Legislator Case Law & Legislation
863/2021 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final court order due to lack of legal grounds and improper evidence assessment.

Case Number 863/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Bank of Greece's appeal against the Athens Court of First Instance's final payment order. The appellant argued the lower court's decision lacked legal basis and improperly evaluated evidence, but the court found these claims substantively unfounded. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure: An appeal is dismissed when the challenged judgment is legally sound, evidence assessment is within the court's discretion, and alleged procedural errors lack substantive merit.

Keywords

AI generated
appeal dismissal evidence assessment legal basis procedural error costs award final judgment substantive merit

Cited Legislation

AI generated
Article 559, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191, paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 3 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 24/2020
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 863 / 2021 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 863/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αλτάνα Κοκκοβού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Γεώργιο Χριστοδούλου, Βασίλειο Μαχαίρα, Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη και Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 5 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Λουκία Βαρελά και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ετερόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Π. Α. & ΣΙΑ Ε.Ε. - ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" (πρώην Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "Β. Ι. - Π. Α. Ο.Ε."), , που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ισαάκ - Γεώργιο Γεροντίδη και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/1/2017 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 493/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2448/2019 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 14/6/2019 αίτησή της και τους από 2/9/2020 πρόσθετους λόγους αυτής.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 14.06.2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 02.09.2020 πρόσθετους λόγους προσβάλλεται η 2448/2019 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, και απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την ανακοπή της τότε ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας και επικύρωσε την υπ' αριθμ. 8188/2016 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία είχε εκδοθεί επί τη βάσει της αναγνωριστικής της απαιτήσεως της τότε καθής η ανακοπή και ήδη αναιρεσίβλητης υπ' αριθμ. 1518/2014 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών, που επικυρώθηκε από την υπ' αριθμ. 1168/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου. Η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι ασκήθηκαν νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1, 569 και 144 ΚΠολΔ), ενώ καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου, όπως προκύπτει από την 548/14.06.2019 έκθεση κατάθεσης ενδίκου μέσου της Γραμματέως του Εφετείου Αθηνών. Ασκήθηκαν, συνεπώς, παραδεκτά (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να συνεκδικασθούν (άρθρο 246, 573 παρ.1 ΚΠολΔ) και να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ, ΑΠ 24/2020).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 8 ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα" νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί που τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ασκουμένου με την αγωγή, ένσταση ή αντένσταση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος (ΟλΑΠ 9/1997, ΑΠ 625/ 2008, ΑΠ 328/2008).

Δεν αποτελούν "πράγματα" και, άρα, δεν ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη οι ισχυρισμοί που αποτελούν απλή ή αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, καθώς και οι ισχυρισμοί που συνιστούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων (ΑΠ 701/2008, ΑΠ 625/2008, ΑΠ 558/2008).

Επίσης, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός της αναίρεσης, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΑΠ 37/2008, ΑΠ 2102/2007, ΑΠ 2068/2007). Τέλος, κατά το άρθρο 559 αρ.14 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, η ακυρότητα πρέπει να έχει λάβει χώρα ενώπιον του δικάζοντος δικαστηρίου και να χαρακτηρίζεται ως δικονομική (ΑΠ 748/2017). Περαιτέρω από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 760 και 761 ΑΚ, που περιέχουν κανόνες ενδοτικού δικαίου, συνάγεται ότι επί νομίμως υφισταμένης και λειτουργούσας ομόρρυθμης εμπορικής εταιρείας δεν αποκλείεται, δια κοινής συμφωνίας των εταίρων, η δια μεταβιβάσεως της εταιρικής μερίδος είσοδος νέου εταίρου, η οποία, συνιστώντας αλλαγή του προσώπου του εταίρου, αποτελεί, σύμφωνα με όσα διαλαμβάνει το άρθρο 46 του ΕμπΝ, τροποποίηση του καταστατικού της αρχικής εταιρικής συμβάσεως η οποία συνεχίζεται κατά τα λοιπά (ΟλΑΠ 588/68).

Ούτε η μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρείας σε ετερόρρυθμη, με την τήρηση των προβλεπομένων νομίμων διατυπώσεων της δημοσιότητας, επιφέρει διάλυση του νομικού προσώπου της εταιρείας η οποία συνεχίζεται υπό διάφορο νομικό ένδυμα (ΑΠ 1751/2011, ΑΠ 640/1986). Από το συνδυασμό, εξάλλου, των διατάξεων των άρθρων 72, 73, 74 ΑΚ, 23, 24 ΕμπΝ, 62, 73 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, όποιος έχει την ικανότητα να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, έχει και την ικανότητα να είναι διάδικος.

Η ικανότητα δε αυτή, η οποία αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, εξετάζεται και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης. Η λύση του νομικού προσώπου της ετερόρρυθμης εταιρείας, δεν θίγει την ικανότητά της να είναι υποκείμενο δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, συνεπώς και την ικανότητα διεξαγωγής των δικών της, ούτε καν επιφέρει βίαιη διακοπή της δίκης, διότι και μετά τη λύση της η νομική προσωπικότητα της εταιρείας λογίζεται υφισταμένη, εφόσον τούτο απαιτείται για τις ανάγκες και προς το σκοπό της εκκαθάρισης.

Εφεξής η εταιρεία εκπροσωπείται από τους εκκαθαριστές, οι οποίοι είναι οι ίδιοι οι εταίροι, αν δεν διορίστηκαν εκκαθαριστές με συμφωνία των εταίρων ή από το δικαστήριο. Το στάδιο της εκκαθάρισης δεν μπορεί να αποκλεισθεί με ρήτρα του καταστατικού ή με απόφαση των εταίρων, αλλά ακολουθεί υποχρεωτικώς και αυτοδικαίως τη λύση της εταιρείας.

Ακόμη και μετά τη λήξη των εργασιών της εκκαθάρισης, αν διαπιστωθεί, ότι υπάρχει κάποια εκκρεμότητα, όπως απαίτηση ή χρέος της εταιρείας, επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η εκπροσώπηση της λυθείσας εταιρείας από τους εκκαθαριστές. Στην τελευταία αυτή περίπτωση, δεν είναι υποχρεωτικό ούτε προκύπτει ακυρότητα, αν δεν τεθεί μετά την επωνυμία της εταιρείας η μνεία ότι τελεί υπό εκκαθάριση (ΑΠ 216/2012, ΑΠ 693/2008).

Η εκκαθάριση, η οποία ακολουθεί την λύση της εταιρείας και έχει ως σκοπό την διευθέτηση των εκκρεμοτήτων που υπάρχουν, διαφέρει της αναβίωσης, η οποία έχει ως σκοπό την επαναλειτουργία της λυθείσας εταιρείας και για να υπάρξει απαιτείται ομόφωνη απόφαση των εταίρων, για δε την ομόρρυθμη και ετερόρρυθμη εταιρία και η τήρηση των διατυπώσεων δημοσιότητας κατά τα άρθρα 42 και 46 ΕμπΝ (ΑΠ 748/ 2017, ΑΠ 2049/2013, ΑΠ 1036/2007, ΑΠ 486/1971).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσής της και το συναφές τμήμα των δεύτερου και τρίτου των πρόσθετων λόγων αυτής, η αναιρεσείουσα αιτιάται ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του, τον, προς απόκρουση της εφέσεως της τότε εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης, νομοτύπως με το δικόγραφο των κυρίων προτάσεών της επί της εφέσεως προταθέντα αυτοτελή ισχυρισμό της, περί ανυπαρξίας, από 7-1-2010 μέχρι 21-7-2016, του νομικού προσώπου της αντιδίκου της, υφ' οιανδήποτε νομική μορφή και εάν ήθελε αυτό νοηθεί, είτε ως ομόρρυθμη εταιρεία είτε ως πρώην ομόρρυθμη εταιρεία και ήδη ετερόρρυθμη εταιρεία είτε ως ετερόρρυθμη εταιρεία, έχοντας παύσει νομικώς να υφίσταται ως μη έχουσα πλέον, μετά τη λύση της και την περάτωση του σταδίου της εκκαθάρισης, νομική προσωπικότητα.

Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, καθόσον το Εφετείο εξέτασε διεξοδικά τον ως άνω ισχυρισμό της τότε εφεσίβλητης-ανακόπτουσας και ήδη αναιρεσείουσας, που αποτελούσε και σχετικό λόγο της ένδικης ανακοπής της κατά της υπ' αριθμ.8188/2016 επίδικης διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών και απέρριψε αυτόν ως κατά νόμον αβάσιμο, με την ορθή και σύμφωνη με τις προεκτεθείσες στην αρχή νομικές σκέψεις κρίση της ότι "...όντας δυνατή η μετατροπή [μετασχηματισμός] ομόρρυθμης εταιρίας σε ετερόρρυθμη, η μετατροπή αυτή από τον ένα τύπο στον άλλο, η οποία γίνεται με τροποποίηση του καταστατικού και δημοσίευση του σχετικού εγγράφου κατά τα άρθρα 42-46 του ΕμπΝ και των αναγκαίων λοιπών τροποποιήσεων, δεν επιφέρει λύση της παλαιάς και σύσταση νέας εταιρίας, αλλά συνεχίζεται η εταιρία ως νομικό πρόσωπο με τις εντεύθεν νομικές συνέπειες, εξακολουθεί, δηλαδή, να παραμένει αναλλοίωτη η ταυτότητα του νομικού προσώπου της παλαιάς εταιρίας, η δε μεταβολή συνίσταται μόνο στην αλλαγή του ενδύματος του υφιστάμενου νομικού προσώπου με τις εντεύθεν επερχόμενες μεταλλαγές ως προς την εσωτερική οργάνωση και λειτουργία του, ήτοι δεν καταλύεται η παλαιά νομική προσωπικότητα και δημιουργείται νέα, αλλά απλώς συνεχίζεται η παλαιά εταιρία με διαφορετική μορφή, οι δε εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται υπό τη νέα μορφή του, χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση, χωρίς να επέρχεται, λόγω της μετατροπής, βιαία διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για την επανάληψή της..", καταλήγοντας δε στο πόρισμά του ότι "..βάσιμα κρίνεται ότι ο τίτλος επί του οποίου στηρίχτηκε και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 8188/16-12-2016 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήτοι η υπ' αριθμ. 1518/6-3-2014 απόφαση [και ήδη αμετάκλητη δυνάμει της υπ' αριθμ. 1168/7-9-2015 αναιρετικής απόφασης], από την οποία προκύπτει η ύπαρξη χρηματικής οφειλής σε βάρος της ανακόπτουσας τραπεζικής εταιρίας έναντι της καθ' ης η ανακοπή, δεν είναι ανύπαρκτη-ανυπόστατη αφού εξεδόθη επί υπαρκτού-σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν-νομικού προσώπου...".

Περαιτέρω, απορριπτέος είναι και ο δεύτερος λόγος της αίτησης αναίρεσης και το συναφές τμήμα των πρώτου και δεύτερου των πρόσθετων λόγων αυτής, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αιτιάται το Εφετείο για την απόρριψη της ένδικης ανακοπής της και τη μη απόρριψη ως άκυρης και ανυπόστατης της επίμαχης ως άνω υπ' αριθμ. 8188/2016 διαταγής πληρωμής, ως εκδοθείσας, παρά την έλλειψη της θετικής διαδικαστικής προϋποθέσεως του άρθρου 623 ΚΠολΔ, περί εγγράφου αποδείξεως της απαιτήσεως, καθόσον, όπως ισχυρίζεται, κατά τον χρόνο έκδοσης αυτής η αναιρεσίβλητη εταιρεία είχε δήθεν παύσει νομικώς να υφίσταται, ως μη έχουσα πλέον, μετά τη λύση της και την περάτωση του σταδίου της εκκαθάρισης, νομική προσωπικότητα.

Ο λόγος αυτός, εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ειδικότερα απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με τις σκέψεις που προηγήθηκαν, η αναιρεσίβλητη ετερόρρυθμη εταιρεία λογίζεται, ότι εξακολουθεί να υφίσταται, ακόμη και μετά τη λύση και τη θέση της υπό εκκαθάριση, όπως και μετά τη λήξη των εργασιών εκκαθάρισης, εφόσον διαπιστώθηκε, στη συνέχεια, ότι υπήρχε κάποια εκκρεμότητα που δέχθηκε και η προσβαλλομένη απόφαση, και συγκεκριμένα η αξιούμενη με την έκδοση της ως άνω διαταγής πληρωμής ένδικη απαίτησή της, έχουσα μάλιστα καταστεί και δικαστικώς αμετάκλητη, οπότε επαναλαμβάνονται και πάλι οι εργασίες της εκκαθάρισης και συνεχίζεται η νομική προσωπικότητα αυτής (αναιρεσίβλητης).

Συνακόλουθα το Εφετείο που έκρινε ότι η εν λόγω επίμαχη υπ' αριθμ. 8188/2016 διαταγή πληρωμής "...δεν εξεδόθη κατά παράβαση του άρθρου 623 ΚΠολΔ, καθόσον η επιδικαζόμενη απαίτηση, προκύπτει με έγγραφη απόδειξη και δη την άνω εφετειακή απόφαση [1518/2024], η οποία είχε εκδοθεί υπέρ της δικαιούχου της αρχικής απαίτησης ομόρρυθμης εταιρίας ως έχουσας την κατ' άρθρο 62 ΚΠολΔ ικανότητα δικαίου και την ικανότητα διαδίκου, και κατ' επέκταση νομιμοποιείτο ενεργητικώς στη συνέχιση της μεταξύ αυτής και της εναγομένης τραπεζικής εταιρίας ανοιγείσα δίκη, ακόμη και μετά την μετατροπή της, παρά την μη ειδικότερη διατύπωση από μέρους της ετερόρρυθμης δήλωσης για τη συνέχιση αυτής", δεν υπέπεσε στην προαναφερόμενη εκ του άρθρου 559 αρ.14 πλημμέλεια.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.11 εδ.γ' ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αν προκύπτει από την απόφαση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίσθηκαν και των οποίων έγινε επίκληση.

Αρκεί δε η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου, χωρίς ανάγκη ειδικής αξιολογήσεως καθενός, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της, προκύπτει αναμφιβόλως η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου (ΑΠ 1126/2010). Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας, και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τέλος κατά το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση χωρεί, αν η απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Η αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια πρέπει να έχει σχέση με ουσιώδεις ισχυρισμούς και κεφάλαια παροχής έννομης προστασίας και επιθετικά ή αμυντικά μέσα και όχι με την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου, ούτε την εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή διατυπώνεται σαφώς (ΟλΑΠ 24/1992, ΟλΑΠ 1/1999).Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης, προκύπτει ότι το Δικαστήριο δέχθηκε τα εξής: "Η ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ¨Β.Ι.-Π.Α.

ΟΕ¨, με έδρα την ... και εταίρους τους Β. Ι. και Π. Α. και σκοπό τη λειτουργία και εκμετάλλευση ξυλουργικού εργαστηρίου κατασκευής κουφωμάτων παντός τύπου ως και λοιπών ξύλινων ειδών... κατέθεσε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 29-12-2006 και με αριθμ. κατάθ. δικογρ.225945/ 12083/29-12-2006 αγωγή της στρεφόμενη σε βάρος της τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ¨ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.¨, με την οποία ζητούσε να υποχρεωθεί η τελευταία να της καταβάλει το ποσό των 153.997,83 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής για τους αναφερόμενους σ' αυτήν λόγους.

Αρχική δικάσιμος της αγωγής είχε οριστεί η 13η-12-2007, αλλά κατά την δικάσιμο εκείνη η συζήτηση της υπόθεσης ανεβλήθη για την 2α-4-2009 κατά την οποία η συζήτησή της ματαιώθηκε για να επαναφερθεί προς συζήτηση από την φερόμενη ως υφιστάμενη και τότε ως άνω ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία ¨Ομόρρυθμη Εταιρία Β.Ι.-Π.Α.

ΟΕ¨, με έδρα τη ... με την από 10-4-2009 και με αριθμ. καταθ. δικογρ. 61731/970/13-4-2009 κλήση της. Η τελευταία μάλιστα παρέστη κατά την συζήτηση της αγωγής με την ιδιότητα της καλούσας-ενάγουσας, δια του πληρεξουσίου δικηγόρου της Απόστολου Γεροντίδη με δήλωσή της στο ακροατήριο και με τις προτάσεις της, περιόρισε το καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής σε αναγνωριστικό αιτούμενη ν' αναγνωριστεί η υποχρέωση της εναγομένης τότε τραπεζικής εταιρίας ΕΤΕ να της καταβάλει το ποσό των 153.813,81 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής.

Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 2936/23-6-2011 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, δυνάμει της οποίας έγινε αυτή εν μέρει δεκτή και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της εναγομένης τραπεζικής εταιρίας να καταβάλει στο νομικό πρόσωπο της αρχικής ενάγουσας, ομόρρυθμης εταιρείας ¨Β.Ι.-Π.Α. ΟΕ¨, το ποσό των 77.460,48 ευρώ, νομιμοτόκως από της επιδόσεως της αγωγής, πλέον ποσού 2.500 ευρώ ως δικαστική δαπάνη.

Κατά της πρωτόδικης αυτής αποφάσεως, η τελευταία ομόρρυθμη εταιρεία άσκησε α)την από 3-11-2011 και με αριθμ. καταθ. δικογρ. 7626/3265/2011 έφεσή της και β)την από 24-9-2012 και με αριθμ. καταθ. δικογρ. 639/2243/2012 αντέφεσή της, ενώ η εναγομένη τραπεζική εταιρία άσκησε την από 3-11-2011 και με αριθμ. καταθ. δικογρ. 7678/3266/2011 έφεσή της.

Κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο στις 7-11-2013[αρχική δικάσιμο 8-11-2012] των ως άνω εφέσεως και αντέφεσης της αρχικής διαδίκου ομόρρυθμης εταιρείας ¨Β.Ι.-Π.Α. ΟΕ¨, οι οποίες συνεκδικάστηκαν με την ως άνω έφεση της εναγόμενης, οπότε και η άνω ομόρρυθμη εταιρεία παραστάθηκε βάσει της κατ' άρθρο 242 παρ.2 ΚΠολΔ δήλωσης του πληρεξουσίου δικηγόρου της Απόστολου Γεροντίδη, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1518/6-3-2014 οριστική απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία αφού απέρριψε ως κατ' ουσίαν αβάσιμη την έφεση της εναγομένης-εκκαλούσας τραπεζικής εταιρίας δέχθηκε κατ' ουσίαν τις έφεση και αντέφεση της ενάγουσας-εκκαλούσας/ αντεκκαλούσας στη συνέχεια δέχθηκε εν μέρει την από 29-12-20006 υπ' αριθμ.

καταθ. δικογρ. 225945/12083/29-12-2006 αγωγή της και αναγνώρισε ότι η εναγόμενη τραπεζική εταιρία υποχρεούται να της καταβάλει το ποσό των 134.537,35 ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής. Κατά της εφετειακής αυτής απόφασης, η εναγομένη τραπεζική εταιρία, άσκησε στρεφόμενη κατά της ενάγουσας άνω ομόρρυθμης εταιρίας την από 4-9-2014 αναίρεσή της, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αριθμ.1168/7-9-2015 απόφαση του Αρείου Πάγου.

Στο σημείο αυτό πρέπει ν' αναφερθεί ότι κατά τη διάρκεια της ένδικης διαφοράς και δη πριν ακόμη την επαναφορά με την από 10-4-2009 και με αριθμ. καταθ. δικογρ. 61731/970/14-4-2009 κλήση προς εκ νέου συζήτηση της από 29-12-2006 και με αριθμ. καταθ. δικογρ. 225945/12083/29-12-2006 αγωγής της, η προαναφερθείσα αρχική διάδικος ομόρρυθμη εταιρία με το από 17-7-2008 ιδιωτικό συμφωνητικό τροποποίησης, το οποίο δημοσιεύθηκε στο Πρωτοδικείο Αμαλιάδας με αριθμ. 8465/17-7-2008, μετατράπηκε στην ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ¨Π.Α.

ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ-ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ¨, με έδρα το ... και με εταίρους τον Π. Α. ως ομόρρυθμο μέλος και τον νεοεισερχόμενο Π. Σ. ως ετερόρρυθμο μέλος και με μεταβαλλόμενο σκοπό της επιχειρηματικής της δραστηριότητας της εταιρίας αμιγώς την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε επιχειρήσεις [σύμβουλοι επιχειρήσεων].

Στη συνέχεια, λόγω μη συμμόρφωσης της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας στην αναγνωρισθείσα, με την υπ' αριθμ. 1518/6-3-2014 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, υποχρέωσή της να καταβάλει στην ενάγουσα ομόρρυθμη εταιρία το ποσό των 134.537,35 ευρώ, με το νόμιμο τόκο κατά τα εκεί οριζόμενα [απόφαση που είχε ήδη καταστεί αμετάκλητη ως άνω αναφέρεται], η αρχική διάδικος πρώην ομόρρυθμη εταιρία και ήδη, λόγω της γενόμενης μετατροπής της, υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ¨Π.Α. & ΣΙΑ ΕΕ-ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ¨, με την από 30-11-2016 αίτησή της προς το δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της υπ' αριθμ. 8188/2016 διαταγής πληρωμής του, αντίγραφο της οποίας μετά σχετικής επιταγής προς πληρωμή, επέδωσε στην καθ' ης η διαταγή πληρωμής και ήδη εφεσίβλητη τραπεζική εταιρία στις 5-1-2017 συγκοινοποιουμένων και αντιγράφων των άνω αποφάσεων που αποτέλεσαν και τον τίτλο επί των οποίων στηρίχτηκε η ένδικη απαίτησή της [ήτοι, την υπ' αριθμ. 1518/2014 εφετειακή και υπ' αριθμ.1168/2015 αναιρετική αποφάσεις], επιτάσσοντάς την, υπό την άνω ιδιότητά της, να της καταβάλει το συνολικό ποσό των 211.461,27 ευρώ, συμπεριλαμβανομένων ποσού τόκων και λοιπών εξόδων.

Ακολούθως η εφεσίβλητη τραπεζική εταιρία άσκησε κατά της προαναφερθείσας διαταγής πληρωμής την από 10-1-2017 υπ' αριθμ. έκθ. καταθ. δικογρ. 2203/52/11-1-2017 κατ' άρθρο 632 παρ.1 ΚΠολΔ ανακοπή, ζητώντας την ακύρωση αυτής, επικαλούμενη με τους δύο λόγους ανακοπής της, ότι ο τίτλος επί του οποίου στηρίχτηκε και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη διαταγή πληρωμής, ήτοι η αμετάκλητη υπ' αριθμ. 1518/2014 εφετειακή απόφαση, από την οποία προκύπτει η ύπαρξη χρηματικής οφειλής σε βάρος της [ανακόπτουσας] έναντι της καθ' ης η ανακοπή, είναι ανύπαρκτος-ανυπόστατος αφού εξεδόθη επί ανυπάρκτου νομικού προσώπου, δεδομένου ότι η αρχική διάδικος ομόρρυθμη εταιρία ¨Β.Ι.-Π.Α.

ΟΕ¨, κατά το χρόνο από την συζήτηση της αγωγής της και μετέπειτα δεν υφίστατο ως νομικό πρόσωπο, και άρα δεν είχε όχι απλώς ικανότητα διαδίκου, αλλά και ικανότητα δικαίου.... Επί της ως άνω ανακοπής εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 493/12-6-2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, η οποία δέχτηκε ως νόμω και ουσία βάσιμους αμφότερους τους άνω λόγους ανακοπής, με το σκεπτικό ότι η κατά μετατροπή προκύψασα ετερόρρυθμη εταιρεία ¨Π.Α.

ΚΑΙ ΣΙΑ ΕΕ-ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ¨ από το έτος 2009 και δη μετά την 18-7-2008 [ημερομηνία δημοσίευσης του σχετικού από 17-7-2008 ιδιωτικού συμφωνητικού μετατροπής] αποτελεί νέο νομικό πρόσωπο διαφορετικό από την μετατραπείσα ομόρρυθμη εταιρεία [λόγω και της μεταβολής του εταιρικού σκοπού, με νεοεισερχόμενο ομόρρυθμο εταίρο και νόμιμο εκπρόσωπο-τον έναν εκ των αρχικών ομορρύθμων εταίρων] και συνεπώς μόνο αυτή είχε την κατ' άρθρο 62 ΚΠολΔ ικανότητα δικαίου και την ικανότητα διαδίκου, κατ' επέκταση αυτή μόνη νομιμοποιείτο ενεργητικώς στην άσκηση τόσο της από 10-4-2009 κλήσης από ματαίωση προς επαναφορά σε συζήτηση της από 19-12-2006 αγωγής της αρχικής δικαιούχου της ένδικης απαίτησης ομόρρυθμης εταιρίας, η οποία από της άνω δημοσιεύσεως είχε πάψει να υπάρχει, όσο και κάθε μεταγενέστερης διαδικαστικής επί της δίκης αυτής πράξης μέχρι και την έκδοση της άνω αναιρετικής απόφασης, αφού αυτή [ετερόρρυθμη] είχε υπεισέλθει πλέον αυτοδικαίως, ως καθολική διάδοχος της ομόρρυθμης εταιρείας, στα δικαιώματά της ως διαδίκου, στην ήδη ανοιγείσα δίκη με την ανακόπτουσα-εναγομένη...Επί τη βάσει δε των ανωτέρω, κατέληξε στην ακύρωση της εκδοθείσας προσβαλλόμενης διαταγής πληρωμής, καθόσον ο τίτλος επί του οποίου στηρίχτηκε και εκδόθηκε αυτή, ήτοι η αμετάκλητη υπ' αριθμ.1518/2014 εφετειακή απόφαση, από την οποία προκύπτει η ύπαρξη χρηματικής οφειλής σε βάρος της [ανακόπτουσας] έναντι της καθ' ης η ανακοπή, είναι ανύπαρκτη-ανυπόστατη, αφού εξεδόθη επί ανυπάρκτου προσώπου, ήτοι αυτή εξεδόθη κατά παράβαση του άρθρου 623 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι η επιδικαζόμενη απαίτηση, δεν προκύπτει με έγγραφη απόδειξη, λόγω του ανυπόστατου χαρακτήρα της άνω εφετειακής απόφασης.

Πλην όμως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο κατέληξε στην ανωτέρω κρίση περί ύπαρξης νέου νομικού προσώπου, όσον αφορά την εκκαλούσα[καθ' ης η ανακοπή] άνω ετερόρρυθμη εταιρία διαφορετικού από την μετατραπείσα ομόρρυθμη εταιρία στηρίζοντας αυτήν [κρίση] στην αναλογική εφαρμογή των περί συγχώνευσης των ανωνύμων εταιριών διατάξεων[68 παρ.1 και 3, 75 παρ.1 περ.

α' και 80 παρ.1 Ν.2190/1920 που προστέθηκαν με το ΠΔ 498/31-12-1987 για την προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της από 9-10-1978 τρίτης κοινοτικής οδηγίας 78/555/ΕΟΚ και 42-46 του ΕμπΝ, πριν τη θέσπιση του Ν.4072/2012], έσφαλε ως προς την εφαρμογή και ερμηνεία του νόμου... Και τούτο διότι... όντας δυνατή η μετατροπή [μετασχηματισμός] ομόρρυθμης εταιρίας σε ετερόρρυθμη, η μετατροπή αυτή από τον ένα τύπο στον άλλο, η οποία γίνεται με τροποποίηση του καταστατικού και δημοσίευση του σχετικού εγγράφου κατά τα άρθρα 42-46 του ΕμπΝ και των αναγκαίων λοιπών τροποποιήσεων, δεν επιφέρει λύση της παλαιάς και σύσταση νέας εταιρίας, αλλά συνεχίζεται η εταιρία ως νομικό πρόσωπο με τις εντεύθεν νομικές συνέπειες, εξακολουθεί, δηλαδή, να παραμένει αναλλοίωτη η ταυτότητα του νομικού προσώπου της παλαιάς εταιρίας, η δε μεταβολή συνίσταται μόνο στην αλλαγή του ενδύματος του υφιστάμενου νομικού προσώπου με τις εντεύθεν επερχόμενες μεταλλαγές ως προς την εσωτερική οργάνωση και λειτουργία του, ήτοι δεν καταλύεται η παλαιά νομική προσωπικότητα και δημιουργείται νέα, αλλά απλώς συνεχίζεται η παλαιά εταιρία με διαφορετική μορφή, οι δε εκκρεμείς δίκες συνεχίζονται υπό τη νέα μορφή του, χωρίς καμία ειδικότερη διατύπωση από μέρους της για τη συνέχιση, χωρίς να επέρχεται, λόγω της μετατροπής, βιαία διακοπή της δίκης και χωρίς να απαιτείται δήλωση για τη επανάληψή της.

Επί τη βάσει, λοιπόν, των ανωτέρω, βάσιμα κρίνεται ότι ο τίτλος επί του οποίου στηρίχτηκε και εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 8188/16-12-2016 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ήτοι η υπ' αριθμ. 1518/6-3-2014 απόφαση [και ήδη αμετάκλητη δυνάμει της υπ' αριθμ. 1168/7-9-2015 αναιρετικής απόφασης], από την οποία προκύπτει η ύπαρξη χρηματικής οφειλής σε βάρος της ανακόπτουσας τραπεζικής εταιρίας έναντι της καθ' ης η ανακοπή, δεν είναι ανύπαρκτη-ανυπόστατη αφού εξεδόθη επί υπαρκτού-σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν-νομικού προσώπου, ήτοι αυτή δεν εξεδόθη κατά παράβαση του άρθρου 623 ΚΠολΔ, καθόσον η επιδικαζόμενη απαίτηση, προκύπτει με έγγραφη απόδειξη και δη την άνω εφετειακή απόφαση, η οποία είχε εκδοθεί υπέρ της δικαιούχου της αρχικής απαίτησης ομόρρυθμης εταιρίας ως έχουσας την κατ' άρθρο 62 ΚΠολΔ ικανότητα δικαίου και την ικανότητα διαδίκου, και κατ' επέκταση νομιμοποιείτο ενεργητικώς στη συνέχιση της μεταξύ αυτής και της εναγόμενης τραπεζικής εταιρίας ανοιγείσα δίκη, ακόμη και μετά την μετατροπή της, παρά την μη ειδικότερη διατύπωση από μέρους της ετερόρρυθμης δήλωσης για τη συνέχιση αυτής.

Επισημαίνεται δε επιπροσθέτως, δεδομένου ότι στην προσβαλλόμενη πρωτοβάθμια απόφαση γίνεται σχετική αναφορά στην περίπτωση ενδεχόμενης εσφαλμένης αναγραφής των στοιχείων της επωνυμίας της διαδίκου ομορρύθμου εταιρίας ότι,... ακόμη κι αυτή, υπό την έννοια της μη δήλωσης ότι η ομόρρυθμη εταιρία παρίσταται πλέον στην ανοιγείσα μεταξύ αυτής και της εναγομένης τραπεζικής εταιρίας δίκη ως κατά μετατροπή της σε ετερόρρυθμη εταιρία, δεν επιφέρει ακυρότητα ή απαράδεκτο του δικογράφου και δεν επιδρά στη νομιμοποίησή της, από τη στιγμή που κατά τις κρίσιμες διαδικαστικές πράξεις δεν τέθηκε, κατ' επίκληση υφιστάμενης δικονομικής βλάβης, ζήτημα τυχόν αμφισβήτησης εκ της εσφαλμένης αναγραφής του στοιχείου αυτού ως προς την ταυτότητα του διαδίκου και εν προκειμένω της αρχικής ενάγουσας δικαιούχου της ένδικης απαίτησης ομορρύθμου εταιρίας.

Συνεπώς, πρέπει κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της ένδικης εφέσεως ως βάσιμου κατ' ουσίαν, να εξαφανιστεί η εκκαλουμένη απόφαση στο σύνολό της... και, αφού κρατηθεί η υπόθεση, να ερευνηθεί από το Δικαστήριο αυτό η υπό κρίση από 10-1-2017 υπ' αριθμ. εκθ. καταθ. δικογρ. 2203/52/11-1-2017 ανακοπή της ανακόπτουσας και ήδη εφεσίβλητης τραπεζικής εταιρίας με την επωνυμία ¨ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.¨ ως προς το νόμω και ουσία βάσιμο των λόγων της.

Σύμφωνα δε με όσα αναλυτικά εκτέθηκαν ανωτέρω, αμφότεροι οι λόγοι της ένδικης ανακοπής πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι και κατ' επέκταση ν' απορριφθεί ως κατ' ουσίαν αβάσιμη η ένδικη ανακοπή στο σύνολό της και να επικυρωθεί η υπ' αριθμ. 8188/16-12-2016 διαταγή πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών...".

Υπό τις ως άνω παραδοχές, το Εφετείο ορθά υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά, που κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δέχθηκε ως αποδειχθέντα, στις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 72, 361, 777, 778 ΑΚ, 62, 118 και 119 ΚΠολΔ, καθώς και σ' εκείνες των άρθρων 18, 42-46 του ΕμπΝ, περί προσωπικών εταιρειών, τις οποίες δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, μη εφαρμοζομένων εν προκειμένω αναλογικά, των επικαλούμενων από την αναιρεσείουσα διατάξεων του Ν.2190/ 1920, περί ανωνύμων εταιρειών, ενώ οι καταστατικές μεταβολές που επήλθαν με τη μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρείας σε ετερόρρυθμη, και αφορούν την αλλαγή της επωνυμίας της, τη μεταβολή των εταίρων, τη μεταφορά της έδρας της, τη μεταβολή του σκοπού της, την αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, τη μεταβολή της συμμετοχής στις κερδοζημίες των εταίρων και την αλλαγή της διαχείρισης των εταιρικών υποθέσεων, ελήφθησαν δε με κοινή συμφωνία των εταίρων, στα πλαίσια της ελευθερίας των συμβάσεων (άρθρ.361 ΑΚ), συνιστούν συνέχιση της αρχικής εταιρικής συμβάσεως, καθόσον, όπως προεκτέθηκε, η μετατροπή της ομόρρυθμης εταιρείας σε ετερόρρυθμη, με την τήρηση των νόμιμων διατυπώσεων της δημοσιότητας, δεν επιφέρει διάλυση του νομικού προσώπου της εταιρείας, η οποία συνεχίζεται κατά τα λοιπά (ΟλΑΠ 588/1968, ΑΠ 640/1986).

Επίσης το Εφετείο κατέληξε στο ως άνω αποδεικτικό του πόρισμα, διαλαμβάνοντας στην απόφασή του σαφείς, επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την εγκυρότητα της μετατροπής της αρχικής διαδίκου και δικαιούχου της χρηματικής απαίτησης σε βάρος της ανακόπτουσας τραπεζικής εταιρίας ομόρρυθμης εταιρείας σε ετερόρρυθμη εταιρεία με συνέχιση της νομικής της προσωπικότητας και την ύπαρξη εκκρεμούς δίκης της ομόρρυθμης, η οποία νομίμως συνεχίστηκε, μετά τη μετατροπή της σε ετερόρρυθμη εταιρεία από την τελευταία και κατά το στάδιο της εκκαθάρισής της, υπό το οποίο αυτή τελούσε.

Συνακόλουθα το Εφετείο ορθά έκρινε ότι η ως άνω αρχική διάδικος πρώην ομόρρυθμη εταιρεία και ήδη, λόγω της γενόμενης μετατροπής της, υπό εκκαθάριση ετερόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία "Π.Α. & ΣΙΑ ΕΕ-ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΕΩΝ" εγκύρως ζήτησε και πέτυχε την έκδοση της επίμαχης υπ' αριθμ.8188/2016 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με βάση τις μνημονευόμενες ως άνω δικαστικές αποφάσεις (ήτοι, την υπ' αριθμ. 1518/2014 εφετειακή και υπ' αριθμ.1168/2015 αναιρετική αποφάσεις), που αποτέλεσαν και τους τίτλους επί των οποίων στηρίχθηκε η ένδικη απαίτησή της, και, στη συνέχεια, εξαφάνισε την εκκαλουμένη υπ' αριθμ.493/2017 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο επί ασκηθείσας από την ήδη αναιρεσείουσα ανακοπής κατά της ανωτέρω διαταγής είχε κρίνει τα αντίθετα, κρατώντας δε και δικάζοντας κατ' ουσίαν την εν λόγω ανακοπή, απέρριψε αυτήν, και επικύρωσε τη διαταγή πληρωμής.

Τα δε αντίθετα υποστηριζόμενα από την αναιρεσείουσα και δη κατά το μέρος που επικαλείται την έλλειψη νόμιμης βάσης της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και παραδοχών της, που συνιστούν αντιφατικές αιτιολογίες, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, είναι απορριπτέα ως κατ' ουσίαν αβάσιμα, ενώ κατά το μέρος που αναφέρονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, όπως και σε επιχειρήματα αυτής, που κατά την κρίση της, οδηγούν σε διαφορετικό αποτέλεσμα, δεν ελέγχονται αναιρετικά διότι αναφέρονται στην ουσία της υπόθεσης.

Επομένως, οι αποδιδόμενες στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλειες, εκ του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, με τους τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, συναφή πρώτο πρόσθετο λόγο και συναφή τμήματα των δεύτερου και τρίτου πρόσθετων λόγων αυτής, είναι αβάσιμες και οι σχετικές αιτιάσεις, στις οποίες στηρίζονται οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν.

Επίσης απορριπτέοι ως αβάσιμοι είναι και οι εκ του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ τρίτος πρόσθετος λόγος και τα συναφή τμήματα των τέταρτου λόγου της αίτησης αναίρεσης και πρώτου πρόσθετου λόγου αυτής. Τέλος, απορριπτέος ως αβάσιμος είναι και ο τρίτος λόγος της, αίτησης αναίρεσης από τον αριθ.11γ ΚΠολΔ. Συγκεκριμένα από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητή βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις προαναφερόμενες παραδοχές της, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία για την εκ μέρους του Εφετείου συνεκτίμηση και τον μνημονευομένων στο λόγο αυτό αποδεικτικών εγγράφων.

Κατά συνέπεια, μη υπάρχοντος ετέρου λόγου προς διερεύνηση, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι της στο σύνολό τους, να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις (άρθρα 176, 183, 191 παρ.2 ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρ. 495 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14.06.2019 αίτηση αναίρεσης και τους από 02.09.2020 πρόσθετους λόγους κατά της 2448/2019 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα για την άσκηση της αναίρεσης στο δημόσιο ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στην πληρωμή δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ, για τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 22 Δεκεμβρίου 2020.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Και ταύτης αποχωρησάσης από την Υπηρεσία ο αρχαιότερος της συνθέσεως Αρεοπαγίτης και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 6 Ιουλίου 2021.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

και ήδη Αντιπρόεδρος του Αρείου Πάγου