Legislator Case Law & Legislation
864/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on inheritance transfer validity, upholding lower court's evidence assessment.

Case Number 864/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Thessaloniki Court of Appeal's decision regarding an inheritance transfer. The appellant argued that the appellate court relied solely on the defendants' witnesses and documents, ignoring her own evidence. The court ruled that the lower court's evaluation of witness credibility and document weight falls within its exclusive judicial discretion and is not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 340 and 559(12) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court cannot review the substantive evaluation of evidence or the weight assigned to witness testimonies by the court of first instance, as this constitutes the court's exclusive and uncontrollable authority.

Keywords

AI generated
appeal admissibility judicial discretion evidence evaluation witness credibility inheritance transfer appellate review civil procedure

Cited Legislation

AI generated
Article 15(1), (2), and (5) of Law 3958/1959
Article 340 of the Code of Civil Procedure
Article 559(12) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 864 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 864/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Σ. θυγ. Φ. και Α. Ν., τέως συζ. Α. Γ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ηλία Μανδρακούκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Κ. χας Π. Α., 2 Δ. Π. Α., 3 Δ. θυγ. Π. Α., συζ. Γ. Μ., κατοίκων ..., διαδόχων του αρχικού ενάγοντα θανόντα Π. Α. του Δ. και 4. Ε. συζ. Λ. Κ., το γένος Δ. Α., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Πανούση.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-4-1994 αγωγή του αρχικού θανόντα διαδίκου Π. Α. του Δ. και της Ε. συζ. Λ. Κ., ήδη τέταρτης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 36.176/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 705/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4-6-2009 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 4-1-2001 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με τις διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1, 2 και 5 του ν.δ. 3958/1959 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί οριστικών παραχωρητηρίων των κλήρων διατάξεων της Εποικιστικής Νομοθεσίας κλπ" , ορίζεται, μεταξύ άλλων, ότι αίρονται, με βάση το νόμο αυτό, οι περιορισμοί από την Αγροτική Νομοθεσία ως προς την μεταβίβαση με δικαιοπραξίες εν ζωή κλήρων, οικοπέδων ή οικημάτων, εφόσον μέχρι την ισχύ του νόμου αυτού συντάχθηκαν προσύμφωνα μεταβίβασης με δημόσιο ή με ιδιωτικό έγγραφο βέβαιης χρονολογίας και επιτρέπεται ελεύθερα η κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου της μεταβίβασης.

Σε περίπτωση άρνησης του πωλητή ή των κληρονόμων του προς κατάρτιση του οριστικού συμβολαίου, ύστερα από αίτηση του δικαιούχου αποφαίνεται ο αρμόδιος Ειρηνοδίκης της τοποθεσίας του ακινήτου, για την τέλεση της δικαιοπραξίας της οριστικής μεταβίβασης, εφόσον το προσυμφωνημένο τίμημα της αγοραπωλησίας καταβλήθηκε ή παρακατατέθηκε νόμιμα.

Η θετική απόφαση του Ειρηνοδίκη, αφότου γίνει τελεσίδικη, αποτελεί τίτλο κυριότητας δεκτικό μεταγραφής. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι η με τον παραπάνω τρόπο επικύρωση των "ανώμαλων δικαιοπραξιών", όπως χαρακτηρίζονται από τη νομοθεσία, ανατρέχει στο χρόνο κατά τον οποίο καταρτίσθηκαν και θεραπεύει μόνο τις προς μεταβίβαση απαγορεύσεις γεωργικών κλήρων και όχι τυχόν ακυρότητες ή άλλες ελλείψεις κατά τον Αστικό Κώδικα, όπως η ικανότητα για δικαιοπραξία, η ακυρότητα λόγω πλάνης, απάτης, απειλής, πλαστότητας της μεταβιβαστικής δικαιοπραξίας, τα ελαττώματα της βουλήσεως, η εικονικότητα κλπ. (ΑΠ 1196/2008).

Έτσι, αν η δικαιοπραξία έχει και άλλα ελαττώματα και η οριστική κατάρτιση αυτής κωλύεται από άλλους λόγους, όπως και όταν ο πωλητής είναι ανίκανος προς δικαιοπραξία λόγω ανηλικότητας, οπότε, προκειμένου περί εκποιήσεως ακινήτου, απαιτείται η τήρηση των περί επιτροπείας του Αστικού Κώδικα διατάξεων, που αξιώνουν την προηγούμενη γνωμοδότηση του συγγενικού (και ήδη εποπτικού) συμβουλίου και άδεια του δικαστηρίου, οι οποίες έχουν εφαρμογή και επί προσυμφώνου, ο Ειρηνοδίκης δεν έχει αρμοδιότητα να κρίνει και περί αυτών, αλλά αρμόδιο είναι προς τούτο το κατά τις κοινές διατάξεις αρμόδιο δικαστήριο.

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 1033, 369 και 1192 ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο και υποβάλλεται σε μεταγραφή. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει, ότι μεταξύ των προϋποθέσεων που απαιτούνται για την απόκτηση της κυριότητας ακινήτου με σύμβαση είναι, ότι ο μεταβιβάσας ήταν κύριος του ακινήτου που μεταβιβάστηκε.

Επίσης, κατά μεν τη διάταξη του άρθρου 1045 ΑΚ, εκείνος που έχει στη νομή του για μια εικοσαετία πράγμα κινητό ή ακίνητο γίνεται κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία, κατά δε το άρθρο 974 του ίδιου Κώδικα όποιος απέκτησε τη φυσική εξουσία πάνω στο πράγμα (κατοχή) είναι νομέας, αν ασκεί την εξουσία αυτή με διάνοια κυρίου.

Με τις διατάξεις αυτές, για την κτήση της κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, απαιτείται άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα εκείνου που απέκτησε τη νομή του πράγματος με καθολική ή με ειδική διαδοχή να συνυπολογήσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του κατ' άρθρο 1051 ΑΚ.

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.

Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.Απ. 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη διεκδικητική αγωγή, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Κατά την οριστική διανομή του αγροκτήματος Ν. Κ. της περιφέρειας της Κοινότητας ..., που κυρώθηκε με το νόμο ν. 4857/1930, παραχωρήθηκε στον Δ. Α., προς γεωργική του αποκατάσταση, πλην των άλλων, και το αγροτεμάχιο, Α' κατηγορίας, εκτάσεως 11.000 τ.μ, το οποίο συνορεύει βόρεια με το 716 αγροτεμάχιο, νότια με το 718 αγροτεμάχιο, ανατολικά με δρόμο και πέραν αυτού με τα 734 και 736 αγροτεμάχια και δυτικά με την 712 έκταση αλωνιών (και ήδη με την οδό ...), ακολούθως δε εκδόθηκε στο όνομα αυτού και ο ...

τίτλος κυριότητας του Διοικητή της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που μεταγράφηκε νόμιμα. Στις 5-11-1950 αποβίωσε ο ανωτέρω κληρούχος Δ. Α., χωρίς να αφήσει διαθήκη, και κληρονομήθηκε από τη σύζυγό του Δ. Α. κατά ποσοστό 5/20 εξ αδιαιρέτου και από τα τέκνα του 1) Δ. Α., 2) Α. συζ. Χ. Κ., 3) Κ. συζ. Π. Τ., 4) Π. Α. (πρώτο αρχικό ενάγοντα) και 5) Ε.

Α. (δεύτερη ενάγουσα και ήδη τέταρτη των αναιρεσιβλήτων) κατά ποσοστό 3/20 εξ αδιαιρέτου από το καθένα. Ακολούθως όλοι οι κληρονόμοι αυτοί με το ... προσύμφωνο του άλλοτε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Γεωργίου Δεστούλη, κατά τη σύναψη του οποίου οι ενάγοντες, όπως αναφέρεται σ' αυτό, εκπροσωπήθηκαν από τη μητέρα τους Δ.

Α. ως επίτροπο αυτών λόγω της ανηλικότητάς τους, υποσχέθηκαν να πωλήσουν και μεταβιβάσουν, κατά πλήρη κυριότητα, στον πρώτο αρχικό εναγόμενο Κ. Μ. του Α. τμήμα εκτάσεως 3000 τ.μ, εξ αδιαιρέτου του ανωτέρω αγροτεμαχίου. Μετά την κατάρτιση του προσυμφώνου αυτού ο πρώτος εναγόμενος εγκαταστάθηκε σε διαιρετό τμήμα του ως άνω αγροτεμαχίου, εκτάσεως 3000 τ.μ.

που συνορεύει βόρεια με το 716 αγροτεμάχιο, νότια με το 718 αγροτεμάχιο, ανατολικά με υπόλοιπο τμήμα του ίδιου αγροτεμαχίου και δυτικά με την οδό ... Όμως, η ως άνω προσύμβαση πωλήσεως κατά τα ανήκοντα στους αρχικούς ενάγοντες ιδανικά μερίδια (6/20 εξ αδιαιρέτου) του εν λόγω τμήματος αγροτεμαχίου ήταν άκυρη διότι η μητέρα τους Δ.

Α. συμβλήθηκε για λογαριασμό τους με την ιδιότητα της επιτρόπου τους, χωρίς να τηρηθούν οι προβλεπόμενες από το άρθρο 1647 παρ 1 ΑΚ, όπως ίσχυε τότε, διατυπώσεις, δηλαδή χωρίς να προηγηθεί γνωμοδότηση του οικείου συγγενικού συμβουλίου και παροχή αδείας από το αρμόδιο δικαστήριο, γεγονός το οποίο αναγνωρίσθηκε με την 5109/1961 τελεσίδικη απόφαση του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατόπιν της από 30-9-1961 αγωγής των ήδη εναγόντων κατά του ήδη πρώτου αρχικού εναγομένου.

Για το λόγο αυτό όλοι οι κληρονόμοι του Δ. Α., οι οποίοι αποδέχθηκαν την κληρονομιά αυτού με την ... δήλωσή τους αποδοχής κληρονομιάς που έγινε ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δέσποινας Μουλοπούλου και μεταγράφηκε νόμιμα, άσκησαν κατά του πρώτου αρχικού εναγομένου Κ. Μ. και ενώπιον του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης την από 27-10-1959 διεκδικητική αγωγή, με την οποία ζητούσαν να αναγνωρισθούν κύριοι του ως άνω τμήματος αγρού, εκτάσεως 3000 τ.μ., και να υποχρεωθεί ο εναγόμενος να τους αποδώσει αυτό.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 326/1963 οριστική απόφαση του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτή έγινε δεκτή μόνο ως προς τους ήδη αρχικούς ενάγοντες. Κατά της τελευταίας αυτής αποφάσεως, ο τότε εναγόμενος άσκησε την από 14-3-1963 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 242/1963 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία, αφού και πάλι κρίθηκε ότι η ως άνω προσύμβαση πωλήσεως είναι άκυρη για τους προαναφερθέντες λόγους, αναγνώρισε τους αρχικούς ενάγοντες συγκυρίους του επίδικου τμήματος αγρού κατά ποσοστό 6/20 εξ αδιαιρέτου και διέταξε την απόδοσή του σ' αυτούς.

Από τη τελεσίδικη αυτή απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης απορρέει δεδικασμένο, ως προς την ύπαρξη δικαιώματος συγκυριότητας των αρχικών εναγόντων επί των 6/20 εξ αδιαιρέτου του ως άνω τμήματος αγρού, το οποίο ισχύει υπέρ των εναγόντων αυτών και κατά του πρώτου αρχικού εναγομένου, που ήταν διάδικοι στη δίκη επί της οποίας εκδόθηκε αυτή, καθώς και κατά των λοιπών εναγομένων, οι οποίοι κατέστησαν ειδικοί διάδοχοι του πρώτου εναγομένου μετά το τέλος της δίκης αυτής.

Κύριος των υπολοίπων 14/20 εξ αδιαιρέτου του εν λόγω τμήματος αγρού κατέστη ο πρώτος αρχικός εναγόμενος, δυνάμει της 226/1960 αποφάσεως του Ειρηνοδίκη Θεσσαλονίκης, με την οποία αυτός αποφάνθηκε περί της τελέσεως της περί οριστικής μεταβιβάσεως αυτού προσυμφωνηθείσας δικαιοπραξίας πωλήσεως και η οποία κατέστη τελεσίδικη μετά την απόρριψη της εφέσεως που ασκήθηκε κατ' αυτής με την 83/1962 απόφαση του Προέδρου Πρωτοδικών Θεσσαλονίκης.

Ο ισχυρισμός της τέταρτης εναγόμενης και ήδη αναιρεσείουσας, ότι η δεύτερη ενάγουσα Ε. συζ. Λ. Κ., κατά το χρόνο καταρτίσεως του ως άνω προσυμφώνου (28.5.1951) ήταν ενήλικη, καθόσον γεννήθηκε το έτος 1928 και συνεπώς η συναφθείσα με αυτό προσύμβαση πωλήσεως ως προς το ανήκον σ' αυτή ιδανικό μερίδιο (3/20 εξ αδιαιρέτου) του επίδικου ακινήτου ήταν έγκυρη, δεν μπορεί να ερευνηθεί καθόσον καλύπτεται από το δεδικασμένο που παρήχθη για το ζήτημα της ανηλικότητας αυτής κατά τον ως άνω χρόνο τόσο από την 5109/1961 τελεσίδικη απόφαση του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, όσο και από την 242/1963 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Εξάλλου, από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι ο πρώτος αρχικός εναγόμενος από την έκδοση της ως άνω αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης το έτος 1963 και μέχρι το έτος 1989 νεμόταν με διάνοια κυρίου το προαναφερόμενο τμήμα αγρού και μάλιστα εν γνώσει και με τη συναίνεση των συγκυρίων αυτού εναγόντων.

Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το ακίνητο αυτό από το έτος 1963 και εφεξής παρέμεινε χέρσο και ανεκμετάλλευτο, χρησίμευε δε ως τόπος συναθροίσεως παιδιών (αλάνα) και ως δίοδος για τη διέλευση των πολιτών, δεδομένου ότι απείχε ελάχιστα από τον Ιερό Ναό .... Αυτός ποτέ κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν καλλιέργησε τούτο με κριθάρι, ούτε το χρησιμοποίησε ως τόπο σταυλισμού των ζώων του, παρά μόνο το χρησιμοποιούσε και ο ίδιος, όπως και οι υπόλοιποι κάτοικοι της περιοχής, ως δίοδο διέλευσης των ζώων του από το σταύλο και τον ορνιθώνα που διατηρούσε εντός του περιβόλου της όμορης με το αγροτεμάχιο οικίας του, σε παρακείμενο αγρό του, όπου έβοσκαν.

Η δε καλλιέργεια των λαχανικών, στην οποία επικαλείται ότι προέβαινε σε τμήμα του ακινήτου αυτού, άρχισε περί το τέλος της δεκαετίας του 1980. Μάλιστα περί το έτος 1980 ο ίδιος πρότεινε στους ενάγοντες να προβούν από κοινού στην εξώδικη διανομή του ως άνω τμήματος αγρού, λόγω του ότι τούτο είχε ήδη ενταχθεί στο σχέδιο πόλεως του Δήμου ...

και δη στο τμήμα αυτού που βρίσκεται στην συμβολή των οδών ... και ... και μπορούσε να αξιοποιηθεί με ανοικοδόμηση. Ωστόσο, οι διαπραγματεύσεις μεταξύ του τότε πληρεξουσίου δικηγόρου των εναγόντων Βασιλείου Βενιζέλου και του πρώτου αρχικού εναγομένου δεν ευοδώθηκαν, εξαιτίας του γεγονότος ότι ο τελευταίος επεδίωκε οι ενάγοντες να λάβουν έναντι του συνολικού εξ αδιαιρέτου ποσοστού τους επί του ακινήτου, τμήμα αυτού, μικρότερης εκτάσεως από εκείνο που δικαιούντο, καθώς επίσης, και διότι στο μεταξύ οι σχέσεις των εναγόντων με τον άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους είχαν ενταθεί, λόγω των διαφορών τους για την καθυστέρηση της διευθετήσεως του ζητήματος της διανομής, των διαφορετικών απόψεων του για τη μερίδα που οι ίδιοι δικαιούντο να λάβουν και για την αμοιβή του.

Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά προκύπτουν από τις σαφείς καταθέσεις των μαρτύρων των εναγόντων Λ. Κ. του Α. και Ι. Ζ. του Γ., οι οποίες ενισχύονται και από την υπάρχουσα, στο πίσω μέρος του από 2-2-1988 τοπογραφικού διαγράμματος του πολιτικού μηχανικού Α. Ξ., που συντάχθηκε κατόπιν εντολής του πρώτου εναγομένου και το οποίο είναι συνημμένο στο ...

συμβόλαιο συστάσεως γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Μπαρότση, χειρόγραφη σημείωση του μηχανικού αυτού, ότι στον Κ. Μ. αναλογούν 2.100 τ.μ. του ακινήτου και μετά την απώλεια 393,40 τ.μ. λόγω ρυμοτομήσεως, τελικώς 1706,60 τ.μ., ενώ στους ενάγοντες Π. Α. και Ε. Κ., αναλογούν τα υπόλοιπα 900 τ.μ. και μετά την απώλεια 168,60 τ.μ., λόγω ρυμοτομήσεως, 732,40 τ.μ.

Αλλά και με την εκδοχή ότι ο αρχικός πρώτος εναγόμενος νεμόταν με διάνοια κυρίου το εν λόγω τμήμα αγρού, κατά το ως άνω χρονικό διάστημα (1963-1989), δεν απέκτησε την κυριότητα αυτού και ως προς τα ανήκοντα στους ενάγοντες 6/20 εξ αδιαιρέτου με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον από κανένα αποδεικτικό στοιχείο δεν αποδείχθηκε ότι αυτός κατέστησε γνωστό στους ενάγοντες ότι νέμεται τούτο αποκλειστικά για δικό του λογαριασμό και επομένως δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών χρησικτησία.

Ενόψει των ανωτέρω, ο ισχυρισμός των εναγομένων, ότι ο πρώτος από αυτούς κατέστη αποκλειστικός κύριος του ως άνω ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, καθόσον νεμόταν αυτό με διάνοια κυρίου από το έτος 1963 μέχρι το έτος 1989, ο οποίος αποτελεί ένσταση ιδίας κυριότητας, είναι κατ' ουσίαν αβάσιμος και ως τέτοιος απορριπτέος.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος εξεδήλωσε για πρώτη φορά πρόθεση αντιποιήσεως της νομής των εναγόντων επί των 6/20 εξ αδιαιρέτου του ακινήτου αυτού κατά το έτος 1989 και δη μετά την ολοκλήρωση εντάξεως τούτου στο σχέδιο πόλεως του Δήμου ..., οπότε και διαιρέθηκε αυτό σε δύο άρτια και οικοδομήσιμα τμήματα, τελικού συνολικού εμβαδού, μετά την απώλεια 818,39 τ.μ., λόγω ρυμοτομήσεως, 2181,61 τ.μ., από τα οποία το βόρειο σε σχέση με την οδό ..., έχει έκταση 1032,75 τ.

μ. και ορίζεται γύρω υπό τα στοιχεία Ε-Ζ-Η-Θ-Ε, δυτικά από την οδό ..., επί πλευράς Ε-Θ, μήκους 21,36 γραμμικών μέτρων, βόρεια από το 716 αγροτεμάχιο διανομής ..., επί πλευράς Ε-Ζ, μήκους 49,31 γραμμικών μέτρων, ανατολικά από το υπόλοιπο τμήμα του αρχικού 717 αγροτεμαχίου επί πλευράς Ζ-Η, μήκους 20,58 γραμμικών μέτρων και νότια από την οδό ..., επί πλευράς Η-Θ, μήκους 49,21 γραμμικών μέτρων, όπως το τμήμα αυτό αποτυπώνεται στο από 1-7-1993 τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Γ.

Α., που επικαλούνται και προσκομίζουν οι ενάγοντες. Ειδικότερα, αυτός προέβη σε κατάτμηση του ως άνω τμήματος οικοπέδου σε τέσσερα διακεκριμένα, ανεξάρτητα, άρτια, και οικοδομήσιμα οικόπεδα, που φέρουν τους αριθμούς 1, 2, 3 και 4, αντίστοιχα, και ακολούθως μεταβίβασε τα δύο πρώτα από αυτά, λόγω γονικής παροχής, αντίστοιχα, στις θυγατέρες του Ε.

συζ. Δ. Χ. και Δ. συζ. Δ. Β., ενώ τα άλλα δύο (υπ' αριθμ. 3 και 4), λόγω πωλήσεως, στην τέταρτη εναγόμενη και ήδη αναιρεσείουσα Σ. Ν.. Συγκεκριμένα: α) με το ... συμβόλαιο συστάσεως γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Ιωάννη Μπαρότση, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στην αρχική δεύτερη εναγομένη, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, το υπ' αριθμ. 1 οικόπεδο, εμβαδού 350 τμ, το οποίο συνορεύει βόρεια με το 716 αγροτεμάχιο, με πλευρά μήκους 14,29 γραμμικών μέτρων, δυτικά με την οδό ..., στην οποία έχει πρόσοψη, με πλευρά μήκους 24,50 γραμμικών μέτρων, νότια με την οδό ..., στην οποία επίσης έχει πρόσοψη, με πλευρά μήκους 14,29 γραμμικών μέτρων, και ανατολικά με το υπ' αριθμ. 2 οικόπεδο με πλευρά μήκους 24,50 γραμμικών μέτρων, β) με το 17452/30-5-1989 συμβόλαιο συστάσεως γονικής παροχής του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στην αρχική τρίτη εναγομένη, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, το υπ' αριθμ. 2 οικόπεδο, εμβαδού 367,87 τ.μ., το οποίο συνορεύει βόρεια με το 716 αγροτεμάχιο, με πλευρά μήκους 15,02 γραμμικών μέτρων, νότια με την οδό ..., στην οποία έχει πρόσοψη, με πλευρά μήκους 15,02 γραμμικών μέτρων, δυτικά με το 1 οικόπεδο, με πλευρά μήκους 24,50 γραμμικών μέτρων, και ανατολικά με το υπ' αριθμ 3 οικόπεδο, με πλευρά μήκους 24,50 γραμμικών μέτρων και γ) με το 17456/30-5-1989 πωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε νόμιμα, μεταβίβασε στην τέταρτη εναγομένη, κατά κυριότητα, νομή και κατοχή, τα υπ' αριθμ. 3 και 4 οικόπεδα, εμβαδού 245 τ.μ.

του καθενός, τα οποία συνορεύουν ως εξής: α) το πρώτο από αυτά βόρεια με το 716 αγροτεμάχιο, με πλευρά μήκους 10 γραμμικών μέτρων, νότια με την οδό ..., στην οποία έχει πρόσοψη, με πλευρά μήκους 10 γραμμικών μέτρων, δυτικά με το υπ' αριθμ. 2 οικόπεδο, με πλευρά μήκους 24,50 γραμμικών μέτρων, και ανατολικά με το υπ' αριθμ. 4 οικόπεδο, με πλευρά μήκους 24,50 γραμμικών μέτρων και β) το δεύτερο από αυτά [(υπ' αριθμ. 4) βόρεια με το 716 αγροτεμάχιο, με πλευρά μήκους 10 γραμμικών μέτρων, νότια με την οδό ..., στην οποία έχει πρόσοψη, με πλευρά μήκους 10 γραμμικών μέτρων, δυτικά με το υπ' αριθμ. 3 οικόπεδο, με πλευρά μήκους 24,50 γραμμικών μέτρων, και ανατολικά με υπόλοιπη έκταση του 717 αγροτεμαχίου, με πλευρά μήκους 24,50 γραμμικών μέτρων.

Όμως, η δεύτερη, η τρίτη και η τέταρτη των αρχικών εναγομένων, με τα προαναφερόμενα μεταβιβαστικά συμβόλαια, δεν απέκτησαν την κυριότητα των ανηκόντων στους ενάγοντες 6/20 εξ αδιαιρέτου των ως άνω οικοπέδων, εφόσον ο δικαιοπάροχός τους Κ. Μ. δεν ήταν κατά το χρόνο της μεταβιβάσεως τούτων κύριός τους". Καταλήγει δε το Εφετείο, ότι οι ενάγοντες Π.

Α. του Δ. και Ε. συζ. Λ. Κ. ήταν κατά το χρόνο ασκήσεως της ένδικης αγωγής (Μάιος 1994) συγκύριοι του επίδικου τμήματος οικοπέδου, εκτάσεως 1032,75 τ.μ., το οποίο ο αρχικός πρώτος εναγόμενος είχε διαιρέσει σε τέσσερα τμήματα με αριθμούς 1, 2, 3 και 4, εμβαδού 350 τ.μ., 367,87 τ.μ., 245 τ.μ. και 245 τ.μ., αντίστοιχα, το πρώτο από τα οποία (με αριθμό 1) κατείχε η αρχική δεύτερη εναγομένη, το δεύτερο (με αριθμό 2) η αρχική τρίτη εναγομένη και τα άλλα δύο (με αριθ. 3 και 4) η τέταρτη εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα.

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το Εφετείο έκρινε, ότι οι τώρα ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι των επίδικων ακινήτων κατά ποσοστό 6/20 συνολικά, ότι ο πρώτος εναγόμενος Κ. Μ. (μη διάδικος στην παρούσα δίκη) ήταν κύριος μόνο των υπόλοιπων 14/20 εξ αδιαιρέτου, ότι ο τελευταίος ουδέποτε κατέστη αποκλειστικά κύριος του όλου ακινήτου και ότι οι λοιποί εναγόμενοι και συνακόλουθα και η ήδη αναιρεσείουσα δεν απέκτησαν την κυριότητα των ανηκόντων στους αναιρεσιβλήτους 6/20 εξ αδιαιρέτου των επιδίκων, εφόσον ο ανωτέρω δικαιοπάροχός τους δεν ήταν κατά το χρόνο μεταβιβάσεως τούτων, με τα αναφερόμενα μεταβιβαστικά συμβόλαια, κύριος αυτών.

Κατόπιν τούτου, το Εφετείο απέρριψε την ένσταση ιδίας κυριότητας της ήδη αναιρεσείουσας, δέχτηκε εν μέρει την αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, που έχει κρίνει όμοια. Με αυτά που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 15 παρ. 1, 2 και 5 του ν.δ. 3958/1959 "Περί τροποποιήσεως και συμπληρώσεως των περί οριστικών παραχωρητηρίων των κλήρων διατάξεων της Εποικιστικής Νομοθεσίας κλπ" και των άρθρων 1041, 1044 και 1045 ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι μετά το θάνατο του κληρούχου Δ.

Α. το 1950, οι κληρονόμοι του, δηλαδή η σύζυγός του και τα τέσσερα τέκνα του, με το αναφερόμενο προσύμφωνο του 1951 υποσχέθηκαν να πωλήσουν και μεταβιβάσουν στον δικαιοπάροχο της ήδη αναιρεσείουσας Κ. Μ. τμήμα του αναφερόμενου αγροτεμαχίου εκτάσεως 3.000 τ.μ., ότι η ως άνω προσύμβαση πώλησης κατά τα ανήκοντα στους ενάγοντες-αναιρεσιβλήτους ιδανικά μερίδια (3/20 + 3/20 = 6/20 εξ αδιαιρέτου) του εν λόγω τμήματος αγροτεμαχίου ήταν άκυρη, διότι η μητέρα τους Δ.

Α. συμβλήθηκε για λογαριασμό τους με την ιδιότητα της επιτρόπου τους, χωρίς να τηρηθούν οι προβλεπόμενες από το άρθρο 1647 παρ. 1 ΑΚ, όπως ίσχυε τότε, διατυπώσεις, γεγονός που αναγνωρίστηκε με την 5109/1961 τελεσίδικη απόφαση του Πρωτοδικείου Θεσαλονίκης, ενώ με την 242/1963 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης οι ήδη αναιρεσίβλητοι αναγνωρίστηκαν συγκύριοι του επίδικου τμήματος αγρού κατά ποσοστό 6/20 εξ αδιαιρέτου και διατάχτηκε η απόδοσή του σ' αυτούς, ότι δεν αποδείχτηκε ότι ο άνω δικαιοπάροχος της αναιρεσείουσας από το έτος 1963 μέχρι το έτος 1989 νεμόταν το όλο τμήμα αγρού με διάνοια κυρίου και μάλιστα εν γνώσει και με τη συναίνεση των συγκυρίων αναιρεσιβλήτων και ότι κατέστη κύριος αυτού με έκτακτη χρησικτησία και ότι, συνεπώς, η αναιρεσείουσα με το αναφερόμενο πωλητήριο συμβόλαιο δεν απέκτησε τη κυριότητα των ανηκόντων στους αναιρεσίβλητους 6/20 εξ αδιαιρέτου των επιδίκων, αφού ο δικαιοπάροχός τους δεν ήταν, κατά το χρόνο της μεταβίβασής τους, κύριος αυτών.

Επομένως, οι πρώτος, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και πέμπτος, από τον αριθμό 19 του ίδιου άρθρου, λόγοι αναίρεσης, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για την ίδρυση του λόγου αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας τα αποδεικτικά μέσα που προσκομίστηκαν από τους διαδίκους με επίκληση, τα οποία έχει το δικαστήριο υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη του σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ.

Εξάλλου, δεν θεμελιώνει λόγο αναίρεσης η παράλειψη του δικαστηρίου της ουσίας να μνημονεύσει στην απόφασή του ποια αποδεικτικά μέσα χρησιμοποιήθηκαν για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη ή να καθορίσει τη βαρύτητα που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή τη σχέση και επιρροή εκάστου στα προς απόδειξη θέματα, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τους δεύτερο, κατ' ορθή εκτίμηση (και όχι από τον αριθμό 8 που αναγράφεται στο αναιρετήριο), και τρίτο λόγους της αναίρεσης προβάλλεται κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτίαση από τον αριθ. 11 περ. γ' άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη παρά το νόμο τα ακόλουθα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκόμισε η αναιρεσείουσα με επίκληση προς απόδειξη της ένστασής της περί ιδίας κυριότητας, κατά τη συζήτηση ενώπιον του Εφετείου, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και δη 1) την από 19-9-1991 μαρτυρική κατάθεση της Ε.

Κ. ενώπιον του Ανακριτή Δ' τμήματος Θεσσαλονίκης, 2) το 701/6-5-1960 πιστοποιητικό της τότε κοινότητας Ν. Κ. νυν ... του ομώνυμου Δήμου, 3) την ... απόφαση του Νομάρχη Θεσσαλονίκης, 4) αντίγραφο της ατομικής μερίδας του Π. Δ. Α. στο Υποθηκοφυλακείο Θεσσαλονίκης, 5) πέντε (5) αντίγραφα συμβολαίων πώλησης και μεταβίβασης τμημάτων του 717 Α' κατηγορίας κληροτεμαχίου και συγκεκριμένα τα ...

και ... συμβόλαια της τότε συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Δέσποινας Μουλοπούλου, που μεταγράφηκαν νόμιμα, 6) το ... έγγραφο του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, 7) το απόσπασμα πρακτικού με αριθμό ... του Δικηγορικού Συλλόγου Θεσσαλονίκης, 8) την καταγγελία των Π. Α., Ε. Κ. κλπ. κατά του δικηγόρου Βασιλείου Βενιζέλου προς τον προϊστάμενο της Εισαγγελίας Θεσσαλονίκης, 9) το εκδοθέν 350/1992 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Θεσσαλονίκης και τα ένδεκα συνημμένα σ' αυτό έγγραφα της σχετικής δικογραφίας.

Από την υπάρχουσα, όμως, στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή διαβεβαίωση, κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη "όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι" και από όλο το πιο πάνω περιεχόμενο της απόφασης αυτής, καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο, ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη για τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος και συνεκτίμησε με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα παραπάνω έγγραφα.

Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι αβάσιμοι. Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το με στοιχείο 1 και 7, αντίστοιχα, έγγραφο, ήτοι την ένδικη αγωγή "ως προς ολόκληρο το κείμενό της, αλλά αντιθέτως επιλεκτικά τμήματα αυτής ευνοϊκά για τους ενάγοντες", είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι ή ένδικη αγωγή είναι διαδικαστικό έγγραφο και όχι αποδεικτικό μέσο.

Επειδή, ο από το άρθρο 559 αριθ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της αποδόσεως από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένως, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το Δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον έκτο λόγο αναίρεσης, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση επικουρικώς η από την ως άνω διάταξη πλημμέλεια της παραμόρφωσης του περιεχομένου των προσκομισθέντων από την αναιρεσείουσα ως άνω εγγράφων, περί των οποίων η προηγούμενη σκέψη της παρούσας. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση η παραδοχή του Εφετείου, ότι οι αναιρεσίβλητοι είναι συγκύριοι των επίδικων τμημάτων ακινήτου κατά ποσοστό 6/20 εξ αδιαιρέτου, δεν οφείλεται σε διαγνωστικό λάθος, αλλά αποτελεί εκτίμηση του περιεχομένου των ανωτέρω εγγράφων, που συνεκτιμήθηκαν μαζί με τα υπόλοιπα αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, η οποία, όμως, κατά τα προεκτιθέμενα, δεν ιδρύει τον παρόντα λόγο αναιρέσεως.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ συνάγεται ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο, μπορεί να προσδώσει στις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσιβλήτου μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τις καταθέσεις των μαρτύρων του αναιρεσείοντος.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως θεμελιώνεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων, αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που δεσμευτικά γι' αυτό καθορίζει ο νόμος, όχι, όμως και στην περίπτωση που, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (ΚΠολΔ 340), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, τα οποία κατά νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με τα άλλα, μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα ή αξιοπιστία από τα τελευταία, διότι η εκτίμηση αυτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τέταρτο, αλλά και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναιρέσεως, όπως εκτιμάται, η αναιρεσείουσα διατείνεται, ότι το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την έφεσή της και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, για το σχηματισμό της ως άνω κρίσεώς του επί της προκείμενης υποθέσεως, στηρίχθηκε μόνο στις μαρτυρικές καταθέσεις των μαρτύρων των αναιρεσιβλήτων, όχι δε και στις καταθέσεις των δικών της μαρτύρων και τα προσκομισθέντα από αυτήν έγγραφα.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., σύμφωνα με τα εκτεθέντα στη μείζονα σκέψη, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, γιατί οι προβαλλόμενες με αυτόν πιο πάνω αιτιάσεις, αναγόμενες στη στάθμιση και αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων και την εκτίμηση αυτών που κατέθεσαν, καθώς και εγγράφων, δεν θεμελιώνουν λόγο αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4-6-2009 αίτηση της Σ. Ν. για αναίρεση της 705/2009 αποφάσεως του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα, στις 22 Μαρτίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ