Supreme Court dismisses appeal on vague grounds regarding employer's implied contract renewal declaration.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of Appeals' decision regarding a fixed-term employment contract. The appellant argued the employer implicitly agreed to renew the contract based on a claim for damages filed before the term expired, but the lower court found no explicit declaration of renewal. The court rejected the appeal because the grounds were too vague to identify specific errors and because the lower court's evaluation of the contract document was a factual assessment not subject to appellate review.
Legislator headnote
AI generatedArticles 669, 672, 174, 180, 656 of the Civil Code; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on vague grounds regarding the interpretation of a factual declaration is inadmissible and unfounded if the lower court's evaluation of the document constitutes a matter of fact assessment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 865 / 2015 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 865/2015
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές, Απόστολο Παπαγεωργίου, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεώργιου Γιαννούλη και του αρχαιοτέρου της σύνθεσης Χριστόφορου Κοσμίδη), Παναγιώτη Κατσιρούμπα, Γεώργιο Αναστασάκο, Σοφία Καρυστηναίου και Δήμητρα Κοκοτίνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση, στο Κατάστημά του, την 28η Απριλίου 2015, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
ΤΟΥ ΑΝΑΙΡΕΣΕΙΟΝΤΟΣ: Γ. Σ. του Β., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Σεραφείμ Πολυχρόνη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
ΤΗΣ ΑΝΑΙΡΕΣΙΒΛΗΤΗΣ: Ελληνικής Ομοσπονδίας Πυγμαχίας "Ε.Ο.Π." που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Σπύρου Παυλάτου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-6-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2124/2009 οριστική του ιδίου δικαστηρίου και 5590/12 Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο ήδη αναιρεσείων με την από 15-10-2013 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Δήμητρα Κοκοτίνη ανέγνωσε την από 14-4-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγείται την απόρριψη της από 15-10-2013 αίτησης αναίρεσης της υπ' αριθμ 5590/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 669 του ΑΚ, προκύπτει ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει όταν η διάρκειά της είναι σαφώς καθορισμένη, είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί συνάγεται από το σκοπό και το είδος της. Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 672, 174, 180 και 656 του ΑΚ συνάγεται ότι επί συμβάσεως εργασίας ορισμένου χρόνου, αν αυτή καταγγελθεί από τον εργοδότη πριν από τη λήξη της για λόγο ο οποίος δεν είναι σπουδαίος ή είναι μεν σπουδαίος, αλλά αποδεικνύεται μη αληθής, η καταγγελία αυτή είναι άκυρη και ο μετά από αυτή μη αποδεχόμενος την εργασία του μισθωτού εργοδότης υποχρεούται σε καταβολή μισθών υπερημερίας ενώ, περαιτέρω, η καταγγελία αυτή της συμβάσεως περιέχει και δήλωση του εργοδότη για τη μη αποδοχή στο μέλλον των υπηρεσιών του απολυθέντος.
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 8 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπ' όψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου εφέσεως, όχι δε και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι κατά νόμο ισχυρισμοί (ΑΠ 250/2014, ΑΠ 460/2014).
Ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται αν ο ισχυρισμός ήταν αόριστος ή μη νόμιμος και επομένως δεν ασκεί έννομη επιρροή στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 8/2013, ΟλΑΠ 14/2004) ή αν λήφθηκε υπόψη και απορρίφθηκε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 3/1997, ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 250/2014, ΑΠ 460/2013).
Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 522 ΚΠολΔ, με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους Η διάταξη αυτή ρυθμίζει ειδικώς, σε σχέση με την έφεση, την καθιερούμενη από το άρθρο 106 ΚΠολΔ γενική αρχή της διαθέσεως, σύμφωνα με την οποία το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά.
Το Εφετείο, για να αποφασίσει αν πρέπει ή όχι να εξαφανίσει την εκκαλούμενη απόφαση, είναι υποχρεωμένο να περιοριστεί στην έρευνα μόνο των παραπόνων που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης ή τους πρόσθετους λόγους και των ισχυρισμών τους οποίους, ως υπεράσπιση κατά των λόγων αυτών, προβάλλει, σύμφωνα με το άρθρο 527 παρ.1, του ίδιου Κώδικα ο εφεσίβλητος, καθώς και εκείνων των ζητημάτων, η έρευνα των οποίων προηγείται ως αναγκαίο προαπαιτούμενο για να ληφθεί απόφαση σχετικά με τα παράπονα που διατυπώνονται με τους λόγους έφεσης και τα οποία κατά νόμο εξετάζει αυτεπαγγέλτως το εφετείο στην περίπτωση που με την έφεση διατυπώνονται παράπονα μόνο για την κρίση ως προς την ουσιαστική βασιμότητα αυτών (AΠ 1481/2013, ΑΠ 1625/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη, από 15-10-2013, αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 5590/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής, κατ' επιτρεπτή, κατά το άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, εκτίμηση των διαδικαστικών εγγράφων: Mε την από 19-6-2006 αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων επικαλέστηκε ότι προσλήφθηκε στις 2-1-2005 από την εναγομένη και ήδη αναιρεσίβλητη Ελληνική Ομοσπονδία Πυγμαχίας με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας από 1-1-2005 έως 31-12-2006, προκειμένου να εργασθεί ως τεχνικός σύμβουλος αυτής, αντί των αναφερόμενων μηνιαίων αποδοχών.
Ότι στις 11-4-2006 η εναγομένη κατήγγειλε ακύρως τη σύμβαση εργασίας του χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου και χωρίς να του καταβάλει τις μέχρι τότε αναφερόμενες δεδουλευμένες αποδοχές του, με συνέπεια, λόγω της ακυρότητας της καταγγελίας, να του οφείλει μισθούς υπερημερίας για το χρονικό διάστημα από την ημερομηνία της άκυρης καταγγελίας (11-4-2006) μέχρι τη λήξη της συμβάσεως εργασίας του (31-12-2006), καθώς και για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 μέχρι 31-12-2008, οπότε θα είχε ανανεωθεί η σύμβαση εργασίας του, μετά την άσκηση από μέρους του, του παρεχόμενου σε αυτόν βάσει ρητής πρόβλεψης στην επίδικη σύμβαση, δικαιώματος μονομερούς ανανέωσης αυτής.
Στη συνέχεια του ιστορικού αυτού ζήτησε ο ενάγων να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας του εκ μέρους της εναγομένης, να υποχρεωθεί η τελευταία να του καταβάλει για τις ανωτέρω αιτίες το ποσό των 53.500 ευρώ, καθώς και το ποσό των 5.000 ευρώ για χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης.
Επί της εν λόγω αγωγής εκδόθηκε, μετά από μερική παραδοχή της, η υπ' αριθμ.2124/2009 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και στη συνέχεια, μετά την άσκηση από μέρους της εναγομένης της από 30-9-2009 εφέσεως, η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 5590/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, κρίση την οποία στήριξε στις ακόλουθες αναιρετικώς ανέλεγκτες ουσιαστικές παραδοχές:
Ότι ο ενάγων, ο οποίος είναι πτυχιούχος καθηγητής φυσικής αγωγής, με ιδιαίτερες διακρίσεις στο άθλημα της πυγμαχίας, το οποίο είχε στο παρελθόν υπηρετήσει, προσλήφθηκε την 1-1-2005 από την εναγόμενη Ελληνική Ομοσπονδία Πυγμαχίας (ΕΟΠ) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου για να παρέχει τις υπηρεσίες του ως τεχνικός σύμβουλος, από 1-1-2005 μέχρι 31-12-2006, αντί μηνιαίων συμβατικών αποδοχών ποσού 1.000 ευρώ.
Ότι ο ενάγων είχε τα ειδικότερα καθήκοντα που περιγράφονται στα δύο έγγραφα συμφωνίες, με ημερομηνία 2-1-2005, που προσκόμισαν οι διάδικοι και φέρουν τις υπογραφές αμφοτέρων των συμβαλλομένων μερών, η γνησιότητα των οποίων (υπογραφών) δεν αμφισβητείται απ' αυτούς. Ότι η εναγομένη κατήγγειλε στις 12-4-2006 την επίδικη σύμβαση εργασίας του ενάγοντος επικαλούμενη ουσιώδη μεταβολή των συνθηκών και ειδικότερα επικαλέστηκε τη μη ύπαρξη Εθνικών Ομάδων Ανδρών και Εφήβων, προκειμένου ο ενάγων να ασκήσει τα καθήκοντά του.
Ότι, ειδικότερα, η εναγομένη κοινοποίησε στον ενάγοντα την από 10-4-2006 εξώδικη δήλωσή της, με την οποία δηλώνει ότι καταγγέλλει την επίδικη σύμβαση εργασίας του πριν από τη λήξη της, για το λόγο ότι "... από την ημέρα υπογραφής της μεταξύ τους ως άνω σύμβασης έχει επέλθει ουσιαστική μεταβολή των συνθηκών, καθώς δεν υπάρχουν Εθνικές Ομάδες τόσο Ανδρών και Εφήβων όσο και των υπολοίπων κατηγοριών, προκειμένου να ασκήσετε τα προβλεπόμενα από τη σύμβαση καθήκοντά σας" και ότι η συνέχισή της είναι άνευ αντικειμένου και καθίσταται ιδιαίτερα επαχθής για την Ομοσπονδία.
Ότι από τα αναφερόμενα αποδεικτικά στοιχεία, προκύπτει ότι κατά το επίδικο χρονικό διάστημα υπήρχε Εθνική Ομάδα Πυγμαχίας και μάλιστα με συνεχή δραστηριότητα, η ίδια δε η εναγομένη ενάμιση μήνα μετά την καταγγελία της συμβάσεως του ενάγοντος ανακοίνωσε με το 1513/29-5-2006 έγγραφό της προς τα σε αυτό αναφερόμενα σωματεία κλπ τη σύνθεση των Εθνικών Ομάδων της Ομοσπονδίας (Ανδρών, Εφήβων και Γυναικών).
Ότι η ύπαρξη και λειτουργία των ομάδων προκύπτει και από τους επίσημους ισολογισμούς της εναγομένης των ετών 2006 έως 2008, όπου έχουν καταχωριστεί κεφάλαια με τίτλο "ΔΑΠΑΝΕΣ ΕΘΝΙΚΩΝ ΟΜΑΔΩΝ και ΑΜΟΙΒΕΣ ΠΡΟΠΟΝΗΤΩΝ -ΕΘΝΙΚΩΝ ΣΥΜΒΟΥΛΩΝ", ότι από τις προσκομιζόμενες από τον ενάγοντα αθλητικές ιστοσελίδες, μεταξύ των οποίων και της ίδιας της εναγομένης, και τα δημοσιεύματα εφημερίδων προκύπτει ότι η Εθνική ομάδα Ανδρών Πυγμαχίας έλαβε μέρος κανονικά στο Πρωτάθλημα Πυγμαχίας το Μάιο του έτους 2006 και μάλιστα είχε και σημαντικές διακρίσεις ...
η ίδια δε ομάδα (Εθνική Ανδρών Πυγμαχίας) συμμετείχε στους πενταεθνείς αγώνες πυγμαχίας της Κύπρου "Λεμέσεια", όπου οι Έλληνες αθλητές κατέκτησαν πέντε μετάλλια, καθώς και στο Ευρωπαϊκό Πρωτάθλημα του έτους 2006 στο Πλόβντιβ της Βουλγαρίας, η δε Εθνική Ομάδα Νέων Ανδρών και Εφήβων συμμετείχε στο εξαεθνές τουρνουά της Κύπρου.
Ότι η ύπαρξη αλλά και η συνεχής αγωνιστική δραστηριότητα και ετοιμότητα της Εθνικής Ομάδας Πυγμαχίας και για τα επόμενα έτη 2007 και 2008 προκύπτει και από το γεγονός ότι η ομάδα αυτή συμμετείχε με δύο αθλητές της στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Πεκίνου τον Αύγουστο 2008, εκπροσωπώντας την Ελλάδα. Συνεχίζει το Εφετείο ότι, κατόπιν αυτών, καμία ουσιώδης μεταβολή δεν υπήρξε για την καταγγελία της σύμβασης ορισμένου χρόνου του ενάγοντος με την εναγομένη και κανένας, επομένως, σπουδαίος προς τούτο λόγος.
Ότι, συνεπώς, και ανεξάρτητα από το παραδεκτό της σχετικής ένστασης της εναγομένης περί σπουδαίου λόγου για την καταγγελία, λόγω μη υποβολής της προφορικά στο ακροατήριο και καταχώρησής της στα πρακτικά συνεδρίασης αυτού, η ένδικη καταγγελία είναι άκυρη και επομένως θεωρείται ως μη γενομένη. Δέχεται περαιτέρω το Εφετείο ότι, αρνούμενη η εναγομένη να αποδεχθεί τις προσφερόμενες προσηκόντως υπηρεσίες του ενάγοντος, περιήλθε σε κατάσταση υπερημερίας εργοδότη και οφείλει μισθούς υπερημερίας και συγκεκριμένα τους μισθούς και τα επιδόματα εορτών και αδείας, που αυτός θα εισέπραττε μέχρι τη λήξη της σύμβασης εργασίας του, ήτοι μέχρι τις 31-12-2006, που ανέρχονται συνολικά στο ποσό των 25.500 ευρώ.
Δέχεται ακόμη η προσβαλλόμενη απόφαση, στην απορριπτική κρίση της ως προς το κεφάλαιο των μισθών υπερημερίας για τη διετία 1-1-2007 έως 31-12-2008, κατ' ακριβή αντιγραφή της ως προς τούτο, τα ακόλουθα: "Πρέπει να σημειωθεί ότι τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν ρητά ότι ο ενάγων προσλαμβάνεται για δύο χρόνια, ήτοι μέχρι τις 31-12-2006, με δικαίωμα, όμως, ανανέωσης αυτής για δύο ακόμα χρόνια.
Ειδικότερα η διατύπωση της ειδικότερης αυτής συμφωνίας των μερών έχει επί λέξει ως εξής: α) στην χαρακτηριζόμενη ως ΣΥΜΒΑΣΗ ΜΕΡΙΚΗΣ ΑΠΑΣΧΟΛΗΣΗΣ, που επικαλείται και προσκομίζει η εναγομένη, την οποία, όμως, δεν αμφισβητεί και ο ενάγων "... με δικαίωμα ανανέωσης για δύο ακόμη χρόνια, δηλαδή μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2008, εφόσον το επιθυμεί ο δεύτερος των συμβαλλομένων ..." και β) στην χαρακτηριζόμενη ως ΙΔΙΩΤΙΚΟ ΣΥΜΦΩΝΗΤΙΚΟ, που προσκομίζει ο ενάγων και δεν δέχεται η εναγομένη, "...
με μονομερείς εκ μέρους του δευτέρου των συμβαλλομένων (ενάγοντος) δικαίωμα ανανέωσης για δύο ακόμη χρόνια, δηλαδή μέχρι την 31 Δεκεμβρίου 2008 ...). Από την διατύπωση του όρου αυτού στις εν λόγω συμβάσεις, οι οποίες συνάφθηκαν εγκύρως ως πρωτότυπες και το περιεχόμενό τους δεν βρίσκεται σε διάσταση, προκύπτει σαφώς και χωρίς κενά ή αμφιβολίες η βούληση των μερών, ότι ο δεύτερος των συμβαλλομένων (ενάγων) είχε το δικαίωμα ανανέωσης της διάρκειας της σύμβασης με μονομερή δήλωσή του προς την αντισυμβαλλόμενη Ε.Ο.Π. (εναγόμενη), την οποία θα απηύθυνε στην τελευταία, χωρίς να απαιτείται και η έγκριση ή συναίνεσή της προς τούτο (για την ανανέωση).
Στην προκείμενη, όμως, περίπτωση, από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε, ούτε άλλωστε επικαλείται ο ενάγων, ότι ο τελευταίος δήλωσε με οποιοδήποτε τρόπο στην εναγομένη την βούλησή του για ανανέωση της σύμβασης εργασίας του πριν από την πάροδο της διετίας, ήτοι πριν από τις 31-12-2006. Το γεγονός δε ότι η εναγομένη βρισκόταν κατ' εκείνο το χρόνο σε υπερημερία λόγω της κατά τα άνω άκυρης καταγγελίας της σύμβασης ουδεμία επιρροή ασκεί, δεδομένου μάλιστα ότι ο ενάγων θεωρούσε και δεχόταν τη σύμβασή του εργασίας ενεργό και, επομένως, όφειλε ο ίδιος να τηρεί αυτή ως προς όλους τους όρους της, ήτοι και ως προς τον αμέσως παραπάνω.
Κατόπιν αυτών, η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος έληξε με την πάροδο της διετίας, ήτοι στις 31-12-2006, και δεν δικαιούται αυτός τους αιτούμενους μισθούς υπερημερίας για το διάστημα από 1-1-2007 μέχρι 31-12-2008, η δε αγωγή ως προς το κονδύλιο αυτό είναι αβάσιμη κατ' ουσίαν ...". Κατ' ακολουθία των παραδοχών αυτών, το Εφετείο εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση ως προς το κεφάλαιο των μισθών υπερημερίας για τη διετία 1-1-2007 έως 31-12-2008 και απέρριψε την αγωγή ως προς το αντίστοιχο αίτημα ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης προσάπτονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι εξής αναιρετικές πλημμέλειες: A) Με τον πρώτο λόγο αυτής, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον μη προταθέντα από την αναιρεσίβλητη ισχυρισμό, ότι ο αναιρεσείων δεν δήλωσε τη βούλησή του για ανανέωση της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου που τους συνέδεε για μία ακόμη διετία πριν τη λήξη της συμφωνημένης διάρκειάς της, καθόσον η αναιρεσίβλητη με τον τρίτο λόγο της έφεσής της ισχυρίστηκε ότι το δικαίωμα ανανέωσης της σύμβασης αυτής για δύο ακόμη έτη, εφόσον το επιθυμεί ο ενάγων-αναιρεσείων, δεν είναι μονομερές, αλλά προϋποθέτει και τη δική της συναίνεση και Β) Με το σκέλος β' του δεύτερου λόγου αναίρεσης, από τον αριθμό 1, στην πραγματικότητα όμως από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ο αναιρεσείων προβάλλει την αιτίαση ότι στο Εφετείο μεταβιβάστηκε με τον τρίτο λόγο της έφεσης της ήδη αναιρεσίβλητης ότι ο ενάγων δεν είχε το δικαίωμα για μονομερή ανανέωση της σύμβασης ορισμένου χρόνου που τους συνέδεε για μία ακόμη διετία, αλλά, παρά ταύτα, το Εφετείο προχώρησε σε κρίση πέραν των ορίων του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης, κρίνοντας ότι αυτός δεν εκδήλωσε τη βούλησή του για ανανέωση της σύμβασης εργασίας του για τη διετία 1-1-2007 έως 31-12-2008.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι. Ειδικότερα, ο πρώτος λόγος κρίνεται απορριπτέος διότι, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο αντιμετώπισε και απέρριψε κατ' ουσία τον προβληθέντα ισχυρισμό της αναιρεσίβλητης, με την παραδοχή κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν, δηλαδή ότι ο ενάγων είχε το δικαίωμα ανανέωσης της σύμβασης με μονομερή δήλωση απευθυντέα προς την αναιρεσίβλητη, χωρίς να είναι αναγκαία η έγκριση ή η συναίνεση της τελευταίας για την ανανέωση αυτή, αλλά, όμως, ο αναιρεσείων δεν άσκησε το σχετικό δικαίωμά του μέχρι τις 31-12-2006, που έληξε η συμφωνημένη διάρκειά της.
Εξ άλλου, από την επισκόπηση της από 30-9-2009 εφέσεως της αναιρεσίβλητης κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης, προκύπτει ότι αυτή εξεκάλεσε την ως άνω απόφαση, μεταξύ άλλων, τόσο για εσφαλμένη απόρριψη του ισχυρισμού της ότι για σπουδαίο λόγο λύθηκε η σύμβαση εργασίας με τον αναιρεσείοντα, όσο και για την παραδοχή του κεφαλαίου της αγωγής για καταβολή μισθών υπερημερίας για τη διετία 1-1-2007 έως 31-12-2008.
Επομένως, εφόσον στο σύνολό της η πρωτοβάθμια απόφαση κατά το μέρος που απέρριψε την ένσταση της αναιρεσίβλητης για καταγγελία της επίμαχης σύμβασης εργασίας για σπουδαίο λόγο και κατά το μέρος που απέρριψε τον ισχυρισμό- αιτιολογημένη άρνηση της αναιρεσίβλητης, ότι ο αναιρεσείων δεν είχε δικαίωμα για μονομερή ανανέωση αυτής για μία ακόμη διετία, μεταβιβάστηκε στο Εφετείο, δεν λήφθηκαν υπ' όψη από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση πράγματα που δεν προτάθηκαν.
Άλλωστε, αναγκαίο προαπαιτούμενο για την καταβολή μισθών υπερημερίας στον ενάγοντα για το χρονικό διάστημα από 1-1-2007 έως 31-12-2008 ήταν η έρευνα του γεγονότος αν αυτός άσκησε το δικαίωμα για μονομερή ανανέωση της σύμβασης εργασίας του για το εν λόγω χρονικό διάστημα. Κατά συνέπεια, εφόσον το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια, ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ είναι απορριπτέος.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται και όταν η παράβαση του κανόνα δικαίου αφορά τους ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, γενικούς ή ειδικούς, με τους οποίους αίρονται οι ασάφειες ή πληρούνται τα κενά που διαπιστώνονται στις δικαιοπρακτικές δηλώσεις βουλήσεως των μερών.
Ειδικότερα, παράβαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών, που περιέχονται στα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, υφίσταται όταν το δικαστήριο της ουσίας είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι κατά την ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του δέχθηκε ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας (ΑΠ 426/2010), είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς κανόνες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχρηζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 ΑΚ (ΑΠ 349/2014, ΑΠ 1098/2011, ΑΠ 574/2010).
Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία μπορεί να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αρκεί όμως να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση ή ακόμη και παρά τη ρητή διαβεβαίωση της ανυπαρξίας της, το δικαστήριο της ουσίας προέβη σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι το δικαστήριο αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 1098/2011, ΑΠ 79/2007).
Πρέπει, δε, για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, να αναφέρεται στο αναιρετήριο το περιεχόμενο της δήλωσης που δεν ερμηνεύτηκε ή εσφαλμένα ερμηνεύτηκε, η διαπίστωση από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας ως προς τη δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως, το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει σε αυτή με σωστή ερμηνεία η απόφαση και σε τι συνίσταται το σφάλμα της ως προς την παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων (ΑΠ 349/2014, ΑΠ 5/2010, ΑΠ 1098/2011).
Στην προκείμενη περίπτωση ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδει στην απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια για παραβίαση του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 173 του ΚΠολΔ. Ειδικότερα, ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι ο τρόπος και ο χρόνος άσκησης, από μέρους του, του δικαιώματος για μονομερή ανανέωση της σύμβασης εργασίας του ορισμένου χρόνου δεν αναφέρεται ρητά ούτε στην από 2-1-2005 σύμβαση μερικής απασχόλησης ούτε στο από 2-1-2005 ιδιωτικό συμφωνητικό, που έχουν συναφθεί μεταξύ των διαδίκων, οπότε συνάγεται από αυτά ότι θα μπορούσε να ασκηθεί ακόμη και σιωπηρά.
Ότι στο δικόγραφο της από 19-6-2006 αγωγής του κατά της αναιρεσίβλητης, η οποία επιδόθηκε σε αυτή τον Ιούνιο του έτους 2006, δηλαδή πριν τη λήξη της συμφωνημένης διάρκειας της εν λόγω σύμβασης εργασίας, και ιδιαίτερα στην περικοπή αυτής ότι ζητεί για μισθούς υπερημερίας λόγω μη αποδοχής των κανονικά προσφερθεισών υπηρεσιών του βάσει της σύμβασής του από 1-1-2007 έως 31-12-2008, ''οπότε θα ανανεωνόταν η σύμβασή του βάσει του μονομερούς εκ μέρους του δικαιώματος ανανέωσης, όπως αναγράφεται στη σύμβαση, τα ακόλουθα ποσά...
και συνολικά το ποσό των 28.000 ευρώ'', σαφώς διατυπώνεται η έκφραση της αληθινής βούλησής του για την ανανέωση της σύμβασης εργασίας του για τη διετία 1-1-2007 έως 31-12-2008. Παρά ταύτα, όμως, το Εφετείο προέβη σε στενή ερμηνεία της δήλωσής του αυτής και με προσήλωση στις λέξεις και έτσι κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι " από κανένα στοιχείο δεν προέκυψε ότι ο ενάγων δήλωσε με οποιοδήποτε τρόπο στην εναγόμενη τη βούλησή του για ανανέωση της σύμβασης εργασίας του μετά την πάροδο της διετίας".
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού δεν προσδιορίζεται, όπως κατά τα προεκτεθέντα θα έπρεπε, το κενό ή η ασάφεια που υποτίθεται ότι διαπίστωσε το Εφετείο στη μονομερή δήλωση βουλήσεως του ενάγοντος- αναιρεσείοντος, που εμπεριέχεται στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής του και το περιεχόμενο που έπρεπε να προσδώσει το Εφετείο στην απόφασή του με σωστή ερμηνεία.
Ανεξάρτητα, όμως, από την αοριστία του ως άνω λόγου αναίρεσης, αυτός είναι και αβάσιμος, διότι εφόσον το δικαστήριο της ουσίας δεν διαπίστωσε, ευθέως ή εμμέσως, κενό ή ασάφεια ως προς την ανωτέρω δήλωση βουλήσεως του αναιρεσείοντος, ορθώς δεν προσέφυγε στον ερμηνευτικό κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ, η κρίση του δε αυτή δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο, όπως, επίσης, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο και η εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής απ' αυτό, διότι αυτή αποτελεί εκτίμηση γεγονότων.
Ενόψει όλων αυτών και εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό νόμιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15-10-2013 αίτηση του Γ. Σ. κατά της Ελληνικής Ομοσπονδίας Πυγμαχίας για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 5590/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια οκτακόσια (1.800) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 9 Ιουνίου 2015.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2015.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ