Legislator Case Law & Legislation
863/2015 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against final judgment regarding family allowance and annulment of annulment. The court ruled that the appeal was partially admissible and the judgment was partially annulled.

Case Number 863/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially annulled the final judgment of the Multi-member First Instance Court of Thessaloniki regarding family allowance payments. The appellant argued that the lower court erred in not declaring the relevant proceedings void for specific periods, while the respondents contended the decision was legally sound. The court accepted the appeal's validity for the disputed timeframes but rejected arguments concerning the annulment procedure and the requirement for audit office certification.

Legislator headnote

AI generated

Articles 553(1) and 524(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may partially annul a final judgment if the lower court erred in its substantive assessment of the admissibility of the claim for specific periods, while rejecting arguments based on procedural defects or the absence of audit office certification which only suspends final judgment issuance.

Keywords

AI generated
partial annulment of judgment family allowance dispute admissibility of appeal annulment of annulment audit office certification substantive vs procedural error suspension of final judgment

Cited Legislation

AI generated
Article 553(1) of the Code of Civil Procedure
Article 524(3) of the Code of Civil Procedure
Article 560(1) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 17 of Law 2145/1993
Article 26 of Law 3205/2003
Article 22(2) of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
AP 1179/1999
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 863 / 2015 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 863/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1’ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Νικόλαο Λεοντή, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Νικόλαο Πάσσο, Χρήστο Βρυνιώτη, Γεώργιο Αναστασάκο και Σοφία Καρυστηναίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 19 Μαΐου 2015, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΙΔΡΥΜΑ ΚΟΙΝΩΝΙΚΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΕΩΝ-ΕΝΙΑΙΟ ΤΑΜΕΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΜΙΣΘΩΤΩΝ" (ΙΚΑ-ΕΤΑΜ), που εδρεύει στην …, νομίμως εκπροσωπούμενο, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Διονύσιο Καραλή και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Γ. Τ. του Β., 2. Α. Π. του Θ., 3.Α. Ο. του Α., 4 Δ. Τ. του Π., ο οποίος απεβίωσε (σύμφωνα με την ...2013 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Δ.Ε. ...) επήλθε διακοπή της δίκης και την δίκη συνεχίζουν οι νόμιμοι κληρονόμοι του (σύμφωνα με το υπ’ αριθμ. ...20-3-2015 πλησιεστέρων συγγενών): α) Σ. Σ. χήρα ..., β) Π. Τ. του Δ. και γ) Ι. Τ. του Δ., και 5. Μ. Τ. του Χ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Χορόζογλου και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ’ αριθμ. 7602/2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις:866/2006 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2245/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 5-4-2009 αίτησή του και τους από 20-2-2015 πρόσθετους λόγους της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης, Σοφία Καρυστηναίου ανέγνωσε την από 7-5-2015 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να γίνουν δεκτοί οι τρείς πρώτοι λόγοι της αναίρεσης και την απόρριψη του τέταρτου λόγου αυτής. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Κατά το άρθρο 553 παρ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των οριστικών αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν την όλη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή για την ανταγωγή. Εξάλλου, κατά το άρθρο 524 παρ. 3 ΚΠολΔ, σε περίπτωση ερημοδικίας του εκκαλούντος η έφεση απορρίπτεται. Η απόρριψη της εφέσεως, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, γίνεται κατ’ ουσίαν και όχι κατά τύπους. Διότι, μολονότι οι λόγοι της εφέσεως δεν εξετάζονται ως προς το παραδεκτό και τη βασιμότητα τους, θεωρείται κατά πλάσμα του νόμου ότι είναι αβάσιμοι και για την αιτία αυτή πάντοτε απορριπτέοι, αφού δεν δίδεται στο δικαστήριο η δυνατότητα εκδόσεως αντίθετης αποφάσεως περί αποδοχής τους. Επομένως αν η ασκηθείσα έφεση κατά της πρωτόδικης απόφασης απορριφθεί, λόγω ερημοδικίας του εκκαλούντος, προσβλητή με το ένδικο μέσο της αναιρέσεως είναι μόνο η (μη υποκείμενη πλέον σε ανακοπή ερημοδικίας) απόφαση του Εφετείου, στην οποία ενσωματώθηκε η πρωτόδικη απόφαση. Τα δε τυχόν σφάλματα της αποφάσεως του πρώτου βαθμού, αφού επικυρώνονται από το Εφετείο, μπορούν να προταθούν με την αίτηση αναιρέσεως ως σφάλματα της δευτεροβάθμιας αποφάσεως, εφόσον αποτελούν και αναιρετικούς λόγους, παραδεκτώς προβαλλόμενους (Ολ. ΑΠ 16/1990).

ΙΙ. Aπό δε τα άρθρα 559 και 560 ΚΠολΔ συνάγονται τα εξής: Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και κατά των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται επί εφέσεων κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, δημιουργείται λόγος αναιρέσεως μόνο αν το δικαστήριο υπέπεσε σε κάποια από τις περιοριστικά απαριθμούμενες στο άρθρο 560 πλημμέλειες.

ΙΙΙ. Κατά τις διατάξεις περί παραγραφής του άρθρου 40 παράγραφος 6 του Α.Ν. 1846/1951 "περί Κοινωνικών Ασφαλίσεων", που ίσχυαν αρχικώς, όσο και μετά την αντικατάστασή τους με το άρθρο 15 παρ. 2 του Ν. 4476/1965, και ήδη ισχύουν μετά την αντικατάστασή τους εκ νέου με το άρθρο 7 του Ν. 825/1978 "Πάσαι αι αξιώσεις εκ παροχών εις χρήμα της ασφαλίσεως ασθενείας παραγράφονται μετά εξ μήνας αφ` ης κατέστησαν απαιτηταί.

Απαιτηταί δόσεις συντάξεων μη εισπραχθείσαι δι` οιονδήποτε λόγον εντός έτους παραγράφονται. Η ετήσια παραγραφή άρχεται από του τέλους του μηνός ον αφορά η υπό πληρωμήν σύνταξις. Πάσα άλλη οιαδήποτε κατά του Ι.Κ.Α. απαίτησις παραγράφεται μετά πενταετίαν". Εξάλλου, με το άρθρο 90 παράγραφος 3 του Ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού ελέγχου των δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ` αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετία από της γενέσεώς της".

Κατά δε την διάταξη του άρθρου 91 του ίδιου ως άνω Ν. 2362/1995 "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιασδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής. Προκειμένου, όμως, περί δασμών, φόρων, τελών και λοιπών δικαιωμάτων που εισπράττονται στα Τελωνεία, η παραγραφή αρχίζει από της βεβαιώσεως αυτών".

Κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, προκειμένου περί απαιτήσεων από καθυστερούμενες αποδοχές ή από άλλες κάθε φύσεως απολαβές κατά του Ι.Κ.Α., υπαλλήλων του, με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, εφόσον ο νόμος δεν διακρίνει, έχουν εφαρμογή οι προδιαληφθείσες, περί παραγραφής, ειδικές διατάξεις του άρθρου 40 παρ. 6 του Α.Ν. 1846/1951, όπως αντικαταστάθηκαν με τα άρθρα 15 παρ. 2 του Ν. 4476/1965 και 7 του Ν. 825/1978, σύμφωνα με τις οποίες οι εν γένει απαιτήσεις κατά του Ι.Κ.Α.

υπόκεινται στην πενταετή και όχι στη διετή παραγραφή του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995. Και τούτο γιατί, το εν λόγω νομοθέτημα περί Δημοσίου Λογιστικού (όπως και το καταργηθέν με το άρθρο 113 αυτού Ν.Δ. 321/1969 "Κώδικας Δημόσιου Λογιστικού") ρυθμίζει την παραγραφή των χρηματικών αξιώσεων κατά του Δημοσίου μόνο και δεν προβλέπει την εφαρμογή του και προκειμένου περί αξιώσεων κατά του Ι.Κ.Α.

Όπου δε ο νόμος θέλησε να εξομοιώσει το Ι.Κ.Α. με το Δημόσιο το έκανε με ρητές διατάξεις. Ενώ, εξάλλου, ο οριζόμενος χρόνος παραγραφής των δύο ετών με το άρθρο 48 παρ. 3 του Ν.Δ. 496/1974 "περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου", για τις αξιώσεις από καθυστερούμενες αποδοχές ή από κάθε άλλης φύσεως απολαβές, δεν εφαρμόζεται στο Ι.Κ.Α., γιατί με το άρθρο μόνο του Π.Δ. 437/1977, το Ι.Κ.Α., ως ασφαλιστικός οργανισμός υπαγόμενος στην εποπτεία του Υπουργείου Κοινωνικών Υπηρεσιών, εξαιρέθηκε από την εφαρμογή του ως άνω Ν.Δ. 496/1974, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 369/1976 και μεταγενέστερα.

IV. Με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ.9 Ν.1902/1990 ορίζεται ότι το ΙΚΑ και οι λοιποί οργανισμοί αρμοδιότητας Υπουργείου Υγείας, Πρόνοιας και Κοινωνικών Ασφαλίσεων έχουν όλα τα δικαστικά και δικονομικά προνόμια του Δημοσίου. Με την τελευταία αυτή νομοθετική ρύθμιση, το ΙΚΑ και οι λοιποί οργανισμοί, στους οποίους προφανές είναι ότι περιλαμβάνεται και ο ΟΓΑ, αποσυνδέονται από το Ν.Δ. 4169/1961 περί λογιστικού των ΝΠΔΔ και τους παρέχονται, με την επανάληψη της διατύπωσης του άρθρου 18 παρ.1 του Ν.4169/1961, τα δικαστικά και δικονομικά προνόμια του Δημοσίου.

Η αληθής έννοια της ατελούς αυτής διάταξης είναι ότι στην εξομοίωση του ΟΓΑ με το Δημόσιο περιλαμβάνονται και τα ουσιαστικού περιεχομένου προνόμια αυτού, μεταξύ των οποίων και τα αναγνωριζόμενα υπέρ αυτού από το άρθρο 21 του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου (Ν.Δ. 26-6/10-7-1944), το οποίο ορίζει, όπως προαναφέρθηκε, ότι ο νόμιμος και ο της υπερημερίας τόκος κάθε οφειλής του Δημοσίου είναι 6% ετησίως, η δε τοκοφορία αρχίζει πάντοτε από την επίδοση της αγωγής. (Ολ ΑΠ 2/2014) V.

Κατά το άρθρο 26 του ν. 3205 της 22/23-12-2003, "με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών καθορίζονται ο τρόπος και ο ακριβής χρόνος εξόφλησης των απαιτήσεων, καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια, των εν ενεργεία υπαλλήλων και λειτουργών του Δημοσίου..., οι οποίες απορρέουν από τη μη σύγχρονη καταβολή και στους δύο συζύγους της οικογενειακής παροχής λόγω γάμου και τέκνων του άρθρου 12 του ν. 2470/1997, κατά το χρονικό διάστημα από 1-3-2001 μέχρι 30-6-2002, είτε έχουν ασκήσει αγωγές είτε όχι.

Στην ανωτέρω ρύθμιση υπάγονται και οι περιπτώσεις για τις οποίες έχουν εκδοθεί τελεσίδικες ή αμετάκλητες δικαστικές αποφάσεις και οι απαιτήσεις που απορρέουν από αυτές για το ανωτέρω χρονικό διάστημα δεν έχουν εξοφληθεί μέχρι τη δημοσίευση του παρόντος νόμου. Για το ίδιο χρονικό διάστημα οι εκκρεμείς δίκες καταργούνται... ".

Η διάταξη αυτή, ως έχουσα γενικό χαρακτήρα, δεν είναι αντισυνταγματική, εφόσον δεν προσκρούει στην αρχή της διακρίσεως των λειτουργιών, που καθιερώνεται με τα άρθρα 1, 26, 73 επ., 81 επ. και 87 επ. του Συντάγματος (βλ. σχ. Ολ. ΑΠ 2/1995, 4/1990, 7/1990, 4/1989, 1067/1979). Εξάλλου, με την υπ’ αριθμ. 2/3013/002/0-1-2004 (ΦΕΚ 70 Β’ /2004) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση της προαναφερόμενης διάταξης, καθορίστηκε η καταβολή της άνω παροχής να γίνει σε τρεις δόσεις, από τις οποίες η τελευταία ορίστηκε να καταβληθεί στις 24-2-2006.

VI. Στην προκειμένη περίπτωση το πρωτοβάθμιο δικαστήριο (Ειρηνοδικείο Θεσσαλονίκης) με την εκκληθείσα υπ’ αριθ. 866/2006 απόφαση του, η οποία και ερευνάται δεδομένου ότι η κατ’ αυτής έφεση του αναιρεσείοντος είχε απορριφθεί, με την 22345/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, λόγω ερημοδικίας τούτου και η οποία απόφαση Ειρηνοδικείου έχει ενσωματωθεί στην απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου που δίκασε ως εφετείο, δέχτηκε τα εξής: "Ο πρώτος ενάγων προσλήφθηκε από το εναγόμενο ν.π.δ.δ.(ΙΚΑ) με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου ως οδοντίατρος την 30-3-1999 (βλ.

την με αριθμ. πρωτ. ...2-7-2002 βεβαίωση της Τοπικής Μονάδας ΙΚΑ Πύλης Αξιού), ο δεύτερος ως ιατρός γαστρεντερολόγος την 22-1-1998, ο τρίτος ως ιατρός δερματολόγος την 21-10-1998, ο τέταρτος ως ιατρός ουρολόγος την 16-8-1995 και η πέμπτη ως οδοντίατρος την 20-3-1995. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι όλοι οι ενάγοντες είναι έγγαμοι, ο πρώτος ενάγων με τέσσερα ανήλικα παιδιά, η δε σύζυγος του εργάζεται στο Νοσοκομείο ΑΧΕΠΑ, ο δεύτερος με τρία ανήλικα παιδιά, η δε σύζυγος του εργάζεται στο ΙΚΑ, ο τρίτος με δύο ανήλικα παιδιά, η δε σύζυγος του εργάζεται στο Δημόσιο, ως καθηγήτρια Μέσης Εκπαίδευσης, ο τέταρτος ενάγων με δύο ανήλικα παιδιά, η δε σύζυγος του εργάζεται στο Κέντρο Υγείας Γουμένισσας και η πέμπτη ενάγουσα με δύο ανήλικα παιδιά, ο δε σύζυγος της εργάζεται στο Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης (βλ.

προσκομισθέντα πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης). Τα παραπάνω δεν αρνείται εξάλλου το εναγόμενο, συναγόμενης ομολογίας (αρθρ. 261 Κ.Πολ.Δ.), πλην του χρόνου πρόσληψης του πρώτου ενάγοντα, ο οποίος όπως αποδείχθηκε παραπάνω είναι η 30η-3-1999. Το εναγόμενο με τη δικαιολογία ότι λαμβάνει το επίδομα των οικογενειακών βαρών οι σύζυγοι των εναγόντων, αρνείται τη χορήγηση αυτών και στους ενάγοντες, άρνηση, η οποία, σύμφωνα με τα προαναφερθέντα, αντίκειται στη συνταγματική αρχή ης ισότητας.

Οι αξιώσεις, όμως, του τέταρτου και της πέμπτης ενάγουσας για το διάστημα από 1-6-1996 έως 9-8-1997 (χρόνος εγέρσεως της από 30-7-2002 αγωγή τους ενώπιον του Διοικητικού Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία κοινοποιήθηκε στο εναγόμενο στις 9-8-2002, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη υπ’ αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Α.

Α., βλ. αρθρ. 221 παρ. 1γ Κ

ΙΙολΔ και 261 ΑΚ) έχουν υποκύψει σε 5ετή παραγραφή, η οποία αρχίζει από τότε που γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική της επιδίωξη (ΑΚ 251), κατ’ αποδοχή ως ουσία βάσιμης της σχετικής ενστάσεως του εναγομένου, η οποία παραδεκτά και νόμιμα προτάθηκε κατά την επ’ ακροατηρίω συζήτηση της παρούσης και καταχωρήθηκε στα ταυτάριθμα πρακτικά.

Ως προς τις λοιπές επίδικες αξιώσεις των εναγόντων η παραγραφή έχει διακοπεί με την προαναφερθείσα αγωγή. Έτσι οι ενάγοντες δικαιούται τα εν λόγω επιδόματα ως εξής:α) ο πρώτος εξ αυτών (πατέρας τεσσάρων τέκνων) για το χρονικό διάστημα από 1-4-1999 έως 31-12-2001 το συνολικό ποσό των 5.035 ευρώ (52.000 δρχ. μηνιαίο επίδομα γάμου Χ 33 μήνες = 1.716.000 δρχ.), β) ο δεύτερος εξ αυτών (πατέρας τριών τέκνων) για το χρονικό διάστημα από 1-2-1998 έως 31-12-2001 το συνολικό ποσό των 4.965 ευρώ (36.000 δρχ.

μηνιαίο επίδομα γάμου Χ 47 μήνες = 1.692.000 δρχ.), γ) ο τρίτος εξ αυτών (πατέρας δύο τέκνων) για το χρονικό διάστημα από 1-11-1998 έως 31-12-2001 το συνολικό ποσό των 2.676 ευρώ (24.000 δρχ. μηνιαίο επίδομα γάμου Χ 38 μήνες = 912.000 δρχ.), δ) ο τέταρτος εξ αυτών (πατέρας δύο τέκνων) για το χρονικό διάσημα από 9-8-1997 έως 31-12-2001 το συνολικό ποσό των 3.711,81 ευρώ [24.000 δρχ.

μηνιαίο επίδομα γάμου Χ 52 μήνες = 1.248.000 δρχ. + 16.800 δρχ. (800 δρχ. την ημέρα Χ 21 ημέρες) για τον Αύγουστο του 1997 = 1.264.800 δρχ.], ε) η πέμπτη εξ αυτών (μητέρα δύο τέκνων) για το χρονικό διάσημα από 9-8-1997 έως 31-12-2001 το συνολικό ποσό των 3.711,81 ευρώ [24.000 δρχ. μηνιαίο επίδομα γάμου Χ 52 μήνες = 1.248.000 δρχ. + 16.800 δρχ. (800 δρχ. την ημέρα Χ 21 ημέρες) για τον Αύγουστο του 1997= 1.264.800 δρχ.].Κατά συνέπεια η αγωγή, πρέπει να γίνει εν μέρει δεκτή κατά την κυρία βάση της και να υποχρεωθεί το εναγόμενο να καταβάλει στον πρώτο ενάγοντα το ποσό των 5.035 ευρώ, στο δεύτερο ενάγοντα το ποσό των 4.965 ευρώ, στον τρίτο ενάγοντα το ποσό των 2.676 ευρώ, στον τέταρτο ενάγοντα το ποσό των 3.711,81 ευρώ και στην πέμπτη εναγομένη το ποσό των 3.711,81 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής που οχλήθηκε το εναγόμενο".

VII. Με αυτά που δέχθηκε το Ειρηνοδικείο με την απόφασή του, η οποία επικυρώθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση A) που έκρινε ότι οι απαιτήσεις των εναγόντων υποπίπτουν σε πενταετή παραγραφή δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις περί παραγραφής, σύμφωνα με όσα αναφέρθηκαν στον αριθμό

ΙΙ της απόφασης αυτής και συνεπώς ο πρώτος λόγος αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, από το άρθρο 560 αριθμός 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο υποστηρίζεται έχει εφαρμογή η διάταξη του άρθρου 90 παρ.3 του ν. 2368/1995 και η προβλεπόμενη από την εν λόγω διάταξη διετή παραγραφή είναι αβάσιμος. Β) που επιδίκασε τα πιο πάνω ποσά με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, χωρίς να προσδιορίσει ότι ούτος ανέρχεται σε 6% δεν έσφαλλε δεδομένου ότι εφόσον στο διατακτικό αναφέρεται "με το νόμιμο τόκο" αυτός σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη με στοιχείο

ΙV της απόφασης νομική σκέψη ανέρχεται για την περίπτωση του αναιρεσείοντος σε 6%, όπως συνομολογούν και οι αναιρεσίβλητοι και θα υπολογιστεί στο ποσοστό τούτο κατά την εκτέλεση της προσβαλλομένης αποφάσεως και συνεπώς ο δεύτερος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος. Γ) που έκρινε ότι δικαιούνται του επιδόματος οι ενάγοντες και για το χρονικό διάστημα από 1-3-2001 έως 31.12.2001 αντί να κηρύξει καταργημένη τη σχετική δίκη κατά το μέρος της που αφορούσε τα εν λόγω χρονικά διαστήματα, έσφαλε σύμφωνα με την νομική σκέψη υπό στοιχείο V της απόφασης διότι παραβίασε την διάταξη του άρθρου 26 του ν. 3205/2003.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως καθώς και ο δεύτερος πρόσθετος λόγος αυτής από το άρθρο 560 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος, λαμβανομένου υπόψη ότι δεν συντρέχει απαράδεκτο προβολής του λόγου αυτού αναιρέσεως κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, για το λόγο ότι πρόκειται περί νομικής αξιολόγησης της αγωγής από απόψεως παραδεκτού της φερόμενης δι’ αυτής προς διάγνωση αξιώσεως και με την έννοια αυτή δεν εμπίπτει στο πραγματικό του άρθρου 562 ΚΠολΔ.

VIIΙ. Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 17 του ν.2145/1993, τα πολιτικά δικαστήρια, όταν δικάζουν αγωγές που στρέφονται κατά ΝΠΔΔ και έχουν, από οποιονδήποτε γενεσιουργό λόγο, αξιώσεις, που συνδέονται με δαπάνες τους, οι οποίες υπόκεινται στον προληπτικό έλεγχο του Ελεγκτικού Συνεδρίου (άρθρ.19 επ. του Π.Δ/τος 774/1980), δεν εκδίδουν οριστική απόφαση, αν δεν προσάγεται για μεν την περίπτωση που έχει αποφανθεί το Ελεγκτικό Συνέδριο, η οικεία πράξη του αρμοδίου Τμήματός του, για δε την περίπτωση που δεν έχει υποβληθεί ή εκκρεμεί στο Τμήμα τέτοια υπόθεση, σχετική βεβαίωση του Γραμματέα αυτού.

Διατάσσουν δε αυτεπαγγέλτως την προσαγωγή από το παριστάμενο ΝΠΔΔ ή τον ενδιαφερόμενο, ή εφόσον απολείπονται, την αποστολή από το Ελεγκτικό Συνέδριο της πράξεως του Τμήματος ή της βεβαιώσεως του γραμματέα του. Η διάταξη αυτή, έχει εφαρμογή μόνο στα δικαστήρια της ουσίας, και εισάγει, πράγματι, την αναστολή έκδοσης οριστικής απόφασης (ΑΠ 1179/1999).

Πλην όμως πρόκειται για διάταξη, η οποία επιφέρει την αναστολή και μόνο της έκδοσης της οριστικής απόφασης, δηλονότι διάταξη δικονομικού χαρακτήρος. Επομένως, εφ’ όσον ο από το άρθρο 560 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικός λόγος αναφέρεται σε παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, δεν ανακύπτει θέμα ύπαρξης της πιο πάνω πλημμέλειας και ο τέταρτος λόγος αναιρέσεως καθώς και ο τρίτος πρόσθετος λόγος αυτής είναι απορριπτέος.

IX. Μετά από αυτά, πρέπει, να γίνει εν μέρει δεκτή η αίτηση αναιρέσεως, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση μόνο κατά το παραπάνω κεφάλαιο, που αφορά το οικογενειακό επίδομα το χρονικό διάστημα από 1-3-2001 έως 31.12.2001, με παράλληλη παραπομπή της υποθέσεως για περαιτέρω κατά τούτο εκδίκασή της στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο συντιθέμενο από άλλους δικαστές (ΚΠολΔ 580 § 3) και να συμψηφιστούν όλα τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων λόγω της εν μέρει νίκης και εν μέρει ήττας αυτών (άρθρο 22 § 2 ν. 3693/1957).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ’ αριθμ. 2245/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης. κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό κεφάλαιό της.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και

ΣΥΜΨΗΦΙΖΕΙ όλα τα δικαστικά έξοδα μεταξύ των διαδίκων.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 27 Μαΐου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Ιουνίου 2015.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ