Greece Supreme Court dismisses appeal against tax fraud conviction regarding fake invoices.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appeal filed by two defendants against a tax court judgment. The lower court rejected a request to postpone proceedings for forensic handwriting analysis of invoices, ruling that the documents could have been signed by authorized persons and that such analysis would not prove their fictitious nature. The appellate court found the lower court's reasoning sufficient and rejected arguments claiming a violation of fair trial rights or the presumption of innocence.
Legislator headnote
AI generatedArticles 19(1)(a) of Law 2523/1997; Article 510(1)(A) of the Code of Criminal Procedure: The court held that rejecting a request for forensic examination of invoices is not arbitrary when the documents may have been issued by authorized representatives, as the core issue of fictitious transactions cannot be resolved solely by verifying signatures.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 863 / 2016 (Ε, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 863/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ε’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Βιολέττα Κυτέα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Δήμητρα Μπουρνάκα, Αγγελική Αλειφεροπούλου, Αριστείδη Πελεκάνο - Εισηγητή και Δημήτριο Χονδρογιάννη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 2 Οκτωβρίου 2015, με την παρουσία του Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Εμμανουήλ Ρασιδάκη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελεύς) και του Γραμματέως Γερασίμου Βάλσαμου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων 1. Ε. Κ. του Ι., κάτοικο ... και 2. Ν. Ζ. του Ι., κάτοικο ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στέφανο Ευθυμιάδη, για αναίρεση της υπ’ αριθ. 53150/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών.
Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 7 Ιανουαρίου 2015 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 100/2015.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκειμένη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 19 παρ.1 εδ. α’ του ν. 2523/1997 "Διοικητικές-ποινικές κυρώσεις στη φορολογική νομοθεσία και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε πριν από την τροποποίησή του με το άρθρο 40 παρ.1 του ν. 3220/2004, όποιος εκδίδει πλαστά ή εικονικά φορολογικά στοιχεία, καθώς και όποιος αποδέχεται εικονικά στοιχεία ή νοθεύει τέτοια στοιχεία, ανεξάρτητα από το αν διαφεύγει ή μη την πληρωμή φόρου, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης τουλάχιστον τριών (3) μηνών.
Κατά την παρ. 4 του ίδιου άρθρου, εικονικό είναι το στοιχείο που εκδίδεται για συναλλαγή ανύπαρκτη στο σύνολό της ή για μέρος αυτής ή για συναλλαγή που πραγματοποιήθηκε από πρόσωπα διαφορετικά από αυτά που αναγράφονται στο στοιχείο ή το ένα από αυτά είναι άγνωστο φορολογικά πρόσωπο, με την έννοια ότι δεν έχει δηλώσει την έναρξη του επιτηδεύματός του, ούτε έχει θεωρήσει στοιχεία στην τοπικά αρμόδια (με κριτήριο τη διεύθυνση που αναγράφεται στο φορολογικό στοιχείο) δημόσια οικονομική υπηρεσία.
Εικονικό είναι επίσης το στοιχεί που φέρεται ότι εκδόθηκε ή έχει ληφθεί από εικονική εταιρία, κοινοπραξία, κοινωνία ή άλλη επιχείρηση οποιασδήποτε μορφής ή από φυσικό πρόσωπο, για το οποίο αποδεικνύεται ότι είναι εντελώς αμέτοχο στη συγκεκριμένη συναλλαγή, οπότε, στην τελευταία αυτή περίπτωση, η σχετική διοικητική κύρωση επιβάλλεται και η ποινική δίωξη ασκείται κατά του πραγματικού υπευθύνου που υποκρύπτεται.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι, για τη στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής υπόστασης του παραπάνω εγκλήματος φοροδιαφυγής, απαιτείται η έκδοση από τον δράστη πλαστών ή εικονικών φορολογικών στοιχείων ή η αποδοχή εικονικών φορολογικών στοιχείων, ανεξάρτητα αν αυτά είναι και πλαστά, αφού ο νόμος δεν θεωρεί ως εικονικά μόνο τα γνήσια.
Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ.2 και 171 παρ.1 εδ. δ’ ΚΠΔ συνάγεται ότι επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, που λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψη ακόμη και στον Άρειο Πάγο, για μη τήρηση των διατάξεων που αφορούν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων, που παρέχονται σ’ αυτόν από τον νόμο, την ΕΣΔΑ (που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974) και το Διεθνές Σύμφωνα για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα (Δ.Σ.Α.Π.Δ.
που κυρώθηκε με τον Ν. 2462/1997), η οποία θεμελιώνει λόγο αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, μόνο στις περιπτώσεις που υπάρχει από τον νόμο υποχρέωση στον δικαστή να δημιουργήσει αυτεπαγγέλτως τις προϋποθέσεις που καθιστούν δυνατή την άσκηση των σχετικών δικαιωμάτων, χωρίς να είναι αναγκαία η προηγούμενη υποβολή αντίστοιχης αίτησης από τον κατηγορούμενο.
Αντίθετα, δεν επέρχεται απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο, όταν ο κατηγορούμενος παραστάθηκε κατά τη διεξαγωγή της δίκης και άσκησε ο ίδιος ή μέσω του συνηγόρου υπεράσπισης τα δικαιώματά του με τις διατυπώσεις του νόμου, άσχετα αν το δικαστήριο απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς του.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 352 παρ.2 και 3, 353 και 139 ΚΠΔ προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος έχει δικαίωμα να ζητήσει την αναβολή της δίκης για νέες (κρείσσονες) αποδείξεις, με σκοπό να εξεταστούν κατά τη συζήτηση στο ακροατήριο μάρτυρες που δεν έχουν κληθεί ή να προσκομιστούν έγγραφα ή να διενεργηθεί πραγματογνωμοσύνη ή νέα πραγματογνωμοσύνη.
Στο αίτημα αναβολής πρέπει να προσδιορίζονται οι συγκεκριμένες νέες αποδείξεις, που ζητείται να διαταχθούν και να διευκρινίζεται το αποδεικτέο ουσιαστικό ζήτημα, που πρόκειται να αποδειχτεί με τη διεξαγωγή τους, το οποίο πρέπει να είναι σχετικό με την εκδικαζόμενη κατηγορία και χρήσιμο για την έρευνα της ενοχής του κατηγορουμένου.
Η δε παραδοχή ή μη του σχετικού αιτήματος απόκειται στην κυριαρχική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο όμως οφείλει να απαντήσει στο αίτημα αναβολής, εφόσον αυτό υπεβλήθη παραδεκτώς και είναι ορισμένο και σαφές, και, αν το απορρίψει, οφείλει να διαλάβει στην απόφασή του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος του 139 ΚΠΔ, ειδική και εμπεριστατωμένη, αιτιολογία.
Διαφορετικά, αν δεν απαντήσει, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Β’ ΚΠΔ, για έλλειψη ακρόασης, ενώ, αν η απορριπτική απόφαση δεν είναι ειδικά αιτιολογημένη, στοιχειοθετείται λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ΚΠΔ. Επιπλέον, η απόρριψη χωρίς ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία παραδεκτού αιτήματος αναβολής για νέες αποδείξεις, επειδή συνάπτεται άμεσα με την ανάγκη νόμιμης απόδειξης της ενοχής του κατηγορουμένου, προσβάλλει το δικαίωμα για δίκαιη δίκη και του τεκμηρίου αθωότητας αυτού, κατά τα άρθρα 6 παρ.1,2 και 3 περ.
δ’ της ΕΣΔΑ και 14 παρ.2 του Δ.Σ.Α.Π.Δ., και επιφέρει, σε συνδυασμό με το άρθρο 171 παρ.1 περ. δ’ ΚΠΔ, απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο και στοιχειοθετεί τον λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά της προσβαλλόμενης απόφασης 53150/2014 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, δικάσαντος κατ’ έφεση, ο συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων κατά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας υπέβαλε στο δικαστήριο την από 16.12.2014 αίτηση - δήλωση, το περιεχόμενο της οποίας αναπτύχτηκε προφορικά και καταχωρίστηκε στα πρακτικά.
Με την αίτηση - δήλωση αυτή οι κατηγορούμενοι αρνήθηκαν την κατηγορία και ζήτησαν την αναβολή της δίκης, προκειμένου α)να προσκομιστούν κατά τη νέα δικάσιμο τα οκτώ τιμολόγια παροχής υπηρεσιών, τα οποία φέρεται ότι εξέδωσαν για ανύπαρκτες συναλλαγές ως εκπρόσωποι και διαχειριστές της εταιρείας "Ε. Κ. - Ν.
Ζ. ΟΕ" και περιέχονται στο κατηγορητήριο και τα οποία οι ίδιοι χαρακτήρισαν ως πλαστά και β)να διαταχθεί γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, για να αποδειχτεί η πλαστότητα των τιμολογίων και η ταυτότητα του προσώπου που τα συνέταξε και τα υπέγραψε. Ειδικότερα, η παραπάνω αίτηση-δήλωση έχει ως εξής: "Δυνάμει της από 22.10.2007 αριθμ.
πρωτοκ. ... μήνυσης της Υπηρεσίας Ειδικών Ελέγχων (Περιφερειακή Διεύθυνση Αττικής) ασκήθηκε από τον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Αθηνών δίωξη εναντίον μας για παράβαση των άρθρων 1, 2, 14, 26 παρ.ΙΑ, 27 53 ΠΚ άρθρο 19 παρ.1 εδ.α’ , β’ , 2, 3, 4, 20 παρ.1 6, 21 παρ.2, 4, 5 10 εδ.Β’ Ν. 2523/97 σε συνδ. με το άρθρο 2 παρ.9 Ν. 2954/01 (όπως τα δύο τελευταία εδάφια της παρ.2 του άρθρ. 21 αντικ.
με το άρθρο 12 παρ.3 Ν.2753/99, το εδάφ.Β’ της παρ.10 του άρθρου 21 προστέθηκε με το άρθρο 2 παρ.8 Ν.2954/01). Με την υπ’ αριθμ. 64203/26.6.2012 απόφαση του Μονομελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών κηρυχθήκαμε ένοχοι της ως άνω παράβασης και επιβλήθηκε στον καθένα μας ενός έτους φυλάκιση με αναστολή εκτέλεσης της ποινής για τρία έτη ...
Κατά της απόφασης αυτής ασκήσαμε έφεση ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, η οποία συζητείται σήμερα ενώπιον του δικαστηρίου τούτου. Ισχυριζόμαστε ότι είμαστε παντελώς αθώοι. Τα επίμαχα τιμολόγια περιλαμβάνονταν σε ένα τεύχος τιμολογίων θεωρημένων που μας έκλεψαν από το κατάστημά μας.
Αυτά τα οκτώ τιμολόγια δεν εκδόθηκαν από κατάστημά μας. Εμείς δεν τα χρησιμοποιήσαμε. Είναι πλαστό έγγραφα. Δεν είχαμε συναλλαγές με την εταιρεία .... Αγοραστής φαίνεται το πρόσωπο αυτό. Τα τιμολόγια αυτά φέρουν προμηθευτή τον Α. Π. και όχι την εταιρεία μας. Από τις εγγραφές στο βιβλίο εσόδων - εξόδων της εταιρείας μας που προσκομίσαμε στον έλεγχο που διενεργήθηκε από την ΥΠ.Ε.Ε., προκύπτει ότι ο ανωτέρω Α.
Π. είχε προσέλθει ως πελάτης στο κατάστημα μας δύο φορές κατά τον Μάρτιο 2001. Ζητούμε να προσκομισθούν τα επίμαχα τιμολόγια που έχουν κατασχεθεί από την ΥΠ.Ε.Ε. για να εξακριβωθεί ποιο πρόσωπο έγγραψε, συνέταξε και υπέγραψε τα τιμολόγια αυτά. Εμείς δεν είχαμε υπαλλήλους. Όλα τα έγγραφα τα συντάσσαμε οι ίδιοι με τα χέρια μας.
Τα τιμολόγια, τα πρωτότυπα (τα πλαστά) που κατασχέθηκαν αν προσκομισθούν από μόνα τους θα αποκαλύψουν τον/τους δράστη της πλαστογραφίας. Ζητάμε την διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης. (Τα τιμολόγια βρέθηκαν στα γραφεία του Α. Π.. Κατασχέθηκαν από την μηνύτρια ΥΠ.Ε.Ε. και βρίσκονται στα γραφεία της.
Έπρεπε να προσκομισθούν από την μηνύτρια με διαταγή του Δικαστηρίου). Το Τριμελές Πλημμελειοδικείο απέρριψε το αίτημα αναβολής με την εξής αιτιολογία: "Από την επισκόπηση του φακέλου προκύπτει ότι ο χρόνος κατά τον οποίο θεωρήθηκε η συνημμένη από 22.12.2006 έκθεση ελέγχου της διενεργήσασας τον έλεγχο ΥΠ.Ε.Ε.Γ’ Υποδ/νση Ελέγχου και που αποτελεί την έναρξη της παραγραφής του διωκομένου εγκλήματος κατ’ άρθρο 2 παρ. 8, 9 του ν. 2954/2001 της έκδοσης εικονικών τιμολογίων που αφορά στους κατηγορουμένους κατά το κατηγορητήριο της υπόθεσης, είναι η 22α-12-2006, ήτοι επέρχεται η παραγραφή της σε 6 ημέρες από την ημεροχρονολογία που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας.
Η προσκομιδή των τιμολογίων θα μπορούσε να είχε λάβει χώρα τουλάχιστον μετά την 26.6.2012, όταν εκδικάσθηκε η υπόθεση στον πρώτο βαθμό (βλ. την υπ’ αριθμ. 64203/2012 απ. του Μον.Πρ. ΑΘ.), γεγονός για το οποίο είχε ζητηθεί και τότε αναβολή, αλλά 2, 1/2 έτη μετά δεν έγινε. Επομένως πρέπει να απορριφθεί το αίτημα αναβολής για το λόγο αυτό όπως επίσης και για το λόγο να διαταχθεί πραγματογνωμοσύνη, εφόσον από 22.12.2006 υπήρχε όλο το χρονικό περιθώριο να λάβει χώρα έστω και ιδιωτική γραφολογική έκθεση.
Εξάλλου είναι γνωστό, ότι τα τιμολόγια μπορεί να έχουν υπογραφεί και από έτερο πρόσωπο ήτοι από εξουσιοδοτημένο υπάλληλο γι’ αυτό. ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Δικάζει με παρούσα την κατηγορουμένη 1) Κ. Ε. και 2) παρόντος δια πληρεξουσίου τον Ζ. Ν.. Απορρίπτει το αίτημα αναβολής για την διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και προσκόμιση τιμολογίων κατηγορουμένων. Διατάζει την πρόοδο της δίκης".
Η απόρριψη του αιτήματος αναβολής είναι επαρκώς αιτιολογημένη, κατά τα άρθρα 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ, αφού στην παραπάνω αιτιολογία περιέχονται, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις οι νομικές και ουσιαστικές σκέψεις, με τις οποίες κρίθηκε αβάσιμο το σχετικό αίτημα και ο ειδικότερος λόγος για τον οποίο κρίθηκε μη αναγκαία η προσκόμιση των επίμαχων τιμολογίων και η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης.
Ο λόγος δε αυτός συνίσταται και στην (ουσιαστική) παραδοχή, ότι τα συγκεκριμένα τιμολόγια μπορούσαν να είχαν υπογραφεί και από άλλο πρόσωπο μετά από σχετική εξουσιοδότηση των κατηγορουμένων, στοιχείο το οποίο (έκδοση εικονικών τιμολογίων από εξουσιοδοτημένο πρόσωπο), όπως σαφώς συνάγεται από την απόφαση, δεν μπορούσε να αποδειχθεί από τα τιμολόγια, ούτε να διερευνηθεί με την γραφολογική πραγματογνωμοσύνη, ενώ η ενδεχόμενη απόδειξη πλαστότητας των τιμολογίων δεν θα απέκλειε την εικονικότητά τους, δηλαδή την έκδοσή τους για ανύπαρκτες συναλλαγές.
Η σκέψη για επικείμενη παραγραφή και οι λοιπές, πλεοναστικές και επιχειρηματολογικές, σκέψεις, δεν θίγουν την πληρότητα της αιτιολογίας, η οποία στηρίζεται αυτοτελώς και αποτελεσματικά στην προαναφερόμενη ουσιαστική παραδοχή. Επομένως, το άνω Τριμελές Πλημμελειοδικείο ορθά και αιτιολογημένα απέρριψε το αίτημα αναβολής για νέες αποδείξεις και προχώρησε στην ουσιαστική συζήτηση και στην έκδοση οριστικής απόφασης για την υπόθεση.
Συνακολούθως, είναι αβάσιμος ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ. Α’ ΚΠΔ, για απόλυτη ακυρότητα της διαδικασίας στο ακροατήριο επειδή, κατά τους αναιρεσείοντες, με την αναιτιολόγητη απόρριψη του αιτήματος αναβολής για διεξαγωγή νέων αποδείξεων παραβιάστηκε το δικαίωμά τους σε δίκαιη δίκη και στο τεκμήριο αθωότητάς τους, που απορρέει από τις προαναφερόμενες διατάξεις της ΕΣΔΑ και του Δ.Σ.Α.Π.Δ.
Επίσης αβάσιμες είναι και οι αιτιάσεις από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Β’ και Δ’ ΚΠΔ, οι οποίες περιέχονται, κατ’ εκτίμηση του παρόντος Δικαστηρίου, στο δικόγραφο της αίτησης αναίρεσης, για έλλειψη ακρόασης ως προς τον αρνητικό της κατηγορίας ισχυρισμό, ότι τα ένδικα τιμολόγια δεν φέρουν την υπογραφή των κατηγορουμένων και για έλλειψη ειδικής αιτιολογίας.
Κατόπιν αυτών και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης για έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση-δήλωση αναίρεσης και να καταδικαστούν οι αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ.1 ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 5.1.2015 αίτηση - δήλωση της Ε. Κ. του Ι. και του Ν. Ζ. του Ιωάννη, που επιδόθηκε στις 7.1.2015 στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου, για αναίρεση της απόφασης 53150/2014 του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει καθέναν από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Νοεμβρίου 2015.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Απριλίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ