Supreme Court dismissed appeal against employer's termination of fixed-term contract citing serious cause.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court's rejection of his claim to annul his employer's termination of a fixed-term employment contract. The court found that the employer's decision to terminate the contract was based on a serious cause, specifically the employee's fundamental breach of contractual obligations, which justified the immediate end of the agreement without notice. Consequently, the appellate court ruled that the lower court's decision was legally sound and did not violate substantive law provisions regarding termination grounds.
Legislator headnote
AI generatedArticles 648, 649, 672 of the Civil Code; A fixed-term employment contract may be terminated by the employer at any time without notice if a serious cause exists, such as a fundamental breach by the employee, without converting it into an indefinite-term contract.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 864 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 864/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 5η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ.
Του αναιρεσείοντος: Β. Σ. του Λ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε μετά της πληρεξούσιας δικηγόρου Αφροδίτης Μακεδόνα, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ", όπως νόμιμα εκπροσωπείται, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια της πληρεξούσιας δικηγόρου Ιωάννας Μανιάτη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10-1-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών με αριθμό ...-1-2011.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 139/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως κατ’ αυτής, η 3904/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 17-7-2017 και με αριθμό κατάθεσης ...-8-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Σοφία Τζουμερκιώτη.
Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της, καθεμία δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 649 και 672 ΑΚ, συνάγεται ότι σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή τον οργανισμό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση ή απόλυση του μισθωτού, λόγω συμπλήρωσης ορισμένου ορίου ηλικίας, χωρίς να αναγνωρίζεται στον εργοδότη το δικαίωμα της ελεύθερης καταγγελίας της σύμβασης (ΟλΑΠ 6/1989).
Στην περίπτωση αυτή, η σύμβαση εργασίας μπορεί να καταγγελθεί από τον εργοδότη οποτεδήποτε, χωρίς την τήρηση προθεσμίας, εφ’ όσον συντρέχει σπουδαίος λόγος (ΑΚ 672). Σπουδαίο λόγο, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, αποτελεί, κυρίως, η ουσιώδης παράβαση των συμβατικών υποχρεώσεων του εργαζομένου ή και άλλα περιστατικά που, κατ’ αντικειμενική κρίση, καθιστούν σε συγκεκριμένη περίπτωση μη ανεκτή για τον εργοδότη την παραπέρα συνέχιση της σύμβασης.
Για την εκτίμηση της συνδρομής τέτοιων περιστατικών, λαμβάνονται υπόψη η καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, αλλά και οι ιδιαίτερες περιστάσεις που συνοδεύουν τα εν λόγω περιστατικά (ΟλΑΠ 10/1995). Η για σπουδαίο λόγο καταγγελία της ορισμένου χρόνου σύμβασης πριν τη λήξη του χρόνου, για τον οποίο συνομολογήθηκε, δεν την καθιστά ούτε τη μετατρέπει σε σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου και, συνεπώς, δεν έχουν επ’ αυτής εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 2 και 5 του ν. 3198/ 1955, σύμφωνα με τις οποίες για το κύρος της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου απαιτείται η προηγούμενη καταβολή της προβλεπόμενης από αυτές αποζημίωσης (ΑΠ 1407/2005).
Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 33 του ισχύοντος από 12-3-2001 νέου κανονισμού εργασίας προσωπικού της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος, ο οποίος καταρτίσθηκε κατά τις διατάξεις του ν. 1876/1990, με την από 9-3-2001 επιχειρησιακή συλλογική σύμβαση εργασίας (ΕΣΣΕ), που συνάφθηκε μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της τράπεζας και της συνδικαλιστικής οργάνωσης του προσωπικού αυτής, κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθμό ...3-2001 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (άρθρα 2 παρ.6, 7 παρ.1 και 8 παρ.3 του ν. 1876/1990), η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της τράπεζας λύεται, εκτός άλλων περιπτώσεων, με έγγραφη παραίτηση του υπαλλήλου που επιφέρει τη λύση χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της τράπεζας ή με καταγγελία από την τράπεζα για σπουδαίο λόγο ή με την επιβολή της κατά το άρθρο 29 του κανονισμού ποινής της οριστικής παύσης ή, σε κάθε περίπτωση, αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του υπαλλήλου.
Εξάλλου, οι όροι του εφαρμοζόμενου με ισχύ νόμου κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της σύμβασης εργασίας του μισθωτού και, συνεπώς, η διεπόμενη από τέτοιο κανονισμό ατομική σύμβαση εργασίας του μισθωτού περιέχει και τους όρους του κανονισμού (ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 129/2008). Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι οι συμβάσεις εργασίας του προσωπικού της ως άνω τράπεζας είναι ορισμένου χρόνου και η καταγγελία αυτών με την επίκληση σπουδαίου λόγου δεν τις καθιστά ούτε τις μετατρέπει σε συμβάσεις αορίστου χρόνου.
Γι’ αυτό και για το κύρος της καταγγελίας αυτής δεν απαιτείται η καταβολή αποζημίωσης, κατά τις προαναφερθείσες διατάξεις. Ακόμη, στα άρθρα 28 και 29 του ίδιου κανονισμού, προβλέπονται τα πειθαρχικά παραπτώματα και οι αντίστοιχες πειθαρχικές ποινές, αλλά η τράπεζα δεν υποχρεούται να επιλέξει, αντί της έκτακτης καταγγελίας, την επιβολή πειθαρχικής ποινής, λόγω της διαφορετικής λειτουργίας τους, αφού με την πρώτη απομακρύνεται ο εργαζόμενος όταν η εργασιακή σχέση δεν μπορεί να συνεχιστεί ως επαχθής για τον εργοδότη, ενώ με τη δεύτερη επιδιώκεται η διασφάλιση της ομαλής λειτουργίας της επιχείρησης.
Παρά ταύτα, και στην περίπτωση αυτή, η άσκηση του δικαιώματος της έκτακτης καταγγελίας, κατά παράλειψη της πειθαρχικής διαδικασίας, ελέγχεται ως προς την υπέρβαση των ορίων του άρθρου 281 ΑΚ. Ως εκ τούτου, ερευνάται εάν, υπό συγκεκριμένες περιστάσεις, η επιλογή της καταγγελίας, που έχει ως συνέπεια για τον εργαζόμενο την απώλεια της θέσης εργασίας, αντί της επιβολής άλλης, ηπιότερης πειθαρχικής ποινής, βρίσκεται μέσα στα όρια της ορθής εφαρμογής της αρχής της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος).
Εάν αυτό δεν συμβαίνει, η διενέργεια της καταγγελίας έρχεται σε αντίθεση προς την καλή πίστη, οπότε, εφόσον η αντίθεση αυτή είναι προφανής, καθίσταται απαγορευμένη (ΑΠ 555/2007, ΑΠ 255/2006).
2. Ο προβλεπόμενος από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 εδ. α’ ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου παραβιάζεται, εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή, αντίθετα, αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου (όταν προσδίδεται σ’ αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή) είτε ως κακή εφαρμογή (όταν γίνεται εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης), με αποτέλεσμα την κατάληξη σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο από τη διάταξη αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, σύμφωνα με το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ενώ ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώθηκε σαφώς, δεν συνιστούν ανεπάρκεια αιτιολογιών (ΑΠ 757/2015, ΑΠ 2102/2014). 3.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων (ήδη αναιρεσείων), την 30-9-1994, προσλήφθηκε ως φύλακας από την εναγομένη τράπεζα (ήδη αναιρεσίβλητη), με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου λογιζόμενη ως ορισμένου χρόνου, λόγω της προβλεπόμενης από το άρθρο 33 του κανονισμού της τράπεζας αυτοδίκαιης εξόδου του προσωπικού της με τη συμπλήρωση του 62ου έτους ηλικίας, και στη συνέχεια εντάχθηκε στο τακτικό προσωπικό της ως υπάλληλος (από προφανή παραδρομή αναφέρεται και πάλι "ως φύλακας").
Ότι από την ημέρα της πρόσληψής του τοποθετήθηκε στο κατάστημα Δερβενίου Κορινθίας, όπου παρέμεινε μέχρι την 26-2-2006. Ότι την 27-2-2006 μετατέθηκε στο κατάστημα Βραχατίου Κορινθίας, όπου παρέμεινε μέχρι την 19-7-2009 και εργάσθηκε ως υπάλληλος αρμόδιος για τα στεγαστικά δάνεια. Ότι στη συνέχεια, από 20-7-2009 μετατέθηκε στο κατάστημα Α.
Π. Κορινθίας, στο οποίο παρέμεινε μέχρι την 26-10-2010, οπότε η εναγομένη, με το από 22-10-2010 έγγραφό της, που επιδόθηκε στον ενάγοντα την 26-10-2010, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας του για σπουδαίο λόγο, καλώντας τον συγχρόνως να απέχει από την άσκηση των καθηκόντων του. Ότι στην απόφαση αυτή κατέληξε διότι, κατά τη διενεργηθείσα επιθεώρηση του έτους 2010 στο υποκατάστημα Βραχατίου, διαπιστώθηκε συστηματική εκ μέρους του ενάγοντος παραβίαση των εγκυκλίων, που εξέδιδε η εναγομένη σχετικά με τη διαδικασία είσπραξης από την τράπεζα των καταβαλλόμενων από τους δανειολήπτες δαπανών κατά την έκδοση δικαστικής απόφασης εγγραφής προσημείωσης υποθήκης επί των υπεγγύων ακινήτων, καθώς και καταβολής από την τράπεζα στους συνεργαζόμενους με αυτή δικηγόρους των σχετικών αμοιβών και εξόδων.
Ότι ειδικότερα, με τις ...-3-1994, ...1-1998, .../20-8-1999, ...-6-2005 και ...2-2014 εγκυκλίους της εναγομένης, ορίσθηκε ότι απαραίτητος όρος για τη χορήγηση στεγαστικών δανείων, μεταξύ των άλλων, είναι η προκαταβολή από τους δανειολήπτες των εξόδων για την επεξεργασία του φακέλου, τον τεχνικό και νομικό έλεγχο του χρηματοδοτούμενου ακινήτου, καθώς και τη δικαστική δαπάνη της τράπεζας για την έκδοση δικαστικής απόφασης περί εγγραφής προσημείωσης υποθήκης.
Ότι με τις εγκυκλίους αυτές ορίσθηκε η αμοιβή για κάθε μία από τις ανωτέρω ενέργειες, έτσι ώστε ο εκάστοτε δανειολήπτης να ενημερώνεται περί του ύψους των δαπανών, μέρος των οποίων καταβάλλεται με την υποβολή της αίτησης, ενώ το υπόλοιπο μετά την έγκριση του δανείου και πριν τη χορήγησή του. Ότι μετά την έκδοση της δικαστικής απόφασης περί εγγραφής προσημείωσης υποθήκης και της σχετικής περίληψης, ο δανειολήπτης, παραλαμβάνοντας τα σχετικά έγγραφα, επιμελείται ο ίδιος τη μεταγραφή στο οικείο υποθηκοφυλακείο και καταβάλλει τα αναλογούντα έξοδα.
Ότι οι αμοιβές των συνεργαζόμενων δικηγόρων για υπηρεσίες σε χρηματοδοτήσεις καταβάλλονται υποχρεωτικά από το αρμόδιο κατάστημα της τράπεζας, εφόσον αυτοί προσκομίσουν στην τελευταία πίνακα εξόδων και εκδώσουν απόδειξη παροχής υπηρεσιών, ενώ οι αμοιβές των δικηγόρων αυτών έχουν καθορισθεί εκ των προτέρων με γενικές αποφάσεις της τράπεζας, χωρίς να αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης και δεν επιτρέπεται οποιαδήποτε οικονομική δοσοληψία μεταξύ δανειοληπτών και συνεργαζόμενων δικηγόρων.
Ότι η τήρηση των όρων αυτών είχε ως σκοπό τη διασφάλιση της διαφάνειας και της ασφάλειας των τραπεζικών συναλλαγών. Ότι το Μάρτιο του έτους 2010, περιήλθε στο κατάστημα Βραχατίου η από 12-3-2010 ενυπόγραφη αναφορά του δανειολήπτη Δ. Λ. κατά του ενάγοντος, ως πρώην υπαλλήλου του εν λόγω καταστήματος. Ότι ο δανειολήπτης παραπονιόταν ότι κατά το έτος 2008, που έλαβε στεγαστικό δάνειο, ο ενάγων του ζήτησε να έχει μαζί του 3.000 ευρώ για να τα δώσει στο δικηγόρο για την προσημείωση, ότι μετά από "παζάρια" έκοψε 200 ευρώ και του έδωσε τα υπόλοιπα μέσα στο δικαστήριο, ότι για τα έξοδα που πλήρωσε δεν έλαβε καμία απόδειξη και ότι για τον ίδιο υπάλληλο είχαν γίνει προφορικά παράπονα στο παρελθόν και από άλλους πελάτες.
Ότι το περιεχόμενο της άνω αναφοράς επιβεβαίωσε ο πατέρας του καταγγέλλοντος Γ. Λ., ο οποίος εγγυήθηκε την επιστροφή του δανείου. Ότι, μετά την αναφορά, η διεύθυνση επιθεώρησης της τράπεζας διενήργησε έλεγχο στο κατάστημα Βραχατίου, κατά τον οποίο διαπιστώθηκε ότι, κατά το χρονικό διάστημα που ο ενάγων ήταν αρμόδιος υπάλληλος, χορηγήθηκαν από το εν λόγω κατάστημα 201 στεγαστικά δάνεια σε 169 δανειολήπτες, μεταξύ των οποίων και ο πιο πάνω καταγγέλλων.
Ότι για τη χορήγηση των δανείων αυτών δεν είχαν διενεργηθεί οι πιστώσεις στον καθορισμένο για το σκοπό αυτό τραπεζικό λογαριασμό, σχετικά με τις δαπάνες εγγραφής προσημείωσης από τους δανειολήπτες, ούτε οι αντίστοιχες χρεώσεις για την απόδοση των αμοιβών στους δικηγόρους. Ότι, κατά τον έλεγχο, δεν βρέθηκαν παραστατικά, από τα οποία να προκύπτει ότι η τράπεζα εισέπραττε από τους δανειολήπτες τα έξοδα για την έκδοση δικαστικής απόφασης περί εγγραφής προσημείωσης και ότι απέδιδε στη συνέχεια τις αμοιβές και τα έξοδα στους συνεργαζόμενους δικηγόρους.
Ότι, αντίθετα, στους υπό έλεγχο φακέλους υπήρχαν αποδείξεις για τις δαπάνες στο υποθηκοφυλακείο, για το νομικό και τεχνικό έλεγχο, καθώς και αποδείξεις παροχής υπηρεσιών από τους δικηγόρους. Ότι ο ενάγων, με το από 9-7-2010 έγγραφό του προς τον επιθεωρητή της τράπεζας, εκθέτοντας τις απόψεις του, ανέφερε ότι "πελάτες- δανειολήπτες των στεγαστικών δανείων κατέβαλλαν οι ίδιοι στο νομικό σύμβουλο το ποσό της δικαστικής δαπάνης για την έκδοση της απόφασης του δικαστηρίου και οι ίδιοι την προσκόμιζαν στο υποθηκοφυλακείο για την εγγραφή της προσημείωσης και την έκδοση των πιστοποιητικών", καθώς και ότι "αυτή η διαδικασία είχε επιλεγεί από το διευθυντή του καταστήματος, γιατί, όπως του είχε πει, η διαδικασία αυτή είναι νόμιμη".
Ότι επακολούθησε δειγματοληπτικός έλεγχος σε φακέλους δεκατριών (13) δανειοληπτών, πολλοί εκ των οποίων δήλωσαν και εγγράφως ότι τα ποσά για αμοιβή και έξοδα δικηγόρου για την έκδοση δικαστικής απόφασης περί εγγραφής προσημείωσης, καθώς και τα έξοδα για την εγγραφή της προσημείωσης τα κατέβαλαν είτε στον ίδιο τον ενάγοντα είτε στον συνεργαζόμενο δικηγόρο, πολλές φορές κατ’ εντολή του, χωρίς οι δανειολήπτες να λαμβάνουν απόδειξη, πλην ελαχίστων περιπτώσεων.
Ότι οι δηλώσεις των προαναφερόμενων δανειοληπτών περιέχονται στους προσκομιζόμενους πίνακες και ότι όσοι εξ αυτών ανέφεραν συγκεκριμένα ποσά, αυτά, όπως προκύπτει από τους παραπάνω πίνακες, είναι ανώτερα αυτών που απαιτούνται βάσει των εγκυκλίων και αποφάσεων της εναγομένης, η δε διαφορά κυμαίνεται κατά περίπτωση μεταξύ 951 έως 2.540 ευρώ κατά κατώτερο και ανώτερο όριο, αντίστοιχα.
Ότι υπό τα ανωτέρω εκτιθέμενα πραγματικά περιστατικά προκύπτει ότι ο ενάγων, κατά το χρόνο που χειρίστηκε τα ανωτέρω στεγαστικά δάνεια, μολονότι ήταν έμπειρος υπάλληλος και γνώστης των εγκυκλίων της εναγομένης, καθώς και των τραπεζικών διαδικασιών που είχαν τεθεί για την ασφάλεια των συναλλαγών και των συμφερόντων αυτής, εκμεταλλευόμενος την ιδιότητά του, παρέκαμπτε την ως άνω συνήθη και νόμιμη διαδικασία και ακολουθούσε αδιαφανείς μεθόδους σχετικά με την καταβολή των εξόδων από τους δανειολήπτες, χωρίς να υπάρχουν τα αντίστοιχα παραστατικά στο κατάστημα της εναγομένης, ενώ επέτρεπε και ανεχόταν να συναλλάσσονται οι δικηγόροι με τους δανειολήπτες.
Ότι κατόπιν αυτών η εναγομένη προέβη σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, χωρίς προηγουμένως να ασκηθεί πειθαρχική δίωξη σε βάρος του, πράγμα που δεν ήταν απαραίτητο κατά τον Κανονισμό της και δεν θα ήταν εξ ίσου λυσιτελές με την καταγγελία της σύμβασης εργασίας.
4. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δέχθηκε ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας του ενάγοντος υπαγορεύθηκε από σπουδαίο λόγο, διότι δεν μπορούσε βασίμως να αξιωθεί από την εναγομένη τράπεζα η διατήρηση του ενάγοντος στην υπηρεσία της με την εναντίον του λήψη ηπιότερου της απόλυσής του μέτρου (πειθαρχικής ποινής), η δε καταγγελία, ενόψει του ότι αποτελούσε στη συγκεκριμένη περίπτωση το μόνο πρόσφορο και αναγκαίο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της μέτρο, δεν υπερέβη, και μάλιστα προφανώς, τα τιθέμενα με τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αντικειμενικά όρια (της καλής πίστης, των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος) και δεν είναι αντίθετη προς την αρχή της αναλογικότητας μεταξύ του χρησιμοποιούμενου μέσου και του επιδιωκόμενου σκοπού.
Ακολούθως το Μονομελές Εφετείο, κατά παραδοχή της έφεσης της εναγομένης, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη 139/2014 απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, το οποίο είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή [πιο συγκεκριμένα είχε αναγνωρίσει την ακυρότητα της καταγγελίας, είχε επιδικάσει αποδοχές υπερημερίας (καταψηφιστικά) και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (αναγνωριστικά) και είχε υποχρεώσει την εναγομένη να αποδέχεται τις υπηρεσίες του ενάγοντος] και, αφού δίκασε εκ νέου την αγωγή, την απέρριψε ως ουσία αβάσιμη.
Με την κρίση αυτή, το Μονομελές Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 281 ΑΚ και 25 παρ.1 του Συντάγματος, διότι αιτιολόγησε με σαφήνεια και πληρότητα την κρίση του και κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς και επαρκείς παραδοχές, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς το ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου του ενάγοντος ήταν έγκυρη, διότι υπαγορεύθηκε από τον προαναφερόμενο σπουδαίο λόγο, η άσκησή της δεν υπερέβη προφανώς τα προβλεπόμενα από το άρθρο 281 ΑΚ όρια και ήταν το μόνο πρόσφορο, αλλά και αναγκαίο μέσο για τη διαφύλαξη των συμφερόντων της εναγομένης, ώστε να μπορεί να ελεγχθεί η ορθή εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων στη συγκεκριμένη περίπτωση.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση έλλειψη νόμιμης βάσης, με τον ισχυρισμό ότι περιέχει ανεπαρκείς αιτιολογίες, είναι αβάσιμος. 5. Περαιτέρω, το Μονομελές Εφετείο, δεχόμενο ότι η σύμβαση εργασίας, που καταρτίσθηκε μεταξύ των διαδίκων την 30-9-1994, διεπόταν από τον προαναφερθέντα κανονισμό του προσωπικού της εναγομένης και είχε το χαρακτήρα της σύμβασης ορισμένου χρόνου και ότι για το κύρος της καταγγελίας, στην οποία προέβη η τελευταία την 26-10-2010 με την επίκληση συνδρομής σπουδαίου λόγου, δεν απαιτείτο η προηγούμενη καταβολή της αποζημίωσης των άρθρων 1 και 3 του ν. 2112/1920 και 2 και 5 του ν. 3198/1955, ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθώς και αυτές του άρθρου 33 του κανονισμού εργασίας του προσωπικού της εναγομένης.
Συνεπώς, οι πρώτος και τρίτος λόγοι της αίτησης, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.
6. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 17-7-2017 και με αριθμό κατάθεσης ...-8-2017 αίτηση για αναίρεση της 3904/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 19η Απριλίου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ