Legislator Case Law & Legislation
864/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on property ownership transfer via public auction contract.

Case Number 864/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by two individuals against a final judgment regarding property ownership. The lower court ruled that a specific company acquired a 3/28 share of the disputed real estate through a public auction contract, rejecting the appellants' claim that the contract was voidable. The court found the lower court's reasoning sound and sufficient for appellate review, deeming the sole ground of appeal unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 166, 1045, 1046, 974, 1051, 976, 1193, 1198 of the Civil Code; The Supreme Court dismisses an appeal when the lower court provides clear, consistent, and sufficient reasoning regarding the application of substantive civil law provisions, thereby preserving the legal basis of the final decision.

Keywords

AI generated
property ownership transfer public auction contract appellate review standard sufficient reasoning final judgment enforcement civil code provisions voidable contract claim

Cited Legislation

AI generated
Article 166 of the Civil Code
Article 1045 of the Civil Code
Article 1046 of the Civil Code
Article 974 of the Civil Code
Article 1051 of the Civil Code
Article 976 of the Civil Code
Article 1193 of the Civil Code
Article 1198 of the Civil Code
Article 576 of the Code of Civil Procedure
Article 94 of the Code of Civil Procedure
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 864 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 864/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Τζανερρίκο - Εισηγητή, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα και Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 16 Νοεμβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Η. Λ. του Γ., κατοίκου …, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο - Μελέτιο Παυλόπουλο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις. 2) Κ. Λ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μεγαλούδη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις, 2) Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Α.Ε. - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως ειδικής διαχειρίστριας της υπό εκκαθάριση τελούσας Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "Α.Ε. ΓΕΩΡΓΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ" που εδρεύει στην Καλαμάτα, η οποία ειδική εκκαθαρίστρια αντικαταστάθηκε από την Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Δημήτριο Καράμπελα και Ιωάννα Κεφαλάκη Βαβουγυιού με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8/10/1997 των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 86/1999 μη οριστική και 213/2009 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 110/2012 του Εφετείου Καλαμάτας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 18/10/2015 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χρήστος Τζανερρίκος ανέγνωσε την από 2/11/2020 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ο ίδιος ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση της αναίρεσης με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος χωρεί στη συζήτηση της υπόθεσης, σαν να ήταν αυτός παρών, υπό την επιφύλαξη του ότι η από αυτόν επίσπευση της συζήτησης είχε λάβει χώρα εγκύρως.

Περαιτέρω κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά το άρθρο 96 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα δίνεται είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά, ενώ κατά το άρθρο 104 του ίδιου Κώδικα για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Η έλλειψη της πληρεξουσιότητας ή η υπέρβασή της, εξετάζεται, κατά το άρθρο 73 του ΚΠολΔ και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης (ΟλΑΠ 13/2008, ΑΠ 533/2018). Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων και εκείνης του ως άνω άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ που καθιερώνει την αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στον Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΑΠ 533/2018), προκύπτει ότι εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (ΟλΑΠ 39/2005, ΟλΑΠ 9/2003, ΟλΑΠ 9/1992).

Στην περίπτωση αυτή, εάν δεν προκύπτει, άλλοθεν, κλήτευση του απολιπομένου ή μη προσηκόντως παρισταμένου διαδίκου, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς αυτόν (ΑΠ 533/2018, ΑΠ 1374/2017, ΑΠ 526/2016, ΑΠ 1622/2013, ΑΠ 453/2011, ΑΠ 340/2011). Τέλος κατά τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 3 εδ. β του ιδίου Κώδικα, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα, ταυτάριθμα, πρακτικά της παρούσας απόφασης, ο δεύτερος αναιρεσείων δεν εμφανίσθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατέθεσε δήλωση, κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, κατά τη νόμιμη εκ του πινακίου εκφώνηση της υποθέσεως. Περαιτέρω, από τις με αριθμούς: 1243Β και 1245Β/14-09-2020 εκθέσεις επίδοσης, που συνέταξε ο αρμόδιος δικαστικός επιμελητής του Εφετείου Αθηνών Κ.

Φ. και τις οποίες προσκομίζει και επικαλείται, με τις προτάσεις του, ο πρώτος αναιρεσείων, προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτή πράξη καταθέσεως και ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση, για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στα αναιρεσίβλητα νομικά πρόσωπα, μετά από την έγγραφη παραγγελία του πληρεξουσίου δικηγόρου αυτού (πρώτου αναιρεσείοντος) Βασιλείου Παυλόπουλου, ο οποίος, κατά τις ίδιες, ως άνω, εκθέσεις, φέρεται και ως πληρεξούσιος δικηγόρος του δευτέρου αναιρεσείοντος.

Από τα στοιχεία, όμως, της δικογραφίας δεν αποδεικνύεται ότι ο τελευταίος (δεύτερος αναιρεσείων) έχει δώσει ρητή πληρεξουσιότητα στον ανωτέρω δικηγόρο, που έδωσε την παραγγελία για τις ως άνω επιδόσεις, να επισπεύσει τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και ως προς αυτόν, αφού δεν προσκομίζεται σχετικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο.

Κατά συνέπεια, ακύρως αυτός επέσπευσε τη συζήτηση της υπόψη αίτησης αναίρεσης ενώ, περαιτέρω, δεν προκύπτει και ότι κλητεύθηκε, εκ μέρους κάποιου από τους παρισταμένους διαδίκους (πρώτο αναιρεσείοντα ή αναιρεσίβλητα ν. π.), προκειμένου να παραστεί, στη συζήτησή της, κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Επομένως, εφόσον ο δεύτερος αναιρεσείων, δεν επέσπευσε νομίμως τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης, ούτε κλητεύθηκε, νομίμως, να παραστεί σ' αυτή, πρέπει να χωρισθεί η υπόθεση ως προς αυτόν, ο οποίος συνδέεται με σχέση απλής ομοδικίας με τον πρώτο αναιρεσείοντα και να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης ως προς αυτόν, ενώ για τους παρισταμένους προσηκόντως λοιπούς διαδίκους (πρώτο αναιρεσείοντα και αναιρεσίβλητα νομικά πρόσωπα), πρέπει ο Άρειος Πάγος να χωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης.

ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά "έλλειψη αιτιολογίας", ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας, που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της "ανεπαρκής αιτιολογία", ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους "αντιφατική αιτιολογία" (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 1/1999, ΑΠ 1420/2013, ΑΠ 1703/2009, ΑΠ 1202/2008).

Περαιτέρω, κατ' άρθρο 976 ΑΚ, σε πράγμα που βρίσκεται στη νομή άλλου η νομή αποκτάται με παράδοση που γίνεται με την βούληση του νομέα. Η μεταβίβαση, συνεπώς, της νομής, η οποία έχει χαρακτήρα αφηρημένο, δεν εξαρτάται από την μεταβίβαση και της κυριότητας, εκτός αν αυτή τέθηκε ως αίρεση για την μεταβίβαση και της νομής.

Δεν αποκλείεται, επομένως, να αναληφθεί με προσύμφωνο (άρθρο 166 ΑΚ) η υποχρέωση συνάψεως οριστικής συμφωνίας πωλήσεως ακινήτου και συγχρόνως με τη σύναψη του προσυμφώνου να μεταβιβαστεί με παράδοση και σχετική συμφωνία η νομή του ακινήτου σε εκείνον προς τον οποίο προσυμφωνήθηκε η πώλησή του. Εάν η μεταβίβαση αυτή της νομής δεν εξαρτήθηκε από την σύναψη της οριστικής συμφωνίας ή τη μεταβίβαση της κυριότητας, εκείνος στον οποίο παραδόθηκε η νομή γίνεται αμέσως νομέας και μπορεί να αποκτήσει με έκτακτη χρησικτησία την κυριότητά του, αφού η νομή είχε αποσυνδεθεί από την ενοχική αξίωση προς εκπλήρωση του προσυμφώνου και από την απόκτηση της κυριότητας στο ακίνητο (ΑΠ 1195/2014, ΑΠ 392/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της αναιρεσιβαλλομένης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Με το υπ' αριθμ. …/…-12-1966 "προσύμφωνο αγοραπωλησίας ακινήτου" του τότε συμβολαιογράφου Θούριας Κων/νου Κόλλια, ο πατέρας των ανακοπτόντων Γ.

Λ. και οι αδελφοί του Σ., Π., Π., Γ., Κ., Ι. και Α. Λ., τέκνα του Η. και Μ. Λ., αφού δήλωσαν, ότι έχουν στη νομή, κατοχή και κυριότητα τους κατά το 1/7 εξ αδιαιρέτου ο καθένας ένα οικόπεδο, που βρίσκεται στην πόλη της Καλαμάτας, επί των οδών ..., φερομένης εκτάσεως 6.000 τετρ. μέτρων, (τμήμα του οποίου αποτελεί το επίδικο ακίνητο, που βρίσκεται στο Ο.Τ.

…., εμβαδού 3.315 τ.μ, και κατά νεώτερη καταμέτρηση 3.258,90 τ.μ.), από κληρονομιά των γονέων τους, (που απεβίωσαν το 1953 ο πατέρας και το 1962 η μητέρα), την οποία κληρονομιά αποδέχθηκαν την ίδια ημέρα, με τις υπ' αριθμ. …/…-12-1966 και …/…-12-1966 αντίστοιχα δηλώσεις αποδοχής κληρονομιάς, που συντάχθηκαν ενώπιον του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, χωρίς όμως να γίνει τότε και η μεταγραφή τους, συμφώνησαν να πωλήσουν και να μεταβιβάσουν το οικόπεδο αυτό στην εταιρεία με την επωνυμία "ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ Α.Ε.", μέτοχοι της οποίας ήταν οι ίδιοι.

Κατά την κατά λέξη διατύπωση του προσυμφώνου οι πωλητές δήλωσαν ότι "πωλούσι σήμερον παραχωρούσιν και μεταβιβάζουσι, κοινώς και αδιαιρέτως και έκαστος το εν έβδομον (1/7) ιδανικόν μερίδιον εξ αδιαιρέτου ελεύθερον παντός εν γένει βάρους..." προς την (παλαιά) Ανώνυμη Εταιρία με την επωνυμία "Γεωργική Βιομηχανία Α.Ε.", αντί συνολικού τιμήματος 749.000 δρχ.

Για την καταβολή του τιμήματος η αγοράστρια αποδέχθηκε την ίδια ημέρα 49 εν συνόλω συναλλαγματικές εκδόσεως των πωλητών, οι οποίες έληγαν την 30η ημέρα εκάστου των μηνών Ιουλίου 1967 - Ιανουαρίου 1968. Από τη διατύπωση που διέλαβαν στο προσύμφωνο και τις μεταγενέστερες δηλώσεις των ιδίων των πωλητών, που θα εκτεθούν παρακάτω, συνάγεται, ότι με το προσύμφωνο αυτό ο πατέρας των ανακοπτόντων και τα αδέρφια του δεν ανέλαβαν απλώς την υποχρέωση να πουλήσουν προς την αγοράστρια εταιρία τα ιδανικά μερίδια τους επί του ως άνω ακινήτου (αρθρ. 166 ΑΚ), αλλά συμφώνησαν προσθέτως, βάσει της αρχής της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρο 361 ΑΚ), και παρέδωσαν εκουσίως στην αγοράστρια την ίδια ημέρα με την κατάρτιση του προσυμφώνου, την κατοχή και τη νομή του παραπάνω ακινήτου, αφήνοντας σε εκκρεμότητα μόνο τη σύνταξη του οριστικού συμβολαίου για την ολοκλήρωση και της εμπράγματης δικαιοπραξίας την κατάρτιση της οποίας συμφώνησαν με το προσύμφωνο να συνυπογράψουν μέχρι την 30-3-1967.

Ακολούθως, με την υπ' αριθ. …/…-3-1967 πράξη του ιδίου ως άνω συμβολαιογράφου παρέτειναν την προθεσμία συντάξεως του οριστικού συμβολαίου μέχρι την 1-10-1967, ημερομηνία η οποία παρήλθε, χωρίς έκτοτε να υπογραφεί το οριστικό συμβόλαιο μεταβίβασης του ακινήτου. Στην πράξη αυτή οι ως άνω πωλητές δήλωσαν κατά λέξη, ότι με το παραπάνω προσύμφωνο "επώλησαν κοινώς και αδιαιρέτως και έκαστος το 1/7 ιδανικόν μερίδιον εξ αδιαιρέτου..." επί του εν λόγω ακινήτου.

Το έτος 1973 με το υπ' αριθ. …/…-9-1973 συμβόλαιο συστάσεως ανωνύμου εταιρίας του Συμβ/φου Καλαμάτας Δ. Τσαπόγα, που δημοσιεύτηκε νόμιμα στα οικεία βιβλία μεταγραφών και στο υπ' αριθ. 1938/13-12-1973 ΦΕΚ δελτίο Α.Ε και Ε.Π.Ε., ο Ν. Φ. (υπάλληλος των βιομηχάνων αδελφών Λ.), εξουσιοδοτημένος προς τούτο με το υπ' αριθ. …/1973 πληρεξούσιο του διοικητικού συμβουλίου της παλαιάς ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Ανώνυμος Εταιρία Γεωργικής Βιομηχανίας", που ανήκε στους αδελφούς Λ. (βλ.

το υπ' αριθμ. 1095/1968 ΦΕΚ δελτίο Α.Ε και Ε.Π.Ε.), και οι άρρενες αδελφοί Λ., μεταξύ των οποίων και ο πατέρας των ανακοπτόντων, που ενεργούσαν ατομικώς και ως εκπρόσωποι και μόνα ομόρρυθμα μέλη της ομόρρυθμης εταιρίας με την επωνυμία "Αδελφοί Η. Λ.", ίδρυσαν τη νέα ανώνυμη εταιρία με ταυτόσημη με την παλαιά ανώνυμη εταιρεία επωνυμία, (ήδη τελούσα υπό καθεστώς ειδικής εκκαθάρισης του αρθρ. 46α του Ν. 1892/1990), στην οποία εισφέρθηκε το σύνολο της περιουσίας των δύο προαναφερομένων εταιριών, οι οποίες εν συνεχεία διαλύθηκαν (βλ. 2° φύλλο του υπ' αριθ.

…./1973 συμβολαίου-καταστατικού). Μεταξύ των περιουσιακών στοιχείων που εισφέρθηκαν στη νέα εταιρία για το σχηματισμό του μετοχικού κεφαλαίου της περιλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο. Ειδικότερα, στο άρθρο 43 §11 του συστατικού συμβολαίου - καταστατικού (βλ. και άρθρα 7 και 42 τούτου) αναφέρεται κατά λέξη ότι "η εν Καλαμάτα εδρεύουσα παλαιά Ανώνυμος Εταιρεία υπό την επωνυμία "Ανώνυμος Εταιρία Γεωργικής Βιομηχανίας" εισφέρει, εκχωρεί και μεταβιβάζει προς την δυνάμει του παρόντος συνιστώμενη νέαν Ανώνυμον Εταιρείαν υπό την επωνυμίαν "Ανώνυμος Εταιρία Γεωργικής Βιομηχανίας" τα εκ του υπ' αριθμ.

…. από 1-12-1966 προσυμφώνου του Συμβολαιογράφου Θούριας Κων/νου Γ. Κάλλια απορρέοντα δικαιώματά της, δια την παρά των εν τω ανωτέρω προσυμφώνω αναφερομένων πωλητών αγοράν ενός αστικού ακινήτου, γηπέδου, συνολικής εκτάσεως 4360 μ2, κειμένου εντός του εγκεκριμένου σχεδίου της πόλεως Καλαμάτας του ομωνύμου Δήμου παρά την οδόν ...

αποτελουμένου εκ δύο διακεκριμένων τμημάτων ούτινος γηπέδου το προσυμφωνηθέν τίμημα έχει καταβάλει εξ ολοκλήρου προς τους πωλητάς η εισφέρουσα τούτο παλαιά Ανώνυμος Εταιρία Γεωργικής Βιομηχανίας και έχει την νομήν αυτού, την οποία παραδίδει προς την δυνάμει του παρόντος ιδρυομένην νέαν Ανώνυμον Εταιρείαν".

Από το περιεχόμενο του ως άνω καταστατικού, που περιβλήθηκε τον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου και τη ρητή κατά τούτο διατύπωση του, προκύπτει σαφώς ότι η παλαιά Ανώνυμη Εταιρεία είχε κατά την κατάρτιση της ανωτέρω υπ' αριθμ. …/1973 συμβολαιογραφικής πράξεως, τη νομή του επιδίκου ακινήτου, την οποία μεταβίβασε στην νεοϊδρυθείσα (και ήδη υπό εκκαθάριση τελούσα) εταιρία με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ".

Κατά το χρόνο που υπεγράφη το ανωτέρω συμφωνητικό, στο οποίο περιέχεται και η δήλωση περί κατοχής της νομής από την παλαιά Ανώνυμη Εταιρεία και της μεταβιβάσεως αυτής στη νέα Α.Ε., ο πατέρας των ανακοπτόντων μετείχε στο διοικητικό συμβούλιο της δηλούσης παλαιάς εταιρείας και με την ιδιότητα του αυτή εξουσιοδότησε με το υπ' αριθ.

…/1973 πληρεξούσιο τον Ν. Φ. να εισφέρει άπαντα τα δικαιώματα, (μεταξύ των οποίων και αυτό της νομής επί του επιδίκου), της παλαιάς Α.Ε. στη νέα εταιρεία. Ο ίδιος, άλλωστε, παραστάθηκε αυτοπροσώπως και προσυπέγραψε το υπ' αριθ. …/…-9-1973 συμβόλαιο συστάσεως - καταστατικό της νέας εταιρείας, τόσο για τον εαυτό του όσο και ως ομόρρυθμο μέλος της εταιρίας με την επωνυμία "Αδελφοί Η.

Λ.". Επομένως, ο πατέρας των ανακοπτόντων, ο οποίος γνώριζε κατά το χρόνο αυτό, ότι τη νομή του επιδίκου ασκούσε μόνη η παλαιά Α.Ε., προς την οποία την παρέδωσαν εκουσίως ο ίδιος και τα αδέλφια του από την υπογραφή του προσυμφώνου το έτος 1966, χωρίς στο μεταξύ να την ανακτήσουν με οποιοδήποτε τρόπο και ο οποίος ήταν μέλος του διοικητικού συμβουλίου της εισφέρουσας εταιρείας και ως εκ τούτου συνδιαμορφωτής των αποφάσεων και των δηλώσεών της, αποδέχθηκε χωρίς αντίλογο και ενέκρινε τη μεταβίβαση της νομής του επιδίκου στη νέα εταιρεία, προσυπογράφοντας την πράξη συστάσεώς της, όχι μόνο με την ιδιότητα του ομορρύθμου μέλους της εταιρείας "Αδελφοί Η.

Λ.", αλλά και ατομικά ως μέτοχος της παλαιάς Α.Ε. Δεδομένου δε του γεγονότος, ότι κατά το χρόνο αυτό συνέπιπταν στο πρόσωπό του οι ιδιότητες του πωλητή (επί του 1/7 εξ αδιαιρέτου) του επιδίκου και του νομίμου εκπροσώπου τόσο της εισφέρουσας παλαιάς Α.Ε., όσο και της νεοϊδρυθείσης νέας Α.Ε., καθώς και του γεγονότος ότι και οι λοιποί πωλητές-αδελφοί του, που μετείχαν με διάφορες ιδιότητες ο καθένας στο διοικητικό συμβούλιο της παλαιάς και νέας Α.Ε., προσυπέγραψαν, επίσης, την άνω πράξη συστάσεως-καταστατικό της νέας Α.Ε.

το μεν ατομικά το δε ως εταίροι της εισφέρουσας ομορρύθμου εταιρείας, αποκλείει κάθε αμφισβήτηση τόσο για το γεγονός ότι η νομή του επιδίκου είχε περιέλθει από το έτος 1966 και παρέμεινε στα χέρια της παλαιάς και εν συνεχεία, το έτος 1973, μεταβιβάσθηκε στη νέα εταιρεία, όσο και για το γεγονός, ότι καταβλήθηκε εξ ολοκλήρου το τίμημα των 749.000 δραχμών για την αγορά του από την παλαιά Α.Ε., περί της καταβολής του οποίου υπάρχει στο άνω καταστατικό ρητή δήλωση της παλαιάς Α.Ε., δηλαδή των ιδίων των πωλητών, που ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της ενεργούσαν για λογαριασμό της.

Εξ άλλου, η νεοϊδρυθείσα "Ανώνυμος Εταιρία Γεωργικής Βιομηχανίας", λίγο αργότερα και συγκεκριμένα από τα έτη 1974-1975 άρχισε να χρηματοδοτείται από την "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος" με τη μορφή της παροχής πιστώσεως με ανοικτό (αλληλόχρεο) λογαριασμό. Προϋπόθεση για τη χρηματοδότηση της αποτελούσε, κατά πάγια τακτική της Ε.Τ.Ε., η σύνταξη κάθε χρόνο δελτίου συμπληρωματικών πληροφοριών, που εμφάνιζε την περιουσιακή κατάσταση και την εν γένει εικόνα της. 'Ετσι συντάχθηκαν, με βάση τα στοιχεία που υπέβαλε η ίδια προς τους αρμοδίους υπαλλήλους της τράπεζας, αλλά και τις προσωπικές δηλώσεις των αδελφών Λ.

ως προς τα ατομικά τους περιουσιακά στοιχεία, τα δελτία συμπληρωματικών πληροφοριών των ετών 1975, 1977, 1978, 1981, 1982, 1983, 1984, 1986, 1987 και 1988. Στα δελτία αυτά καταχωρίζονται, μεταξύ των άλλων, ξεχωριστά τα ακίνητα περιουσιακά στοιχεία της εταιρίας και ξεχωριστά η προσωπική περιουσία των αδελφών Λ., η οποία παρατίθεται με την ένδειξη: "εξωεπιχειρηματικά ακίνητα" ή "ακίνητη περιουσία αδελφών Λ.".

Στα δελτία αυτά το επίδικο ακίνητο περιλαμβανόταν πάντοτε στην ομάδα των ακινήτων της εταιρίας και σε μερικά από αυτά προσδιορίζονταν και οι πράξεις νομής επ' αυτού ως εξής: "Το επί των οδών ... οικόπεδον εκτάσεως 4.360 μ2 χρησιμοποιείται δια την αποθήκευσιν πυρηνοξύλου και υποπροϊόντων". Μάλιστα στα δελτία των ετών 1987 και 1988 το επίδικο περιγράφεται ως ακολούθως: "Δύο οικόπεδα που βρίσκονται επί των οδών ...

στην πόλη μας. Πρόκειται για δύο ανεξάρτητα οικόπεδα που βρίσκονται στην παραπάνω θέση. Το υπ' αριθμ. (1) έκτασης 3.340 μ2 και το υπ' αριθμ. (2) έκτασης 1.000 μ2 το οποίο έχει απαλλοτριωθεί". Τα παραπάνω δελτία, είναι προφανές ότι συντασσόταν βάσει των δηλώσεων των αδελφών Λ., έτσι ώστε η τράπεζα να γνωρίζει με ασφάλεια την περιουσιακή κατάσταση της χρηματοδοτούμενης εταιρείας και των μετόχων της, σε κάθε όμως περίπτωση, δεν έχουν σημειωθεί αντιρρήσεις των αδελφών Λ.

ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου και, συνεπώς, ο πατέρας των ανακοπτόντων, ο οποίος διατέλεσε ενεργό μέλος της διοίκησης της νέας Α.Ε., αφού επανειλημμένα εξελέγη πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος του διοικητικού της συμβουλίου, (βλ. τα υπ' αριβ.187/17-2-1978 και 157/28-1-1980 ΦΕΚ), δεν προέβη κατά τα έτη αυτά, που συντάσσονταν τα δελτία, σε δηλώσεις περί διεκδικήσεως της κυριότητας του επιδίκου και εν πέσει περιπτώσει δεν εξέφρασε αντιρρήσεις προς τους υπαλλήλους της ΕΤΕ.

Αντιθέτως, το έτος 1987, ο ίδιος και ο αδελφός του Κ.Λ.ς, ως εκπρόσωποι της νέας "Α.Ε. Γεωργικής Βιομηχανίας", απέστειλαν προς την Ε.Τ.Ε. την από 20-4-1987 επιστολή, στην οποία διαλαμβάνεται συναίνεση για την εγγραφή υπέρ της Ε.Τ.Ε. προσημειώσεως επ' αυτού και ρητή παραδοχή περί της νομής του επιδίκου από τις δύο Α.Ε., αλλά και της εξόφλησης του συμφωνηθέντος για την αγορά του τιμήματος των 749.000 δραχμών από την παλαιά Α.Ε.

Ειδικότερα στην επιστολή αυτή, γίνεται ρητή αναφορά στον τρόπο κτήσεως της νομής του επιδίκου από τη νέα "Α.Ε. Γεωργική Βιομηχανία", όπου διαλαμβάνονται τα εξής: "συναινούμε στην εγγραφή προσημειώσεως υποθήκης υπέρ της Τραπέζης σας, επί του γηπέδου που βρίσκεται στην … και στην οδό ..., εκτάσεως 4.360 τ.μ., το οποίο έχει εισφερθεί και εκχωρηθεί στην εταιρία μας από την παλαιά Α.Ε με την επωνυμία "Ανώνυμος Εταιρία Γεωργικής Βιομηχανίας", σαν απορρέον δικαίωμα της εκ του υπ' αριθμ.

…/…-12-1966 προσυμφώνου του συμβ/φου Θούριας Κ. Κόλλια", ενώ περαιτέρω επισημαίνουν, στην ίδια επιστολή, ότι η εταιρία τους "Α.Ε. Γεωργική Βιομηχανία" εξακολουθεί να βρίσκεται στη νομή του επιδίκου, δηλώνοντας κατά λέξη και τα εξής: "επειδή ακόμη δεν έχουμε τίτλο ιδιοκτησίας του εν λόγω ακινήτου, (για το οποίο όμως έχει καταβληθεί το προσυμφωνηθέν τίμημα και έχομε την νομή), σας γνωρίζουμε ότι εντός 2 μηνών από σήμερα θα έχομε τακτοποιήσει τον τίτλο ιδιοκτησίας μας.

Ακολούθως, η ως άνω εταιρία "Α.Ε ΓΕΩΡΓΙΚΗ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑ", εκπροσωπούμενη από τον πατέρα των ανακοπτόντων, παραχώρησε, συναινετικά, δικαίωμα προσημείωσης υποθήκης υπέρ της Ε.Τ.Ε., επί της ακίνητης περιουσίας της, στην οποία συμπεριλαμβανόταν και το επίδικο ακίνητο και εκδόθηκε προς τούτο η υπ' αριθμ. 2/1987 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας.

Επίσης, με τις υπ' αριθ. 157 και 238/1988 αποφάσεις του ιδίου δικαστηρίου ενεγράφη συναινετικά προσημείωση του επιδίκου και υπέρ του Αγροτικού και Οινοποιητικού Συνεταιρισμού Μεσσηνίας "ΝΕΣΤΩΡ". Και στις δίκες αυτές ο πατέρας των ανακοπτόντων, όχι μόνο δεν αντέλεξε ως προς το ιδιοκτησιακό καθεστώς του επιδίκου, αλλά συνέπραξε ως εκπρόσωπος της Α.Ε.

στην προσημείωση του δηλώνοντας ενώπιον των αντίστοιχων δικαστηρίων τη συναίνεσή της. Προκύπτει, επομένως, αδιαμφισβήτητα, ότι και η νέα Α.Ε., που εγκαταστάθηκε στη νομή του επιδίκου το έτος 1973, εξακολούθησε να ασκεί τη νομή του με διάνοια κυρίας και κατά το μετέπειτα χρονικό διάστημα μέχρι το έτος 1988, εν γνώσει των συγκυρίων αδελφών Λ.

και χωρίς αντίλογο από αυτούς. Πέραν, όμως, των ως άνω άμεσων ή έμμεσων δηλώσεων των καταστατικών οργάνων της παλαιάς και νέας Α.Ε. και του ιδίου του πατέρα - δικαιοπαρόχου των ανακοπτόντων, το γεγονός ότι η νέα "Α.Ε. Γεωργικής Βιομηχανίας" βρισκόταν συνεχώς και αδιαλείπτως στη νομή του επίδικου ακινήτου και μάλιστα και κατά το μετά το έτος 1988 χρονικό διάστημα, αποδεικνύεται και από τα πιστοποιητικά ελέγχου των ισολογισμών της από ορκωτούς λογιστές.

Ειδικότερα στους ισολογισμούς των ετών 1/7/1987 - 30/6/1988, 1/7/1988 - 30/6/1989, 117/1989 - 30/6/1990 και 1/7/1990 - 30/6/1991 περιλαμβάνεται και το επίδικο ακίνητο, για το οποίο οι ορκωτοί λογιστές βεβαιώνουν στα πιστοποιητικά ελέγχου ότι, "περιλαμβάνεται στο λογαριασμό του πάγιου ενεργητικού "Γήπεδα - Οικόπεδα", ότι, "δεν έχει καταρτισθεί οριστικό συμβόλαιο αγοράς" και, το πιο ουσιώδες στην προκειμένη περίπτωση, ότι, "είναι στην κατοχή της εταιρίας σύμφωνα με δήλωση των αρμοδίων οργάνων της, εδώ και είκοσι χρόνια περίπου".

Δηλαδή, τα αρμόδια όργανα της "Α.Ε. Γεωργικής Βιομηχανίας", μεταξύ των οποίων και ο δικαιοπάροχος των ανακοπτόντων, με δηλώσεις τους προς τους ορκωτούς λογιστές, ασχέτως με τον όρο "κατοχή", που χρησιμοποιούν, αποδέχονταν, όπως συνάγεται από το όλο περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, ότι το επίδικο βρισκόταν στη νομή της "Α.Ε.

Γεωργικής Βιομηχανίας", πλέον των είκοσι ετών συνυπολογίζοντας νομίμως, και τη νομή της παλαιάς "Α.Ε. Γεωργικής Βιομηχανίας", και, επομένως, αποδέχονταν και την κυριότητα της επ' αυτού, εντοπίζοντας το πρόβλημα μόνο στην έλλειψη της τυπικής δικαιοπραξίας μεταβίβασής του. Η πρόθεση, άλλωστε των αδελφών Λ., (και του πατέρα των ανακοπτόντων), να περιέλθει το επίδικο αρχικά στην παλαιά Α.Ε.

και ακολούθως στη νέα Α.Ε., συνάγεται και από το γεγονός, ότι αυτοί δεν συμπεριέλαβαν το επίδικο στη διανεμητέα μεταξύ τους κληρονομιαία από τους γονείς τους περιουσία κατά τη σύνταξη του υπ' αριθ. …/…-10-1966 διανεμητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Θούριας Κων/νου Κόλλια, αλλά ούτε και μετέγραψαν τότε τις προαναφερόμενες πράξεις αποδοχής κληρονομιάς, που αφορούν στο επίδικο ακίνητο, προφανώς για να μην επιβαρυνθούν και με το σχετικό φόρο κληρονομιάς, για ακίνητο που την ίδια ημέρα πουλήθηκε με το προσύμφωνο προς την παλαιά ανώνυμη εταιρεία και αργότερα εισφέρθηκε στη νέα Α.Ε.

Τη μεταγραφή αυτή δεν έκαναν οι αδελφοί Λ. (και ο πατέρας των ανακοπτόντων) ούτε μεταγενέστερα μέχρι το 1993, μολονότι έληξε η προθεσμία που τάχθηκε με το προσύμφωνο για την υπογραφή του οριστικού συμβολαίου μεταβίβασης του επιδίκου και πλέον έπαυσαν να δεσμεύονται από τους όρους του. Περαιτέρω αποδείχθηκε, ότι από το έτος 1987 περίπου η κατά τα άνω ιδρυθείσα νέα εταιρεία, άρχισε να αντιμετωπίζει οικονομικά προβλήματα, τα οποία οδήγησαν την εκκαλούσα "Εθνική Τράπεζα" στην έκδοση της υπ' αριθ. 150/1992 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας και στην κατάσχεση του επιδίκου ακινήτου με την υπ' αρι8…./1992 έκθεση αναγκαστικής κατασχέσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας Β.

Κ.. Εν συνεχεία εκδόθηκε το υπ' αριθ. …/…-12-1992 πρόγραμμα αναγκαστικού πλειστηριασμού, με το οποίο ορίσθηκε ημέρα πλειστηριασμού η 10-2-1993, οπότε ο πλειστηριασμός ματαιώθηκε. Ακολούθως, εκδόθηκε το υπ' αριθ. …/…-3-1993 Α' επαναληπτικό πρόγραμμα πλειστηριασμού του ιδίου δικαστικού επιμελητή, με το οποίο ορίσθηκε ημέρα πλειστηριασμού η 26-5-1993 ενώπιον της συμβολαιογράφου Καλαμάτας Ελένης Χαρίτση - Τσαπραλή.

Εν όψει του διαφαινομένου πλέον κινδύνου πλειστηριασμού του σημαντικότερου περιουσιακού στοιχείου της εταιρείας, οι αδελφοί Λ., που ασκούσαν τη διοίκησή της, επιχείρησαν να αποτρέψουν τη διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης, καταθέτοντας για λογαριασμό της τις από 3-2-1993 και 20-5-1993 αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων στο Μονομελές Πρωτοδικείο Καλαμάτας, με τις οποίες φερόταν να δηλώνει η ίδια η εταιρεία, ότι το επίδικο δεν ανήκει στην ιδιοκτησία της.

Ακολούθως, άσκησε και καθένας από αυτούς ανακοπή τρίτου κατά το άρθρο 936 ΚΠολΔ, με τις οποίες ισχυρίζονταν για πρώτη φορά ότι το επίδικο ανήκει κατά κυριότητα στους ίδιους. Ειδικότερα, ο πατέρας των ανακοπτόντων άσκησε εναντίον της οφειλέτριας εταιρείας και της επισπεύδουσας τον πλειστηριασμό "Εθνικής Τράπεζας" την από 15-5-1993 (αριθ.

κατ. 138/1993) παρόμοια με την παρούσα, ανακοπή του, η οποία επιδόθηκε στους καθ' ων την 26-5-1993, (βλ. τις υπ' αριθ. 116 και 121/ 26-5-1993 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Καλαμάτας Σ. Σ.), με την οποία ισχυρίσθηκε για πρώτη φορά, ότι ο ίδιος είναι συγκύριος του επιδίκου ακινήτου με κληρονομική διαδοχή σε ποσοστό 1/7 εξ αδιαιρέτου και ζήτησε να αναγνωρισθεί το δικαίωμα του αυτό και να ακυρωθούν οι ως άνω πράξεις εκτελέσεως κατά το μέρος που προσέβαλαν το δικαίωμα της συγκυριότητας του επ' αυτού.

Η συζήτηση της ανακοπής ορίσθηκε για την 23-9-1993, πλην όμως ο πατέρας των ανακοπτόντων απεβίωσε την 16-8-1993 και κατέλιπε την από 5-6-1993 ιδιόγραφη διαθήκη, η οποία δημοσιεύθηκε νόμιμα με τα υπ' αριθ. 106/1994 πρακτικά του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, με την οποία εγκατέστησε κληρονόμους του τους ανακόπτοντες. (Σημειωτέον ότι στη διαθήκη αυτή δεν γίνεται αναφορά σε συγκεκριμένα κληρονομιαία περιουσιακά στοιχεία, ούτε και στο επίδικο).

Οι τελευταίοι, αφού μετέγραψαν στις 22-9-1993, μετά δηλαδή από 27 έτη από τη σύνταξή τους και τις υπ' αριθ. … και …./…-12-1966 πράξεις αποδοχής κληρονομιάς του δικαιοπαρόχου τους, στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Καλαμάτας, στον τόμο … με αριθμούς … και … αντίστοιχα, (βλ. τα από 22-9-1993 δύο πιστοποιητικά του αρμοδίου Υποθηκοφύλακα), συνέχισαν τη δίκη στο όνομά τους. 'Ετσι, εκδόθηκε επί της άνω ανακοπής αυτής η υπ' αριθ. 173/25-10-1995 οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Καλαμάτας, η οποία απέρριψε αυτή ως απαράδεκτη, ελλείψει παθητικής νομιμοποιήσεως της καθ' ης η ανακοπή οφειλέτριας, που στο μεταξύ είχε τεθεί υπό καθεστώς ειδικής εκκαθαρίσεως.

Κατά της αποφάσεως αυτής οι ανακόπτοντες ισχυρίζονται αορίστως ότι άσκησαν έφεση, πλην όμως δεν προσκομίζουν το δικόγραφό της, με συνέπεια να μην αποδεικνύεται η άσκησή της. Επομένως, εφόσον από την έκδοση της παραπάνω οριστικής αποφάσεως παρήλθε χρόνος πλέον της τριετίας η απόφαση αυτή κατέστη τελεσίδικη (άρθρο 518 & 2 Κ.Πολ.Δ.).

Στο μεταξύ, από την άσκηση της ανακοπής αυτής ακολούθησαν τα εξής γεγονότα: Δυνάμει της υπ' αριθμ. 269/1994 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, μετά από αιτήσεις δύο πιστωτριών της και δη της ήδη εκκαλούσης "Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος Α.Ε." και της "ΑΡΗΑ ΒΑΝΚ" που εκπροσωπούσαν ποσοστό μεγαλύτερο του 51% του συνόλου των ληξιπρόθεσμων οφειλών της, τέθηκε υπό το καθεστώς της ειδικής εκκαθαρίσεως του άρθρου 46α του Ν. 1892/1990 η νέα ως άνω ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμος Εταιρεία Γεωργικής Βιομηχανίας".

Με την ίδια απόφαση διορίσθηκε ως εκκαθαρίστρια αυτής η ήδη εκκαλούσα ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ Α.Ε - ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΕΩΣ ΕΝΕΡΓΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ ΠΑΘΗΤΙΚΟΥ". Η υπό εκκαθάριση τεθείσα εταιρία είχε ως αντικείμενο των βιομηχανικών και εμπορικών εργασιών της, τη βιομηχανική παραγωγή πυρηνελαίου, το ραφινάρισμα και την τυποποίησή του, την παραγωγή οινοπνεύματος και γενικά την εγκατάσταση και λειτουργία βιομηχανικών εκμεταλλεύσεων των οποίων η πρώτη ύλη είναι γεωργικά προϊόντα.

Επακολούθησε, μετά από αιτήσεις των ιδίων πιστωτριών, η έκδοση της υπ' αριθ. 463/7-11-1994 αποφάσεως του ίδιου ως άνω Δικαστηρίου με την οποία επιτράπηκε στην εκκαθαρίστρια η τμηματική πώληση αυτοτελών μονάδων παραγωγής της υπό εκκαθάριση εταιρίας και λοιπών στοιχείων του ενεργητικού της, υπό τις προϋποθέσεις και τη διαδικασία του άρθρου 46 του Ν. 1892/1990.

Προηγουμένως η εκκαθαρίστρια είχε προβεί σε λεπτομερή καταγραφή του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση επιχείρησης. Συντάχθηκε η από 18-5-1994 έκθεση απογραφής και πρόσκληση προς υποβολή μη δεσμευτικής έγγραφης δήλωσης ενδιαφέροντος, ενώ στη συνέχεια δημοσιεύτηκε διακήρυξη της εκκαθαρίστριας για τη διενέργεια δημόσιου πλειοδοτικού διαγωνισμού με σφραγισμένες δεσμευτικές προσφορές για την αγορά ομάδων του ενεργητικού της υπό εκκαθάριση επιχείρησης.

Οι προσφορές που κατατέθηκαν δεν εγκρίθηκαν από τις πιστώτριες, έτσι προκηρύχθηκε η διενέργεια επαναληπτικού πλειοδοτικού διαγωνισμού. Επακολούθησε η αξιολόγηση των προσφορών από την εκκαθαρίστρια, η οποία με την από 24-7-1995 έκθεση της πρότεινε ως πλειοδότρια, για το εμφαινόμενο με αριθμό 6 στη διακήρυξη διενέργειας επαναληπτικού πλειοδοτικού διαγωνισμού επίδικο ακίνητο, την "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος", την αξιολόγηση δε αυτή την ενέκριναν οι ως άνω πιστώτριες τράπεζες.

Ακολούθως, με το υπ' αριθ. …/….-δ-1997 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Καλαμάτας Παναγιώτη Δουμουλάκη, που μεταγράφηκε νομίμως, η εκκαθαρίστρια μεταβίβασε προς την "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος" (βλ. παράγραφο 7 του άρθρου 46° του Ν. 1892/1990) το ως άνω με αριθμό 6 της διακήρυξης διενέργειας επαναληπτικού διαγωνισμού περιουσιακό στοιχείο, δηλαδή το επίδικο ακίνητο, το οποίο περιγράφεται ως αστικό ακίνητο εμβαδού 3.315 τετρ.

μέτρων (και κατά νεότερη καταμέτρηση 3.258,90 τ.μ.), που βρίσκεται στην … και επί των οδών ... (Ο.Τ. …). Όπως προεκτέθηκε, το επίδικο ακίνητο νεμόταν από έτος 1966 η παλαιά ανώνυμη εταιρεία, η οποία τοποθετούσε σαυτό "πυρηνόξυλο και διάφορα υποπροϊόντα του εργοστασίου της. Στη συνέχεια, από την περιέλευσή του σ' αυτή την 1-9-1973 μέχρι και το έτος 1997, που αυτό μεταβιβάσθηκε στην Ε.Τ.Ε., το χρησιδέσποζε η νέα ανώνυμη εταιρεία ασκώντας επ' αυτού με διάνοια κυρίας τις ίδιες με την προκάτοχο της φανερές υλικές διακατοχικές πράξεις, έχοντας την πεποίθηση, ότι θα καταστεί κυρία αυτού με τη συμπλήρωση εικοσαετούς συνεχούς νομής, πεποίθηση που εκφράσθηκε επανειλημμένα από τους εκπροσώπους της - αδελφούς Λ., όπως ανωτέρω εκτίθεται.

Τη νομή του επιδίκου δεν απώλεσε, ούτε με την άσκηση της από 15-5-1993 αναγνωριστικής της κυριότητας ανακοπής του δικαιοπαρόχου των ανακοπτόντων, αφού αυτός δεν ανέλαβε κατά το χρόνο αυτό και τη νομή του, ούτε όταν το έτος 1994 τέθηκε υπό εκκαθάριση, αφού έκτοτε την επιμέλεια και τη διαχείρησή του ασκούσε για λογαριασμό της η διορισθείσα εκκαθαρίστρια "Εθνική Κεφαλαίου".

Οι ισχυρισμοί των ανακοπτόντων, ότι καθ' όλο το παραπάνω χρονικό διάστημα τη νομή του ασκούσαν οι αδελφοί Λ., μεταξύ των οποίων και ο δικαιοπάροχος τους Γ. Λ. και ειδικότερα, ότι αυτοί το έτος 1984 διαπραγματεύθηκαν την ανέγερση σ' αυτό πολυόροφης οικοδομής και συνέταξαν σχετικά διαγράμματα με το ποσοστό συγκυριότητας για καθέναν από αυτούς, ότι το έτος 1985 το ηλεκτροδότησε ο εξ αυτών Σ.Λ.ς και πλήρωναν οι ίδιοι τους σχετικούς λογαριασμούς και ότι από το έτος 1990 το εκμίσθωναν στον Α.

Ν. δεν κρίνονται βάσιμοι και διαψεύδονται από τις αντίθετες δηλώσεις του δικαιοπαρόχου των ανακοπτόντων, που προαναφέρθηκαν. Άλλωστε, οι ανακόπτοντες δεν προσκομίζουν και αποδεικτικά στοιχεία δηλώσεως εισοδήματος από μισθώματα ή άδειες ανοικοδομήσεως στο όνομά τους. Διακοπή εξ άλλου, της χρησικτησίας της παλαιάς Α.Ε.

με την άσκηση της από 15-5-1993 ανακοπής του δικαιοπαρόχου τους δεν προτείνεται νόμιμα από τους ανακόπτοντες, αφού αυτοί με τις προτάσεις τους στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, που επαναλαμβάνουν με τις προτάσεις τους και ενώπιον αυτού του δικαστηρίου δεν αναφέρουν το χρόνο άσκησης της ανακοπής αυτής, δηλαδή το χρόνο της επίδοσής της, ώστε να κριθεί αν είχε μέχρι τότε συμπληρωθεί εικοσαετής νομή...αλλά αναφέρονται στο χρόνο της μεταγραφής της ανακοπής το αρμόδιο Υποθηκοφυλακείο, ο οποίος δεν σηματοδοτεί και την άσκησή της.

Σε κάθε περίπτωση δε, η ανακοπή αυτή απορρίφθηκε τελεσιδίκως, όπως προεκτέθηκε ως απαράδεκτη και εκ του λόγου αυτού δεν διακόπτει τη χρησικτησία (άρθρα 1049 και 263 Α.Κ.) Αποδεικνύεται, επομένως, ότι ο δικαιοπάροχος των ανακοπτόντων από το έτος 1966 που συντάχθηκε το υπ' αριθ. …/…-12-1966 "προσύμφωνο αγοραπωλησίας ακινήτου" του τότε συμβολαιογράφου Θούριας Κων/νου Κόλλια, και παρέδωσε οικειοθελώς και από κοινού με τους αδελφούς του, τη συννομή του επιδίκου στην υφιστάμενη τότε παλαιά εταιρεία με την επωνυμία "Α.Ε.

Γεωργικής Βιομηχανίας", αποξενώθηκε έκτοτε από αυτήν και, αφού δεν επανεγκαταστάθηκε στη νομή του επιδίκου μέχρι το θάνατο ταυ την 16-8-1993 δεν μεταβιβάσθηκε και η νομή του στους δικαιοπαρόχους του και δεν απέκτησαν αυτοί συγκυριότητα επ' αυτού με έκτακτη χρησικτησία, όπως αβάσιμα υποστηρίζουν με την ανακοπή τους.

Αντιθέτως, κυρία αυτού κατά ποσοστό 3/28 εξ αδιαιρέτου κατέστη η εταιρεία "Α.Ε. Γεωργικής Βιομηχανίας", με έκτακτη χρησικτησία, η οποία άρχισε την 1-9-1973 και συμπληρώθηκε την 1-9-1993, καθώς και η εκκαλούσα "Εθνική Τράπεζα" στην οποία μεταβιβάσθηκε στις 3-6-1997 με το προαναφερόμενο συμβόλαιο...". Με βάση τις παραδοχές του αυτές, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε τις εφέσεις των αναιρεσιβλήτων και, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, απέρριψε την ένδικη ανακοπή.

Έτσι, που έκρινε το Εφετείο και, ειδικότερα, αφού δέχθηκε ότι: α) Η νομή του επιδίκου ακινήτου μεταβιβάσθηκε από τον πατέρα του ως άνω, ήδη πρώτου αναιρεσείοντος, ανακόπτοντος και τα αδέλφια του, με το …/…-12-1966 "προσύμφωνο αγοραπωλησίας ακινήτου" στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Γεωργική Βιομηχανία Α.

Ε.", χωρίς η μεταβίβασή της (νομής) να εξαρτηθεί από την σύναψη της οριστικής συμφωνίας ή την μεταβίβαση της κυριότητάς του (ακινήτου). β) Η ανωτέρω εταιρεία μεταβίβασε, με το 168/01-09-1973 συμβόλαιο, στην ιδρυθείσα, δυνάμει αυτού, (νέα) ανώνυμη εταιρεία, που είχε την ίδια, με την πρώτη, επωνυμία, τη νομή του εν λόγω ακινήτου, την οποία μέχρι τότε αυτή ασκούσε, συνεχώς.

γ) Η τελευταία εταιρεία, προς την οποία μεταβιβάσθηκε η νομή του επίμαχου ακινήτου, διαδέχθηκε την πρώτη στην άσκησή της, επ' αυτού και, συνεχίζοντας αυτή, έκτοτε, στο όνομά της, κατέστη κυρία αυτού με έκτακτη χρησικτησία, που συμπληρώθηκε την 01-09-1993. Τη νομή αυτή συνέχισε να ασκεί, για λογαριασμό της τελευταίας εταιρείας, η αναφερόμενη στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εκκαθαρίστρια αυτής ανώνυμη εταιρεία, που διορίσθηκε, κατ' άρθρο 46α Ν. 1892/1990, μέχρι και τις 03-06-1997, οπότε, κατόπιν δημοσίου πλειστηριασμού, που διενεργήθηκε, από την τελευταία (εκκαθαρίστρια), με βάση τις παρ. 2 και 7 της εν λόγω διατάξεως, το επίδικο ακίνητο μεταβιβάσθηκε με το, επίσης, αναφερόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση συμβόλαιο, στην πρώτη αναιρεσίβλητη.

Συνήγαγε (το Εφετείο) το πόρισμα ότι κυρία του επιδίκου ακινήτου, κατά ποσοστό 3/28, εξ αδιαιρέτου, κατέστη, δυνάμει του προαναφερθέντος συμβολαίου, η ήδη αναιρεσίβλητη, και, ακολούθως, απέρριψε την ένδικη ανακοπή, με την οποία ο ήδη πρώτος αναιρεσείων, ανακόπτων, ζητούσε την κήρυξη αυτού (συμβολαίου) ως ανισχύρου και την αναγνώρισή του ως νομέως και κατόχου αυτού, κατά ποσοστό 1/4, εξ αδιαιρέτου, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή εφαρμογή των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 166, 1045, 1046, 974, 1051, 976, 1193 και 1198 ΑΚ, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες και εφαρμόσθηκαν, εν προκειμένω και, έτσι, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση.

Δεν ήταν δε αναγκαίο, για την πληρότητα των αιτιολογιών του, να διαλάβει, το Εφετείο και άλλες, πέραν των ανωτέρω. Επομένως, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο ο πρώτος αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατόπιν των ανωτέρω, η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, κατά το μέρος που ασκήθηκε από τον πρώτο αναιρεσείοντα, πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατατέθηκε, για την άσκηση της κρινόμενης αίτησης, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και, να καταδικαστεί ο πρώτος αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, που νίκησαν, ενιαίως, για αμφότερες, καθοριζόμενα, αφού παραστάθηκαν μεν αυτές, ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, με διαφορετικούς πληρεξουσίους δικηγόρους και κατέθεσαν ξεχωριστές προτάσεις, πλην, όμως, τούτο δεν ήταν απαραίτητο, στην προκειμένη περίπτωση, που η αναιρεσίβλητη Εθνική Τράπεζα Α. Ε., παραστάθηκε και με την ιδιότητά της ως καθολικής διαδόχου, λόγω συγχώνευσης, με απορρόφηση της δεύτερης αναιρεσίβλητης, εκκαθαρίστριας της "Α. Ε. ΓΕΩΡΓΙΚΗΣ ΒΙΟΜΗΧΑΝΙΑΣ", κατά παραδοχή της βασιμότητας του νομίμως υποβληθέντος, με τις προτάσεις τους, σχετικού, αιτήματος (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τον δεύτερο αναιρεσείοντα.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της από 18-10-2015 αίτησης για αναίρεση της 110/2012 αποφάσεως του Εφετείου Καλαμάτας, ως προς αυτόν.

Απορρίπτει την ανωτέρω αίτηση αναίρεσης, ως προς τον πρώτο αναιρεσείοντα.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον πρώτο αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων (ενιαίως) από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 9 Μαρτίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(και τούτης αποχωρήσασας από την Υπηρεσία ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και νυν Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουλίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

(και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου)