Supreme Court dismisses appeal and additional arguments due to procedural defects and insufficient grounds.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal and additional arguments against the Thessaloniki Regional Court's decision. The court found the additional arguments inadmissible because the legal document was not served on the respondent thirty days prior to the hearing as required by law. Furthermore, the appeal was rejected because the appellant failed to specify the correct interpretation of the common sense teachings regarding good faith, rendering the grounds vague and insufficient.
Legislator headnote
AI generatedArt. 569 para. 2 KPolD; Art. 559 no. 1 KPolD: Additional appeal arguments are inadmissible if the document was not served thirty days before the hearing, and appeal grounds are inadmissible if they fail to specify the correct interpretation of common sense teachings.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 865 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 865/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσείοντος: ....., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Σοφιαλίδη, που δήλωσε ότι παραιτείται από τους υπό στοιχ. Γ1 και αριθμ. 4 και 6 λόγους του κυρίου δικογράφου της αναιρέσεως και από τους υπ΄ αριθμ. 1.5 και 2.2 των προσθέτων λόγων του δικογράφου.
Της αναιρεσίβλητης: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Αποστολίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 21-1-2000 και 6-3-2000 αντίθετες αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 13/2003 του ίδιου δικαστηρίου και 135/2005 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητά ο αναιρεσείων με την από 25-5-2005 αίτησή του και τους από 17-1-2007 προσθέτους λόγους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 7 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε, την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων της 135/2001 απόφασης του Εφετείου Θράκης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης καθώς και των προσθέτων λόγων και την καταδίκη της αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, από το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι, για το παραδεκτό των προσθέτων λόγων αναίρεσης απαιτείται όχι μόνο η κατάθεση αλλά και η επίδοση του σχετικού δικογράφου στον αναιρεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, που είχε αρχικά οριστεί. Τυχόν μη επίδοση του δικογράφου καθιστά απαράδεκτους τους προσθέτους λόγους και το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως.
Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ότι το δικόγραφο των από 17-1-2007 προσθέτων λόγων αναίρεσης του αναιρεσείοντος επιδόθηκε στην αναιρεσίβλητη (μάλιστα ούτε γίνεται επίκληση από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του περί επίδοσης) πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί ως απαράδεκτοι Επειδή, όπως προκύπτει από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 294, 295 παρ. 1, 297, 299 του ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, ο αναιρεσείων μπορεί, με προφορική δήλωσή του, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, να παραιτηθεί ολικώς ή μερικώς από το δικόγραφο της αναίρεσης, χωρίς συναίνεση του αναιρεσιβλήτου, πριν αυτός προχωρήσει στην προφορική συζήτηση της ουσίας της υπόθεσης.
Η δήλωση αυτή επιφέρει αντίστοιχη, ανάλογα με το περιεχόμενο και την έκτασή της, κατάργηση της δίκης. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα σχετικά πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, ο αναιρεσείων, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου του, που καταχωρίστηκε στα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, παραιτήθηκε ως προς τους λόγους αναίρεσης που διαλαμβάνονται στο στοιχ.
Γ Ι και με αριθμούς 4 και 6 του δικογράφου της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και τους με αριθμούς 1.5 και 2.2 των προσθέτων λόγων, ήτοι τους πρώτο λόγο, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.13 ΚΠολΔ και πρώτο λόγο, τρίτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ. 19 του ίδιου πιο πάνω Κώδικα, αντίστοιχα.
Συνεπώς, μετά την παραίτηση αυτή, η αίτηση αναίρεσης θεωρείται πως δεν ασκήθηκε ως προς τους ανωτέρω αναφερόμενους λόγους αυτής και πρέπει να κηρυχθεί καταργημένη η με αυτή δίκη ως προς τους λόγους τούτους αναίρεσης.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 1094 ΑΚ, σύμφωνα με την οποία, ο κύριος πράγματος δικαιούται να απαιτήσει από το νομέα ή κάτοχο την αναγνώριση της κυριότητάς του και την απόδοση του πράγματος, συνάγεται, ότι αναγκαία στοιχεία της διεκδικητικής αγωγής είναι η κυριότητα του ενάγοντος επί του διεκδικούμενου ακινήτου και η νομή ή κατοχή του πράγματος από τον εναγόμενο κατά το χρόνο άσκησης της αγωγής.
Στην περίπτωση που η διεκδικητική αγωγή θεμελιώνεται σε παράγωγη κτήση, ο ενάγων αρκεί να προβάλει όσα περιστατικά απαιτούνται για τη μεταβίβαση του δικαιώματος κυριότητας στον ίδιο. Ο τρόπος κτήσης της κυριότητας επί του επιδίκου από το δικαιοπάροχό του δεν είναι στοιχείο της διεκδικητικής αγωγής.
Μόνο αν ο εναγόμενος ήθελε αμφισβητήσει με τις προτάσεις του της πρώτης πρωτοβάθμιας συζήτησης την κυριότητα του τελευταίου και των προ αυτού κτητόρων του επιδίκου, υποχρεούται ο ενάγων, για μεν τη θεμελίωση της αγωγής, κατ΄ επιτρεπτή συμπλήρωσή της (άρθρ. 224 ΚΠολΔ), να καθορίσει με τις προτάσεις του της πρώτης συζήτησης και τον τρόπο κτήσης από το πρόσωπο αυτό της κυριότητας επί του επιδίκου, καταφεύγοντας, αν υπάρξει ανάγκη σε πρωτότυπη κτήση(χρησικτησία), τα δε περιστατικά αυτά πρέπει και να αποδείξει για την ουσιαστική ευδοκίμηση της αγωγής του.
Δεν οφείλει όμως ο ενάγων να επικαλεστεί και να αποδείξει, ότι ο δικαιοπάροχός του είχε διατηρήσει το δικαίωμα έως την προς αυτόν μεταβίβαση. Εξάλλου, κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 1710 παρ. 1, 1846, 1193, 1195, 1198 και 1199 Α.Κ, η κληρονομική διαδοχή αποτελεί παράγωγο τρόπο κτήσης κυριότητας των κληρονομιαίων ακινήτων, η κυριότητα των οποίων μεταβαίνει αναδρομικώς στον κληρονόμο από το θάνατο του κληρονομουμένου, εφόσον ο κληρονόμος αποδεχθεί με δημόσιο έγγραφο την κληρονομία και μεταγράψει την περί αποδοχής δήλωσή του.
Στην υπόθεση που κρίνεται, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε ότι, το επίδικο ακίνητο περιήλθε, το έτος 1933, στην κυριότητα της μητέρας της ενάγουσας, Χ1, όπως συνομολογούσε ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων, μετά δε τον θάνατο της αυτής, στις 10-10-1977, η μόνη εξ αδιαθέτου κληρονόμος της ενάγουσα αποδέχθηκε ως κληρονομία της μητέρας της το ακίνητο αυτό, με την .....
δήλωση του συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Κορινθίας Νικολάου Καρούκη και την ..... συμπληρωματική δήλωση της συμβολαιογράφου Ξυλοκάστρου Κορινθίας Γεωργίας συζ. Κωνσταντίνου Κόνδη, που μεταγράφηκαν νόμιμα και έτσι έγινε κυρία τούτου με παράγωγο τρόπο. Ενόψει της παραδοχής του Εφετείου ότι ο εναγόμενος συνομολόγησε την κυριότητα της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας επί του επιδίκου, ορθώς τούτο έκρινε ως πλήρως αποδειχθέν το ζήτημα της κυριότητας της δικαιοπάρόχου της ενάγουσας επί του ακινήτου αυτού.
Επομένως με το να μην παραθέσει περαιτέρω στοιχεία για τον τρόπο, χρόνο και λόγο κτήσης της κυριότητας αυτής επί του επιδίκου, καθώς και ότι κατά τον χρόνο του θανάτου της δεν είχε απολέσει την κυριότητα επί του επιδίκου, δεν παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1033, 1041, 1945ΑΚ, όπως ο αναιρεσείων με τον πρώτο λόγο, δεύτερο μέρος, αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1ΚΠολΔ, προβάλλει.
Συνεπώς ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, με το δεύτερο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.1ΚΠολΔ, προβάλλεται παραβίαση των άρθρων 1033, 1041, 1045ΑΚ, διότι ενώ ο αναιρεσείων δεν συνομολόγησε το δικαίωμα κυριότητας της δικαιοπαρόχου της ενάγουσας επί του επιδίκου, η προσβαλλόμενη απόφαση δέχθηκε τα αντίθετα. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι η αποδιδόμενη στην πληττόμενη απόφαση πλημμέλεια αναφέρεται αποκλειστικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, και συγκεκριμένα στην ύπαρξη της ως άνω φερόμενης ως γενόμενης ομολογίας, με βάση την οποία το Εφετείο κατέληξε στο σχετικό αποδεικτικό πόρισμά του και γι αυτό, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 1041, 1042 και 1044 ΑΚ για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο με τακτική χρησικτησία, απαιτούνται, φυσική εξουσίαση του πράγματος με διάνοια κυρίου (νομή), καλή πίστη, που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή, νόμιμος τίτλος, πράγμα δεκτικό χρησικτησίας και παρέλευση δεκαετίας.
Ο νομέας βρίσκεται σε καλή πίστη όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση ότι απέκτησε την κυριότητα, η οποία πεποίθηση αποκλείεται να συντρέχει σ` εκείνον που γνωρίζει ή εκ βαρείας αμελείας αγνοεί την ύπαρξη κυριότητας άλλου επί του πράγματος, μη εκπροσωπουμένου υπό του μεταβιβάζοντος ουδέ συναινούντος στη μεταβίβαση Την συνδρομή της καλής πίστης, ενόψει της φύσης της ως ενδιάθετης κατάστασης, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα.
Εξάλλου, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ., ο προβλεπόμενος μ` αυτήν λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου, στη συγκεκριμένη περίπτωση, περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων της ουσιαστικού δικαίου διάταξης που εφαρμόσθηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Τέτοιος όμως λόγος δεν ιδρύεται για ελλείψεις, αντιφάσεις και ανεπάρκεια αιτιολογιών, αναγομένων στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου απ` αυτές πορίσματος, εκτός αν τούτο δεν είναι σαφές και για το λόγο αυτό καθίσταται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.
Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την επί τακτικής χρησικτησίας στηριζόμενη ένσταση ιδίας κυριότητας του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος κατά της ένδικης διεκδικητική ακινήτου αγωγής, διότι δεν αποδείχθηκε το απαιτούμενο, κατ΄ άρθρο 1041ΑΚ στοιχείο της καλής πίστης του κατά την άσκηση της νομής στο επίδικο, με τις ακόλουθες αιτιολογίες:
Την 1-9-1970 απεβίωσε η μητέρα του αναιρεσείοντος, και κατέλιπε ως μόνο εξ αδιαθέτου κληρονόμο της τον εν λόγω διάδικο. Ο τελευταίος με την..... δήλωση αποδοχής κληρονομίας του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Εμμανουήλ Λιαδάκη, που μεταγράφηκε νόμιμα, αποδέχθηκε, ως κληνονομιαίο, το όμορο του επιδίκου αυτοτελές τμήμα του αρχικώς ενιαίου με το επίδικο ακίνητο, που περιγράφεται.
Στη δήλωση αυτή σημειώνεται ότι " τα όμορα και αυτοτελή ως ανωτέρω χωράφια ήτοι το της ιδιοκτησίας της Χ1 και το της κληρονομουμένης μητρός μου, τα εν επαφή ευρισκόμενα κατά μία πλευράν και καθόλο το μήκος της εμφανίζονται σήμερα ως ένα ενιαίο χωράφι περίπου συνολικής εκτάσεως 3.660τμ., λόγω του ότι εξαφανίσθηκαν τα μεταξύ των σύνορα που υπήρχαν άλλοτε παλαιότερα, ήτοι πάσσαλοι με σύρμα και άλλα λοιπά σημάδια χωρισμού του ", ενώ ανέφερε περαιτέρω τον τρόπο που περιήλθε το ακίνητο που αποδέχθηκε ως κληρονομιαίο, στην κληρονομούμενη μητέρα του.
Το επίδικο ακίνητο αποδέχθηκε, ως κληρονομιαίο της αποβιώσασας μητέρας του με την ..... δήλωση αποδοχής κληρονομίας του αυτού πιο πάνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, με τη δήλωση ότι τούτο, ιδιοκτησίας της Χ1 (μητέρας της ενάγουσας) κατέλαβε η μητέρα του το έτος 1945 και έκτοτε νεμήθηκε αυτό με διάνοια κυρίου ως τον χρόνο του θανάτου της (1979) και κατέστη κυρία αυτού με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, γεγονός όμως που δεν αποδείχθηκε, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενη απόφασης.
Ο εναγόμενος ενήργησε πράξεις νομής στο επίδικο από το 1983 και επέκεινα με εκμίσθωση αυτού με το όμορο ακίνητο, συνιδιοκτησίας αυτού και του Ζ1 ή με την παραχώρηση της χρήσης αυτού, όμως, σύμφωνα με τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν αποδείχθηκε κτήση της κυριότητάς του με τα προσόντα της τακτικής χρησικτησίας με νομιζόμενο τίτλο τη δήλωση απoδοχής κληρονομίας (της αποβιώσασας μητέρας του), καθόσον δεν απεδείχθη το απαιτούμενο στοιχείο της καλής πίστης.
Ειδικότερα, το πόρισμά του για την μη απόδειξη της επικαλούμενης καλής πίστης του αναιρεσείοντος στήριξε το Εφετείο στις ακόλουθες σκέψεις, Α)ο εν λόγω διάδικος, συνταξιούχος δικηγόρος, ενώ ισχυρίζεται ότι η μητέρα του κατέλαβε το επίδικο το έτος 1945 με σκοπό να αποκτήσει δικαίωμα κυριότητας με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας και είχε αποκτήσει το δικαίωμα αυτό κατά τον χρόνο του θανάτου της, το έτος 1979, με τον άνω πρωτότυπο τρόπο, παρόλα αυτά το έτος 1983 αποδέχθηκε ως κληρονομιαίο από την μητέρα του μόνο το όμορο του επιδίκου ακίνητο, δηλώνοντας ως δυτικό όριο αυτού ιδιοκτησίας της Χ1, δικαιοπαρόχου της ενάγουσας, το επίδικο, πράγμα που δεν δικαιολογείται ως εκ της ιδιότητάς του, αν πράγματι κατά τον χρόνο της δήλωσης αυτής αποτελούσε κληρονομιαίο ακίνητο της μητέρα του και το επίδικο, ενώ αποδέχθηκε το επίδικο ως κληρονομία της μητέρα του το έτος 1985.
Β)Ενόψει του περιεχομένου του υπ΄αριθμ. ..... πωλητηρίου συμβολαίου του αναφερόμενου συμβολαιογράφου η συγκυρία με την μητέρα του εναγομένου ..... φέρεται να πωλεί το 1/4 του εξ αδιαιρέτου μεριδίου της επί όλου του αρχικού αγροτεμαχίου, καθόσον αναφέρεται σε έκταση 3.500 τ.μ., ενώ στη συνέχεια αναφέρεται ως όριο του πωλουμένου, ιδιοκτησίας Χ1, δηλαδή το επίδικο, γεγονός που δημιούργησε στον εναγόμενο αμφιβολίες ως προς το ιστορικό του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του αρχικού ενιαίου αγρού, πράγμα που διαφαίνεται και από το προσκομιζόμενο από τον ίδιο, με επίκληση, με ημερομηνία 28-7-1978 ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως αγρού, με το οποίο ο εναγόμενος, ενεργών ως εκπρόσωπος, α) της μητέρας του, β) του θείου του ...., 3)της θείας του Αθηνάς και ο Ζ1 εκμισθώνουν στον ....
αγρό 3 1/2 στρεμμάτων, ήτοι όλο το αρχικώς ενιαίο ακίνητο ως "συγκύριοι εξ αδιαιρέτου και αδιανεμήτου και κατά διάφορο λόγον μεριδίων", πράγμα που αντίκειται τόσο στον ισχυρισμό του ότι δήθεν γνώριζε ότι το όλο ακίνητο είχε διαχωρισθεί σε δύο αυτοτελή ακίνητα, το επίδικο που ήδη είχε περιέλθει κατά τον ισχυρισμό του στη μητέρα του με έκτακτη χρησικτησία και το έτερο που ανήκε στη συγκυριότητα της μητέρας του κατά 3/4 και στον Ζ1 κατά το υπόλοιπο 1/4.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο ορθώς προσδιόρισε την έννοια της καλής πίστης και δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1041 Α.Κ, όπως αβάσιμα ο αναιρεσείων υποστηρίζει με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.1ΚΠολΔ, ο οποίος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης, το Δικαστήριο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού διέλαβε σ` αυτή επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή της ανωτέρω αναφερόμενης διάταξης που εφάρμοσε, ως προς την μη ύπαρξη καλής πίστης στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, πρώτο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται έλλειψη επαρκούς αιτιολογίας της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς το ζήτημα αυτό, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης πρέπει να απορριφθεί, ως απαράδεκτος, ο ίδιος λόγος κατά το μέρος που περιέχει περαιτέρω αιτιάσεις κατά της πληττόμενης απόφασης, για μη παράθεση των αποδεικτικών στοιχείων στα οποία θεμελιώνεται η ανωτέρω κρίση του για το ζήτημα αυτό, της έλλειψης καλής πίστης στο πρόσωπο του αναιρεσείοντος, καθώς και για τον τρόπο ανάλυσης και ερμηνείας των αποδεικτικών στοιχείων που λήφθηκαν υπόψη προς τούτο, όπως και για την αληθή έννοια αυτών, τα οποία ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου απ` αυτές πορίσματος Επειδή, για το ορισμένου του λόγου αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.1ΚΠολΔ για εσφαλμένη ερμηνεία του κανόνα ουσιαστικού δικαίου λόγω παράβασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, α)η έννοια που προδόθηκε στον κανόνα από την προσβαλλόμενη απόφαση, την οποία ο αναιρεσείων χαρακτηρίζει ως εσφαλμένη, β)η ορθή, κατά τη γνώμη του αναιρεσείοντος, έννοια που προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας, τα οποία ο δικαστής είτε χρησιμοποίησε λανθασμένα είτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, γ)ο προσδιορισμός των διδαγμάτων της κοινής πείρας και ο τρόπος κατά τον οποίο παραβιάσθηκαν.
Στην υπόθεση που κρίνεται, με το δεύτερο λόγο, τρίτο μέρος, αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των διδαγμάτων της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 1041ΑΚ ως προς την εξειδίκευση της έννοιας της καλής πίστης, χωρίς όμως να αναφέρονται σ΄ αυτόν τα ανωτέρω, αναγκαία για το ορισμένο του στοιχεία.
Επομένως, ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Κηρύσσει καταργημένη τη δίκη ως προς τους αναφερόμενους στο σκεπτικό λόγους αναίρεσης.
Απορρίπτει την από 25-5-2005 αίτηση αναίρεσης και τους από 17-1-2007 πρόσθετους λόγους του .... κατά της 135/2005 απόφασης του Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1.170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ