Supreme Court partially allows appeal against labor accident compensation for mental suffering due to insufficient factual reasoning.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision regarding compensation for mental suffering in a labor accident case. The Court found the lower court's reasoning regarding the crew's negligence and causal link to the death insufficient and unclear. Consequently, the judgment was annulled only concerning the mental suffering compensation, and the case was remitted for retrial by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 914, 932 of the Civil Code; Article 16, Section 1 of Law 551/1915: Compensation for mental suffering in labor accidents requires clear proof of employer fault or breach of safety regulations, and the lower court must provide sufficient reasoning establishing the illegal conduct and causal link to the damage.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 864 / 2009 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 864/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 17 Φεβρουαρίου 2009, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης ναυτιλιακής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΝΑΥΤΙΛΙΑΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΚΡΗΤΗΣ Α.Ε.", που εδρεύει στα Χανιά Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γρηγόριο Παπαδογιάννη.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ...χήρας Θ1, 2) ... θυγ. Θ1, 3) ... και 4) ..., όλων κατοίκων Πατρών, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μικέ Κουντούρη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2002 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2965/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, 1083/2005 μη οριστική και 193/2007 οριστική του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-4-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 17-4-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Αλέξανδρου Νικάκη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και δευτέρου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των υπολοίπων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τα άρθρα 914, 932 του ΑΚ και 1, 16 του ν. 551/1915 προκύπτει ότι χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη ή ψυχική οδύνη οφείλεται και επί εργατικού ατυχήματος, όταν συντρέχουν οι όροι της αδικοπραξίας. Οι διατάξεις του άρθρου 16 § 1 του ν. 551/1915, κατά τις οποίες ο παθών σε εργατικό ατύχημα ή τα κατά το άρθρο 6 αυτού πρόσωπα δικαιούνται να εγείρουν την αγωγή του κοινού αστικού δικαίου και να ζητήσουν πλήρη αποζημίωση μόνον όταν το ατύχημα μπορεί να αποδοθεί σε δόλο του εργοδότη ή των προστηθέντων του ή όταν επήλθε σε εργασία στην οποία δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις νόμων, διαταγμάτων ή κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων και εξαιτίας της μη τηρήσεως αυτών, αναφέρονται στην επιδίκαση αποζημιώσεως για περιουσιακή ζημία και όχι στη χρηματική ικανοποίηση για ηθική ζημία, για την οποία δεν υπάρχει πρόβλεψη στον ανωτέρω νόμο και εφαρμόζονται γι' αυτό μόνο οι γενικές διατάξεις.
Επομένως, για να δικαιούται η οικογένεια του θανατωθέντος σε εργατικό ατύχημα χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ψυχικής οδύνης αρκεί, να συντέλεσε στην επέλευση του ατυχήματος πταίσμα του εργοδότη του θανατωθέντος ή του κυρίου του έργου ή των προστηθέντων απ' αυτούς (άρθρ. 922 ΑΚ) με την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ, δηλαδή της υπαίτιας και παράνομης πράξης ή παράλειψης.
Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋποθέσεις της ευθύνης προς αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υποχρέου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, το παράνομο της πράξης ή παράλειψης αυτού και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της πράξης ή της παράλειψης κα της επελθούσας ζημίας.
Η παράνομη έναντι του ζημιωθέντος συμπεριφορά μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία περίπτωση ο υπαίτιος ήταν υποχρεωμένος να ενεργήσει, η υποχρέωσή του δε αυτή σε πράξη μπορεί να επιβάλλεται από δικαιοπραξία, από το νόμο ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, πράγμα που υπάρχει ιδίως, όταν ο υπαίτιος με ενέργειές του δημιούργησε μια επικίνδυνη κατάσταση από την οποία είναι δυνατό να προκύψει ζημία σε τρίτους.
Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στο έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι νομική αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Εξάλλου, κατά το άρθρο 84 εδ. β' του Κώδικα Ιδιωτικού Ναυτικού Δικαίου (ΚΙΝΔ), ο πλοιοκτήτης ευθύνεται από τις αδικοπραξίες που διέπραξε ο πλοίαρχος ή το πλήρωμα κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους έχουν ανατεθεί. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με τις γενικές διατάξεις των άρθρων 914 και 922 ΑΚ συνάγεται ότι ο πλοιοκτήτης (προστήσας) ευθύνεται, όταν η αδικοπραξία μέλους του πληρώματος (προστηθέντος) δεν είναι άσχετη ή ξένη με την εκτέλεση της υπηρεσίας που του έχει ανατεθεί αλλά βρίσκεται σε εσωτερική αιτιώδη σχέση με την υπηρεσία αυτή υπό την έννοια ότι η αδικοπραξία δεν ήταν δυνατόν να υπάρξει χωρίς την πρόστηση ή όταν η τελευταία υπήρξε το αναγκαίο μέσο για την τέλεση της αδικοπραξίας.
Αντιθέτως, δεν ευθύνεται ο προστήσας όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του προστηθέντος οφείλεται σε προσωπικούς λόγους του δράστη, άσχετους με την υπηρεσία που του έχει ανατεθεί, αφού η ύπαρξη των λόγων αυτών διακόπτει την αιτιώδη συνάφεια ανάμεσα στη βλαπτική πράξη του προστηθέντος και την άσκηση ή την κατάχρηση της υπηρεσίας του.
Αυτό συμβαίνει και στην περίπτωση που υπάρχει μεν τοπικός ή χρονικός σύνδεσμος της επιβλαβούς συμπεριφοράς του προστηθέντος με την υπηρεσία του, δηλαδή η συμπεριφορά αυτή εκδηλώθηκε με την ευκαιρία της υπηρεσίας, οφείλεται όμως σε αίτια ανεξάρτητα απ' αυτή και συγκεκριμένα σε προσωπικό πταίσμα του προστηθέντος, τον κίνδυνο του οποίου δεν μπορεί να φέρει ο προστήσας.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ επιτρέπεται αναίρεση, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ανεπάρκεια αιτιολογιών κατά την έννοια της διάταξης αυτής υπάρχει, όταν δεν προκύπτουν από την απόφαση σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση στη συγκεκριμένη περίπτωση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, δέχθηκε ανελέγκτως τα εξής: Ο Θ1, σύζυγος της πρώτης, πατέρας της δεύτερης και τρίτης και πεθερός του τετάρτου των εναγόντων, στις 2-1-1999, ναυτολογήθηκε με την ειδικότητα του προσοντούχου ναύτη στο υπό ελληνική σημαία επιβατηγό-οχηματαγωγό πλοίο της εναγομένης με το όνομα "...", το οποίο εκτελούσε δρομολόγια στη γραμμή ..., απασχολούμενος, ως ημερεργάτης, στη φόρτωση και εκφόρτωση των μεταφερομένων με το πλοίο οχημάτων.
Στις 25-12-1999 και ώρα 08.00 το πλοίο κατέπλευσε στο λιμάνι της ... και την 15.00 ώρα απέπλευσε με προορισμό την .... Την 22.00 ώρα ο ανωτέρω ναυτικός, μετά το φαγητό επισκέφθηκε στην καμπίνα του τον συνάδελφο του ..., όπου άρχισαν να καταναλώνουν ουίσκι και να ακούν μουσική, ενώ περί την 00.20 ώρα της επομένης (26-12-1999) αυτός είχε ήδη περιέλθει σε κατάσταση μέθης.
Τότε ο Ν1, που διέμενε με τον Θ1 στην ίδια καμπίνα, όταν αντελήφθη την κατάσταση της μέθης του τον οδήγησε στην καμπίνα τους για να κοιμηθούν. Μετά από λίγη ώρα ο Θ1 εγκατέλειψε την καμπίνα του και μετέβη σ' αυτή των υπολοστρόμων του πλοίου Ν2 και ..., προκειμένου να συνεχίσει την διασκέδασή του, καταναλώνοντας ποτά.
Εκεί παρέμεινε μέχρι την 01.15 περίπου, οπότε ο Ν1, ύστερα από τηλεφωνική κλήση του Ν2, τον οδήγησε και πάλι στην καμπίνα τους, με δυσκολία όμως αυτή τη φορά, λόγω της καταστάσεως της μέθης του, η οποία είχε επιδεινωθεί σοβαρά, συνεπεία της κατανάλωσης απ' αυτόν και νέων ποσοτήτων αλκοολούχων ποτών (ουίσκι).
Αφού ο συνάδελφός του αυτός τον βοήθησε να κατακλιθεί, μετέβη στην καμπίνα του Υπάρχου του πλοίου και τον ενημέρωσε για την κατάσταση, στην οποία είχε περιέλθει ο συνάδελφός του. Κατόπιν επέστρεψε πάλι στην καμπίνα τους και αφού ξάπλωσε έβλεπε τηλεόραση. Περί την 02.10 ώρα ο Ν1 άκουσε δυνατό ρόγχο από τον Θ1, όταν δε πλησίασε στο κρεβάτι του διαπίστωσε ότι είχε κάνει εμετό, ενώ στο πρόσωπο και στο μαξιλάρι του διέκρινε αίμα.
Αμέσως ειδοποίησε τον Ν2, ο οποίος έσπευσε μαζί με τους ναύτες... και ... για να τον περιποιηθούν. Οι ανωτέρω ναυτικοί, αφού καθάρισαν τον Θ1, τον τοποθέτησαν πάλι στο κρεβάτι του για να κοιμηθεί με την πλευρά και στήριξαν το κεφάλι του με δύο μαξιλάρια, ώστε αυτό να είναι ψηλότερα από το υπόλοιπο σώμα του και να προληφθεί ο κίνδυνος πνιγμού του σε περίπτωση νέου εμετού.
Ύστερα από λίγο και στην προσπάθειά του να αλλάξει πλευρό, ο Θ1 έπεσε από το κρεβάτι στο δάπεδο. Οι συνάδελφοί του τότε, προτίμησαν να τον αφήσουν εκεί, ώστε να αποφευχθεί νέα πτώση του με ενδεχόμενο κίνδυνο τραυματισμού του. Ο υπολοστρόμος Ν2 αποχώρησε περί ώρα 02.30, αφήνοντας κοντά στον Θ1 τους προαναφερθέντες δύο ναύτες.
Την 2.50 ώρα επέστρεψε και ο Ν1. Η κατάσταση όμως του Θ1 άρχισε να επιδεινώνεται, τελικά αυτός απώλεσε τις αισθήσεις του. Αμέσως οι προαναφερθέντες ναύτες, ο υπολοστρόμος, καθώς και ο Ύπαρχος του πλοίου ..., ο οποίος είχε σπεύσει και αυτός εκεί , ειδοποιηθείς , εντωμεταξύ, από τον Ν1, κατέβαλαν προσπάθειες να επαναφέρουν τις αισθήσεις του με μαλάξεις στο στήθος, χωρίς επιτυχία, όμως, διότι, εντωμεταξύ αυτός είχε αποβιώσει από οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου και οξύ πνευμονικό οίδημα.
Περαιτέρω, το Εφετείο δέχθηκε, ότι ο θάνατος του Θ1 δεν προκλήθηκε από βίαιο συμβάν, οφειλόμενο σε αιφνίδιο και απρόβλεπτο γεγονός, ούτε προκλήθηκε από την εκδήλωση ή την επιδείνωση προϋπάρχουσας πάθησης ή νοσηρής γενικά κατάστασής του, ως συνέπεια της εκτελέσεως της εργασίας που ανέλαβε με την ένδικη σύμβαση και των σύμφυτων με αυτή δυσμενών επαγγελματικών όρων, δεδομένου ότι αυτός παρείχε την εργασία του στο πλοίο της εναγομένης με κανονικές και προσιδιάζουσες στη φύση της συγκεκριμένης εργασίας του στο πλοίο της εναγομένης συνθήκες, ούτε, περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο θάνατός του συνδέεται αιτιωδώς με την παράβαση εκ μέρους της εναγομένης και των προστηθέντων της διατάξεων ισχυόντων νόμων, διαταγμάτων και κανονισμών για τους όρους ασφαλείας των εργαζομένων ναυτικών στο πλοίο της και δεν συνιστά, ως εκ τούτου, εργατικό ατύχημα.
Τα προαναφερθέντα, όμως, μέλη του πληρώματος παρέλειψαν να προβούν σε ενέργειες, προκειμένου να αντιμετωπισθεί η βαριά κατάσταση της μέθης, στην οποία είχε περιέλθει ο αποβιώσας συνάδελφός τους, ώστε να αποτραπεί η εκδήλωση του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου και του απότοκου αυτού οξέος πνευμονικού οιδήματος.
Ειδικότερα, αρκέστηκαν να τον μεταφέρουν στην καμπίνα του και να τον τοποθετήσουν επί της κλίνης, ο δε Ν1 τον άφησε χωρίς να τον επιτηρεί, αφού η προσοχή του ήταν εστραμμένη στο πρόγραμμα της τηλεόρασης που παρακολουθούσε, κινητοποιήθηκε μόνον όταν άκουσε το δυνατό ρόγχο (ένδειξη της σοβαρής επιδείνωσης της καταστάσεως της υγείας του), ενώ, όταν, στην προσπάθειά του να αλλάξει πλευρό, ο αποβιώσας έπεσε στο δάπεδο, προτίμησαν να τον αφήσουν εκεί για να αποτραπεί ο κίνδυνος τραυματισμού του από ενδεχόμενη νέα πτώση του.
Επίσης, αν και ήταν σε θέση να το πράξουν, δεν του χορήγησαν δυνατό καφέ, καφεΐνη, καρδιοτονωτικά, ούτε παρακολούθησαν με μετρήσεις την αρτηριακή πίεση, ελέγχοντας ταυτόχρονα την κατάσταση της νηφαλιότητάς του, ειδικά μετά την εκδήλωση του ρόγχου, ώστε να διατυπώσουν εγκαίρως την επικείμενη περιέλευσή του σε κωματώδη κατάσταση και να ζητήσουν ιατρική συνδρομή από ιατρό, που ενδεχομένως να υπήρχε μεταξύ των επιβατών του πλοίου, ή να επικοινωνήσουν με τον Ερυθρό Σταυρό προς παροχή ιατρικών οδηγιών για την αντιμετώπιση της κατάστασής του.
Έτσι, τα παραπάνω μέλη του πληρώματος του πλοίου, προστηθέντες από την εναγομένη, βαρύνονται με αμέλεια, διότι αντιμετώπισαν πλημμελώς τη βαριά μέθη, στην οποία περιήλθε ο αποβιώσας ναυτικός και ειδικότερα από έλλειψη επιμέλειας και προσοχής, την οποία αυτοί ως μέσοι συνετοί άνθρωποι και ναυτικοί της δικής τους κατάστασης και ειδικότητας όφειλαν και μπορούσαν να καταβάλουν, παρέλειψαν να προβούν στις ανωτέρω ενέργειες, με αποτέλεσμα την εκδήλωση του οξέος εμφράγματος του μυοκαρδίου και του απότοκου αυτού οξέος πνευμονικού οιδήματος.
Με τις παραδοχές αυτές εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την αγωγή κατ' ουσίαν, δέχθηκε αυτήν εν μέρει και επιδίκασε στους αναιρεσιβλήτους, μέλη της οικογένειας του παθόντος, χρηματική ικανοποίηση λόγω της ψυχικής τους οδύνης. Κρίνοντας κατά τα ανωτέρω το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για τα ζητήματα του παρανόμου της παράλειψης των μελών του πληρώματος του πλοίου της αναιρεσείουσας και της ύπαρξης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παραλείψεων αυτών και του επελθόντος θανάτου του Θ1.
Ειδικότερα, στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ αναφέρονται οι ενέργειες τις οποίες από αμέλεια παρέλειψαν τα άνω μέλη του πληρώματος, δεν αναφέρονται, τα περιστατικά που συνιστούν την παράνομη έναντι του αποβιώσαντος συμπεριφορά με τη μορφή της παράλειψης, κατά την οποία αυτά ήταν υποχρεωμένα να ενεργήσουν, από πού επιβάλλεται η υποχρέωσή τους , δηλαδή αν επιβάλλεται από το νόμο ή την καλή πίστη κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.
Ακόμη, δεν αναφέρεται αν η υπαίτια συμπεριφορά των άνω μελών του πληρώματος ήταν σχετική με την υπηρεσία που τους είχε ανατεθεί ή οφείλεται σε προσωπικό πταίσμα τους. Και, ακόμη, κρίνοντας ,όπως παραπάνω, το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες για το ζήτημα αν η παράλειψή τους να προβούν στις άνω ενέργειες βρίσκεται σε αιτιώδη συνάφεια με το θάνατο του Θ1, υπό την έννοια ότι, κατά διδάγματα της κοινής πείρας, ήταν ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων το ανωτέρω αποτέλεσμα, ενόψει της βαριάς μέθης του ανωτέρω, η οποία συνδέεται, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, με το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου αυτού, του μικρού χρόνου που είχαν στη διάθεσή τους και της ενδοιαστικής παραδοχής στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικά με την ύπαρξη στο πλοίο ιατρού, ένεσης καφεΐνης, καρδιοτονωτικών φαρμάκων και ιατρικού οξυγόνου.
Κατ' ακολουθίαν, εφόσον δεν προκύπτουν σαφώς και επαρκώς τα περιστατικά που είναι αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 914, 922 και 932 ΑΚ που εφαρμόστηκαν από το Εφετείο, η προσβαλλόμενη απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, επομένως, ιδρύεται ο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης.
Πρέπει, συνεπώς, κατά παραδοχή ως βάσιμου του δεύτερου λόγου της κρινόμενης αίτησης, με τον οποίο προβάλλεται κατά της εν λόγω απόφασης η από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ πλημμέλεια, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το μέρος μόνο που δέχθηκε την αγωγή, δηλαδή κατά το κεφάλαιο της χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ψυχικής οδύνης.
Στη συνέχεια, πρέπει, να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο δύναται να συγκροτηθεί από δικαστές άλλους από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (580 § 3 ΚΠολΔ). Μετά από αυτά παρέλκει η εξέταση των άλλων λόγων της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί εν μέρει, κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιο, την 193/2007 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς.
Παραπέμπει την υπόθεση, προς περαιτέρω εκδίκαση, κατά το άνω κεφάλαιο στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 10 Μαρτίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 7 Απριλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ