Legislator Case Law & Legislation
864/2022 AI generated

Supreme Court allows appeal and remands case to decide on third party's intervention claim.

Case Number 864/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court accepted the bank's appeal against the first-instance judgment and ordered the case to be remanded for further adjudication. The lower court had previously dismissed the third party's intervention claim while accepting the defendant's annulment argument regarding abuse of right. The Court ruled that the intervention claim required a fresh examination since the annulment of the prior decision did not automatically resolve the third party's procedural standing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 83, 76-78, 580(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may remand a case for further adjudication when the annulment of a prior decision leaves procedural issues regarding third-party intervention unresolved, requiring a new examination of the intervention's admissibility and merits.

Keywords

AI generated
third party intervention annulment of judgment abuse of right remand for adjudication procedural standing Code of Civil Procedure appeal acceptance

Cited Legislation

AI generated
Article 83 of the Code of Civil Procedure
Articles 76 to 78 of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Article 281 of the Civil Code

Cited Case Law

AI generated
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 864 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 864/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αικατερίνη Κρυσταλλίδου, Μαρία Ανδρικοπούλου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη και Παναγιώτα Πασσίση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 11 Oκτωβρίου 2021, με την παρουσία και της Γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….., εκπροσωπείται νόμιμα και δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο. Του αναιρεσιβλήτου: Γ. Π. του Ε., κατοίκου ……. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δ. Γ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.ΠολΔ.. Της προσθέτως υπέρ της αναιρεσείουσας και κατά του αναιρεσιβλήτου παρεμβαίνουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", με διακριτικό τίτλο " ...", που εδρεύει στο Δήμο ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία ενεργεί ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος και ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στο ..., και κατέστη ειδική διάδοχος της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ….. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αναστάσιο Ανδρικογιανόπουλο .

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-03-2012 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου και την υπ' αριθμ. 557/2013 πρόσθετη παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Ρεθύμνης και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 70/2014 του ίδιου Δικαστηρίου και 345/2018 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 10-06-2019 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο ο αναιρεσίβλητος και η προσθέτως παρεμβαίνουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε να γίνουν δεκτά τα αιτήματά του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 ΚΠολΔ, αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του.

Το δικονομικό δικαίωμα της άσκησης αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης παρέχεται όχι λόγω της πιθανής εκδήλωσης δυσμενών ενεργειών της απόφασης σε βάρος τρίτου, αλλά λόγω της δεσμευτικότητας αυτών που θα κριθούν στην ήδη εκκρεμή δίκη, όσον αφορά στις σχέσεις του παρεμβαίνοντος προς τον αντίδικό του, χωρίς να υπάρχει δυνατότητα άλλης διαδικασίας.

Με την άσκηση της αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης ο παρεμβαίνων, χωρίς να εισάγει στη δίκη μια νέα έννομη σχέση, αντιδικεί για την ήδη εκκρεμή έννομη σχέση, η διάγνωση της οποίας επισύρει την επέκταση της ισχύος της απόφασης. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 ΚΠολΔ αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 883/2021, ΑΠ 368/2019).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου στο επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής (άρθρο 225 παρ. 2 ΚΠολΔ), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατ' αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 ΚΠολΔ (ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1564/2017, ΑΠ 1731/2011).

Για το χαρακτηρισμό της παρέμβασης ως αυτοτελούς αρκεί κατ' αρχήν ο ισχυρισμός του παρεμβαίνοντος περί διαδοχής, ο οποίος βασίζεται σε κατάλληλο, κατά το ουσιαστικό δίκαιο, πραγματικό γεγονός, το οποίο, όμως, σε περίπτωση αμφισβήτησης πρέπει να αποδεικνύεται ΑΠ 1260/2019). Από τη διάταξη του άρθρου 80 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι τρίτος μπορεί να ασκήσει σε εκκρεμή μεταξύ άλλων δίκη πρόσθετη παρέμβαση για την υποστήριξη κάποιου διαδίκου, μέχρι να εκδοθεί αμετάκλητη απόφαση, συνεπώς για πρώτη φορά και ενώπιον του Αρείου Πάγου, περιοριζόμενος σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων της αναίρεσης, εφόσον έχει έννομο συμφέρον.

Από το συνδυασμό δε των διατάξεων των άρθρων 81 παρ. 1 και 215 παρ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή, δηλαδή με κατάθεση του δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, στο οποίο απευθύνεται, που είναι αναγκαίο στοιχείο της προδικασίας, και ολοκληρώνεται με την κοινοποίηση αυτής στους διαδίκους, η οποία, στην περίπτωση που ασκείται για πρώτη φορά στον Άρειο Πάγο, πρέπει να γίνεται, σύμφωνα με το άρθρο 568 παρ. 4 ΚΠολΔ, σε όλους τους μέχρι της ασκήσεώς της διαδίκους, τουλάχιστον εξήντα ημέρες πριν από τη δικάσιμο, αν όλοι οι διάδικοι που καλούνται διαμένουν στην Ελλάδα (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 86/2018).

Έννομο συμφέρον για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης υφίσταται, όταν με την πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να προστατευθεί δικαίωμα του παρεμβαίνοντος ή να αποτραπεί η δημιουργία σε βάρος του νομικής υποχρέωσης, που είτε απειλούνται από τη δεσμευτικότητα και την εκτελεστότητα της αποφάσεως που θα εκδοθεί είτε υπάρχει κίνδυνος προσβολής τους από τις αντανακλαστικές συνέπειές της, ως τρίτος δε, κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως του άρθρου 80 ΚΠολΔ, νοείται εκείνος ο οποίος δεν είχε προσλάβει την ιδιότητα του διαδίκου με οποιοδήποτε τρόπο στην αρχική δίκη ή σε στάδιο προηγούμενης δίκης επί της υποθέσεως (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 1329/2017).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ του ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "Τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους.

Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις". Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "Οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ.

του ν. 4307/2014 (Α' 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης". Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων του άρθρου 576 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας στη δίκη επί της αιτήσεως αναιρέσεως, αν κάποιος από τους αναγκαίους ομοδίκους δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην, όμως, έχει κλητευθεί νομίμως είτε από τον αντίδικό του, είτε από αναγκαίο ομόδικο, τότε η συζήτηση χωρεί νομίμως και ως προς τον απολειπόμενο αυτόν αναγκαίο ομόδικο (ΑΠ 883/2021, ΑΠ 368/2019, ΑΠ 756/2017), αφού, αν και δεν παραστάθηκε, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από τον αναγκαίο ομόδικό του.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσίβλητος, με την από 20.3.2012 ανακοπή του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνης, ζήτησε να ακυρωθεί η υπ' αριθ. 91/2012 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη Ρεθύμνου, με την οποία υποχρεώθηκε να καταβάλει στην καθής η ανακοπή τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "..." (μη διάδικο) το ποσό των 18.697 ευρώ ως κεφάλαιο, πλέον τόκων και δικαστικών εξόδων, βάσει της υπ' αριθ. ...

μεταχρονολογημένης τραπεζικής επιταγής, εκδόσεώς του, η οποία, εμφανισθείσα νόμιμα και εμπρόθεσμα στην πληρώτρια τράπεζα, δεν πληρώθηκε λόγω ανακλήσεώς της. Ενώπιον του ως άνω πρωτοβάθμιου δικαστηρίου άσκησε αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της καθής η ανακοπή (ήδη μη διαδίκου) η ανώνυμη τραπεζική εταιρία με την επωνυμία "..." (ήδη αναιρεσείουσα), ως ειδική διάδοχος, μετά την επελθούσα με την άσκηση της ανακοπής εκκρεμοδικία, της καθής η ανακοπή στη συγκεκριμένη έννομη σχέση, από την οποία απορρέει η απαίτηση που επιδικάστηκε με την ανακοπτόμενη διαταγή πληρωμής.

Το Ειρηνοδικείο Ρεθύμνης, δικάζοντας κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, εξέδωσε την υπ' αριθ. 70/2014 απόφασή του, με την οποία, αφού έκρινε παραδεκτή την ασκηθείσα ως άνω αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση, απέρριψε αυτήν ως αβάσιμη, έκανε δεκτή την ανακοπή, κατά παραδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμου του τέταρτου λόγου αυτής, ερειδομένου στο άρθρο 281 ΑΚ, και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής.

Κατά της πρωτόδικης αυτής απόφασης η καθής η ανακοπή τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", καθώς και η πιο πάνω προσθέτως παρεμβαίνουσα-ειδική διάδοχος της καθής η ανακοπή (ήδη αναιρεσείουσα) άσκησαν έφεση, στρεφόμενη κατά του ανακόπτοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου), και επ' αυτής εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 345/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο), το οποίο, αφού έκρινε ότι παραδεκτώς ασκήθηκε η έφεση (και) από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα-ειδική διάδοχο της καθής η ανακοπή, η οποία είχε δικαίωμα εφέσεως, κατ' άρθρο 516 παρ. 1 ΚΠολΔ [δημιουργηθείσας, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, σχέσης επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας μεταξύ της κυρίας διαδίκου καθής η ανακοπή και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας (αναιρεσείουσας)], απέρριψε την έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση επί της ανακοπής και ακυρώνοντας, έτσι, τελεσίδικα την ως άνω διαταγή πληρωμής.

Ενόψει αυτών, η υπό κρίση από 10.06.2019 αίτηση αναίρεσης κατά της ανωτέρω, εκδοθείσας αντιμωλία κατά την ειδική διαδικασία των πιστωτικών τίτλων, υπ' αριθ. 345/2018 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου (που δίκασε ως δευτεροβάθμιο), η οποία ασκήθηκε, νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1 ΚΠολΔ) από την αυτοτελώς προσθέτως παρεμβάσα "..." - ειδική διάδοχο της κυρίας διαδίκου καθής η ανακοπή, που έχει αυτοτελώς δικαίωμα αναίρεσης, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Σημειωτέον ότι, δυνάμει της υπ' αρ. 139241/30.12.2020 αποφάσεως του Τμήματος Ασφαλιστικών ΑΕ και Χρηματοπιστωτικών Ιδρυμάτων της Δ/νσης Εταιρειών της Γενικής Γραμματείας Εμπορίου και Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Ανάπτυξης και Επενδύσεων, εγκρίθηκε η Διάσπαση δι' απόσχισης κλάδου της τραπεζικής δραστηριότητας της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." με αριθμό ... ("Διασπώμενη") με τη σύσταση νέας εταιρείας-Πιστωτικού Ιδρύματος με την επωνυμία "..." ("Επωφελούμενη"), βάσει των διατάξεων του άρθρου 16 του ν. 2515/1997 ως και των άρθρων 54 παρ. 3, 57 παρ. 3, 59 έως 74 και 140 παρ. 3 του ν. 4601/2019, καθώς και του άρθ. 145 του ν. 4261/2014, όπως ισχύουν.

Η ανωτέρω εγκριτική απόφαση καταχωρίστηκε στο ΓΕΜΗ στις μερίδες και των δύο εταιρειών (Διασπώμενης και Επωφελούμενης). Συνεπεία της εν λόγω διάσπασης δι' απόσχισης κλάδου, η Επωφελούμενη υποκαταστάθηκε δυνάμει καθολικής διαδοχής στο σύνολο των περιουσιακών στοιχείων, έννομων σχέσεων και εν γένει δικαιωμάτων και υποχρεώσεων της Διασπώμενης (αναιρεσείουσας), μεταξύ των οποίων και τα περιουσιακά στοιχεία, έννομες σχέσεις και εν γένει δικαιώματα που απορρέουν από την παρακάτω από 12.9.2019 σύμβαση πώλησης-μεταβίβασης δια τιτλοποίησης.

Περαιτέρω, η εδρεύουσα στην Αθήνα ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "..." και το διακριτικό τίτλο "..." (πρώην "..."), με το από 17.6.2021 ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 2.7.2021 και ακριβές αντίγραφο του οποίου επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην αναιρεσείουσα και τον αναιρεσίβλητο εντός της, ορισθείσας από τον Πρόεδρο του Α2' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, προθεσμίας κοινοποίησης της πρόσθετης παρέμβασης, ήτοι 60 ημέρες πριν από την ορισθείσα από τον ίδιο και αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (11.10.2021), όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από την παρεμβαίνουσα υπ' αριθ. 9312Γ/12.7.2021 και Β'5841/13.7.2021 εκθέσεις επίδοσης των δικαστικών επιμελητών Η.

Β. Ν. (περιφέρειας Εφετείου Αθηνών) και Α. Π. Ζ. (περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης), αντίστοιχα, ασκεί το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "...", επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "..." (...) με έδρα το ..., ειδικής διαδόχου της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας, υπέρ και κατά της οποίας (ειδικής διαδόχου) ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 ΚΠολΔ).

Ειδικότερα, όπως προκύπτει από τα έγγραφα της δικογραφίας, η αλλοδαπή εταιρεία με την επωνυμία "...", της οποίας νόμιμη διαχειρίστρια των απαιτήσεών της είναι η προσθέτως παρεμβαίνουσα, μετά την κατάθεση της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης κατέστη ειδική διάδοχος της αναιρεσείουσας στην έννομη σχέση και ως προς τις απαιτήσεις που απορρέουν από την υπ' αριθ.

ΑΛ 30200581/28.2.2001 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, και των πρόσθετων πράξεων αυτής, που είχε συναφθεί αρχικά μεταξύ της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και της εταιρείας "....", στο πλαίσιο της οποίας είχε ενεχυριαστεί η επίδικη τραπεζική επιταγή (εκδόσεως του αναιρεσιβλήτου).

Η άνω σύμβαση πίστωσης και οι πρόσθετες πράξεις αυτής, το σε εξασφάλιση αυτής παρεπόμενο πρόσθετο σύμφωνο παροχής ενεχύρου επί επιταγών, δια του οποίου παραδόθηκε και καταχωρήθηκε σε πινάκιο η υπ' αριθμ. .../18.1.2012 επιταγή με πληρώτρια την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ, και η απορρέουσα εκ της επιταγής αξίωση, δια της οποίας εκδόθηκε η παραπάνω υπ' αριθ. 91/2012 διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνης, μεταβιβάστηκαν δυνάμει της από 26.3.2013 συμβάσεως, του υπ' αριθ. 96/2013 διατάγματος του άρθρου 9 του περί εξυγίανσης πιστωτικών και άλλων ιδρυμάτων νόμου του 2013, που καταχωρήθηκε στην επίσημη Εφημερίδα της Κυπριακής Δημοκρατίας και της υπ' αριθ. 66/2013 αποφάσεως της ΕΠΑΘ της ..., λόγω ειδικής διαδοχής από την ...

προς την .... Δυνάμει της από 12.9.2019 συμφωνίας μεταξύ της αναιρεσείουσας τραπεζικής εταιρείας και της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "...", με έδρα το ..., μεταβιβάστηκε από την πρώτη στη δεύτερη μέσω τιτλοποίησης απαιτήσεων, σύμφωνα με τα άρθρα 10 και 14 παρ. 13 του ν. 3156/2003, χαρτοφυλάκιο επιχειρηματικών απαιτήσεων.

Η συμφωνία αυτή καταχωρήθηκε την 16.9.2019 στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου 237, στον τόμο 10 και με αριθμό 271, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθ. 10 παρ. 8 ν. 3156/2003. Στις απαιτήσεις που μεταβιβάστηκαν περιλαμβάνονται και οι απαιτήσεις από την ως άνω σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, στο πλαίσιο της οποίας είχε ενεχυριαστεί η επίδικη τραπεζική επιταγή.

Ως εκ τούτου, η αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού "..." κατέστη δικαιούχος των ως άνω απαιτήσεων ως ειδική διάδοχος της μεταβιβάζουσας αναιρεσείουσας Τράπεζας και με την από 12.9.2019 σύμβαση διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, η οποία καταχωρήθηκε στο δημόσιο βιβλίο του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών, στις 16.9.2019 (αρ.

πρωτ. 238/16.9.2019, τ. 10, αριθ. 272), ανέθεσε στην αναιρεσείουσα τη διαχείριση και είσπραξη των τιτλοποιούμενων απαιτήσεων και στη συνέχεια, μετά τη σύσταση της εταιρείας με την επωνυμία "...") δυνάμει των διατάξεων του ν. 4354/2015, η οποία και αδειοδοτήθηκε νομίμως από την Τράπεζα της Ελλάδος (απόφαση 326/2/17.9.2019 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων - ΦΕΚ Β'3533/20.9.2019), ανατέθηκε σ' αυτήν η διαχείριση των τιτλοποιημένων απαιτήσεων, κατόπιν τροποποιήσεως της ως άνω από 12.9.2019 σύμβασης διαχείρισης, καταχωρισθείσας στο δημόσιο βιβλίο του ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (αρ.

πρωτ. 251/23.9.2019. τ. 10, αριθ. 285). Εν συνεχεία, τροποποιήθηκε το καταστατικό της εν λόγω διαχειρίστριας εταιρείας και εγκρίθηκε, μεταξύ άλλων, η αλλαγή της επωνυμίας αυτής σε "..." και το διακριτικό τίτλο "...", ενώ στις 13.7.2020 η εταιρεία ειδικού σκοπού "..." προέβη σε επανεκχώρηση προς την αναιρεσείουσα Τράπεζα (μεταβίβαση-επαναγορά-αποτιτλοποίηση) μέρους των, κατά τα ανωτέρω, μεταβιβασθεισών προς αυτήν απαιτήσεων, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και οι απαιτήσεις από την πιο πάνω σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, μεταξύ των οποίων και η ένδικη απαίτηση, δημοσιευθείσας νομίμως της σχετικής μεταβολής (επαναγοράς) της από 12.9.2019 σύμβασης πώλησης-μεταβίβασης, στο δημόσιο βιβλίο του ν. 2844/2000.

Ακολούθως, δυνάμει της από 21.7.2020 συμβάσεως πώλησης και μεταβίβασης απαιτήσεων μεταξύ της αναιρεσείουσας και της άνω εταιρείας, που εδρεύει στο ..., με την επωνυμία "...", η πρώτη μεταβίβασε στη δεύτερη χαρτοφυλάκιο απαιτήσεων από χορηγήσεις δανείων-πιστώσεων, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι απορρέουσες από την παραπάνω σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό.

Η σύμβαση αυτή πώλησης-μεταβίβασης απαιτήσεων δημοσιεύθηκε στις 22.7.2020 στο ειδικό βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000 του Ενεχυροφυλακείου Αθηνών (αριθ. πρωτ. 299/22.7.2020, τ. 11, αριθ. 247). Σύμφωνα με το άρθρο 10 του ν. 3156/2003, η μεταβίβαση αυτή έχει αποτέλεσμα εκχώρησης, η δε καταχώρηση της σύμβασης στο δημόσιο βιβλίο έχει αποτέλεσμα αναγγελίας εκχώρησης στον οφειλέτη.

Αρχικά, δυνάμει της από 21.7.2020 συμβάσεως διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, που καταχωρήθηκε στο δημόσιο βιβλίο του ν. 2844/2000 (αρ. πρωτ. 300/22.7.2020, τ. 11, αριθ. 248), διορίστηκε ως διαχειρίστρια των τιτλοποιημένων απαιτήσεων η ως άνω εταιρεία "..." (ήδη προσθέτως παρεμβαίνουσα) και χορηγήθηκε σ' αυτήν από τη νέα ειδική διάδοχο το από 21.7.2020 πληρεξούσιο, σύμφωνα με το ν. 3156/2003.

Στη συνέχεια, κατόπιν συμφωνηθείσας λύσης της ως άνω από 21.7.2020 σύμβασης διαχείρισης, οι ίδιοι εν λόγω συμβαλλόμενοι προέβησαν στη σύναψη της από 1.3.2021 νέας σύμβασης διαχείρισης, καταχωρισθείσας στο δημόσιο βιβλίο του ν. 2844/2000 (αρ. πρωτ. 69/17.3.2021, τ. 12, αριθ. 59), με την οποία διορίστηκε ως διαχειρίστρια των τιτλοποιημένων απαιτήσεων η ίδια ως άνω εταιρεία "...", ενώ παράλληλα χορηγήθηκε στην τελευταία από τη νέα δικαιούχο εταιρεία το από 2.3.2021 πληρεξούσιο, σύμφωνα με το ν. 3156/2003.

Ενόψει των ανωτέρω, η εταιρεία ειδικού σκοπού με την επωνυμία "..." ήδη τυγχάνει ειδική διάδοχος-δικαιούχος της απαίτησης που απορρέει από την υπ' αρ. ΑΛ 30200581/28.2.2001 σύμβαση πίστωσης με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό, σε διασφάλιση της οποίας λήφθηκε ως ενέχυρο η επιταγή που αποτέλεσε τον τίτλο για την έκδοση της άνω διαταγής πληρωμής, διαχειρίστρια δε της εν λόγω δικαιούχου, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015 σε συνδυασμό με όσα αναφέρθηκαν, πληρεξουσία και δεκτική καταβολής τυγχάνει η προσθέτως παρεμβαίνουσα, η οποία έχει νόμιμα αδειοδοτηθεί από την Τράπεζα της Ελλάδος, ως εταιρεία διαχείρισης απαιτήσεων, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν. 4354/2015, όπως αυτός ισχύει (απόφαση 326/2/17.9.2019 της Επιτροπής Πιστωτικών και Ασφαλιστικών Θεμάτων -ΦΕΚ τ.

Β'3533/20.9.2019). Επομένως, η πρόσθετη παρέμβαση, η οποία, σύμφωνα και με τις προαναφερόμενες σκέψεις, έχει, σαφώς, χαρακτήρα αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, είναι παραδεκτή και νόμιμη (άρθρ. 80 και 83 ΚΠολΔ), με αποτέλεσμα μεταξύ της κυρίας διαδίκου αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας, όπως αυτή έχει, ήδη, κατά τα προαναφερθέντα, μετασχηματιστεί, και της προσθέτως υπέρ αυτής παρεμβαίνουσας, να δημιουργηθεί σχέση επιγενόμενης αναγκαίας ομοδικίας και πρέπει, ως εκ τούτου, αυτή να συνεκδικαστεί με την αίτηση αναίρεσης (άρθ. 246, 573 ΚΠολΔ).

Από την προσκομιζόμενη μετ' επικλήσεως από την προσθέτως παρεμβαίνουσα υπ' αριθ. Β'1579/20.2.2020 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Κρήτης Α. Ζ., προκύπτει ότι αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης με την κάτω από αυτήν πράξη προσδιορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της παρούσας δικασίμου (11.10.2021) και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο αυτή, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσείουσας, στον αναιρεσίβλητο (άρθ. 568 παρ. 2, 3, 4 ΚΠολΔ).

Επομένως, κατ' εφαρμογή των όσων εκτέθηκαν παραπάνω, εφόσον η αναιρεσείουσα-υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, δεν εμφανίσθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε τρόπο κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και η συζήτηση θα χωρήσει σαν να ήταν και αυτή παρούσα.

Σημειώνεται, ότι η, κατά τα προεκτεθέντα, μεταβίβαση της επίδικης απαίτησης από τη δικαιούχο αναιρεσείουσα, στην αλλοδαπή εταιρεία "...", δυνάμει της από 12.9.2019 σχετικής συμφωνίας, επήλθε από την καταχώριση αυτής στο δημόσιο βιβλίο του άρθρου 3 ν. 2844/2000 του ενεχυροφυλακείου Αθηνών, ήτοι την 16.9.2019, που έχει αποτέλεσμα αναγγελίας εκχώρησης στον οφειλέτη, οπότε και κατέστη η ίδια ειδική διάδοχος της αναιρεσείουσας και δικαιούχος της απαίτησης.

Επομένως, κατά το χρόνο κατάθεσης-άσκησης της αίτησης αναίρεσης, την 13.9.2019, η αναιρεσείουσα τραπεζική εταιρεία, ήταν, ως ειδική διάδοχος της Τράπεζας Κύπρου, αποκλειστική δικαιούχος της ένδικης απαίτησης, από την οποία δεν είχε αποξενωθεί, και ως εκ τούτου είχε έννομο συμφέρον και νομιμοποιούνταν ενεργητικά στην άσκηση της αίτησης αναίρεσης.

Επίσης, με την επανεκχώρηση, την 13.7.2020, της ένδικης απαίτησης από την άνω αλλοδαπή εταιρεία "PIRAEUS SNF..." στην αναιρεσείουσα, η οποία, ως δικαιούχος και πάλι της απαίτησης, στις 21.7.2020 την μεταβίβασε εκ νέου στην αλλοδαπή εταιρεία "...", της οποίας πληρεξούσια και διαχειρίστρια κατέστη η προσθέτως παρεμβαίνουσα, η τελευταία έχει έννομο συμφέρον στην άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης.

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 1, 12 παρ. 1, 14, 22 και 28 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", προκύπτει, ότι η ενοχή από επιταγή είναι αναιτιώδης, αφού η αιτία έκδοσής της δεν αποτελεί στοιχείο της επιταγής και συνεπώς ούτε της αγωγής προς πληρωμή της, ο καλούμενος όμως σε πληρωμή οφειλέτης μπορεί να επικαλεσθεί την εσωτερική (βασική) έννομη σχέση και να προβάλει κατά του κομιστή, εφόσον διατελεί σε προσωπική σχέση μ' αυτόν, ότι η πληρωμή αυτής οδηγεί σε αδικαιολόγητο πλουτισμό (αρθρ. 904 επ.

ΑΚ), επειδή η αιτία έκδοσής της εξέλιπε ή ήταν ανύπαρκτη ή ελαττωματική και έτσι να ελευθερωθεί. Η ανυπαρξία δηλαδή ή το ελάττωμα της αιτίας υπογραφής της επιταγής δεν επιδρά στο κύρος της αντίστοιχης υποχρέωσης από την επιταγή, επιτρέπει όμως στον οφειλέτη να εναντιωθεί με ανακοπή κατά της διαταγής πληρωμής, που εκδόθηκε σε βάρος του με βάση την επιταγή (άρθρ. 632, 633 ΚΠολΔ), και να αντιτάξει, ότι ο κομιστής της επιταγής, σε διαταγή του οποίου, χωρίς νόμιμη αιτία, την εξέδωσε, έχει αποκτήσει από αυτόν περιουσιακό στοιχείο που συνεπάγεται αδικαιολόγητο σε βάρος του πλουτισμό.

Για την προβολή όμως της έλλειψης υποκείμενης αιτίας, δεν αρκεί ο ισχυρισμός του υπογραφέα, ότι χωρίς αιτία υπέγραψε την επιταγή, αλλά χρειάζεται να προσδιορίζεται και, σε περίπτωση αμφισβήτησης, να αποδεικνύεται, ότι ο υπογραφέας αναδέχθηκε την υποχρέωση από τον τίτλο της επιταγής για κάποια ορισμένη αίτια και ότι αυτή είναι ανύπαρκτη (ΑΠ 651/2011).

Τους ισχυρισμούς αυτούς, για έλλειψη υποκείμενης αιτίας, ο υπογραφέας μπορεί να τους προτείνει, τόσο έναντι εκείνου, ο οποίος αμέσως συνδέεται μαζί του, όσο και κατά των υπόλοιπων δικαιούχων από την επιταγή, μόνο όμως με τους περιορισμούς και τις προϋποθέσεις, που αναφέρονται στη διάταξη του άρθρου 22 του ως άνω νόμου 5960/1933 (ΑΠ 1346/2017, ΑΠ 1555/2012, ΑΠ 651/2011).

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 22 του ν. 5960/1933 "περί επιταγής", η οποία είναι ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 17 του ν. 5325/1932 "περί συναλλαγματικής και γραμματίου εις διαταγήν", τα πρόσωπα, που ενάγονται από την επιταγή, μπορούν να αντιτάξουν κατά του κομιστή τις ενστάσεις, οι οποίες στηρίζονται στις προσωπικές σχέσεις μεταξύ αυτών και του εκδότη ή των προηγούμενων κομιστών της επιταγής, μόνο εάν ο κομιστής κατά το χρόνο κτήσης της επιταγής ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του οφειλέτη.

Η καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή αρχή του απροβλήτου των ουσιαστικών ενστάσεων, κατά την οποία τα πρόσωπα, που ευθύνονται από την επιταγή, δεν μπορούν να προτείνουν κατά του νόμιμου κομιστή αυτής ενστάσεις, που στηρίζονται στις προσωπικές τους σχέσεις με τον εκδότη ή με τους προηγούμενους κομιστές, κάμπτεται μόνον εφόσον εκείνος, προς τον οποίο μεταβιβάστηκε με οπισθογράφηση η επιταγή, τελούσε κατά την κτήση της σε γνώση της ύπαρξης των ενστάσεων αυτών και με την αποδοχή της μεταβίβασης σε αυτόν της επιταγής ενεργούσε με πρόθεση βλάβης του οφειλέτη.

Τέτοια ενέργεια, υπό την έννοια της διάταξης αυτής, λαμβάνει χώρα, όταν αυτός γνωρίζει κατά την απόκτηση του τίτλου, ότι με τη μεταβίβαση προς αυτόν είναι δυνατόν να ματαιωθεί η προβολή των προαναφερόμενων ενστάσεων και ότι με τον τρόπο αυτόν επιτυγχάνεται η πληρωμή, η οποία χωρίς τη μεταβίβαση αυτή δεν θα επιτυγχανόταν.

Η γνώση του κομιστή είναι απαραίτητο να υφίσταται κατά το χρόνο της οπισθογράφησης σε αυτόν της επιταγής και δεν ασκεί επίδραση η μεταγενέστερη γνώση. Σε περίπτωση, που ο ενεχόμενος από την επιταγή ασκήσει είτε ανακοπή κατά της εκδοθείσας σε βάρος του διαταγής πληρωμής είτε αγωγή περί ανυπαρξίας της οφειλής του, πρέπει να εκθέτει στο σχετικό δικόγραφο, ακολούθως δε πρέπει και να αποδεικνύει, τα περιστατικά αυτά, γιατί η καλή πίστη του κομιστή τεκμαίρεται.

Συνακόλουθα, ο οφειλέτης από την επιταγή, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση της σχετικής ένστασής του, πρέπει στην ανακοπή ή την αγωγή του να περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό, ότι ο κομιστής της επιταγής, κατά το χρόνο της κτήσης αυτής, γνώριζε την ένσταση και επιπλέον αυτός είχε συνείδηση, ότι με την απόκτηση του τίτλου ήταν ενδεχόμενο να υποστεί βλάβη ο οφειλέτης με την πληρωμή της επιταγής. (ΑΠ 50/2020, ΑΠ 1758/2017, ΑΠ 1346/2017, ΑΠ 353/2015).

Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.

Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.

Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της κατάστασης που διαμορφώθηκε υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων (ΟλΑΠ 10/2012, ΑΠ 267/2021).

Το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.

Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 267/2021, ΑΠ 311/2020, ΑΠ 333/2019).

Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 8/2018). Εξάλλου, από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ.1, 577 παρ.3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο έγγραφο της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 560 ΚΠολΔ, προκειμένου για απόφαση του πρωτοδικείου που εκδόθηκε σε έφεση κατά αποφάσεως Ειρηνοδικείου, θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση, χωρίς η εντεύθεν αοριστία να μπορεί επιτρεπτώς να θεραπευθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΑΠ 16/2009).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, εννοιολογικά ταυτόσημη με εκείνη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως για ευθεία παραβίαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, αν αυτός δεν εφαρμοσθεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006).

Με το λόγο αυτόν ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή τους στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παραβίαση.

Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 7/2006).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως για παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου από το δικαστήριο της ουσίας (άρθρ. 560 αρ.1 ΚΠολΔ) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στην απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.

Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες ουσιαστικές παραδοχές, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, υπό τα οποία και συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 20/2005). Και τούτο, για το λόγο ότι η ευδοκίμηση της αναιρέσεως εξαρτάται από την ορθότητα όχι του αιτιολογικού αλλά του διατακτικού της προσβαλλόμενης αποφάσεως (άρθρ. 578 ΚΠολΔ), το τελευταίο δε συνάπτεται αιτιωδώς με τις ουσιαστικές παραδοχές του δικαστηρίου.

Επομένως η έκθεση των παραδοχών αυτών στο αναιρετήριο είναι αναγκαία προκειμένου να ελεγχθεί αν τα πραγματικά περιστατικά που συγκροτούν την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού καλύπτουν όλα τα στοιχεία του πραγματικού του κανόνα δικαίου που εφαρμόσθηκε, ώστε να αποβαίνει εφικτός ο έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, συνακόλουθα και ο έλεγχος του διατακτικού της αποφάσεως (ΑΠ 16/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση το, δικάσαν ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, Μονομελές Πρωτοδικείο Ρεθύμνου, δέχθηκε, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ανακόπτων (αναιρεσίβλητος), ο οποίος διατηρεί εργαστήριο ζαχαροπλαστικής στην πόλη του Ρεθύμνου, επί της οδού ..., αριθμός ….

και Γ., διατηρούσε για μεγάλο χρονικό διάστημα εμπορική συνεργασία με την εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "....", η οποία ασχολείται με την εμπορία και εισαγωγή μηχανημάτων, πρώτων υλών και εργαλείων ζαχαροπλαστικής, παγωτού, αρτοποιίας και σοκολατοποιίας. Κατά το μήνα Ιούνιο του έτους 2011 ο ανακόπτων, προκειμένου να ανανεώσει μέρος του μηχανολογικού εξοπλισμού του εργαστηρίου του, παρήγγειλε από την ως άνω εταιρεία μηχανολογικό εξοπλισμό, συνολικής αξίας 168.718 ευρώ και εξέδωσε κατόπιν αίτησής της και προκειμένου να εκτελεστεί και η σχετική παραγγελία του δέκα μεταχρονολογημένες επιταγές, μεταξύ των οποίων και την επίδικη με αριθμό ...

επιταγή της ... ... Α.Ε., ποσού 18.697 ευρώ, με ημερομηνία έκδοσης 18.01.2012, σε διαταγή της ανωτέρω εταιρείας, η οποία οπισθογράφησε λόγω ενεχύρου τις παραπάνω επιταγές σε διάφορες τράπεζες, μεταξύ των οποίων και στην καθ' ης η ανακοπή τραπεζική εταιρεία με την επωνυμία "...", στην οποία οπισθογράφησε την ως άνω επιταγή στις 20.05.2011.

Κατά το μήνα Δεκέμβριο του έτους 2011 η ανωτέρω εταιρεία με την επωνυμία "...." αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα, συνεπεία των οποίων δεν κατέστη εφικτό να πραγματοποιήσει την παραγγελία του ανακόπτοντος. Το γεγονός δε αυτό γνωστοποίησε στον ανακόπτοντα, αποστέλλοντάς του την από 02.12.2011 επιστολή της, με την οποία του γνωστοποιούσε ότι λόγω προβλημάτων της εταιρείας αδυνατούσε να εκτελέσει την παραγγελία μηχανολογικού εξοπλισμού και συγχρόνως του δήλωνε ότι τις επιταγές, που της είχε εκχωρήσει για την εκπλήρωση της παραγγελίας, θα τις τακτοποιούσε στο μέλλον είτε με την εκτέλεση μέρους της παραγγελίας, είτε με την επιστροφή τους.

Μετά την εξέλιξη αυτή ο ανακόπτων ανακάλεσε τις ανωτέρω επιταγές, μεταξύ των οποίων και την επίδικη, και ταυτόχρονα γνωστοποίησε το γεγονός αυτό στην καθ' ης με την από 28.12.2011 εξώδικη δήλωσή του (στην οποία είχε ενσωματώσει και την από 02.12.2011 ως άνω επιστολή της παραπάνω εταιρείας), την οποία κοινοποίησε στην καθ' ης στις 12.01.2012....

Συνεπώς, η καθ' ης η ανακοπή γνώριζε ήδη από τις 12.01.2012, ήτοι πέντε περίπου μήνες πριν την ημερομηνία, που αναγράφεται στο σώμα της ως άνω επιταγής (18.01.2012), ότι η αιτία για την οποία εκδόθηκε η επιταγή αυτή, δεν επακολούθησε, αφού αυτή είχε ανακληθεί, με αποτέλεσμα να τελεί πλέον από την ως άνω ημερομηνία σε κακή πίστη, γνωρίζοντας περαιτέρω ότι από την πληρωμή της παραπάνω επιταγής ο ανακόπτων υφίστατο σπουδαία οικονομική βλάβη, λαμβανομένου υπόψη και του συνολικού αριθμού των επιταγών.

Η καθ' ης, ωστόσο, αφού εξόφλησε την ως άνω επιταγή συμψηφιστικά μέσω του γραφείου συμψηφισμού στις 18.01.2012, την εμφάνισε εμπρόθεσμα προς πληρωμή στην πληρώτρια Τράπεζα στις 19.01.2012, πλην, όμως, η επιταγή αυτή δεν πληρώθηκε λόγω ανάκλησης και ακολούθως σφραγίστηκε. Ενόψει όλων των παραπάνω πραγματικών περιστατικών, λαμβάνοντας υπόψη την πραγματική κατάσταση, που δημιουργήθηκε από τη μη εκπλήρωση από τη λήπτρια των επιταγών εταιρεία των συμβατικών της υποχρεώσεων προς τον ανακόπτοντα, που είχε ως συνέπεια την εξάλειψη της αιτίας έκδοσης της επίδικης επιταγής, καθώς και τις περιστάσεις, που μεσολάβησαν από την κτήση της επιταγής αυτής μέχρι την εμφάνισή της και συγκεκριμένα τη θετική γνώση της καθ' ης η ανακοπή για τη δυσμενή, μεταγενέστερη της έκδοσης της ως άνω επιταγής, εξέλιξη στις συμβατικές σχέσεις του ανακόπτοντος και της ως άνω εταιρείας, γεγονός, που κατέστησε αυτήν έκτοτε κακόπιστη, το Δικαστήριο κρίνει ότι τα περιστατικά αυτά καθιστούν μη ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, τη συμπεριφορά της καθ' ης η ανακοπή, να εμφανίσει την επίδικη επιταγή προς πληρωμή στις 19-01-2012 και ακολούθως να ζητήσει και να πετύχει την έκδοση της προσβαλλόμενης με αριθμό 91/2012 διαταγής πληρωμής της Ειρηνοδίκη Ρεθύμνης.

Κατά συνέπεια, ο σχετικός ισχυρισμός του ανακόπτοντος ενώπιον του Πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, όπως και τα συγκροτούντα αυτόν πραγματικά περιστατικά στον τέταρτο λόγο της ανακοπής του, είναι ουσιαστικά βάσιμος και τα αντίθετα υποστηριζόμενα από τις εκκαλούσες με τους σχετικούς λόγους της έφεσής τους που ανάγονται σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου αναφορικά με τη διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, όπως και σε πλημμελή εκτίμηση των αποδείξεων, κρίνονται απορριπτέα ως ουσιαστικά αβάσιμα...".

Με βάση τις παραδοχές αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την από 14.01.2015 έφεση της αναιρεσείουσας (και της Τράπεζας Κύπρου) κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε αποφανθεί ομοίως και είχε δεχθεί την από 20.03.2012 ανακοπή του αναιρεσιβλήτου ως ουσιαστικά βάσιμη, κατά παραδοχή ως κατ' ουσίαν βάσιμου του τέταρτου λόγου ανακοπής, ακυρώνοντας την υπ' αριθ. 91/2012 διαταγή πληρωμής.

Έτσι, που έκρινε το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παραβίασε ευθέως, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, την οποία εφάρμοσε εν προκειμένω, καθόσον οι ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές του δεν πληρούσαν το πραγματικό της εν λόγω διατάξεως και δεν δικαιολογούσαν την εφαρμογή της, και, ως εκ τούτου, ο σχετικός λόγος της ανακοπής ήταν ουσιαστικά αβάσιμος, δεδομένου ότι η επιδίωξη είσπραξης της ένδικης επιταγής κατά την ημέρα λήξης αυτής, και η βεβαίωση μη πληρωμής της, εκ μέρους της ενεχυρούχου δανείστριας Τράπεζας Κύπρου (στη θέση της οποίας υπεισήλθε η αναιρεσείουσα, όπως έχει μετασχηματιστεί), υπήρξε θεμιτή, ανεξάρτητα από την ελαττωματικότητα ή μη της υποκείμενης σχέσης μεταξύ της ενεχυράστριας της επιταγής εταιρείας και του οφειλέτη αυτής αναιρεσιβλήτου, εφόσον, σύμφωνα με τις πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, α) το ελάττωμα της υποκείμενης σχέσης μεταξύ της λήπτριας της επιταγής-οπισθογράφου και του οφειλέτη ήταν άγνωστο στην Τράπεζα κατά την κτήση της επιταγής (άρθ. 22 ν. 5960/1933) και η τελευταία δεν ενήργησε εν γνώσει προς βλάβη του αναιρεσιβλήτου με τη ματαίωση προβολής της ως άνω προσωπικής του ένστασης, β) οι εσωτερικές σχέσεις μεταξύ του εκδότη αναιρεσιβλήτου και της λήπτριας της επιταγής εταιρείας, σχετικά με την ένδικη επιταγή, δεν προκύπτει ότι ενέπιπταν με οιοδήποτε τρόπο στο πεδίο γνώσης της ενεχυρούχου δανείστριας Τράπεζας ούτε και αποκάλυψε σ' αυτήν η λήπτρια της επιταγής την υποκείμενη σχέση τους, γ) η Τράπεζα έλαβε γνώση της προσωπικής ένστασης του αναιρεσιβλήτου στις 12.1.2012, οπότε της κοινοποιήθηκε η από 28.12.2011 εξώδικη δήλωσή του, ότι η αιτία για την οποία εκδόθηκε η επιταγή δεν επακολούθησε και ότι η επιταγή είχε ανακληθεί (ήτοι 6 ημέρες πριν από τη φερόμενη ημερομηνία έκδοσης της μεταχρονολογημένης ένδικης επιταγής, 18.1.2012, που απείχε πάνω από επτά (7) μήνες από τη μεταβίβαση της επιταγής, στις 20.5.2011, με οπισθογράφηση σ' αυτήν λόγω ενεχύρου), με αποτέλεσμα η μεταγενέστερη αυτή γνώση της καθ' ης η ανακοπή να μην ασκεί επιρροή.

Ο αποκλεισμός της είσπραξης της επιταγής, στην οποία δεν υπήρξε αναγραφή της ρήτρας "ουχί εις διαταγήν", με την επίκληση του άρθρου 281 ΑΚ, λόγω της ελαττωματικότητας της υποκείμενης σχέσης μεταξύ του αναιρεσιβλήτου, ως εκδότη της ένδικης επιταγής, και της ενεχυράστριας εταιρείας, τελεί σε αντίθεση με τον αναιτιώδη χαρακτήρα της επιταγής (άρθρο 1 στοιχ. 2 ν. 5960/1933) και τον οικονομικό σκοπό του εξ αυτής δικαιώματος, ο οποίος κατατείνει στην ασφάλεια των σχετικών συναλλαγών και στην κυκλοφοριακή αξία της επιταγής, σύμφωνα δε με τις ανωτέρω ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δεν συντρέχουν στην προκείμενη περίπτωση, όλως εξαιρετικές περιστάσεις κακοπιστίας της καθ'ης η ανακοπή Τράπεζας Κύπρου, ώστε να καθίσταται μη ανεκτή η άσκηση του δικαιώματός της προς είσπραξη της επιταγής, καθόσον η καταχρηστικότητα αυτής θεμελιώνεται ακριβώς στις προϋποθέσεις υπό τις οποίες, κατά τα εκτιθέμενα στην οικεία μείζονα σκέψη, ο νόμος αναγνωρίζει στον τρίτο αξιογραφικό δανειστή-κομιστή την ύπαρξη του δικαιώματός του έναντι του εναγόμενου εκδότη (ήτοι, άγνοια των προσωπικών ενστάσεων του τελευταίου ή γνώση τους μετά το χρόνο κτήσης της επιταγής) και όχι στην ύπαρξη πρόσθετων πραγματικών περιστατικών που, παρά τη συνδρομή των ανωτέρω προϋποθέσεων, θα καθιστούσαν την άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική.

Ενόψει των εκτεθέντων, η συμπεριφορά της ενεχυρούχου δανείστριας Τράπεζας Κύπρου (στη θέση της οποίας υπεισήλθε η αναιρεσείουσα) που προηγήθηκε της άσκησης της αξίωσής της από την άνω επιταγή, όπως επίσης και η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα, που μεσολάβησε από την ενεχυρική οπισθογράφηση της επιταγής μέχρι και την άσκηση της αξίωσης αυτής, αλλά και οι περιστάσεις που μεσολάβησαν και εκτίθενται ειδικότερα στο σκεπτικό της απόφασης αυτής, δεν καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκηση της αξίωσης της Τράπεζας Κύπρου, κατά τις αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου για το δίκαιο και την ηθική, ώστε να παρίσταται ως καταχρηστική, υπό την έννοια του άρθρου 281 ΑΚ, που προαναφέρθηκε.

Επομένως, ο παραδεκτά προβαλλόμενος (άρθρο 562 παρ. 2β' ΚΠολΔ) μοναδικός αναιρετικός λόγος από τον αρ. 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ (και όχι από τον, ταυτόσημο, αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένα αναγράφεται στο αναιρετήριο), με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του άρθρου 281 του ΑΚ, είναι βάσιμος.

Η εκ μέρους του αναιρεσείοντος εσφαλμένη παράθεση του οικείου άρθρου που αναφέρεται στην προβαλλόμενη αναιρετική πλημμέλεια, δεν καθιστά απαράδεκτη την αίτηση αναίρεσης, αλλά, επί προσβαλλομένης, ως εν προκειμένω, απόφασης Πρωτοδικείου δικάσαντος ως Εφετείου, ο Άρειος Πάγος, υπάγοντας αυτεπαγγέλτως τα περιστατικά που περιέχονται στο αναιρετήριο στον προσήκοντα αναιρετικό λόγο, ερευνά την επικαλούμενη αναιρετική πλημμέλεια, ως λόγο που προβλέπεται (ή μη) από το άρθρο 560 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι στο δικόγραφο της αναίρεσης εκτίθενται με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα στοιχεία που συνιστούν τον προβαλλόμενο αναιρετικό λόγο (ΑΠ 147/2019, ΑΠ 301/2013), όπως συμβαίνει εν προκειμένω.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η επιστροφή του κατατεθέντος για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Κατά τη διάταξη του 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν ο Άρειος Πάγος αναιρέσει την απόφαση για οποιονδήποτε άλλο λόγο, εκτός από εκείνους που αναφέρονται στις παραγράφους 1 και 2, μπορεί να κρατήσει την υπόθεση και να ασχοληθεί με την εκδίκασή της, ιδίως αν κατά την κρίση του δεν χρειάζεται άλλη διευκρίνιση. Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αφού ερεύνησε και τους τέσσερις λόγους, που προέβαλε με την ανακοπή του ο αναιρεσίβλητος, έκρινε ως ουσιαστικά βάσιμο μόνο τον τέταρτο από αυτούς (περί καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος της αρχικώς καθής η ανακοπή) και, κατά παραδοχή αυτού, δέχθηκε την ανακοπή και ακύρωσε τη διαταγή πληρωμής, ενώ απέρριψε τους τρεις πρώτους λόγους ανακοπής. Στη συνέχεια δε, έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης άσκησε μόνον η καθής ανακοπή, με αποτέλεσμα η απόρριψη των τριών αυτών λόγων ανακοπής να έχει καταστεί αμετάκλητη. Κατόπιν αυτού, μετά την αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, ενόψει του ότι δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της προβληθείσας με τον τέταρτο λόγο της ανακοπής του αναιρεσιβλήτου ένστασης από το άρθρο 281 ΑΚ, δεν υπάρχει στάδιο περαιτέρω εκδίκασης της υπόθεσης.

Συνεπώς, επιβάλλεται, αφού κρατηθεί η υπόθεση, να γίνει δεκτή η έφεση της αναιρεσείουσας, να εξαφανισθεί η εκκαλούμενη υπ' αριθ. 70/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνης, η οποία, εσφαλμένως, είχε κάνει δεκτό τον προδιαληφθέντα λόγο ανακοπής και να απορριφθεί η κρινόμενη ανακοπή. Ο αναιρεσίβλητος, ως ηττηθείς διάδικος, πρέπει να καταδικαστεί στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, για τη σύνταξη και κατάθεση της αίτησης αναίρεσης εφόσον δεν παρέστη και δεν κατέθεσε προτάσεις (ΑΠ 1048/2019), καθώς και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 182, 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ Συνεκδικάζει την από 10.06.2019 αίτηση αναίρεσης της τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "..." και την από 17.06.2021 πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "...".

Αναιρεί την υπ' αριθ. 345/2018 απόφαση του (δικάσαντος ως εφετείου) Μονομελούς Πρωτοδικείου Ρεθύμνου.

Διατάσσει να επιστραφεί το καταβληθέν για την άσκηση της αναίρεσης παράβολο στην αναιρεσείουσα.

Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Δέχεται την από 14.1.2015 έφεση.

Εξαφανίζει την υπ' αριθ. 70/2014 οριστική απόφαση του Ειρηνοδικείου Ρεθύμνης.

Δικάζει επί της από 20.3.2012 ανακοπής.

Απορρίπτει την ανακοπή.

Διατάσσει την απόδοση στην εκκαλούσα του κατατεθέντος για το παραδεκτό της έφεσης παραβόλου. Και Επιβάλλει στον αναιρεσίβλητο τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας, την οποία ορίζει σε τετρακόσια πενήντα (450) ευρώ, και της προσθέτως παρεμβαίνουσας, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες πεντακόσια (2500) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Απριλίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Μαΐου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ