αγροτικής τράπεζας με τρίτους που πηγάζουν ή σχετίζονται με δανειακές ή άλλου είδους πιστοδοτικές συμβάσεις με αυτούς καθώς και το σύνολο του ενεργητικού και του παθητικού της (δικαιώματα, υποχρεώσεις και βάρη κάθε είδους), εξαιρουμένων των εννόμων σχέσεων και των περιουσιακών στοιχείων που περιγράφονται στη συνέχεια στον αριθμό 2 υπό στοιχεία α` έως και ιστ' και προσδιορίζονται εφεξής συνολικά ως "μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία", όπως επίσης και οι υποχρεώσεις αδικαιολογήτου πλουτισμού της Αγροτικής έναντι τρίτων υπό την αυτήν ως άνω προϋπόθεση (να μην συνδέονται με μη μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία).

Ακολούθως, στην αυτή παρ. 1 παρατίθενται κατ' είδος υπό στοιχεία α) έως κβ) τα περιουσιακά στοιχεία (συμβατικές σχέσεις, ενεργητικό και παθητικό) που μεταβιβάζονται στην ... υπό την προϋπόθεση ότι δεν συγκαταλέγονται στα μη μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία, δηλαδή στην εξαίρεση της παρ. 2, τα οποία παραμένουν στην Αγροτική τράπεζα.

Η επιλογή της λέξεως "ιδίως" (που κατ' εξοχήν χρησιμοποιείται κατά τη νομοτεχνική διατύπωση των κανόνων δικαίου προς χαρακτηρισμό της ενδεικτικής απαρίθμησης), πριν την παράθεση των μεταβιβαζομένων στην ... περιουσιακών στοιχείων, σαφώς δηλώνει ότι τα μέρη απέβλεψαν στη μεταβίβαση όλων των περιουσιακών στοιχείων της Αγροτικής τράπεζας προς την ..., εκτός εάν εμπίπτουν στα εξαιρούμενα, δηλαδή στα "μη μεταβιβαζόμενα" περιουσιακά στοιχεία της Αγροτικής τράπεζας που προσδιορίζονται με περιοριστική απαρίθμηση στην παρ. 2 της εν λόγω αποφάσεως, όπως προκύπτει από την επίσης σαφή γραμματική διατύπωση αυτής (χωρίς τη χρήση εδώ της λέξεως "ιδίως" ή άλλης συναφούς έννοιας), κατά την οποία "Δεν μεταβιβάζονται στην "..." τα περιουσιακά στοιχεία (ενεργητικό, παθητικό και έννομες σχέσεις από συμβάσεις) που περιγράφονται αμέσως παρακάτω υπό τα στοιχεία α` έως και ιστ` (μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία). ..Τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία είναι τα ακόλουθα:

α)......ιστ)...". Συγκεκριμένα στα μη μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία συγκαταλέγονται και: όλες οι υποχρεώσεις της Αγροτικής τράπεζας για απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον όμως συνδέονται με μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία, οι έννομες σχέσεις της Αγροτικής έναντι των πελατών της από δανειακές ή άλλου είδους πιστοδοτικές συμβάσεις, εφόσον οι τελευταίοι έχουν προβεί σε ρύθμιση και βρίσκονται σε υπερημερία άνω των 30 ημερών, καθώς και οι έννομες σχέσεις από όμοιες ως άνω συμβάσεις οι οποίες αφορούν οφειλές που σωρευτικά πληρούν τις προϋποθέσεις: 1) της θεμελίωσης σε σύμβαση που αποσκοπούσε στη χρηματοδότηση της δραστηριότητας του πιστούχου (μεταξύ άλλων) στον κλάδο της γεωργίας, 2) της έλλειψης υποχρέωσης τήρησης βιβλίων Γ' κατηγορίας και 3) της περιέλευσης του πιστούχου σε υπερημερία άνω των τριακοσίων εξήντα πέντε ημερών.

Ως εκ των ανωτέρω συνάγεται, τα συμβαλλόμενα μέρη, υπό την εποπτεία και τον έλεγχο της ΤτΕ, προέβησαν σε μία συνολική ρύθμιση της περιουσίας της τεθείσας υπό ειδική εκκαθάριση Αγροτικής τράπεζας, με σαφή διαχωρισμό των μη μεταβιβαζομένων, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, περιουσιακών στοιχείων που παραμένουν στην Αγροτική, από τα υπόλοιπα περιουσιακά στοιχεία που στο σύνολό τους μεταβιβάζονται στην ..., χωρίς να αφήσουν εκτός της συγκεκριμένης ρύθμισης οποιοδήποτε άλλο περιουσιακό στοιχείο ή έννομη σχέση της Αγροτικής.

Με άλλα λόγια, με τη συγκεκριμένη απόφαση ρυθμίστηκε η τύχη της περιουσίας της Αγροτικής στο σύνολό της, χωρίς να τεθεί οποιοδήποτε άλλο κριτήριο για τη δημιουργία άλλης κατηγορίας περιουσιακών σχέσεων που αφέθηκαν εκτός της άνω ρύθμισης, πολλώ δε μάλλον ουδείς διαχωρισμός επιδιώχθηκε με κριτήριο το χαρακτηρισμό "ενεργών" και "μη ενεργών" εννόμων σχέσεων, κριτήριο άλλωστε που θα ήταν αυθαίρετο και αντίθετο προς τους σκοπούς που επιδιώκονται εντός του αυστηρού πλαισίου των ως άνω διατάξεων και της εκδοθείσας ακριβώς για την αντιμετώπιση της συγκεκριμένης περίπτωσης απόφασης της ΤτΕ.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, για να κριθεί εάν μεταβιβάστηκε ή όχι στην ..., μία αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού, γεννηθείσα σε βάρος της Αγροτικής πριν τη θέση της υπό ειδική εκκαθάριση και την έκδοση της κατ' εξουσιοδότηση του νόμου συναφούς αποφάσεως της ΤτΕ που κατένειμε το σύνολο των περιουσιακών στοιχείων της Αγροτικής μεταξύ της τελευταίας και της υποκατασταθείσας ex lege στη δικονομική και ουσιαστική της θέση τράπεζας ..., πρέπει προηγουμένως να ερευνηθεί εάν η εν λόγω αξίωση εμπίπτει ή όχι στην άνω εξαίρεση της παρ. 2.

Αν αυτή δεν συνδέεται με κάποιο από τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία, που περιοριστικώς και υπό τις προπεριγραφείσες προϋποθέσεις συγκαταλέγονται στην εν λόγω εξαίρεση και παραμένουν στην Αγροτική συνεχίζοντας να βαρύνουν το παθητικό της, αυτονοήτως συνάγεται ότι η συγκεκριμένη αξίωση ανήκει στα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία που περιέρχονται στην ....

Υπό τα ως άνω δεδομένα, στην περίπτωση που πρώην οφειλέτης της Αγροτικής τράπεζας έχει κατ' αυτής απαίτηση αδικαιολογήτου πλουτισμού, γεννηθείσα από εσφαλμένο προσδιορισμό της ρυθμισθείσας κατ' αρθρο 39 ν.3259/2004 οφειλής του προς την τράπεζα από δάνεια και πιστώσεις που έλαβε προς εξυπηρέτηση της αγροτικής του δραστηριότητας, την οποίαν υπό επιφύλαξη εξόφλησε ολοσχερώς, η συγκεκριμένη αξίωση δεν εμπίπτει στην εξαίρεση της παρ. 2 της αποφάσεως της ΤτΕ, αφού δεν πληροί καμία από τις προπαρατεθείσες περιοριστικά απαριθμούμενες προϋποθέσεις (με προεξάρχουσα εκείνη της ιδιότητας του οφειλέτη της τράπεζας και της περιέλευσής του σε υπερημερία), ώστε να συνδέεται με μη μεταβιβαζόμενο και παραμένον στην Αγροτική τράπεζα περιουσιακό στοιχείο, αλλά υπάγεται, αδιαμφισβήτητα, στα μεταβιβαζόμενα στην ...

περιουσιακά στοιχεία, κατά τη γενική ρύθμιση της παρ. 1 της πιο πάνω απόφασης.

Εν προκειμένω το Εφετείο, δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, ότι ο αναιρεσείων που ήταν αγρότης έλαβε από την Αγροτική τράπεζα για τις γεωργικές του δραστηριότητες, πιστώσεις και δάνεια από το έτος 1988 και εντεύθεν, τις οποίες υπήγαγε κατόπιν σχετικών αιτήσεων για τη ρύθμισή τους προς την άνω τράπεζα στις διατάξεις των ν. 2789/2000, όπως τροποποιήθηκε με το ν. 2912/2001 και στο άρθρο 39 ν.3259/2004.

Ότι η τράπεζα καθόρισε την οφειλή του στο μεγαλύτερο ύψος των 26.091,28 ευρώ, μη εφαρμόζοντας για τον υπολογισμό της την ευνοϊκή για τους αγρότες διάταξη της παρ. 5 του άνω άρθρου 39 ν.3259/2004, δηλαδή το συντελεστή 2 αλλά εκείνον του συντελεστή 3, παρά τη σχετική διαμαρτυρία και επιφύλαξη του αναιρεσείοντος, ο οποίος εν συνεχεία άσκησε την από 25-9-2008 αγωγή με αίτημα να αναγνωρισθεί ότι οι συνολικές ληξιπρόθεσμες οφειλές του υπάγονται στην προμνημονευθείσα ρύθμιση.

Ότι η αγωγή του έγινε δεκτή με την 145/2010 απόφαση του Πολ/λούς Πρωτοδικείου Καβάλας που αναγνώρισε ότι οι οφειλές του ενάγοντος από όλες τις συμβάσεις παροχής πίστωσης και δανειακές συμβάσεις που σύναψε με την .... ανέρχονταν την 04.08.2004, μετά την εφαρμογή της παραγράφου 5 του άρθρου 39 Ν. 3259/2004, στο ποσό των 5.674,61 ευρώ.

Και ότι η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την 125/15-3-2012 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, η οποία απέρριψε την έφεση που άσκησε η δανείστρια Α.Τ.Ε. Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε τα εξής: "... Ο ενάγων, παράλληλα, μετά την αναπροσαρμογή των οφειλών του δυνάμει του Ν.3259/2004, κατέβαλε τις συμφωνημένες δόσεις αποπληρωμής των δανείων, ειδικότερα κατέβαλε το ποσό των 21.621,94 ευρώ σύμφωνα με την με αριθμό 5/13.01.2004 σύμβαση ρύθμισης και το ποσό των 10.164,12 ευρώ, σύμφωνα με την με αριθμό 4/17.01.2005 πράξης ρύθμισης οφειλών.

Τα σχετικά δάνεια, όπως αναπροσαρμόσθηκαν με το λανθασμένο συντελεστή τρία (3), εξοφλήθηκαν ολοσχερώς από τον ίδιο την 18.01.2010, ως ομολογεί, άλλωστε, η εναγομένη στις προτάσεις της πρωτοβάθμιας δίκης....

Συνεπώς, ο ενάγων δικαιούται να αναζητήσει τα ποσά που κατέβαλε μετά τη δημοσίευση του νόμου 3259/2004, καθ' υπέρβαση του τιθέμενου ορίου από τη διάταξη του άρθρου 39 παρ. 5 του ν. 3259/2004 κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, το οποίο, όπως κρίθηκε με τη με αριθμό 125/2012 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, ανερχόταν την 04.08.2004 στο ποσό των 5.674,61 ευρώ.

Στη συνέχεια, κατ' εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 68 παρ. 1 στ, 2 του Ν. 3601/2007, με τη με αριθμό 46/27.07.2012 απόφαση της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος (ΦΕΚ 2208/Β/27-7-2012) καθώς και το παράρτημα της με αριθμό 4/2 7.07.2012 απόφασης της ίδιας Επιτροπής (ΦΕΚ 2209/Β727.07.2012) ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας του πιστωτικού ιδρύματος με την επωνυμία "...." και τέθηκε αυτό σε ειδική εκκαθάριση, στο δε πιστωτικό ίδρυμα με την επωνυμία "...

Α.Ε." μεταβιβάσθηκαν κατ' αρχήν όλες οι συμβατικές σχέσεις του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος με τρίτους καθώς και το σύνολο του ενεργητικού και παθητικού του προαναφερθέντος υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος, εκτός από τις ειδικά αναφερθείσες στο εν λόγω παράρτημα συμβατικές σχέσεις και τα ειδικώς αναφερθέντα περιουσιακά στοιχεία.

Μεταξύ των μη μεταβιβασθέντων περιουσιακών στοιχείων ήταν και οι αξιώσεις και υποχρεώσεις του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος έναντι τpίτωv για απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον όμως συνδεόταν με τα μη μεταβιβασθέντα στοιχεία.

Συνεπώς, εξαιρούνταν της μεταβίβασης οι αξιώσεις και υποχρεώσεις για απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού, ο οποίος δε συνδεόταν με τα μη μεταβιβασθέντα στοιχεία. Το γεγονός ότι τα εξοφληθέντα δάνεια δεν εμπεριέχονταν στον κατάλογο των μη μεταβιβασθέντων στοιχείων, δε σημαίνει ότι, οι υποχρεώσεις του υπό ειδική εκκαθάριση πιστωτικού ιδρύματος έναντι των δανειοληπτών που είχαν εξοφλήσει τα δάνειά τους για απόδοση αδικαιολογήτου πλουτισμού, σχετιζομένου με τα δάνεια αυτά, μεταβιβάσθηκαν στην ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "...

Α.Ε.", αφού δεν απαιτούνταν ειδική πρόβλεψη με την έννοια της ένταξης στις ρυθμίσεις των σχέσεων του παραρτήματος για έννομη σχέση - αξίωση ή σύμβαση που δεν ήταν "ενεργή", δεδομένου ότι, αντικείμενο ρύθμισης αποτέλεσαν τα υπάρχοντα κατά την 27.07.2012 περιουσιακά στοιχεία της ... Ειδικότερα, μετά την έκδοση της προαναφερόμενης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης (με αρ 125/14.03.2012) που απέρριψε στην ουσία της την έφεση της ....

κατά της με αριθμό 145/2010 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καβάλας, δημοσιεύθηκε (Φ.Ε.Κ. τεύχος Β) η με αριθμό 2208/27.07.2012 απόφαση της Επιτροπής Μέτρων Εξυγίανσης της Τράπεζας της Ελλάδος, με την οποία αποφασίστηκε η ανάκληση της άδειας λειτουργίας της Α.Τ.Ε., λόγω της αδυναμίας της να προτείνει σχέδιο αποκατάστασης της κεφαλαιακής της επάρκειας, η θέση αυτής σε ειδική εκκαθάριση και ο διορισμός του Ν.

Μ. του Δ., ως εκκαθαριστή, στον οποίο δόθηκε εντολή να μεταβιβάσει στην εναγόμενη τραπεζική εταιρία το σύνολο των μεταβιβαζόμενων στοιχείων που αναφέρονται στο παράρτημα της απόφασης της ως άνω Επιτροπής της Τράπεζας της Ελλάδας (που δημοσιεύθηκε στο Φ. Ε.Κ Β' 2209/27.07.2012). Στο ίδιο παράρτημα και στην παράγραφο 2 αυτού αναφέρονται επίσης τα περιουσιακά στοιχεία της ....

που δεν μεταβιβάζονται, αλλά διατηρούνται στο ενεργητικό της "Αγροτική" ή συνεχίζουν να βαρύνουν το παθητικό της "Αγροτική". Η εναγόμενη τραπεζική εταιρία, ισχυριζόμενη ότι κατά τη στιγμή της μεταβίβασης, οι ρυθμιστικές των δανείων συμβάσεις δεν ήταν ενεργές, αφού οι οφειλές από τα δάνεια είχαν εξοφληθεί ολοσχερώς από τον ενάγοντα, αρνείται ότι στην προκείμενη περίπτωση μεταβιβάστηκε η επίδικη έννομη σχέση.

Από το περιεχόμενο και τη διατύπωση της με αριθμό 4/27.07.2012 απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδας, προκύπτει καταρχήν ότι σκοπός της μεταβίβασης των περιουσιακών στοιχείων της .... στην εναγομένη, ήταν η διατήρηση της εμπιστοσύνης των καταθετών στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και η σταθερότητα αυτού, η οποία θα κλονιζόταν από τη διακοπή των τραπεζικών εργασιών, χωρίς τη λήψη μέτρων εξυγίανσης, κατά τα όσα στη νομική σκέψη της παρούσας αναφέρθηκαν ήδη.

Στα πλαίσια του σκοπού αυτού ωστόσο, η εναγόμενη εταιρία (Ανώνυμη Τραπεζική Εταιρία με την επωνυμία " ... Α.Ε."), έλαβε, μεταξύ άλλων, τα ταμειακά διαθέσιμα της Α.Τ.Ε. και τις έννομες σχέσεις έναντι πελατών της που πηγάζουν ή σχετίζονται με δανειακές συμβάσεις, οι λογαριασμοί των οποίων ήταν ενήμεροι, ή σε κάθε περίπτωση οι πιστούχοι τους δεν βρίσκονταν σε υπερημερία άνω των 30 ημερών ή άνω των 360 ημερών, εφόσον πρόκειται για δανειακές συμβάσεις που αποσκοπούν στη χρηματοδότηση στους κλάδους της γεωργίας, κτηνοτροφίας κλπ, όπως προκύπτει από το συνδυασμό της παραγράφου 1 περ.

στ' του παραρτήματος της ανωτέρω απόφασης της Τράπεζας της Ελλάδος, με την παράγραφο 2 περ. ιδ. Περαιτέρω, κατά ρητή πρόβλεψη στην παράγραφο 2 περ. ζ', δεν μεταβιβάζονται στην εναγόμενη εταιρία, όλες οι υποχρεώσεις της "Αγροτική" έναντι τρίτων, για απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού, εφόσον συνδέονται με τα μη μεταβιβαζόμενα στοιχεία.

Επομένως, από τη γραμματική διατύπωση της διάταξης αυτής, προκύπτει ότι, οι αξιώσεις τρίτων κατά της Α.Τ.Ε. για απόδοση αδικαιολόγητου πλουτισμού παραμένουν στον εκκαθαριστή, εφόσον απορρέουν από δανειακές συμβάσεις των οποίων οι πιστούχοι είναι υπερήμεροι στην καταβολή των οφειλόμενων ποσών κατά τις ειδικότερες διακρίσεις των υποπεριπτώσεων ι έως ίν της περίπτωσης ιδ' της παραγράφου 2, εξ αντιδιαστολής δε ότι, αξιώσεις τρίτων για αδικαιολόγητο πλουτισμό που συνδέονται με δάνεια εξυπηρετούμενα κατά τη στιγμή της μεταβίβασης, μεταβιβάζονται στην εναγομένη, η οποία ως προς τα μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία πλέον υπεισέρχεται στη θέση της Α.Τ.Ε.

σχετικά με τις δίκες που τα αφορούν (ex lege υποκατάσταση) και υπέχει θέση ειδικού διαδόχου του υπό εκκαθάριση νομικού προσώπου. Στην ερευνώμενη περίπτωση, όμως, πρόδηλο καθίσταται ότι, o ενάγων δεν ήταν υπερήμερος, αφού τα επίδικα δάνεια είχαν ήδη εξοφληθεί, δηλαδή, η σύμβαση, από την οποία απορρέει η αξίωση του ενάγοντος, δεν ήταν εξυπηρετούμενη κατά τη χρονική στιγμή της μεταβίβασης, αφού αυτή είχε ήδη εξοφληθεί, κατά συνέπεια, δεν ήταν ενεργή κατά τον κρίσιμο αυτό χρόνο ακριβώς λόγω καταβολής του εναπομείναντος ποσού της οφειλής, γενομένου δεκτού στην ουσία του και του σχετικού σκέλους (περί έλλειψης παθητικής νομιμοποίησης της εναγόμενης) του πρώτου λόγου της κρισιολογούμενης έφεσης, ως βάσιμου.

Ειδικότερα, κατά τον χρόνο της μεταβίβασης (την 27.07.2012), είχε ήδη γεννηθεί η αξίωση του ενάγοντος για την απόδοση των ποσών που καταβλήθηκαν καθ' υπέρβαση του τιθέμενου από το Ν. 3259/2004 ορίου, όπως αυτό αναγνωρίστηκε δυνάμει της με αριθμό 125/15.03.2012 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης (που προηγήθηκε της μεταβίβασης), επιπλέον, τα ποσά που καταβλήθηκαν από τον ενάγοντα καθ' υπέρβαση του τιθεμένου από το νόμο ορίου, με τα οποία αυτός εξόφλησε κάθε οφειλή του προς την Α.Τ.Ε., περιελήφθησαν στα ταμειακά διαθέσιμα της τελευταίας. 'Ώστε, μη ορθά κρίθηκε από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ότι, η επίδικη αξίωση αδικαιολόγητου πλουτισμού αποτελεί μεταβιβαζόμενο στην εναγομένη τραπεζική εταιρία στοιχείο, συνακόλουθα, ότι, οφείλει η τελευταία να αποδώσει στον ενάγοντα τα αχρεωστήτως καταβληθέντα ποσά, λόγω της επελθούσας εκ του νόμου ειδικής διαδοχής.

Με βάση τα παραπάνω, εφόσον η επίδικη έννομη σχέση του ενάγοντος εμπίπτει στην κατηγορία, των "μη μεταβιβαζόμενων στην ..." στοιχείων, αφού, οι οφειλές του, από δανειακές συμβάσεις και συμβάσεις παροχής πίστωσης με ανοικτό λογαριασμό που αποσκοπούσαν στη χρηματοδότηση της δραστηριότητάς του σε κλάδους γεωργίας και κτηνοτροφίας, ρυθμίστηκαν με πρόσθετες πράξεις ρύθμισης οφειλών της "Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε.", ακολούθως δε, εξόφλησε ο ενάγων την 18.01.2010 και την τελευταία δόση, η αγωγή απαραδέκτως στρέφεται κατά της "Τράπεζας ...

Α.Ε.", η οποία δεν νομιμοποιείται παθητικά, ως προς την προκείμενη δίκη, σχετιζόμενη με τα μη μεταβιβαζόμενα περιουσιακά στοιχεία. Κατ' ακολουθίαν, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, με την εκκαλούμενη απόφασή του, δέχθηκε την αγωγή στην ουσία της, έσφαλε ως προς την εφαρμογή του νόμου και την εκτίμηση των αποδείξεων γινομένου δεκτού, ως ουσιαστικά βάσιμου του σχετικού (πρώτου) λόγου της κρισιολογούμενης εφέσεως....".Με βάση τις ως άνω παραδοχές το Εφετείο, κατά παραδοχή της εφέσεως της αναιρεσίβλητης τράπεζας ..., εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και δικάζοντας επί της ένδικης αγωγής, την απέρριψε για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσεως της αναιρεσίβλητης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δηλαδή με το να δεχθεί ότι η επίδικη από αδικαιολόγητο πλουτισμό αξίωση του αναιρεσείοντος δεν συγκαταλέγεται μεταξύ των εννόμων σχέσεων και περιουσιακών στοιχείων που μεταβιβάστηκαν κατ' εφαρμογή της άνω απόφασης της ΤτΕ στην αναιρεσίβλητη ..., αλλά εμπίπτει στα "μη μεταβιβαζόμενα" και παραμένοντα στο παθητικό της υπό ειδική εκκαθάριση τεθείσας Αγροτικής τράπεζας περιουσιακά στοιχεία και ότι ως εκ των ανωτέρω η εν λόγω αναιρεσίβλητη δεν νομιμοποιείται παθητικά ως ex lege ειδική διάδοχος της Αγροτικής τράπεζας, εσφαλμένα ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 63Δ, 68 του ν. 3601/2007 και την κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθείσα 4/27-7-2012 απόφαση της ΤτΕ, σε συνδυασμό με τη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, παρότι συνέτρεχαν οι νόμιμοι αυτών όροι και προϋποθέσεις, καθόσον, υπό τις ως άνω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, η συγκεκριμένη αξίωση δεν εμπίπτει σε κάποια από τις περιοριστικά απαριθμούμενες περιπτώσεις της εξαίρεσης της παρ. 2 της πιο πάνω απόφασης, λόγω μη συνδρομής των αναφερόμενων σ' αυτή προϋποθέσεων (και ιδιαίτερα της ιδιότητας του αναιρεσείοντος οφειλέτη της Αγροτικής ως υπερήμερου) και, συνεπώς, υπάγεται στα "μεταβιβαζόμενα" στην αναιρεσίβλητη περιουσιακά στοιχεία και έννομες σχέσεις κατά τη γενική ρύθμιση της παρ. 1 της άνω αποφάσεως.

Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την εν λόγω, από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι βάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλον Δικαστή.

Επίσης πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα (άρθ. 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη λόγω της ήττας της (άρθρ. 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την με αριθμό 339/2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο που θα συγκροτηθεί από Δικαστή άλλον από αυτόν που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα.

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες (2.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Μαΐου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ