Legislator Case Law & Legislation
865/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on land ownership dispute where possession was in bad faith due to public land status.

Case Number 865/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding land ownership. The appellants argued that the lower court erred by accepting a 1948 possession date instead of 1943, violating procedural rules. The court rejected this, ruling that the 1948 date was correct because the possessor knew the land was public common property, constituting bad faith which prevented the calculation of the required possession period.

Legislator headnote

AI generated

Art. 4 of Law 3127/2003; Art. 559(8)(a) of the Code of Civil Procedure: Possession in bad faith, established by knowledge of the property's public status, interrupts the calculation of the possession period required for acquiring ownership rights against the state.

Keywords

AI generated
bad faith possession public common property acquisition of ownership Code of Civil Procedure land registration law possession period calculation state immunity

Cited Legislation

AI generated
Art. 4 of Law 3127/2003
Art. 559(8)(a) of the Code of Civil Procedure
Art. 559(1)(19) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 865 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 865/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Μ. χας Δ. Χ., το γένος Κ. Τ., κατοίκου ..., 2. Κ. συζ. Α. Τ., το γένος Δ. Χ., κατοίκου ..., 3. Ν. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 4. Κ. Χ. του Δ., κατοίκου ..., 5. Α. ή Θ. Γ. του Π., 6. Γ. Γ. του Α. ή Θ., κατοίκου ..., 7. Π. Α. ή Θ. Γ., κατοίκου ... και 8. Σ. συζ. Θ. Γ. το γένος Α. ή Θ. Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Βαλσαμίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις και αναφέρθηκε σ' αυτές.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό των Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο του Κων/νο Κηπουρό Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-12-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βέροιας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 89/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 56/2008 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 3-11-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 4-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, στο άρθρο 4 του ν. 3127/2003 - που αφορά τροποποίηση και συμπλήρωση των ν. 2308/1995 και 2664/1998 για τη κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο - ορίζονται τα εξής: "Παρ. 1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23.2.1945, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' πρoσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ. παρ. 2. Οι διατάξεις της προηγουμένης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. ...".

Έτσι, από τις άνω διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 1042 ΑΚ, προκύπτει, ότι για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο του Δημοσίου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτούνται αδιατάρακτος νομή επί 30 έτη του πράγματος και καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή.

Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει, όταν ο χρησιδεσπόζων, έστω και αν γνωρίζει ότι το ακίνητο ανήκει στην κυριότητα τρίτου, όμως, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει κατά την κτήση της νομής την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα.

Ο Α.Κ. δεν ορίζει την έννοια της βαριάς αμέλειας ούτε παρέχει κριτήρια για τον προσδιορισμό της. Γενικώς, βαριά χαρακτηρίζεται η αμέλεια, όταν η παρέκκλιση από τη συμπεριφορά του μέσου επιμελούς ανθρώπου είναι σημαντική, ασυνήθης, ιδιαιτέρως μεγάλη που φανερώνει πλήρη αδιαφορία του δράστη για τα παράνομα σε βάρος τρίτων αποτελέσματά της.

Η έννοια της βαριάς αμέλειας είναι αόριστη νομική και επομένως η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ως προς τη συνδρομή ή όχι βαριάς αμέλειας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου ως προς το, εάν τα περιστατικά, που το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν την έννοια αυτή (ΑΠ 1439/2007).

Έτσι, το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να εξειδικεύει στην απόφασή του τα περιστατικά που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν την έννοια της καλής πίστης ή την έλλειψή της, χωρίς να αρκεί η απλή χρήση του όρου αυτού. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 6 παρ. 1 της από 4-11-1950 Ευρωπαϊκής Συμβάσεως της Ρώμης "για την προάσπιση των δικαιωμάτων του ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών", η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν.δ. 53/1974, "παν πρόσωπον έχει δικαίωμα όπως η υπόθεσή του δικασθεί δικαίως, δηλαδή δημόσια και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου νομίμως λειτουργούντος, το οποίο θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί δικαιωμάτων και υποχρεώσεών του αστικής φύσεως είτε επί του βάσιμου πάσης εναντίον του κατηγορίας ποινικής φύσεως ...".

Με το ανωτέρω άρθρο, καθ' ό μέρος ορίζεται, ότι οι υποθέσεις δικάζονται από αμερόληπτα, ανεξάρτητα και νόμιμα λειτουργούντα δικαστήρια α) δίκαια, β) δημόσια και γ) εντός λογικής προθεσμίας, θεσπίζονται, αντίστοιχα, ουσιαστικά δικαιώματα των προσώπων στα οποία αφορά η σύμβαση και τα οποία δικαιούνται να αξιώσουν να τύχουν της κατά τα ανωτέρω δικαστικής προστασίας.

Με τη διάταξη αυτή καθορίζεται ποια δικαιώματα δίδονται για την απονομή της δικαιοσύνης. Πρόκειται συνεπώς για διάταξη ουσιαστικού δικαίου και η παραβίασή της εμπίπτει στο λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, κατά την οποία κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες, για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη από 7-12-2004 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσειόντων, δέχτηκε τα ακόλουθα: Ο Δ. Χ., κατά το έτος 1948 κατέλαβε μια έκταση, συνολικού εμβαδού 1948 τ.μ., που βρίσκεται στην επικοισθείσα περιοχή της οριστικής διανομής του αγροκτήματος Βεροίας της επαρχίας Ημαθίας, του Νομού Ημαθίας του έτους 1931, που κυρώθηκε με το νόμο 5496/1932, που δημοσιεύθηκε νόμιμα, εντός του εγκεκριμένου ρυμοτομικού σχεδίου της πόλεως της Βέροιας, όπως αυτή εμφαίνεται στο από Μάϊο 2003 τοπογραφικό διάγραμμα του αγρονόμου τοπογράφου μηχανικού Π.

Φ.. Συγκεκριμένα, αυτός κατέλαβε τα ακόλουθα τμήματα εδάφους: 1) το με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α τμήμα του Α.Τ. 1640 α τεμαχίου εντός του Ο.Τ. 557, εμβαδού 850 τ.μ., 2) το με στοιχεία Α-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-Τα-Γ-Β-Α τμήμα του Α.Τ. 1640 α τεμαχίου, επιφάνειας 824 τ.μ., 3) το με στοιχεία Λ-Ζ-Η-Λ τμήμα του Α.Τ. 2206 τεμαχίου εντός του Ο.Τ. 557 , εμβαδού 82 τ.μ., 4) το με στοιχεία Ν-Υ-Ο-Ξ-Ν του Α.Τ. 1640 α τεμαχίου εντός του Ο.Τ. 554, εμβαδού 40,50 τ.μ., 5) το με στοιχεία Λ-Ζ-Ε-Θ-Λ τμήμα του ως άνω Α.Τ. 2209 κληροτεμαχίου εντός του Ο.Τ. 557, εμβαδού 18,50 τ.μ.

και 6) το με στοιχεία Γ-Μ-Ι-Ε-Δ-Γ του με αριθμό 1640 α τεμαχίου εντός του Ο.Τ. 557, εμβαδού 133 τ.μ., συνολικού εμβαδού 1.948 τ.μ. (ήτοι 850 τ.μ. + 824 τ.μ. + 82 τ.μ. + 40,50 τ.μ. + 18,50 τ.μ. + 133 τ.μ. = 1.948 τ.μ.). Τα επίδικα τμήματα των με κτηματολογικούς αριθμούς 1640α, 2206 και 2209 αγροτεμαχίων ευρισκόμενα υπό την διαχείριση του Υπουργείου Γεωργίας και της Διεύθυνσης Γεωργίας Ν.

Ημαθίας περιλήφθηκαν στην οριστική διανομή του αγροκτήματος Βεροίας έτους 1931 και χαρακτηρίστηκαν: το με αριθμό 1640α τεμάχιο "ως χέρσο κοινόχρηστο", το με αριθμό 2206 κληροτεμάχιο ως "ιδιοκτησίας επ' ονόματι Ι. Γ." και το με αριθμό 2209 κληροτεμάχιο ως "ιδιοκτησίας Ν. Χ.". Την ανωτέρω καταληφθείσα έκταση, νεμόταν και κατείχε ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων από το έτος 1948 έως το έτος 1999 και την καλλιεργούσε με οπωροφόρα δένδρα και στη συνέχεια από το έτος 1999 μέχρι την άσκηση της αγωγής καλλιεργούν την έκταση αυτή οι αναιρεσείοντες με οπωροφόρα.

Το εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο Ελληνικό Δημόσιο, όσον αφορά τα ως άνω καταληφθέντα τμήματα των 2206 και 2209 αγροτεμαχίων, δεν αμφισβητεί, ότι αυτά ανήκουν στη κυριότητα τρίτων, ήτοι, ειδικότερα, όσον αφορά μεν το 2206 κληροτεμάχιο του μη διάδικου Ι. Γ. και των τυχόν διαδόχων αυτού, όσον δε αφορά το με αριθμό 2209 κληροτεμάχιο των κληρονόμων του αποβιώσαντος το έτος 1953 Ν.

Χ., μεταξύ των οποίων και του δικαιοπαρόχου των εναγόντων-αναιρεσειόντων Δ. Χ., υιού του Ν. Χ., Αντίθετα, όσον αφορά τα παραπάνω καταληφθέντα τμήματα του με αριθμό 1640 α τεμαχίου, το αναιρεσίβλητο αμφισβητεί το επίδικο δικαίωμα των αναιρεσειόντων σ' αυτά. Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, αποδείχθηκε, ότι το επίδικο ακίνητο (1604 α τεμάχιο), ευρισκόμενο υπό την διαχείριση του Υπουργείου Γεωργίας και της Διεύθυνσης Γεωργίας Βέροιας έτους 1931 χαρακτηρίστηκε ως "χέρσο κοινόχρηστο" και ανήκει στην κυριότητα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου.

Ο Δ. Χ. βρισκόταν σε κακή πίστη κατά την κτήση της νομής το έτος 1948, που το κατέλαβε, καθόσον γνώριζε, ότι αυτό χαρακτηρίζεται στα κτηματολογικά στοιχεία της ως άνω οριστικής διανομής ως "χέρσο κοινόχρηστο", όμως δεν προσέφυγε κατά της σχετικής απόφασης της Επιτροπής Οριστικών Διανομών, ούτε προκύπτει, ότι υπέβαλε αίτηση στην αρμόδια Διεύθυνση Γεωργίας Ν.

Ημαθίας να του παραχωρηθούν νόμιμα τα καταληφθέντα τμήματα. Η έλλειψη καλής πίστης στο πρόσωπο του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων επιβεβαιώνεται από το γεγονός, ότι είχε παραχωρηθεί νόμιμα στον πατέρα του Ν. Χ. το με αριθμό 2209 τεμάχιο, που είναι γειτονικό του επιδίκου. Συνεχίζει δε το Εφετείο, ότι ο άνω δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων από βαριά αμέλειά του είχε την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα των επίδικων τμημάτων του με αριθμό 1640 α χέρσου κοινόχρηστου ακινήτου του αναιρεσιβλήτου.

Κατά συνέπεια, οι αναιρεσείοντες, στους οποίους περιήλθε η νομή των επίδικων τμημάτων το έτος 1999, δεν μπορούν να προσμετρήσουν στο χρόνο της νομής τους αυτόν του δικαιοπαρόχου τους, οπότε δεν έγιναν κύριοι αυτών έναντι του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου με τα προσόντα του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003, αφού από το έτος 1999, που περιήλθε στη νομή τους, μέχρι την έναρξη της ισχύος του ν. 3127/2003 (19-3-2003), δεν παρήλθε τριακονταετία.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες, στους οποίους περιήλθε η νομή των επίδικων τμημάτων του αναφερόμενου ακινήτου το έτος 1999, δεν μπορούν να προσμετρήσουν στο χρόνο της νομής τους αυτόν του δικαιοπαρόχου τους, αφού ο τελευταίος βρισκόταν σε κακή πίστη κατά την κτήση της νομής αυτών το έτος 1948, που κατέλαβε αυτά, και από βαριά αμέλειά του είχε την πεποίθηση, ότι απέκτησε την κυριότητα των επίδικων τμημάτων και έτσι δεν έγιναν συγκύριοι αυτών έναντι του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, και κατόπιν τούτου, απέρριψε την αγωγή και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια, με διαφορετική αιτιολογία που αντικαταστάθηκε με την ορθή από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.

Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της παρ. 1 άρθρου 4 ν. 3127/2003, 1041, 1042, 1044 ΑΚ, 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, ούτε τις διατάξεις των άρθρων 336 και 340 ΑΚ, που αναφέρονται στο αναιρετήριο, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο και είναι απολύτως σύμφωνες με τις ως άνω διατάξεις του Συντάγματος και της ΕΣΔΑ και την θεσπιζόμενη με αυτή αρχή της "δίκαιης δίκης", ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι ο δικαιοπάροχος των αναιρεσειόντων Δ.

Χ. βρισκόταν σε κακή πίστη, κατά την κτήση της νομής του επίδικου ακινήτου το έτος 1948 που το κατέλαβε, διότι γνώριζε, ότι αυτό χαρακτηρίζεται στα κτηματολογικά στοιχεία της αναφερόμενης οριστικής διανομής ως "χέρσο κοινόχρηστο", ότι ο άνω δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων από βαριά αμέλειά του είχε την πεποίθηση, ότι απέκτησε την κυριότητα των επίδικων τμημάτων του χέρσου κοινόχρηστου ακινήτου του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου και, ότι έτσι, οι αναιρεσείοντες, στους οποίους περιήλθε η νομή των επίδικων τμημάτων το έτος 1999, δεν μπορούν να προσμετρήσουν στο χρόνο της νομής τους αυτόν του δικαιοπαρόχου τους, οπότε δεν έγιναν συγκύριοι αυτών έναντι του αναιρεσιβλήτου, αφού από το έτος 1999 και μέχρι την έναρξη της ισχύος του ν. 3127/2003, δεν παρήλθε τριακονταετία.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο με το να δεχτεί ότι η κατάληψη του επιδίκου έγινε το έτος 1948 και όχι το 1943, παρά το νόμο "δέχτηκε πράγμα που δεν προτάθηκε ούτε υποστηρίχθηκε από το εναγόμενο, το οποίο αντίθετα αποδέχεται, ότι το 1943 έγινε η κατάληψη του επιδίκου και από κανένα μάρτυρα ούτε έγγραφο δεν προκύπτει έτος κατάληψης το 1948". Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο φερόμενος ως αυτοτελής ισχυρισμός δεν είναι πράγμα με την προαναφερθείσα έννοια του νόμου, αφού δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά συνιστά πραγματικό επιχείρημα, που αντλείται από την εκτίμηση των αποδείξεων.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-11-2009 αίτηση των Μ. χήρας Δ. Χ. κ.λ.π. για αναίρεση της 56/2008 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ