Supreme Court allows lawyer's appeal against lower court's dismissal of unpaid fees claim based on contract interpretation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the lawyer's appeal against the First Instance Court's dismissal of his unpaid fees claim. The lawyer argued that his long-term relationship with the client constituted a fixed-fee legal mandate, yet the lower court found the relationship lacked this legal form. The Court ruled that the lower court's contradictory findings regarding the nature of the contract and the stability of the fee were legally flawed. Consequently, the appeal was granted, and the case was remanded for retrial with the lower court reconstituted.
Legislator headnote
AI generatedΚώδικας Πολιτικής Δικονομίας, άρθρο 559 παρ. 19; άρθρο 580 παρ. 3: When a lower court's decision relies on contradictory findings regarding the legal characterization of a contract and the stability of remuneration, the Supreme Court may find a procedural error and remand the case for retrial.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 863 / 2018 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 863/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1 Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Χριστόφορο Κοσμίδη, προεδρεύοντα αρεοπαγίτη, Μαρία Νικολακέα, Αρετή Παπαδιά, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου και Σοφία Τζουμερκιώτη, αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 21η Νοεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέα Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ι. Ρ. του Π., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Αθανασίου Κανελλόπουλου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσίβλητου: Συνεταιρισμού με την επωνυμία "..." (...), όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στην … και παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Χρήστου Οικονόμου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 25-7-2014 και 24-9-2014 αγωγές του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Αφού οι αγωγές συνεκδικάσθηκαν, εκδόθηκαν η 2/2016 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 89/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας ζητεί ο αναιρεσείων με την από 9-6-2017 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Εισηγήτρια ορίσθηκε η αρεοπαγίτης, Αντιγόνη Καραΐσκου - Παλόγου.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
1.Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, ο ενάγων με τις ένδικες, από 25-7-2014 και 24-9-2014 αγωγές (με αριθμούς κατάθεσης .../2014 και .../2014, αντίστοιχα) ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, επικαλούμενος σύμβαση έμμισθης εντολής παροχής δικηγορικών υπηρεσιών αορίστου χρόνου με πάγια αντιμισθία που συνήψε με τον εναγόμενο το έτος 1991, εκθέτει ότι απασχολήθηκε έκτοτε αποκλειστικά ως δικηγόρος του για να του παρέχει νομικές υπηρεσίες, αντί μηνιαίας σταθερής αμοιβής, η οποία ανερχόταν σε 100.000 δραχμές για το χρονικό διάστημα από 1-1-1994 έως 31-12-1994, αυξανομένη έκτοτε και ανερχομένη κατά το χρονικό διάστημα από 1-1-2003 έως την άσκηση της αγωγής σε 587 ευρώ, όπως ειδικότερα αναφέρεται σ’ αυτήν.
Ότι οι αμοιβές που καταβάλλονταν, υπολείπονταν της νόμιμης μηνιαίας αντιμισθίας την οποία δικαιούταν βάσει της κείμενης νομοθεσίας και η οποία ανερχόταν σε 1941 ευρώ για το χρονικό διάστημα από 1-1-2009 έως 31-12-2012 και, μετά την ισχύ του ν. 4093/2012 και κατόπιν συμφωνίας με τον εναγόμενο, ομοίως σε 1941 ευρώ. Ότι ο εναγόμενος του οφείλει για διαφορές μηνιαίων αντιμισθιών, διαφορές δώρου Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας των ετών 2009 έως 2014 το συνολικό ποσό των 114.597 ευρώ.
Ότι, επίσης, του οφείλει για τις αναλογούσες ασφαλιστικές εισφορές του ιδίου χρονικού διαστήματος το ποσό των 19.153 ευρώ, καθώς και 15.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης. Για τις αιτίες αυτές ζήτησε συνολικά με την πρώτη αγωγή το ποσό των 148.750 ευρώ. Περαιτέρω, με τη δεύτερη αγωγή, επικαλούμενος την ίδια άνω σύμβαση και την καταγγελία της την 17-9-2014, ζήτησε να του καταβάλει ο εναγόμενος το ποσό των 36.879 ευρώ ως αποζημίωση, καθώς και το ποσό των 19.410 ευρώ ως περιοδική καταβλητέα αμοιβή του για το χρονικό διάστημα από τον Ιούλιο 2014 έως τον Απρίλιο του 2015, λόγω μη καταβολής της αποζημίωσης κατά τα ειδικότερα στην αγωγή αναφερόμενα.
Επί των αγωγών εκδόθηκε η 2/2016 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, το οποίο αφού τις συνεκδίκασε και δέχθηκε ότι υπήρχε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης εντολής με παγία αντιμισθία, στη συνέχεια έκανε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη την ένσταση του εναγομένου περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματος του ενάγοντος και απέρριψε τις αγωγές ως ουσιαστικά αβάσιμες.
Κατά της ως άνω οριστικής αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου αμφότεροι οι διάδικοι άσκησαν αντίθετες εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η προσβαλλομένη 89/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Με αυτήν κρίθηκε ότι με κακή εκτίμηση των αποδείξεων το πρωτοβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε ότι υπήρχε μεταξύ των διαδίκων σύμβαση έμμισθης εντολής με παγία αντιμισθία και, αφού εξαφάνισε την πρωτοβάθμια απόφαση, στη συνέχεια απέρριψε κατ’ ουσία την αγωγή με αυτή την αιτιολογία.
Κατά της εν λόγω τελεσιδίκου αποφάσεως ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων άσκησε την υπό κρίση αίτηση.
2. Κατ’ άρθρο 92 Α του ν.δ. 3026/1954 περί Κώδικος των Δικηγόρων "Ο δικηγόρος για τις παρεχόμενες με έμμισθη εντολή υπηρεσίες του αμείβεται με πάγια μηνιαία αμοιβή που καθορίζεται με ελεύθερη συμφωνία με τον εντολέα του". Εξ άλλου με το άρθρο 42 του νόμου 4194/2013, ήτοι του νέου κώδικα περί δικηγόρων που ισχύει από 29-9-2013 "Έμμισθος δικηγόρος είναι αυτός που προσφέρει αποκλειστικά νομικές υπηρεσίες, ως νομικός σύμβουλος ή ως δικηγόρος, σε συγκεκριμένο εντολέα, σταθερά και μόνιμα, αμειβόμενος αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή.
Ο ίδιος δικηγόρος μπορεί επίσης να αναλαμβάνει υποθέσεις από οποιονδήποτε άλλον, αμειβόμενος είτε ανά υπόθεση είτε με άλλον τρόπο". Από τις διατάξεις αυτές καθίσταται σαφές ότι τόσο με το προϊσχύον νομικό πλαίσιο, όσο και με βάση το καθοριζόμενο από το νέο κώδικα περί δικηγόρων, σύμβαση έμμισθης εντολής υπάρχει στην περίπτωση κατά την οποία ο δικηγόρος, που παρέχει νομικές υπηρεσίες σταθερά και μόνιμα σε συγκεκριμένο εντολέα, αμείβεται γι’ αυτές αποκλειστικά με πάγια περιοδική αμοιβή.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις του άρθρου 63 παρ.3, 4 και 5 του ν.δ. 3026/1954 είναι ασυμβίβαστη προς το δικηγορικό λειτούργημα πάσα έμμισθη υπηρεσία σε φυσικό ή νομικό πρόσωπο. Κατ’ εξαίρεση, επιτρέπεται στο δικηγόρο η με πάγια, ετήσια ή μηνιαία, αντιμισθία παροχή καθαρώς νομικών εργασιών είτε ως δικαστικού ή νομικού συμβούλου είτε ως δικηγόρου.
Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται, εκτός άλλων, ότι η παροχή νομικών υπηρεσιών από δικηγόρο με περιοδική αμοιβή είναι επιτρεπτή και έγκυρη μόνο με τη μορφή της σύμβασης έμμισθης εντολής αορίστου χρόνου. Από τις ίδιες ως άνω διατάξεις και εκείνες των άρθρων 1, 2 παρ.1, 38 και 44 του ν.δ. 3026/1954, σε συνδυασμό με τις διατάξεις των άρθρων 648 επ.
και 713 ΑΚ, συνάγεται ότι η κατ’ εξαίρεση επιτρεπόμενη στον δικηγόρο παροχή νομικών υπηρεσιών με πάγια ετήσια ή μηνιαία αμοιβή (σχέση έμμισθης εντολής), που είναι πάντοτε αορίστου χρόνου, ρυθμίζεται από τον κώδικα αυτό και συμπληρωματικά από τους περί εντολής και συμβάσεως ανεξαρτήτων υπηρεσιών κανόνες του ΑΚ, εφόσον αυτές δεν αντίκεινται στο δημόσιο χαρακτήρα της σχέσεως.
Η σχέση αυτή, της έμμισθης εντολής, λύεται με έγγραφη καταγγελία του εντολέα και με καταβολή της νόμιμης αποζημιώσεως, για όσο δε ο καταγγείλας παραλείπει την καταβολή της αποζημίωσης, εξακολουθεί να οφείλει την πάγια αντιμισθία. Αν δεν υπάρχει ειδική συμφωνία, το ελάχιστο της αμοιβής ορίζεται κατά τις διατάξεις των άρθρων 99 επ.
Κώδικα Δικηγόρων. Κύριο χαρακτηριστικό γνώρισμα της έμμισθης εντολής που συνάπτει δικηγόρος με τον πελάτη του είναι η περιοδικότητα της αμοιβής, η συμφωνία δηλαδή ότι η αμοιβή θα καταβάλλεται παγίως κατά μήνα ή κατ’ έτος και θα είναι ανεξάρτητη από τον αριθμό των υποθέσεων που θα του ανατεθούν ή των θεμάτων επί των οποίων οφείλει να παράσχει τις νομικές συμβουλές του, γραπτές ή προφορικές.
Η ως άνω σύμβαση για τον καθορισμό της αμοιβής του δικηγόρου επιτρέπεται να καταρτισθεί ρητώς ή σιωπηρώς και, σύμφωνα με το άρθρο 95 παρ.2 του ως άνω Κώδικα, αποδεικνύεται με κάθε είδους έγγραφα, με απλές επιστολές, καθώς και με όρκο και ομολογία. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Με το λόγο αυτό ελέγχεται εάν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτό διατυπώνεται ρητώς είτε υπονοείται ή σφάλμα κατά την υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές, στη μείζονα πρόταση. Επίσης, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Από τη διάταξη αυτή, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Το δε κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, ώστε να μην απομένουν αμφιβολίες.
3. Στην προκειμένη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του και όπως από αυτήν προκύπτει, επί των αγωγών του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα εξής ουσιώδη: Ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων, που είναι δικηγόρος του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, το μήνα Σεπτέμβριο 1991 κατάρτισε με τον εναγόμενο και ήδη αναιρεσίβλητο συνεταιρισμό σύμβαση για την παροχή προς τον τελευταίο νομικών συμβουλών αντί σταθερής μηνιαίας αμοιβής, η οποία ανερχόταν αρχικώς σε 100.000 δρχ.
και αναπροσαρμόστηκε από 1-1-1994 έως 31-12-1994 σε 120.000 δρχ., από 1-1-1995 έως 31-12-1997 σε 130.000 δρχ., από 1-1-1998 έως 31-12-1998 σε 150.000 δρχ., από 1-1-1999 έως 31-12-2001 σε 170.000 δρχ., από 1-1-2002 έως 31-12-2002 σε 557 ευρώ και από 1-1-2003 μέχρι την άσκηση των αγωγών σε 587 ευρώ. Ότι, επί πλέον του ως άνω ποσού, καταβαλλόταν στον ενάγοντα και το αντίτιμο των προεισπράξεων που πραγματοποιούσε για παραστάσεις στα δικαστήρια υπέρ του εναγομένου.
Ότι οι διάδικοι δεν ανήγγειλαν την ως άνω σύμβαση στο Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών, τα δε ποσά που ο εναγόμενος κατέβαλλε στον ενάγοντα καθόλα τα έτη συνεργασίας τους ήσαν μικρότερα των οριζομένων από τον κώδικα περί δικηγόρων που εκάστοτε ίσχυε. Ότι, επίσης, ο εναγόμενος δεν κατέβαλλε στον ενάγοντα τις αναλογούσες σ’ αυτόν ασφαλιστικές εισφορές, ούτε ποτέ κατέβαλε σ’ αυτόν δώρα εορτών, άδεια και επίδομα αδείας, ενώ παρακρατούσε φόρο εκ ποσοστού 20%, τον οποίο απέδιδε στην αρμόδια ΔΟΥ, όπως η παρακράτηση αυτή προβλέπεται μόνο για τους δικηγόρους χωρίς πάγια αντιμισθία, ενώ όσοι δικηγόροι έχουν πάγια αντιμισθία φορολογούνται ως μισθωτοί, σύμφωνα με το εδ.
β’ της παρ.1 του άρθρου 40 του ν. 3323/1955. Ότι ο ενάγων, κατά τις παραστάσεις του ενώπιον των δικαστηρίων για λογαριασμό του εναγομένου, δεν προσκόμιζε προεισπράξεις δικηγόρου αμειβομένου με πάγια αντιμισθία, σύμφωνα με το άρθρο 7 του ν. 1093/1980 σε συνδ. με την παρ.8 του ν. 723/1977, αλλά προσκόμιζε πάντοτε προεισπράξεις δικηγόρου αμειβομένου καθ’ υπόθεση.
Ότι στις ετήσιες δηλώσεις του προς το Δικηγορικό Σύλλογο Αθηνών δεν δήλωσε ποτέ την ύπαρξη πάγιας αντιμισθίας, όπως όφειλε κατά το άρθρο 28 παρ.1 του κώδικα περί δικηγόρων, αν και προφανώς θα το είχε κάνει, αν είχε πράγματι την πεποίθηση ότι υφίστατο μεταξύ αυτού και του εναγομένου σχέση εντολής με πάγια αντιμισθία.
Ότι αν και επί τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα και μάλιστα από την έναρξη της σύμβασης μέχρι και την άσκηση της από 25-7-2014 αγωγής ο ενάγων λάμβανε τα ποσά κατώτερα των ελαχίστων αποδοχών, ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε στους εκπροσώπους του εναγομένου και δεν διεκδίκησε τις νόμιμες αποδοχές του (μισθό, δώρα, άδεια κλπ).
Ότι μόνο κατά διαστήματα ζητούσε την αναπροσαρμογή (αύξηση) της συμφωνημένης μηνιαίας αντιμισθίας του και ότι για πρώτη φορά ρητώς διεκδίκησε τις κατ’ αυτόν νόμιμες αποδοχές με την από 25-7-2014 αγωγή, οπότε και με την άρνηση του εναγομένου να τις καταβάλει, την 17-9-2014, κατήγγειλε την ένδικη σύμβαση. Ότι στη βεβαίωση αμοιβών του έτους 1999, που προσκομίζει ο ενάγων, αναγράφεται ρητά ότι έλαβε από τον εναγόμενο ως αμοιβή υπηρεσιών ελευθέρου επαγγελματία για το χρονικό διάστημα από 1-1-1999 έως 31-12-1999 το ποσό των 2.040.000 δρχ.
Ότι ο ενάγων δεν παρείχε τις υπηρεσίες του στον εναγόμενο στο πλαίσιο και σε εκτέλεση σύμβασης έμμισθης εντολής με παγία αντιμισθία, διότι ο εναγόμενος δεν διατηρεί στην Αττική οργανωμένη διεύθυνση νομικών υπηρεσιών και για τη νομική του κάλυψη χρησιμοποιεί και συνεργαζόμενους δικηγόρους, αμειβόμενους καθ’ υπόθεση.
Ότι από τις αποδείξεις του χρονικού διαστήματος μέχρι και το Δεκέμβριο 2014 προκύπτει ότι ένα συγκεκριμένο ποσό, που για το επίδικο χρονικό διάστημα (2009-2014) ανερχόταν σε 587 ευρώ, πληρωνόταν μηνιαίως, αλλά αυτό δεν αποτελούσε μισθό, αφού δεν αποτελούσε τη μοναδική και αποκλειστική αμοιβή που λάμβανε από τον εναγόμενο για τις νομικές συμβουλές του.
Ότι από το σύνολο του αποδεικτικού υλικού και ιδιαίτερα από τις αποδείξεις παροχής υπηρεσιών που επικαλείται και προσκομίζει το εναγόμενο αποδεικνύεται ότι στην πραγματικότητα ο ενάγων αμειβόταν ξεχωριστά και κατ’ αποκοπή και, μάλιστα, για μερικές υποθέσεις που αναλάμβανε να χειριστεί, οι αμοιβές του ήσαν κατά πολύ ανώτερες των ελαχίστων ή νομίμων που προβλέπει ο κώδικας περί δικηγόρων.
Ότι ο ίδιος ο ενάγων στις αποδείξεις που εξέδιδε προσδιόριζε τον αναλογούντα φόρο και γινόταν ακολούθως η παρακράτησή του. Ότι με βάση τα αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά δεν υφίσταται μεταξύ των διαδίκων σχέση έμμισθης εντολής επί παγία αντιμισθία, που είναι το κρίσιμο προς απόδειξη περιστατικό και όχι ο τρόπος ή το ποσό που ο εναγόμενος κατέβαλε στον ενάγοντα ως αμοιβή των υποθέσεων που αναλάμβανε.
Σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, το Μονομελές Εφετείο έκρινε ότι οι ένδικες αξιώσεις, που είχαν ως βάση τη σχέση δικηγορικής εντολής με πάγια αντιμισθία, είναι αβάσιμες από ουσιαστική άποψη στο σύνολό τους. Γι’ αυτό και, αφού απέρριψε την έφεση του ενάγοντος, στη συνέχεια έκανε δεκτή την έφεση του εναγόμενου και ήδη αναιρεσίβλητου, εξαφάνισε την τότε εκκαλουμένη απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (το οποίο είχε δεχθεί ότι η σχέση που συνέδεε τον ενάγοντα με τον εναγόμενο ήταν μεν αυτή της δικηγορικής εντολής με πάγια αντιμισθία, αλλ’ ότι ο ενάγων ασκούσε καταχρηστικά τα δικαιώματά του) και απέρριψε τις αγωγές ως ουσιαστικά αβάσιμες με αυτήν την αιτιολογία.
4. Με τις προαναφερόμενες παραδοχές και την κρίση που παρήχθη από αυτές, το Μονομελές Εφετείο παραβίασε εκ πλαγίου τις ως άνω (βλ. σκέψη αρ.2) εφαρμοστέες διατάξεις του προϊσχύσαντος κώδικα των δικηγόρων, διότι διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση ανεπαρκείς και εν πολλοίς αντιφατικές αιτιολογίες για ζητήματα, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Έτσι, κατέστησε ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο. Ειδικότερα, το δικαστήριο της ουσίας, ενώ σε περισσότερα του ενός σημεία των παραδοχών του δέχεται απερίφραστα ότι ο εναγόμενος και ήδη αναιρεσίβλητος συνεταιρισμός, από το έτος 1991, είχε προσλάβει τον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα δικηγόρο για να του προσφέρει, μονίμως, νομικές και δικηγορικές υπηρεσίες αντί μηνιαίας αμοιβής, η οποία κατά το ιδιαίτερα μακρύ χρονικό διάστημα των ετών 2003 έως 2014 είχε διαμορφωθεί, σταθερά, στο ποσό των 587 ευρώ, που χαρακτηρίζεται σημαντικά κατώτερο του ποσού που προβλέπεται νομίμως ως πάγια αντιμισθία δικηγόρων με την αρχαιότητα του ενάγοντος, σε άλλα σημεία των παραδοχών του δέχεται αντιφατικά ότι η σχέση που δημιουργήθηκε μεταξύ των διαδίκων δεν είχε τη νομική μορφή της δικηγορικής εντολής με πάγια αντιμισθία και ότι το ως άνω σταθερό ποσό δεν είχε την έννοια μηνιαίου μισθού.
Και για την ενίσχυση αυτής της δεύτερης, αντιφατικής παραδοχής, το εφετείο χρησιμοποιεί ως επιχειρήματα το ότι ο εναγόμενος δεν διατηρούσε οργανωμένη νομική υπηρεσία, ότι ο ίδιος χρησιμοποιούσε "και" συνεργαζόμενους δικηγόρους (ήτοι άλλους, πέραν του ενάγοντος, ο οποίος ως εκ τούτου δεν μπορεί να θεωρηθεί "συνεργαζόμενος" ή αμειβόμενος "κατ’ αποκοπή"), ότι ο ενάγων πέραν του ως άνω μηνιαίου ποσού λάμβανε και το αντίτιμο των παραστάσεών του ενώπιον των δικαστηρίων ως και τα σχετικά έξοδα και ότι οι διάδικοι είχαν παραλείψει να ανακοινώσουν στον οικείο δικηγορικό σύλλογο την κατάρτιση της σύμβασης που λειτουργούσε μεταξύ τους, η οποία αν πράγματι ήταν τέτοια με πάγια αντιμισθία θα έπρεπε να έχει δηλωθεί.
Τα επιχειρήματα αυτά, όμως, που επιδέχονται και αντίστροφη ανάγνωση, όχι μόνο δεν αίρουν τη διαπιστούμενη αντίφαση, αλλά την επιτείνουν. Διότι το εάν οι διάδικοι περιέγραψαν το νόμο, εάν απέφυγαν τη γνωστοποίηση της σύμβασης αρμοδίως και εάν επινόησαν τρόπο για να συμπληρώνεται η αμοιβή του ενάγοντος αδιαφανώς, δεν μεταβάλλει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της σχέσης τους και δεν αίρει τις εξ αυτής συνέπειες.
Το τελευταίο θα μπορούσε να επέλθει μόνο με την προσήκουσα υπαγωγή των λοιπών παραδοχών και δη αυτών που θέλουν τον ενάγοντα να αρκείται στις πρόσθετες οικονομικές παροχές (που σε ορισμένες περιπτώσεις υπερκάλυπταν τις νόμιμες) και να μην αντιδρά επί μακρά σειρά ετών στη "συμβολική" μηνιαία αντιμισθία των 587 ευρώ, αποδυναμώνοντας τα δικαιώματα που ασκεί με τις ένδικες αγωγές, πράγμα που δέχθηκε το πρωτόδικο δικαστήριο.
Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αιτήσεως, με τον οποίο επισημαίνονται οι αντιφάσεις αυτές και αποδίδεται στην προσβαλλόμενη εφετειακή απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, είναι βάσιμος.
5. Σύμφωνα με τις σκέψεις αυτές, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση ενώπιον του ιδίου δικαστηρίου, συγκροτούμενου από άλλο δικαστή (ΚΠολΔ 580 παρ.3). Ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτού (ΚΠολΔ 176, 183 και 191 παρ.2).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 89/2017 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή.
Και
Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ, για δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
Κρίθηκε, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, την 18η Απριλίου 2018.
Και
Δημοσιεύθηκε σε έκτακτη, δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 7η Μαΐου 2018.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ