Supreme Court dismisses State's appeal against lower court ruling on property ownership in urban plan area.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the State's appeal against the Aegaeon Court of Appeal's decision regarding property ownership. The State argued the lower court failed to consider bad faith acquisition, but the court found the appellants had possessed the land openly and continuously for ten years with a valid title. Consequently, the State's arguments were deemed legally unfounded, and the appeal was rejected while the State was ordered to pay the appellants' legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArt. 4 para. 1 of Law 3127/2003; Art. 559 para. 1 no. 1 and 8 para. b of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court rejects an appeal when the lower court correctly applies statutory provisions regarding good faith possession and finds the appellant's claims regarding bad faith or lack of title to be legally unfounded or merely a denial of the plaintiff's claim rather than an independent argument.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 863 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 863/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη, Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 12 Ιανουαρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Παπαγεωργίου Πάρεδρο Ν.Σ.Κ , με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. Α. συζ. Β. Α., το γένος Σ. Β., 2. Ε. Β. του Σ., 3. Ε. Β. του Σ., 4. Ά. συζ. Ν. Ι., το γένος Σ. Β., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον δικηγόρο τους Δημήτριο Λάδα και 5. Ι. συζ. Μ. Ρ., το γένος Σ. Β., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε με τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο της.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7-6-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 73ΤΜ/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 266/2008 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 18-2-2009 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 4-1-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων ζήτησε την απόρριψή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, για το παραδεκτό της από 20-2-2009 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 266/2008 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου έχει κατατεθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα αντίγραφο της 790/5-5-2009 σύμφωνης γνώμης του αρμόδιου τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 12 παρ. παρ. 1,2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και 42 του ν. 2721/1999, που καταργήθηκε ήδη με το άρθρο 13 παρ. 9 του ν. 3790/2009, έχει όμως εφαρμογή στην προκείμενη περίπτωση λόγω του χρόνου άσκησης της αίτησης αναίρεσης).
Επειδή, στο άρθρο 4 του ν. 3127/2003 - που αφορά τροποποίηση και συμπλήρωση των ν. 2308/1995 και 2664/1998 για τη κτηματογράφηση και το Εθνικό Κτηματολόγιο - ορίζονται τα εξής: "Παρ. 1. Σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό, που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου, εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1945, εκτός εάν, κατά την κτήση της νομής.
βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη. Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' πρoσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις.
Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ. παρ. 2. Οι διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου εφαρμόζονται για ακίνητο εμβαδού μέχρι 2.000 τ.μ. ...". Έτσι, από τις άνω διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3127/2003, σε συνδυασμό με το άρθρο 1042 ΑΚ, προκύπτει, ότι, για να αποκτήσει κάποιος κυριότητα σε ακίνητο του δημοσίου με έκτακτη χρησικτησία, απαιτούνται αδιατάρακτη νομή επί 30 έτη του πράγματος και καλή πίστη που πρέπει να υπάρχει κατά το χρόνο που αποκτάται η νομή.
Ειδικότερα, ως προς το στοιχείο της καλής πίστης, αυτό συντρέχει, όταν ο χρησιδεσπόζων, έστω και αν γνωρίζει, ότι το ακίνητο ανήκει στην κυριότητα τρίτου, όμως, με βάση τα εκάστοτε συντρέχοντα περιστατικά, έχει, κατά την κτήση της νομής, την πεποίθηση, η οποία δεν οφείλεται σε βαριά αμέλεια, ότι απέκτησε την κυριότητα.
Το δικαστήριο της ουσίας πρέπει να εξειδικεύει στην απόφασή του τα περιστατικά που στη συγκεκριμένη περίπτωση συγκροτούν την έννοια της καλής πίστης ή την έλλειψή της, χωρίς να αρκεί η απλή χρήση του όρου αυτού. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.
Κατά δε το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Έλλειψη νόμιμης βάσης, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, υπάρχει όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία σύμφωνα με το νόμο είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται ο λόγος αυτός σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται σαφώς, πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, τέλος, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αναφορικά με την ένδικη από 7-6-2005 αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, δέχτηκε τα ακόλουθα: Το επίδικο ακίνητο είναι ένα μικρό οικόπεδο, εμβαδού 67,50 τ.μ. που βρίσκεται στη συμβολή των οδών ...
και ..., στη συνοικία ... (κοντά στο παλιό Ορφανοτροφείο Αρρένων) του Δήμου ... και εντός σχεδίου πόλεως. Επί του οικοπέδου είναι κτισμένη, από το έτος 1973, διώροφη οικία, αποτελούμενη από ισόγειο εμβαδού 45 τ.μ. με υδατοδεξαμενή εμβαδού 14,50 τ.μ. και πρώτο όροφο εμβαδού 59,50 τ.μ. Το όλο ακίνητο απεικονίζεται με τα στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Α στο από μηνός Μαΐου 2000 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Σ.
Β.. Το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ισχυρίζεται, ότι το εν λόγω ακίνητο ήταν οικόπεδο εγκαταλελειμμένο από τους ιδιοκτήτες του, ότι το κατέλαβε το έτος 1961 ως αδέσποτο και το κατέγραψε στο Βιβλίο δημοσίων κτημάτων και ότι μετά την πάροδο δεκαετίας από την κατάληψη απέκτησε το ίδιο την κυριότητά του, σύμφωνα με το άρθρο 34 παρ. 8 του ΑΝ 1539/1938.
Ωστόσο, το συγκεκριμένο επίδικο ακίνητο με την επ' αυτού οικοδομή περιήλθε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες με νόμιμη κληρονομική διαδοχή, και συγκεκριμένα: Από κληρονομιά του αποβιώσαντος χωρίς διαθήκη στις 3-1-2000 Γ. Β. του Σ. και Α. περιήλθε στους πέντε αναιρεσίβλητους αδελφούς του και στη μητέρα τους Α.
χήρα Σ. Β., κατά ποσοστό 1/6 εξ αδιαιρέτου στον καθένα, το επίδικο ακίνητο που ανήκε στην κληρονομιά του αποβιώσαντος. Οι αναιρεσίβλητοι αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτούς κληρονομιά με την .../2000 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της συμβολαιογράφου Σύρου Ελένης Ασμάνη, που μεταγράφηκε νόμιμα, και στη συνέχεια, μετά το θάνατο της μητέρας τους, η οποία απεβίωσε, επίσης χωρίς διαθήκη στις 6-2-2004, το ιδανικό μερίδιο της τελευταίας στο επίδικο (1/6) περιήλθε κατ' ισομοιρίαν στους αναιρεσίβλητους, που κατέστησαν έτσι συγκύριοι του επιδίκου κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, αφού αποδέχθηκαν και την κληρονομιά της μητέρας τους με την .../2005 πράξη αποδοχής κληρονομιάς της ίδιας παραπάνω συμβολαιογράφου.
που μεταγράφηκε νόμιμα. Στο δικαιοπάροχο των αναιρεσιβλήτων Γ. Σ. Β. το επίδικο είχε περιέλθει δυνάμει του .../1973 πωλητηρίου συμβολαίου του συμβολαιογράφου Σύρου Νικολ. Σταυρή, που μεταγράφηκε νόμιμα, λόγω αγοράς από τον πατέρα του Σ. Β., ο οποίος, αρκετά χρόνια πριν είχε καταλάβει το επίδικο και το χρησιμοποιούσε ως χώρο εναπόθεσης των εργαλείων του.
Ευθύς μετά την παραπάνω συμβολαιογραφική μεταβίβαση του επιδίκου προς αυτόν, ο Γ. Β. υπέβαλε αρμοδίως αίτηση για την έκδοση οικοδομικής άδειας και εκδόθηκε πράγματι επ' ονόματί του η .../11330/5-11-1973 οικοδομική άδεια της Πολεοδομίας Σύρου, δυνάμει της οποίας ανήγειρε στο επίδικο την υπάρχουσα μέχρι σήμερα διώροφη οικία, στην οποία και διέμενε μέχρι το χρόνο του θανάτου του.
Το γεγονός αυτό, το ότι δηλαδή ο Γ. Β., μόλις του μεταβιβάστηκε νομότυπα το ακίνητο έσπευσε να ζητήσει την έκδοση οικοδομικής άδειας για την ανοικοδόμησή του, καταδεικνύει την καλή του πίστη, ότι έγινε πράγματι κύριος του επιδίκου, διότι, αν γνώριζε ότι αξιώνει σ' αυτό δικαιώματα του Δημόσιο, δεν θα διακινδύνευε, απευθυνόμενος σε δημόσια υπηρεσία, προκειμένου να του χορηγηθεί οικοδομική άδεια, ώστε να προβεί στην άμεση ανοικοδόμησή του.
Έτσι, ακόμα και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι ο δικαιοπάροχος του Γ. Β., Σ. Β., δεν βρισκόταν σε καλή πίστη, όταν εκείνος απέκτησε το επίδικο, ο άμεσος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Γ. Β. έγινε κύριος του επιδίκου με βάση την προεκτεθείσα διάταξη του άρθρου 4 του Ν. 3127/2003 με χρησικτησία εις βάρος του Δημοσίου, αφού, έχοντας αποκτήσει το επίδικο (που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως και μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του έτους 1923), με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, το κατείχε και το νεμόταν καλόπιστα, συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιαταράκτως από το έτος 1973, μέχρι το χρόνο του θανάτου του το έτος 2000, για διάστημα δηλαδή 27 ετών, ενώ μετά το θάνατό του συνέχισαν να το νέμονται οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι κληρονόμοι του.
Είναι χαρακτηριστικό ότι, καθώς αποδείχθηκε, το Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε όχλησε το Γ. Β. στην άσκηση της νομής του στο επίδικο, ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σ' αυτό. Ειδικότερα, αφότου συνετάγη το πρωτόκολλο κατάληψης του επιδίκου και καταγράφηκε αυτό στο Γενικό Βιβλίο Καταγραφής της Οικονομικής Εφορίας Σύρου στις 17-5-1961 και αφότου στις 26-11-1961 διενεργήθηκε δημοπρασία για την εκμίσθωσή του, που απέβη άκαρπη, λόγω μη προσέλευσης πλειοδοτών, έκτοτε ουδεμία άλλη δημοπρασία διενεργήθηκε και το αναιρεσίβλητο δεν επιχείρησε οποιαδήποτε πράξη νομής ή κατοχής στο επίδικο.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι αναιρεσίβλητοι κατέστησαν συγκύριοι του επίδικου ακινήτου κατά ποσοστό 1/5 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, τόσο παραγώγως, με τη σύνταξη και μεταγραφή των αναφερόμενων πράξεων αποδοχής κληρονομίας, όσο και πρωτοτύπως, με χρησικτησία και, κατόπιν τούτου, δέχτηκε την αγωγή και απέρριψε την ασκηθείσα έφεση, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που έχει κρίνει όμοια.
Με αυτά, που δέχθηκε, και, έτσι, που έκρινε, το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της παρ. 1 άρθρου 4 ν. 3127/2003, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς τα ουσιώδη ζητήματα, ότι ο άμεσος δικαιοπάροχος των αναιρεσιβλήτων Γ.
Β. έγινε κύριος του επίδικου ακινήτου με χρησικτησία σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, διότι, αφού είχε αποκτήσει το επίδικο (που βρίσκεται εντός σχεδίου πόλεως και μέσα σε οικισμό προϋφιστάμενο του έτους 1923), με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, το κατείχε και το νεμόταν καλόπιστα, συνεχώς, αδιαλείπτως και αδιαταράκτως από το έτος 1973 μέχρι το θάνατό του το έτος 2000, ενώ μετά το θάνατό του συνέχισαν να το νέμονται οι αναιρεσίβλητοι κληρονόμοι του, και ότι το αναιρεσείον ουδέποτε όχλησε τον Γ.
Β. στην άσκηση της νομής του, ούτε άσκησε οποιαδήποτε διακατοχική πράξη σ' αυτό. Επομένως, οι πρώτος και τέταρτος, καθώς και δεύτερος λόγοι αναίρεσης, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αντίστοιχα, που υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.
Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.
Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον τρίτο και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό του ότι οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσιβλήτων "νεμόμενοι το επίδικο δεν τελούσαν σε καλή πίστη, εφόσον έκαστος γνώριζε, ότι δεν απέκτησε κυριότητα επί του επιδίκου ή είχε την πεποίθηση ότι απέκτησε το δικαίωμα αυτό από βαριά αμέλεια, διότι γνώριζε ή από βαριά αμέλεια αγνοούσε, ότι ο εκάστοτε φερόμενος δικαιοπάροχος δεν έχει δικαίωμα επ' αυτού, ότι δεν νεμήθηκαν το επίδικο αδιαταράκτως επί δέκα έτη έκαστος με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία και ότι το αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του 1973 είναι εικονικό και δεν συνετάγη με επαχθή αιτία".
Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απαράδεκτος, διότι ο επικαλούμενος πιο πάνω ισχυρισμός δεν είναι αυτοτελής, αλλά αποτελεί αιτιολογημένη άρνηση της ένδικης αγωγής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 18-2-2009 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 266/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αιγαίου.
Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 16 Μαρτίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ