Legislator Case Law & Legislation
863/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment on compensation for unauthorized use of public land.

Case Number 863/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Government's appeal against a final First Instance Court decision rejecting a compensation claim for unauthorized use of public land. The appellant argued the appeal was admissible, but the respondent was absent and the court confirmed the lower court's judgment was final under specific statutory provisions. The court ruled the appeal inadmissible because the challenged decision could not be appealed via this legal remedy.

Legislator headnote

AI generated

Articles 577 para. 2 and 326 para. 3 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must reject an appeal against a final decision on compensation for unauthorized use of public land if such a decision is legally final and cannot be challenged by appeal.

Keywords

AI generated
appeal inadmissibility public land compensation unauthorized use final decision administrative remedy

Cited Legislation

AI generated
Article 568 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Article 576 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 260 para. 4 of the Code of Civil Procedure
Article 577 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 326 para. 3 of Law 4072/2012

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 863 / 2025 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 863/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Κουφούδη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Αγγελική Χειρδάρη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Φ. Π. του Ε., κατοίκου ..., ο οποίος δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-2-2017 ανακοπή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 8919/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 190/2020 του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 24-1-2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο το αναιρεσείον, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1. Από τις διατάξεις των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 2 και 260 παρ. 4 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης απουσιάζει ο αναιρεσίβλητος και ο αναιρεσείων που επισπεύδει τη συζήτηση έχει επιδώσει σ' αυτόν αντίγραφο του κατατεθέντος δικογράφου της αίτησης, με κλήση προς συζήτηση κατά τη δικάσιμο που έχει οριστεί, ο Άρειος Πάγος προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία του κλητευθέντος αναιρεσιβλήτου. Αν δε οι υποθέσεις που είναι γραμμένες στο πινάκιο δεν εισάγονται προς συζήτηση συνεπεία λόγων ανώτερης βίας ορίζεται αυτεπαγγέλτως με πράξη του διευθύνοντος το δικαστήριο, ημέρα και ώρα συζήτησης στο ακροατήριο σε νέα σύντομη κατά το δυνατόν δικάσιμο. Η εγγραφή της υπόθεσης στο οικείο πινάκιο, το οποίο μπορεί να τηρείται και ηλεκτρονικά, γίνεται με πρωτοβουλία του γραμματέα και ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, οπότε δεν απαιτείται νέα κλήτευση των διαδίκων.

Στην προκειμένη περίπτωση όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε στο ακροατήριο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του πινακίου στην αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο και δεν έλαβε μέρος στη συζήτηση.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την με αριθμό ....2022 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Θεσσαλονίκης Κ. Κ., την οποία το αναιρεσείον προσκομίζει μετ' επικλήσεως, το τελευταίο επέδωσε στον αναιρεσίβλητο νόμιμα (άρθρ. 143 παρ.1 ΚΠολΔ) και εμπρόθεσμα, ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης αίτησης, με την κάτω από αυτήν πράξη, με την οποία ορίζεται η αρχική δικάσιμος της 9ης 10.2023 προς συζήτησή της, μαζί με κλήση για να παραστεί κατά τη δικάσιμο αυτή. Κατά την ανωτέρω (αρχική δικάσιμο) η εγγεγραμμένη στο πινάκιο υπόθεση δεν εισήχθη προς συζήτηση λόγων των αυτοδιοικητικών εκλογών της 8ης.10.23 και των επαναληπτικών αυτοδιοικητικών εκλογών της 15ης. 10.2023 και με πράξη του Προέδρου του Α2 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου ορίστηκε δικάσιμος για την εκδίκαση της προκείμενης υπόθεσης η 9η.12..2024 και ενεγράφη από το γραμματέα του ανωτέρω δικαστηρίου στο οικείο πινάκιο. Επομένως, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη, αφού η εγγραφή της εν λόγω υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, το δικαστήριο θα προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρών ο αναιρεσίβλητος.

2. Με το άρθρο 1 § 1 του β.δ. από 24/31-10-1940 "περί τροποποιήσεως, συμπληρώσεως και κωδικοποιήσεως των περί διοικήσεως, διαχειρίσεως και εκκαθαρίσεως των ανταλλαξίμων μουσουλμανικών κτημάτων διατάξεων" (Φ.Ε.Κ. 349 Α/1940) ορίσθηκε ότι στην αρμοδιότητα της ειδικής επιτροπής (υπηρεσίας) διαχειρίσεως ανταλλάξιμων μουσουλμανικών κτημάτων (Υ.Δ.Α.Μ.Κ.), που συστάθηκε με τον αναγκαστικό νόμο 1909/1939 "περί αναλήψεως υπό του Κράτους της διαχειρίσεως των εν Ελλάδι κτημάτων των ανταλλαγέντων μουσουλμάνων", υπάγεται η διοίκηση, διαχείριση και εκκαθάριση όλων των ευρισκόμενων στην Ελλάδι περιουσιακών στοιχείων των ανταλλαγέντων μουσουλμάνων και των βακουφιών, που περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της από 30 Ιανουαρίου 1923 συμβάσεως ανταλλαγής ελληνοτουρκικών πληθυσμών, της από 21 Ιουνίου 1924 αποφάσεως της μικτής επιτροπής ανταλλαγής πληθυσμών και των ελληνοτουρκικών από 10 Ιουνίου 1930 συμφωνιών, που κυρώθηκαν με το νόμο 4793 (προηγουμένως η σχετική αρμοδιότητα είχε ανατεθεί με την από 5-5-1925 σύμβαση στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, την οποία από 11-9-1939 διαδέχθηκε το Ελληνικό Δημόσιο κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 § 1 του ν. 1909/1939).

3.Με την παρ. 3 του άρθρου 7 του β.δ/τος της 24/31.10.1940 ορίστηκε, ότι σε βάρος κάθε φυσικού ή νομικού προσώπου, που χρησιμοποιεί ή οπωσδήποτε χρησιμοποίησε ανταλλάξιμο ακίνητο χωρίς μισθωτική σχέση, καθορίζεται αποζημίωση για την αυθαίρετη χρήση ή κάρπωση του ακινήτου, το ποσό της οποίας πρέπει να είναι τουλάχιστον ίσο με το προηγούμενο για το ίδιο ακίνητο μίσθωμα, εάν δε δεν υπάρχει προηγουμένη μίσθωση, το ποσό της αποζημίωσης καθορίζεται με βάση τη μισθωτική αξία του ακινήτου, από μεν την Τοπική Επιτροπή αν πρόκειται περί αποζημίωσης μέχρι 300 δρχ.

μηνιαίως ή 3600 δρχ. ετησίως και από το Κεντρικό Συμβούλιο μετά από πρόταση της Τοπικής Επιτροπής αν πρόκειται για αποζημίωση 301 δραχμών και άνω μηνιαίως ή 3601 δρχ. και άνω ετησίως. Με την ίδια διάταξη ορίστηκε ότι κατά των αποφάσεων αυτών επιτρέπεται εντός είκοσι ημερών από την κοινοποίηση αυτής, ανακοπή ενώπιον μεν του Ειρηνοδίκη της περιφέρειας του ακινήτου, αν πρόκειται για αποφάσεις της Τοπικής Επιτροπής, ενώπιον δε του Προέδρου Πρωτοδικών της περιφέρειας του ακινήτου, αν πρόκειται για αποφάσεις του Κεντρικού Συμβουλίου.

Ακολούθως με το άρθρο 11 του ν 930/1943 καταργήθηκε η από το άρθρο 7 παρ. 3 του ανωτέρω βδ προβλεπόμενη αρμοδιότητα των Τοπικών Επιτροπών, περί καθορισμού αποζημίωσης μέχρι 300 δρχ. μηνιαίως ή 3600 δρχ. ετησίως και για τον καθορισμό αποζημίωσης χρήσης ανταλλάξιμων κτημάτων οποιουδήποτε ποσού αρμόδιο καθίσταται το Κεντρικό Συμβούλιο, καταργούμενης δε της αρμοδιότητας της Τοπικής Επιτροπής καταργήθηκε και έπαυσε να υφίσταται καθ' ύλην αρμοδιότητα του Ειρηνοδίκη για την εκδίκαση των σχετικών ανακοπών.

Περαιτέρω με το άρθρο 2 του ν 3713/1957 καταργήθηκε το Κεντρικό Συμβούλιο και το σύνολο των αρμοδιοτήτων του μεταβιβάστηκε στις κατά τόπους Επιτροπές Διαχείρισης Ανταλλάξιμης Περιουσίας και ήδη σύμφωνα με το άρθρο 98 του πδ/τος 284/1988 Επιτροπές Δημοσίων Κτημάτων [ΕΔΚ]. Μετέπειτα με το άρθ. 4 § 1 του ν. 1650/1951 ορίστηκε ότι ο πρόεδρος πρωτοδικών της περιφέρειας του ακινήτου κρίνει εκ των ενόντων την ανακοπή και είτε επικυρώνει την απόφαση του κεντρικού συμβουλίου της ΥΔΑΜΚ (αρχικά αρμόδιου για την έκδοση των σχετικών αποφάσεων) είτε περιορίζει το ποσό της αποζημίωσης που καθόρισε η απόφαση.

Κατά της απόφασης του Προέδρου Πρωτοδικών ουδέν ένδικο μέσο επιτρέπεται. Ήδη, μετά την εισαγωγή του ΚΠολΔ αρμόδιο να κρίνει την ανακοπή κατά της απόφασης καθορισμού αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση ανταλλάξιμου ακινήτου είναι κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθ. 1 εδ. ε & στ, 3 §§ 2 και 4 του ΕισΝΚΠολΔ το μονομελές πρωτοδικείο του τόπου του ακινήτου, που δικάζει κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων του ΚΠολΔ (άρθ. 686 επ.

του ΚΠολΔ), και η απόφαση του υπόκειτο στα ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης, χωρίς εμπόδιο από τη διάταξη του άρθρου 699 ίδιου Κώδικα, αφού ναι μεν κατά τη διάταξη αυτή δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα οι αποφάσεις που δέχονται ή απορρίπτουν αιτήσεις ασφαλιστικών μέτρων, εκτός αν ορίζεται διαφορετικά, όμως η διάταξη αυτή δεν εφαρμόζεται και επιτρέπονται ένδικα μέσα κατά των αποφάσεων σε υποθέσεις που δεν αφορούν τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων, αλλά την παροχή οριστικής δικαστικής προστασίας, οι οποίες για λόγους ταχύτερης και μόνον απονομής της δικαιοσύνης παραπέμφθηκαν για οριστική επίλυση στη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων (ΟλΑΠ 754/1986), όπως είναι και οι σχετικές με τις ως άνω ανακοπές υποθέσεις, κατά τις οποίες τέμνεται οριστικά η διαφορά ως προς την ύπαρξη και το μέγεθος της υποχρέωσης του ανακόπτοντος για καταβολή αποζημίωσης εξαιτίας αυθαίρετης απ' αυτόν χρήσης ανταλλάξιμου ακινήτου (Ολ.Α.Π. 6/2012,ΟλΑΠ 21 και 22/2002, ΑΠ 1191/2024).

4. Περαιτέρω κατά τις §§ 1 και 2 του άρθρου 115 του από 11/12.11.1929 δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929, και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/1993 όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/38,10 α.ν. 1919/39, 2 α .ν. 1925/51 και 5 § 4 του α.ν. 263/1968, σε βάρος εκείνων που χωρίς συμβατική σχέση καρπώνονται ή κάνουν χρήση δημοσίων κτημάτων βεβαιώνεται αποζημίωση για το χρονικό διάστημα που έκαναν χρήση (§ 1). Η αποζημίωση ορίζεται σε πρωτόκολλο, το οποίο κοινοποιείται σε αυτόν που καρπώνεται ή χρησιμοποιεί το ακίνητο. Εντός μηνός δικαιούται αυτός να ασκήσει ανακοπή ενώπιον του Ειρηνοδίκη ή του Προέδρου Πρωτοδικών, αναλόγως του ποσού της αποζημίωσης, οι οποίοι, κρίνοντες εκ των ενόντων ακυρώνουν ή επικυρώνουν το πρωτόκολλο ή περιορίζουν την αποζημίωση.

Κατά της απόφασης αυτής ουδέν ένδικο μέσο επιτρέπεται. Ακολούθως ως προς την αρμοδιότητα της ανακοπής κατά πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης για κάρπωση ή χρήση δημόσιου κτήματος χωρίς συμβατική σχέση ίσχυσαν, όπως προαναφέρθηκε και για την ανακοπή κατά αποφάσεων που καθορίζουν αποζημίωση για την αυθαίρετη χρήση ή κάρπωση ανταλλάξιμων ακινήτων, οι συνδυασμένες διατάξεις των άρθ. 1 εδ.

ε & στ, 3 §§ 2 και 4 του ΕισΝΚΠολΔ και αρμόδιο προς εκδίκαση αυτής [ανακοπής] ορίστηκε το μονομελές πρωτοδικείο του τόπου του ακινήτου, που δίκαζε κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων του ΚΠολΔ (άρθ. 686 επ. του ΚΠολΔ), και η απόφαση του υπόκειτο στα ένδικα μέσα της έφεσης και της αναίρεσης, χωρίς εμπόδιο από τη διάταξη του άρθρου 699 ίδιου Κώδικα.

Ήδη με την παρ. 3 του άρθρου 326 του ν 4072/2012. Τα δέκατο και ενδέκατο εδάφια του άρθρου 115 του από 11/12.11.1929 διατάγματος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων" (Α' 399), τα οποία είχαν προστεθεί με την παρ. 1 του άρθρου 20 του α.ν. 1540/1938 (Α' 488) και αντικατασταθεί με την παρ. 1 του άρθρου 6 του α.ν. 1331/1949 (Α' 330), αντικαθίστανται ως εξής: "Αρμόδιο δικαστήριο προς εκδίκαση της ανακοπής είναι το μονομελές πρωτοδικείο της τοποθεσίας του κτήματος.

Κατά των αποφάσεων που εκδίδονται δεν χωρεί ένδικο μέσο. Η απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων κατά των αποφάσεων, που εκδίδονται επί ανακοπών κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης για αυθαίρετη χρήση δημοσίων κτημάτων, καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς επ' αυτών δίκες, εφόσον η απόφαση που προσβάλλεται δημοσιεύθηκε μετά την 11-4-2012, που τέθηκε σε ισχύ το άρθρο 326 παρ.3 του Ν 4072/2012 (ΑΠ 1662/2024, ΑΠ 579/2017, ΑΠ 287/2016, ΑΠ 929/2014).

Η άνω νομοθετική ρύθμιση του αποκλεισμού, δηλαδή, άσκησης ενδίκων μέσων κατά των άνω αποφάσεων δεν αντιβαίνει στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος, ούτε στη διάταξη του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που κυρώθηκε με το νδ 53/1974, καθόσον οι διατάξεις αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας, η δε τελευταία και το συνακόλουθο δικαίωμα να δικάζεται υπό συνθήκες δίκαιης δίκης, δηλαδή δίκαια, δημόσια και αμερόληπτα, όχι όμως και το δικαίωμα άσκησης ενδίκων μέσων, τα οποία μπορεί να προβλέπονται ή όχι, να αποκλείονται ή και να περιορίζονται από τον κοινό νομοθέτη, με σκοπό την ταχύτερη διεξαγωγή των δικών και την αποτελεσματικότερη λειτουργία της δικαιοσύνης, σε ορισμένες κατηγορίες υποθέσεων, των οποίων το αντικείμενο είναι ήσσονος σημασίας (ΑΠ 1662/2024, ΑΠ 484/2021, ΑΠ 476/2020, ΑΠ 1045/2019, ΑΠ 910/2018, ΑΠ 668/2018).

5. Από την κατά τα ανωτέρω παράθεση αφενός μεν των διατάξεων των άρθρων 7 παρ. 3 του βδ/τος της 24/31.10.1940, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 του ν 930/1943, 2 του ν 3713/1957, 4 του ν 1650/1951 και 4 του ΕισΝΚΠολΔ και αφετέρου των διατάξεων του άρθρου 115 παρ. 1 και 2 του από 11/12.11.1929 δ/τος "περί διοικήσεως δημοσίων κτημάτων", το οποίο εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 2 του ν. 4266/1929, και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 5 του ν. 5895/1993 όπως περαιτέρω τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε με τα άρθρα 20 α.ν. 1540/38,10 α.ν. 1919/39, 2 α.ν. 1925/51 και 5 § 4 του α.ν. 263/1968 και άρθρο 4 του ΕισΝ ΚΠολΔ, συνάγεται ότι για εκάστη εκ των ανακοπών, ήτοι τόσο αυτής κατά της απόφασης με την οποία καθορίζεται αποζημίωση για την άνευ μισθωτικής σχέσης χρήση ή κάρπωση ανταλλάξιμου ακινήτου, όσο και αυτής κατά του πρωτοκόλλου με το οποίο καθορίζεται αποζημίωση για την αυθαίρετη χρήση ή κάρπωση δημοσίου κτήματος, αρμόδιο δικαστήριο είναι το Μονομελές Πρωτοδικείο του τόπου του ακινήτου, όπως και ότι κατά των αποφάσεων αυτών που δικάζονται με την διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων, επιτρέπονταν, σύμφωνα με τη διαμορφωθείσα νομολογία η άσκηση ενδίκων μέσων κατά παρέκκλιση της διάταξης του άρθρου 699 του ΚΠολΔ.

Με την ισχύουσα από την 11.4.2012 παρ 3 του άρθρου 326 του ν 4072/2012, απαγορεύτηκε ρητά το επιτρεπτό της άσκησης ενδίκων μέσων κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου που εκδίδεται επί της ανακοπής κατά του πρωτοκόλλου καθορισμού αποζημίωσης χρήσης, που οφείλει στο Δημόσιο εκείνος ο οποίος καρπώνεται ή κάνει αυθαίρετα χρήση δημοσίου κτήματος.

Αντιθέτως με την ανωτέρω διάταξη δεν ορίστηκε ρητή απαγόρευση άσκησης ενδίκου μέσου κατά της απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου που εκδίδεται επί της ανακοπής κατά της απόφασης που καθορίζει την αποζημίωση εκείνου που χωρίς την ύπαρξη μισθωτικής σχέσης χρησιμοποιεί ή καρπώνεται ανταλλάξιμο ακίνητο.

Πλην, όμως, ενόψει του ότι στην ευρύτερη κατηγορία των δημοσίων κτημάτων, υπάγονται και τα ανταλλάξιμα ακίνητα, και περαιτέρω λόγω του όμοιου νομικού πλαισίου και σκοπού που ισχύει για αμφότερες τις ανακοπές, που είναι ο καθορισμός αποζημίωσης για όποιον κάνει αυθαίρετη χρήση ή κάρπωση δημοσίου κτήματος, η διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 326 του ν 4072/2012 τυγχάνει εφαρμογής και στην περίπτωση ανακοπής κατά της απόφασης καθορισμού αποζημίωσης για τα ανταλλάξιμα ακίνητα (ΑΠ 1662/2024, 92/2023, 484/2021).

Η δε εφαρμογή της εν λόγω διάταξης και ως προς τα ανταλλάξιμα ακίνητα δεν αντίκειται στην απαγόρευση εφαρμογής ως προς αυτά των διατάξεων που αφορούν στα κοινά δημόσια κτήματα, που ισχύει μόνο για τα θέματα διοίκησης και διαχείρισης αυτών, στα οποία δεν εμπίπτει η δικονομική απαγόρευση άσκησης ενδίκων μέσων κατά της ανωτέρω ανακοπής, η οποία σημειωτέον κατά τις ανωτέρω διατάξεις [και πριν την νομολογιακή άποψη περί παράκαμψης του άρθρου 699 του ΚΠολΔ] εξ' αρχής δεν επιτρέπονταν.

Εξάλλου η εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 326 παρ 3 του ν 4072/2012 και επί της ανωτέρω ανακοπής κατά της απόφασης που ορίζει αποζημίωση για τα ανταλλάξιμα ακίνητα, προκύπτει και από τον όμοιο με την ανακοπή κατά πρωτοκόλλου αποζημίωσης για τα δημόσια κτήματα, σκοπό, που είναι σε αμφότερες τις περιπτώσεις η απλούστευση και η επιτάχυνση της διαδικασίας έκδοσης αποφάσεων επί των εν λόγω ανακοπών, που είναι υποθέσεις νομικά απλές και η επ' αυτών κρίση αποτελεί κατά κύριο λόγο εκτίμηση πραγματικών περιστατικών και στοιχείων.

6. Κατά το άρθρο 577 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Απαράδεκτη κατά την έννοια της διάταξης αυτής είναι η αναίρεση μεταξύ άλλων περιπτώσεων, η οποία απευθύνεται κατά απόφασης που δεν υπόκειται ή δεν μπορεί πλέον να προσβληθεί με ένδικα μέσα και συνεπώς με αναίρεση κατά το χρόνο άσκησης της τελευταίας.

Στην προκείμενη περίπτωση, με την κρινόμενη από 24.1.2022 αίτηση αναίρεσης ζητείται να αναιρεθεί η δημοσιευθείσα στις 29.1.2020 κατά τη διαδικασία των ασφαλιστικών μέτρων υπ' αριθ. 190/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε ως απαράδεκτη η έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 8919/2017 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που είχε δεχθεί εν μέρει την ανακοπή του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της με αριθμό 5683/257/04.11.2016 απόφασης της Επιτροπής Δημοσίων Κτημάτων Θεσσαλονίκης , με την οποία κατά τη διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 7 του β.δ/τος της 24/31.10.1940 , όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 11 του ν 930/1943 και ακολούθως με το άρθρο 4 του ν 1650/1951, όρισε αποζημίωση για την από αυτόν αυθαίρετη χρήση και κάρπωση ,κατά το χρονικό διάστημα από 1.1.2008 έως 30.6.2016, του περιγραφόμενου στην εν λόγω έκθεση ανταλλάξιμου ακινήτου έκτασης 135,46τμ, το οποίο αποτελεί τμήμα μείζονος ανταλλάξιμου ακινήτου με Α.Κ 10102/Α.

Σύμφωνα, όμως, με τα προεκτεθέντα, η προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία δημοσιεύθηκε στις 29.1.2020, ήτοι υπό την ισχύ του άρθρου 326 παρ. 3 του Ν 4072/2012, που εφαρμόζεται και στην ανωτέρω περίπτωση ανακοπής, και η οποία ρύθμιση δεν αντίκειται στη διάταξη του άρθρου 20 παρ. 1 του Συντάγματος και του άρθρου 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, δεν μπορεί να προσβληθεί με αναίρεση.

Επομένως, πρέπει η αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί ως απαράδεκτη. Τέλος, δικαστικά έξοδα δεν επιδικάζονται, ελλείψει σχετικού αιτήματος του απόντος αναιρεσιβλήτου.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.1.2022 αίτηση για αναίρεση της με αριθμό 190/2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 28 Απριλίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ