Legislator Case Law & Legislation
864/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal due to defendant's absence and inadmissible arguments on evidence and common sense.

Case Number 864/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request for cassation against the second-instance judgment. The defendant failed to appear at the hearing without submitting a declaration, and the appellant's arguments regarding common sense and evidence evaluation were deemed inadmissible under Article 561 of the Code of Civil Procedure. Consequently, the court rejected the appeal and ordered the return of the security deposit to the appellant.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 and 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court examines appeals ex officio when a defendant is absent, dismissing them if the appeal concerns evidence assessment or common sense without specific legal errors.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure cassation appeal defendant absence inadmissible arguments evidence evaluation common sense doctrine procedural default

Cited Legislation

AI generated
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 242 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 864 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 864/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Μαλαματένια Κουράκου, Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 6 Φεβρουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ετερόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία «M. Μ. Α..Ν.. και Σ. Ε..Ε.. και το διακριτικό τίτλο «J.» «P., όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην Αθήνα και παραστάθηκε μετά του νόμιμου εκπρόσωπου της Νικόλαου Μαργαρίτη ο οποίος διορίζει τον πληρεξούσιο δικηγόρου Κωνσταντίνου Καπελλάκη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Σ. Τ. του Ν., κατοίκου Αθηνών, που δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2014 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν η 1800/2017 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 4895/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-12-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 8Θ/2022, 536/2020, 177/2018).

Στην προκειμένη περίπτωση κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από το πινάκιο στη σειρά της δεν εμφανίσθηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο ο αναιρεσίβλητος, ούτε υποβλήθηκε η, κατά το άρθρο 242 παρ. 2 του ΚΠολΔ, δήλωση. Από την προσκομιζόμενη, μετ'επικλήσεως, από την αναιρεσείουσα υπ'αριθμ. 6204Α/28-4-2023 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών Χ.

Λ., προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με πράξη ορισμού, ως αρμοδίου, του Β2 Τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο της 21ης-2-2023, καθώς και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε, με την επιμέλεια της αναιρεσείουσας, νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για τον αγνώστου διαμονής αναιρεσίβλητο, με ταυτόχρονη δημοσίευση περίληψης του κοινοποιηθέντος δικογράφου στις εφημερίδες "Ριζοσπάστης" και "Αυγή" (βλ.

τα από 10 και 11-6-2023 φύλλα των πιο πάνω εφημερίδων), σύμφωνα με το άρθρο 135 παρ.1 ΚΠολΔ. Κατά την ως άνω ημεροχρονολογία, η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης αυτής και γράφτηκε στο πινάκιο. Κατόπιν τούτου, εφόσον ο αναιρεσίβλητος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, η δε μετά την αναβολή εγγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση για όλους τους διαδίκους (άρθρ.575 εδ.β και 226 παρ.4 του ΚΠολΔ), η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία του (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ).

Με τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 495 του ΚΠολΔ, όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε από το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015 (Α 87) και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ.3 αντικαταστάθηκε από την παρ. 2 του άρθρου 35 του Ν.4446/2016 (ΦΕΚ Α 240), προβλέπεται η καταβολή παραβόλου από εκείνον που ασκεί το ένδικο μέσο της έφεσης, της αναίρεσης και της αναψηλάφησης (και επί περισσοτέρων ομοδίκων ενός παραβόλου), το οποίο ανέρχεται στο ποσό των τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την περίπτωση της αναίρεσης κατά απόφασης Εφετείου, που επισυνάπτεται στην έκθεση που συντάσσει ο γραμματέας, με κύρωση, σε περίπτωση μη καταβολής αυτού, την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαράδεκτου από το Δικαστήριο.

Σύμφωνα όμως με το τελευταίο εδάφιο της διάταξης αυτής, η υποχρέωση αυτή δεν ισχύει, μεταξύ των άλλων, και για τις διαφορές του άρθρου 614 αριθ. 3 (εργατικές διαφορές). Στη προκειμένη περίπτωση κατά την κατάθεση της ένδικης αίτησης αναίρεσης κατά της υπ' αριθ. 4895/2020 απόφασης του Εφετείου Αθηνών, με αντικείμενο εργατική διαφορά μεταξύ των διαδίκων, η αναιρεσείουσα προέβη στην επισύναψη του υπ' αριθ. 44715277995202280004 ηλεκτρονικού παραβόλου, ποσού τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ για την άσκηση της αναίρεσης.

Η ως άνω διαφορά, όμως, ως εργατική, απαλλάσσεται της καταβολής παραβόλου για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και κατά συνέπεια το καταβληθέν παράβολο πρέπει να αποδοθεί στην αναιρεσείουσα, ανεξάρτητα από την έκβαση της δίκης επί της ως άνω αίτησης (ΑΕΔ3,4/2014, ΑΠ 484/2019).

Κατά το άρθρο 553 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνον κατά των αποφάσεων, που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνον τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, αν η πρωτόδικη απόφαση προσβλήθηκε με έφεση και αυτή έγινε τυπικά δεκτή, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η οριστική απόφαση του Εφετείου που ερεύνησε την ουσία της υπόθεσης, αφού, αν η έφεση γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται, ενώ, αν η έφεση απορριφθεί, η πρωτόδικη απόφαση επικυρώνεται και ενσωματώνεται στην εφετειακή (Ολ.ΑΠ 40/1996, ΑΠ 1119/2019, 839/2018, 300/2017).

Μόνο αν η έφεση απορριφθεί για τυπικούς λόγους, σε αναίρεση υπόκειται η εφετειακή για το κεφάλαιο της το σχετικό με την απόρριψη καθώς και η πρωτόδικη απόφαση ως προς την ουσία της υποθέσεως (ΑΠ 1672/2017, 341/2015, 909/2014). Εξάλλου, κατά το άρθρο 566 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν με το ίδιο αναιρετήριο προσβάλλονται δύο ή περισσότερες αποφάσεις πρωτοβάθμιου και δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, η κατάθεσή του πρέπει να γίνεται στο καθένα από τα δικαστήρια αυτά.

Η παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία συμπληρώνει την γενική διάταξη του άρθρου 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, που ρυθμίζει τον τρόπο ασκήσεως των ενδίκων μέσων, έχει ως αποτέλεσμα την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως ως απαράδεκτης για εκείνη από τις προσβαλλόμενες αποφάσεις ως προς την οποία το αναιρετήριο δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του δικαστηρίου που την εξέδωσε (ΑΠ 572/2023, 1228/2015, 850/2014, 1573/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Ο αναιρεσίβλητος είχε ασκήσει ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 17-10-2014 αγωγή του κατά της εναγομένης, αιτούμενος την καταψήφιση και αναγνώριση αξιώσεών του από σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, επί της οποίας εκδόθηκε αρχικά η με αριθμό 1800/2017 απόφαση, που διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της αγωγής προς συμπλήρωση των αποδείξεων και ακολούθως η 500/2019 απόφαση που επιδίκασε τα ποσά που αναφέρονται σ' αυτή.

Μετά την άσκηση έφεσης εκ μέρους της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, εκδόθηκε η με αριθμό 4895/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, αφού δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, υποχρέωσε την εναγομένη να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 11.935,03 ευρώ και αναγνώρισε την υποχρέωσή της να του καταβάλει το ποσό των 13.935 ευρώ, νομιμοτόκως.

Την απόφαση αυτή, καθώς και την άνω υπ' αριθ. 500/2019 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προσβάλλει η αναιρεσείουσα με την υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, για τους εκτιθέμενους σ' αυτήν λόγους, οι οποίοι αφορούν στο σύνολο τους την απόφαση του Εφετείου. Με βάση, όμως, τα προεκτεθέντα, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος που στρέφεται κατά της υπ' αριθ. 500/2019 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, μετά από αυτεπάγγελτη έρευνα του παρόντος Δικαστηρίου (άρθρο 577 ΚΠολΔ), δεδομένου ότι, όπως από αυτήν προκύπτει, δεν κατατέθηκε στη γραμματεία του πρωτοβάθμιου ως άνω δικαστηρίου, ούτε άλλωστε και η αναιρεσείουσα επικαλείται κάτι τέτοιο, αλλά μόνο στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου ενώ εξάλλου πρέπει να σημειωθεί και το ότι η ως άνω έφεση δεν είχε απορριφθεί για τυπικούς λόγους.

Κατά τα λοιπά η αίτηση αναίρεσης, η οποία ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, πρέπει, να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις του άρθρου 254 του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε από την 1-1-2016, μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο δεύτερο του άρθρου 1 Ν.4335/2015 (ΦΕΚ Α'87) και πριν την τροποποίησή του από 1-1-2022 με το άρθρο 15 Ν.4842/2021 (ΦΕΚ ΑΊ90) προκύπτει ότι το δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να διατάξει, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, με απόφασή του η οποία δεν έχει το χαρακτήρα προδικαστικής απόφασης, την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν, κατά την μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη, παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση.

Στην περίπτωση αυτή, η συζήτηση θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης και η υπόθεση εκδικάζεται από την ίδια σύνθεση του δικαστηρίου, εκτός αν αυτό είναι αδύνατον για νομικούς ή φυσικούς λόγους. Επομένως, η διαφορετική σύνθεση του δικαστηρίου, κατά την επαναλαμβανόμενη συζήτηση, χωρίς να συντρέχουν εξαιρετικοί λόγοι, όπως προαγωγή, μετάθεση, θάνατος, παραίτηση, απόλυση του δικαστή, θεωρείται κακή σύνθεση και ιδρύει το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 2 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 661/2015, 871/2011).

Περίπτωση, όμως, εφαρμογής των διατάξεων του άρθρου 254 του Κ.Πολ.Δ. και ίδρυση του οικείου λόγου αναίρεσης για κακή σύνθεση του δικαστηρίου δεν υπάρχει, όταν, μετά τη συζήτηση στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, διατάσσονται, με μη οριστική (προδικαστική) απόφαση του, συμπληρωματικές αποδείξεις, αφού στην περίπτωση αυτή γίνεται (όχι επανάληψη, αλλά) ανασυζήτηση της υπόθεσης, στη σύνθεση δε του δικαστηρίου μπορεί να μετέχουν και άλλοι δικαστές (ΑΠ 187/2023, 712/2021, 689/2021, 1126/2019, 1190/2017).

Εξάλλου, η ανωτέρω, από τον αριθμό 2 περ. α' του άρθρο 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια θεμελιώνεται μόνον, όταν δεν είχε τη νόμιμη σύνθεση το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αναίρεση απόφαση και όχι το δικαστήριο, που εξέδωσε τη μη προσβαλλόμενη απόφαση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, η οποία, σε περίπτωση απορρίψεως κατ' ουσία/της εφέσεως, ενσωματώνεται με την τελεσίδικη τοιαύτη, ενώ σε περίπτωση που αυτή γίνει δεκτή, η πρωτόδικη απόφαση εξαφανίζεται.

Στην περίπτωση, που η κακή σύνθεση του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου είχε προβληθεί με λόγο έφεσης, ο οποίος απορρίφθηκε ρητά ή σιωπηρά, τότε, ελέγχεται η κρίση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου με τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. αναιρετικό λόγο, δηλαδή, για μη κήρυξη, παρά το νόμο, ακυρότητας (ΑΠ 535/2016, 2/2016, 1434/2007, 1498/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, επί της αγωγής του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου εκδόθηκε η 1800/2017 εν μέρει μη οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία διατάχθηκαν συμπληρωματικές αποδείξεις, και συγκεκριμένα η προσκομιδή εκ μέρους του ενάγοντος πιστοποιητικού του ΟΑΕΔ από το οποίο να προκύπτουν τα διαστήματα ανεργίας του και τα ποσά επιδοτήσεώς του.

Ακολούθως, με κλήση του ενάγοντος, η υπόθεση ανασυζητήθηκε ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, το οποίο δίκασε με διαφορετική σύνθεση και εξέδωσε 500/2019 οριστική απόφασή του. Το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, που επιλήφθηκε της έφεσης της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας, απέρριψε το σχετικό παράπονο περί κακής σύνθεσης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, με το σκεπτικό ότι επρόκειτο για ανασυζήτηση της υπόθεσης.

Με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην Εφετειακή απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών) που εξέδωσε την 500/2019 απόφαση, δεν είχε νόμιμη σύνθεση, διότι συγκροτήθηκε από διαφορετικό Δικαστή από αυτόν, που συγκρότησε την προηγούμενη σύνθεσή του, η οποία, με την έκδοση της 1800/2017 απόφασης, διέταξε την επανάληψη της συζήτησης.

Ο λόγος αυτός, εκτιμάται ότι στηρίζεται στον αριθμό 14 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ. και όχι στους αριθμούς 1 και 19, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα. Ωστόσο είναι αβάσιμος, καθ' όσον, όπως ήδη αναφέρθηκε, η 1800/2017 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, κατά το μη οριστικό της μέρος, το οποίο ενδιαφέρει την παρούσα αναιρετική δίκη, διέταξε συμπληρωματικές αποδείξεις, και συγκεκριμένα την προσκομιδή εκ μέρους του ενάγοντος πιστοποιητικού του ΟΑΕΔ, και συνεπώς επρόκειτο όχι για επανάληψη της συζήτησης, αλλά για ανασυζήτηση της υπόθεσης, που δεν εμπόδιζε τη συμμετοχή διαφορετικού δικαστού στη σύνθεση του δικαστηρίου.

Από τη διάταξη του άρθρου 648 Α.Κ. προκύπτει ότι ο εργοδότης έχει την υποχρέωση να καταβάλλει στον εργαζόμενο τις συμφωνημένες αποδοχές για την παροχή της εργασίας που συμφώνησαν να του προσφέρει, ενώ κατά τη λειτουργία της σύμβασης έχει την υποχρέωση να τηρεί τους όρους που συμφωνήθηκαν και τον βαρύνουν.

Εξ άλλου από τη διάταξη του άρθρου 325 Α.Κ., η οποία εφαρμόζεται και στις σχέσεις εργοδότη και εργαζομένου στο πλαίσιο της εργασιακής σύμβασης, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 329, 353 και 656 του ίδιου κώδικα προκύπτει ότι, όταν ο μισθωτός έχει ληξιπρόθεσμη αξίωση κατά του εργοδότη σχετική με την παροχή της εργασίας του (κατ' εξοχήν για την καταβολή του μισθού), δικαιούται, ασκώντας το δικαίωμα επίσχεσης της εργασίας του, να αρνηθεί την εκπλήρωση της δικής του παροχής απέχοντας από την εργασία του μέχρι ο εργοδότης να εκπληρώσει την υποχρέωση που τον βαρύνει.

Η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, δηλαδή για όσο χρόνο δεν καταβάλλει τις καθυστερούμενες αποδοχές αν για το λόγο αυτό ασκήθηκε η επίσχεση, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά.

Το δικαίωμα επίσχεσης δεν χρησιμεύει προς ευθεία ικανοποίηση εκείνου που το ασκεί, αλλά μόνο προς εξασφάλιση της ανταπαίτησής του, δηλαδή χρησιμεύει απλώς ως έμμεσος εξαναγκασμός του δανειστή, προς εκπλήρωση της οφειλόμενης από αυτόν αντιπαροχής. Κατ' ακολουθίαν, αν υφίσταται ασφάλεια, ως προς την εκπλήρωση της ανταξίωσής του, αίρεται το δικαίωμα περαιτέρω επίσχεσης (ΑΠ 1750/2022, 766/2018).

Η δήλωση του εργαζομένου προς τον εργοδότη, ως προς την άσκηση του δικαιώματος επίσχεσης, πρέπει να είναι σαφής και να αναφέρει τη ληξιπρόθεσμη αξίωση ή αξιώσεις, για τις οποίες ασκείται το δικαίωμα επίσχεσης (ΑΠ 1153/2009), έστω και κατά προσέγγιση (ΑΠ 1123/2022).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2022, 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 19/2020, 319/2017, 130/2016). Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο αποκλειστικώς και μόνο με βάση τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (ΑΠ 1137/2023, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 130/2016, ΑΠ 1420/2013).

Για το ορισμένο του ανωτέρω λόγου αναίρεσης πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και μάλιστα ενάριθμα (ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 24/2021, 284/2021, 120/2017, 113/2011), όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλομένη απόφαση νομικό σφάλμα, στη δε περίπτωση της κατ' ουσίαν έρευνας της υπόθεσης πρέπει επίσης να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι παραδοχές της προσβαλλομένης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά από αυτήν και υπό τα οποία συντελέσθηκε η επικαλουμένη παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 20/2005).

Αντιθέτως, δεν αρκούν περιορισμένες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος, αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης (ΟλΑΠ 20/2005, ΑΠ 295/2022, 140/2022, 887/2019). Διαφορετικά ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα διαδικαστικά έγγραφα (ΑΠ 555/2019, 275/2017, 766/2017, 7/2017).

Με τον δεύτερο λόγο της αίτησης αναίρεσης και κατά το πρώτο μέρος του, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην εφετειακή απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως προς την εκτίμηση του νομίμου του αγωγικού κεφαλαίου που αφορούσε την επίσχεση εργασίας, και συγκεκριμένα ότι, με το να κρίνει ότι με την επίσχεση εργασίας ο εργαζόμενος δύναται να περιαγάγει τον εργοδότη σε κατάσταση υπερημερίας και να απαιτεί την καταβολή μισθών για το μέλλον και μάλιστα χωρίς κάποιο όριο αλλά στο διηνεκές, εσφαλμένα ερμήνευσε και εφήρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 325, 349, 353, 655- 656, 200, 288 Α.Κ., σε συνδυασμό με τις συνταγματικές διατάξεις των άρθρων 4 παρ.1, 5 παρ.1, 17 παρ.1, 22, 25 παρ.3 και του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, διότι (όπως διατείνεται) η επίσχεση εργασίας δεν είναι θεμιτό να δημιουργεί υπερημερία του εργοδότη για το μέλλον (δηλαδή από την έναρξη της επίσχεσης και εφεξής), καθ' όσον για τους μελλοντικούς μισθούς δεν υφίσταται πραγματική προσφορά εργασίας που αποτελεί προϋπόθεση για την υπερημερία του εργοδότη, ενώ περαιτέρω δεν νοείται επίσχεση για μελλοντικές οφειλές, παρά μόνο για ληξιπρόθεσμες.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως προς μεν το πρώτο σκέλος του, ως στηριζόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, αφού, όπως εκτίθεται στην προηγούμενη παράγραφο της παρούσας, η επίσχεση έχει ως συνέπεια ότι, αν και ο εργαζόμενος παύει να παρέχει την εργασία του, δεν είναι υπερήμερος αυτός αλλά ο εργοδότης, ο οποίος έχει την υποχρέωση για όσο χρόνο διαρκεί η υπερημερία του, να πληρώνει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του σαν να εργαζόταν αυτός κανονικά, παρέπεται δε ότι, εφόσον η υπερημερία του εργοδότη δεν αρθεί για οποιοδήποτε νόμιμο λόγο, εξακολουθεί αυτός να οφείλει στον εργαζόμενο τις αποδοχές του χρόνου της επίσχεσης, ακόμη και αν δεν του προσφέρεται αντίστοιχη εργασία, ενώ εξάλλου, ως προς δεύτερο σκέλος του, ο ως άνω λόγος επίσης στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθ' όσον ούτε στη νομική σκέψη της προσβαλλόμενης απόφασης γίνεται σχετική μνεία ούτε υφίσταται τέτοια παραδοχή (ότι δηλ.

μπορεί να ασκηθεί νομίμως επίσχεση για μελλοντικές οφειλές). Με τον ίδιο λόγο και επικουρικά, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην εφετειακή απόφαση την ως άνω εκ του αρ.1 του άρ.559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, συνιστάμενη στην εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 281 Α.Κ., την οποία δεν εφήρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της.

Η ως άνω όμως αιτίαση είναι αόριστη, καθ' όσον η αναιρεσείουσα δεν παραθέτει στο αναιρετήριο με σαφήνεια και πληρότητα τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης σε σχέση με τον αναιρετικό αυτό λόγο και την προβληθείσα ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, αλλά μόνον ελάχιστες, μεμονωμένες, κατ' επιλογή της, αποσπασματικές παραδοχές αυτής.

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α του Συντάγματος που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελασσόνα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου για έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή "ανεπαρκής αιτιολογία" ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 1/1999).

Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που, είτε είναι κατά νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006, ΑΠ 1532/2023, ΑΠ 109/2020, 1238/2019).

Περαιτέρω, η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την ερμηνεία των κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται οι γενικές και αφηρημένες αρχές που αντλούνται από την εμπειρική πραγματικότητα, τη συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις που έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο είτε για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδίως όταν αυτός περιέχει αόριστες νομικές έννοιες, ήτοι για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών, είτε για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων που χρησιμοποιήθηκαν κατά το άρθρο 336 παρ. 4 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 109/2020).

Όμως η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του εδ. β' του αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ιδρύει τον προβλεπόμενο απ' αυτήν αναιρετικό λόγο, μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένα χρησιμοποιεί ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας κατά την ερμηνεία κανόνος δικαίου για την ανεύρεση με βάση αυτά της αληθινής έννοιας αυτού, ιδίως όταν ο κανόνας δικαίου περιέχει νομικές έννοιες ή για την υπαγωγή ή όχι στον κανόνα αυτό των πραγματικών γεγονότων της διαφοράς.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο της ουσίας χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης (αλλά ούτε και λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ) αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 του ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, ΑΠ 743/2023, 1300/2022, 109/2020,79/2018, 1333/2018).

Για να είναι ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει να προσδιορίζονται στο αναιρετήριο: α) τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που δεν χρησιμοποιήθηκαν ή χρησιμοποιήθηκαν εσφαλμένα από το δικαστήριο της ουσίας, β) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου έγινε ή δεν έγινε εσφαλμένη χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας, γ) η φερόμενη ως εσφαλμένη έννοια που αποδόθηκε από το δικαστήριο της ουσίας στο συγκεκριμένο κανόνα δικαίου, όπως προκύπτει από τα διδάγματα της κοινής πείρας που το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε ή δεν εφάρμοσε και δ) η προβαλλόμενη ως ορθή έννοια του ίδιου κανόνα δικαίου, η οποία προκύπτει από τα επικαλούμενα διδάγματα της κοινής πείρας που η απόφαση δεν χρησιμοποίησε ή χρησιμοποίησε εσφαλμένα.

Διαφορετικά, ο λόγος αναίρεσης είναι αόριστος και απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 1300/2022, 860/2018, 208/2018, 1226/2014, 2146/2014).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, ήτοι ότι η εφετειακή απόφαση έχει ανεπαρκή και αντιφατική αιτιολογία σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και συγκεκριμένα στο χρόνο έναρξης της απασχόλησής του, αφού δέχθηκε ότι απασχολείτο στην αναιρεσείουσα ενόσω ήταν εγγεγραμμένος ως άνεργος και ελάμβανε επίδομα ανεργίας.

Το Εφετείο σχετικά με το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Ως προς τον ισχυρισμό της εναγομένης-εκκαλούσας ότι, ως σημείο έναρξης της εργασιακής απασχόλησης του ενάγοντος στην επιχείρησή της πρέπει να θεωρηθεί η 6η-9-2013, αυτός (ο ισχυρισμός) παρέμεινε αναπόδεικτος.

Πιο συγκεκριμένα: α) το από 6-9-2013 έγγραφο "όρων ατομικής σύμβασης εργασίας μερικής απασχόλησης" που επικαλείται η εναγομένη φέρει ούτως ή άλλως εικονικά στοιχεία, όπως η ειδικότητα του ενάγοντος, ωσάν να ήταν "υπάλληλος γραφείου", πράγμα που δεν υποστηρίζει ούτε η ίδια (εναγομένη), και κατά τα λοιπά (το χαρακτήρα της σύμβασης ως "μερική απασχόληση", το χρονικό σημείο έναρξης κλπ) ανακρούεται από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζει και επικαλείται ο ενάγων, έτσι ώστε να μην παρέχει καμία πίστη, β) το γεγονός ότι ο ενάγων λάμβανε επίδομα ανεργίας από τον ΟΑΕΔ το έτος 2013, ναι μεν δεν αμφισβητείται, αλλά τόσο με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας, όσο και μετ' εκτίμηση του συνόλου των προαναφερθέντων αποδεικτικών μέσων, δεν δύναται να κριθεί αντιφατικό (ή/και αντικρουόμενο) με το πραγματικό γεγονός της παράλληλης απασχόλησης του ενάγοντος από την εναγομένη, ιδίως μάλιστα, ενόψει του, επίσης αποδεικνυομένου, γεγονότος ότι, ο ίδιος ζητούσε από τους νομίμους εκπροσώπους της να τον δηλώσουν αρμοδίως, ως εργαζόμενο, και να τον ασφαλίσουν στον οικείο ασφαλιστικό φορέα, αλλά αυτοί αρνούνταν".

Με αυτά που δέχθηκε το εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε στον υπαγωγικό συλλογισμό του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το κρίσιμο ζήτημα του χρόνου ενάρξεως της απασχόλησής του, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της εφαρμογής των νομικών κανόνων των άρθρων 648 επ.

Α.Κ. Ο ίδιος λόγος, κατά το μέρος που πλήττει την εφετειακή απόφαση για τη χρησιμοποίηση, άλλως την παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, και συγκεκριμένα ως προς την επίρρωση του αποδεικτικού του πορίσματος περί της απασχόλησης του αναιρεσιβλήτου από την αναιρεσείουσα παρά την ταυτόχρονη εγγραφή του στο μητρώο ανέργων και τη λήψη του σχετικού επιδόματος, είναι απαράδεκτος, αφενός μεν λόγω αοριστίας, εφόσον δεν εκτίθεται στο αναιρετήριο ποια διδάγματα κοινής πείρας εσφαλμένα εφαρμόσθηκαν από το δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ποιος είναι ο αντίστοιχος κανόνας (ή οι αντίστοιχοι κανόνες) ουσιαστικού δικαίου, για την ερμηνεία ή εφαρμογή του οποίου (ή των οποίων) έγινε χρήση των διδαγμάτων της κοινής πείρας για την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στον κανόνα αυτό (ή στους κανόνες αυτούς), αφετέρου δε διότι οι επικαλούμενες αιτιάσεις, κατά τον οικείο αναιρετικό λόγο, αναφέρονται ευθέως στην απόδειξη κρίσιμων γεγονότων και στην εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού, οι οποίες όμως δεν υπόκεινται σε αναιρετικό έλεγχο (άρθ. 561 παρ.1 του ΚΠολΔ).

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην εφετειακή απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια του αρ.9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και συγκεκριμένα ότι το Εφετείο επιδίκασε, για την προσαύξηση των ωρών παράνομης υπερωρίας του αναιρεσιβλήτου, το ποσό των 3.494,40 ευρώ, ήτοι πλέον του αιτηθέντος ποσού των 3.276 ευρώ.

Από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, σε σχέση με το ενδιαφέρον τον ως άνω αναιρετικό λόγο μέρος της, προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 17-10-2014 αγωγή του, ο αναιρεσίβλητος, μεταξύ άλλων, ζήτησε την επιδίκαση: 1) της προσαύξησης κατά 80% για κάθε μία από τις ώρες της παράνομης υπερωρίας (15:00 - 21:00), τις οποίες προσδιόρισε σε 15 ώρες εβδομαδιαίως, συνολικού ποσού 3.276 ευρώ μικτά και 2) της αμοιβής (ωρομισθίου) και της προσαύξησης για μία επιπλέον ώρα παράνομης υπερωρίας κατά τις ημέρες Τρίτη, Τετάρτη και Πέμπτη εκάστης εβδομάδας (21:00 - 22:00), ήτοι επί τρεις ακόμη ώρες εβδομαδιαίως, και συνολικά (824,25 ευρώ για το ωρομίσθιο των συνολικών ωρών + 659,40 ευρώ για την προσαύξησή τους κατά 80%, ήτοι) 1.483,65 ευρώ μικτά.

Ήτοι, για αμφότερες τις αιτίες αυτές, ζητήθηκε το ποσό των 4.759,65 ευρώ. Με την προσβαλλόμενη απόφαση, επιδικάστηκαν για τις συγκεκριμένες αιτίες: 1) 3.494,40 ευρώ για την προσαύξηση των κατ' εξαίρεση (παρανόμων) υπερωριών όλης της εβδομάδας, συμπεριλαμβανομένων δηλαδή και των επιπλέον ωρών των τριών ημερών (τις οποίες μάλιστα από λογιστικό λάθος το Εφετείο υπολόγισε σε 16 αντί του ορθού 18 (ήτοι 15 ώρες + 3 ώρες) και επιπλέον 2) 824,25 ευρώ για το ωρομίσθιο των τριών ωρών την εβδομάδα (Τρίτης, Τετάρτης και Πέμπτης) και συνολικά επιδίκασε για τις ως άνω αιτίες (3.494,40 ευρώ + 824,25 ευρώ=) 4.318,60 ευρώ, αντί του αιτηθέντος με την αγωγή για τις ίδιες αιτίες 4.759,65 ευρώ.

Επομένως, το Εφετείο δεν επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, όπως αβάσιμα διατείνεται η αναιρεσείουσα με τον ως άνω λόγο της αίτησης αναίρεσης.

Μετά τα παραπάνω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης. Δικαστική δαπάνη δεν θα επιδικαστεί, αφού ο απολιπόμενος αναιρεσίβλητος δεν υποβλήθηκε σε έξοδα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την απόδοση του καταβληθέντος παραβόλου, ύψους τετρακοσίων πενήντα (450) ευρώ, στην αναιρεσείουσα.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-12-2021 αίτηση για αναίρεση των: α) 500/2019 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και β) 4895/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ