Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds for new arguments and vague legal claims.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeals' decision regarding compensation for public transport workers. The appellants argued the lower court failed to consider specific contractual terms and misapplied salary regulations, but the court found these arguments were either raised for the first time during the appeal or were too vague to constitute a valid ground for review. Consequently, the court ruled that the appeal was inadmissible because the substantive issues had already been fully examined by the lower court without the need for a new trial.
Legislator headnote
AI generatedArticles 522, 525, 559, 562 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court may examine the merits of an appeal sua sponte, but grounds for appeal must be properly raised in the lower court, and vague or new arguments are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 863 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 863/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Χ1 και 2) Χ2, κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "Υπεραστικό ΚΤΕΛ Νομού ..., Ανώνυμη Μεταφορική, Τουριστική και Εμπορική Εταιρία Δυτικής Ελλάδος Α.Μ.Α.Ε.", που εδρεύει στα ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Μαραβέλη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων και άλλων προσώπων, που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 206/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 217/2006 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 29-7-2006 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Βαρβάρα Κριτσωτάκη διάβασε την από 21-2-2008 έκθεση του ήδη αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Αλέξανδρου Νικάκη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρο 143 παρ.3 ΚΠολΔ, η επίδοση της κλήσης για την πρώτη συζήτηση αγωγής ή ενδίκου μέσου μπορεί να γίνει και σε όποιον τα έχει υπογράψει ως πληρεξούσιος.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. ... έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ιωαννίνων ..., ακριβές αντίγραφο της από 20-11-2009 κλήσεως της αναιρεσίβλητης με την οποία ζητείται να προσδιοριστεί εκ νέου συζήτηση της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, μετά την ματαίωση της αρχικώς προσδιορισθείσας κατά την δικάσιμο της 18-3-2008, μετά της κάτωθι πράξεως του Προέδρου του Β1 τμήματος του Αρείου Πάγου, με την οποία ορίστηκε δικάσιμος η 20-4-2010, μετά κλήσεως προς παράσταση κατά τη συζήτηση αυτής, επιδόθηκε, νομίμως και εμπροθέσμως, με επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, στην δικηγόρο Ιωαννίνων Αναστασία Γιογλή, ως πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, υπογράψασα την αίτηση αναιρέσεως (άρθρο 143 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ.), όπως αποδεικνύεται από το αντίγραφο αυτής επί του οποίου υπάρχει και προσδιορισμός της αρχικής δικασίμου. Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσειόντων (αρθρ. 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Επειδή, όπως συνάγεται από τις διατάξεις των άρθρων 522 και 525 παρ. 1 του ΚΠολΔ, το Εφετείο αν κρίνει παραδεκτή την έφεση και υπάρχει λόγος επί της ουσίας της υποθέσεως, ερευνά αυτεπαγγέλτως (χωρίς ειδικό λόγο εφέσεως) το παραδεκτό, καθώς και το νόμω βάσιμο επί αγωγής. Η εξουσία αυτή του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου δεν αντίκειται στα άρθρα 20 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα παροχής δικαστικής προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα να παρίσταται σε όλες τις συζητήσεις της υποθέσεως και να δικάζεται δίκαια και αμερόληπτα.
Η αυτεπάγγελτη αυτή ενέργεια του δικαστηρίου περιορίζεται από τα όρια που καθορίζουν η έφεση και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής και δεν παραβλάπτει γι' αυτό το δικαίωμα του διαδίκου να αναπτύξει τις απόψεις του για όλα τα θέματα που αφορούν τα εκκληθέντα κεφάλαια. Επομένως ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι το Εφετείο, ερεύνησε το νόμω βάσιμο της αγωγής, χωρίς να υπάρχει ειδικός λόγος εφέσεως, ούτε έλαβε υπόψη τους λόγους εφέσεως των αναιρεσειόντων και έτσι παραβίασε τα άρθρα 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 2 του Συντάγματος, είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί.
Η ίδια αιτίαση δεν θεμελιώνει λόγο αναιρέσεως από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ή από τον αριθμό 14 ή από τον αριθμό 17 του ιδίου άρθρου και συνεπώς οι λόγοι αυτοί της αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
Επειδή, κατά το άρθρο 5 παρ. 1 του Ν.435/1976, με το οποίο αντικαταστάθηκε το δεύτερο εδάφιο του άρθρου 8 του Ν.3198/1955, μισθωτοί που υπάγονται στην ασφάλιση οποιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού για τη χορήγηση συντάξεως και συμπλήρωσαν ή συμπληρώνουν τις προϋποθέσεις για να λάβουν πλήρη σύνταξη γήρατος, μπορούν αν έχουν την ιδιότητα του εργατοτεχνίτη να αποχωρούν από την εργασία τους και αν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, είτε να αποχωρούν είτε να απομακρύνονται από τον εργοδότη τους λαμβάνοντας σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι μεν επικουρικώς ασφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ασφαλισμένοι επικουρικώς το 50% της αποζημιώσεως, που δικαιούνται, σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν κάθε φορά για την περίπτωση της απροειδοποίητης καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας από τον εργοδότη.
Για την αποζημίωση που χορηγείται, κατά τα ανωτέρω, στους μισθωτούς που αποχωρούν ή απομακρύνονται, εφαρμόζονται, κατά τα λοιπά, όλα όσα ορίζονται στα άρθρα 1, 2, 4, 5, 6, 7, 8 και 9 του Ν.3198/1955 καθώς και στις διατάξεις του Ν.2112/1920 και στο Β.Δ. της 16/18-7-1920, εκτός από τις διατάξεις που αφορούν την προειδοποίηση. Εξάλλου στο άρθρο 30 του ν.2556/1997, η ισχύς του οποίου άρχισε από 24.12.1997, ορίζονται τα ακόλουθα: "Οι εργαζόμενοι στα ΚΤΕΛ (Αστικά Υπεραστικά) δικαιούνται από τον εργοδότη τους απολυόμενοι ή αποχωρούντες λόγω συνταξιοδοτήσεως, την αποζημίωση του νόμου 2112/1920, όπως τροποποιήθηκε και συμπληρώθηκε μεταγενέστερα, χωρίς τους περιορισμούς του α.ν. 173/1967.
Η παρούσα ρύθμιση καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς ενώπιονοποιουδήποτε δικαστηρίου δίκες". Από τις διατάξεις αυτέςπροκύπτει ότι με το άρθρο 30 του ν. 2556/1997 ήρθη οπεριορισμός της αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας τηςσυμβάσεως στο ποσό του 1.500,000 δραχμών για τουςεργαζομένους στα ΚΤΕΛ και δεν εθίγησαν καθόλου οιπροαναφερόμενες διατάξεις του άρθρου 8 εδ.
β του ν.3198/1955, καθόσον κατά την αληθινή έννοια της διατάξεως αυτής ο προσδιορισμός"λόγω συνταξιοδοτήσεως" αναφέρεται στους αποχωρούντες εργαζομένους, μετά τη συμπλήρωση των προϋποθέσεων για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος.
Συνεπώς και οι υπάλληλοι των ΚΤΕΛ, που αποχωρούν ή απομακρύνονται από τον εργοδότη τους δικαιούνται τη μειωμένη αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β' του ν.3198/1955, η οποία ανέρχεται για τους επικουρικώς ασφαλισμένους στο 40% της αποζημιώσεως του ν.2112/1920, χωρίς τον περιορισμό του ύψους αυτής μέχρι του ποσού του 1.500.000 δρχ.
Περαιτέρω η αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό τόσο από ουσιαστική όσο και από δικονομική άποψη, έχει επιβοηθητικό ή επικουρικό χαρακτήρα και μπορεί να ασκηθεί αν λείπουν οι προϋποθέσεις της αγωγής από σύμβαση ή αδικοπραξία. Έτσι, εάν αυτή (αγωγή) στηρίζεται στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνεται η αγωγή από σύμβαση, είναι νομικά αβάσιμη, γιατί, αφού υπάρχει σύμβαση, ο ενάγων δύναται να ασκήσει την αξίωση του από αυτή και δεν μπορεί να προσφύγει στην επικουρική αγωγή του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Στην προκειμένη περίπτωση από την επισκόπηση του δικογράφου της από 3.5.2004 αγωγής των εναγόντων - αναιρεσειόντων προκύπτει ότι αυτοί, επικαλούμενοι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ως υπάλληλοι του Αστικού ΚΤΕΛ ... το οποίο διαδέχθηκε η εναγομένη-αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρία, από την οποία απολύθηκαν, διότι συμπλήρωσαν τις προϋποθέσεις για τη λήψη πλήρους συντάξεως γήρατος, ζήτησαν να υποχρεωθεί η εναγομένη να τους καταβάλει συμπληρωματική αποζημίωση του ν.2112/1920, επειδή αυτή τους κατέβαλε μόνον το 40% της ανωτέρω αποζημιώσεως και όχι το 100% αυτής που δικαιούνταν.
Επικουρικά ζήτησαν να τους καταβληθεί η ίδια αποζημίωση με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού. Το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ότι οι αναιρεσείοντες, ως επικουρικώς ασφαλισμένοι, δικαιούνται τη μειωμένη αποζημίωση του άρθρου 8 εδ. β του ν.3198/55, δηλαδή το 40% της αποζημιώσεως του ν.2112/1920 την οποία έλαβαν και επειδή οι ενάγοντες με την έφεση τους παραπονούνταν για την απόρριψη της αγωγής τους από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ως παραγεγραμμένη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 6 παρ. 2 του ν.3198/55, εξέτασε αυτεπαγγέλτως το νόμω βάσιμο της αγωγής, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε αυτή (αγωγή) ως μη νόμιμη και ως προς τις δυο βάσεις της, ειδικότερα την επικουρική από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, διότι στηρίζονταν στα ίδια πραγματικά περιστατικά, στα οποία θεμελιώνονταν η κυρία από τη σύμβαση βάση της αγωγής, με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 30 του ν.2556/1997, ν.2112/1920 και 8 εδ.
β' του ν. 3198/1955, ως προς το ύψος της αποζημιώσεως των εναγόντων, και 904 ΑΚ και οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ δεύτερος και πέμπτος λόγοι επί αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται αιτίαση από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, διότι το Εφετείο παραβίασε τις διατάξεις των άρθρων 1 και 3 του ν.2112/1920, κρίνοντας ότι το ανώτερο ύψος της αποζημιώσεως των αναιρεσειόντων αντιστοιχούσε με τις αποδοχές 24 και όχι 30 μηνών.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, αφού το εφετείο δεν επιδίκασε αποζημίωση, αλλά απέρριψε ως μη νόμιμη την αγωγή.
Κατά το άρθρο 562 παρ. 2 ΚΠολΔ "είναι απαράδεκτος ο λόγος αναιρέσεως που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Συνεπώς, κατά κανόνα ο λόγος αναιρέσεως είναι παραδεκτός, μόνο αν στηρίζεται σε ισχυρισμό που προτάθηκε παραδεκτά και νόμιμα στο δικαστήριο απ' όπου προέρχεται η αναιρεσιβαλλόμενη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 1 και 8 ΚΠολΔ αποδίδεται στο Εφετείο η αιτίαση, ότι δεν έλαβε υπόψη τους ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων και δεν εφάρμοσε τους ευνοϊκότερους όρους του Κανονισμού Προσωπικού των ΚΤΕΛ, όπως ορίζει η διάταξη του άρθρου 5 παρ. 3 του ν.435/1976, οι οποίοι προβλέπουν την καταβολή της πλήρους αποζημιώσεως του ν. 2112/1920. Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως πρέπει ν' απορριφθεί ως απαράδεκτος, διότι από την επισκόπηση της αγωγής, της εφέσεως και των προτάσεων των αναιρεσειόντων, ερευνωμένων ως διαδικαστικών εγγράφων από τον Άρειο Πάγο προκύπτει ότι δεν διαλαμβάνεται στην αγωγή τέτοιος ισχυρισμός και αυτός προτάθηκε για πρώτη φορά με την προσθήκη των προτάσεων στο Εφετείο. Εξάλλου ο ίδιος λόγος της αναιρέσεως κατά το σκέλος που πλήττει την προσβαλλομένη από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος και απορριπτέος και απαράδεκτος, αφού δεν προσδιορίζει το δικονομικό απαράδεκτο το οποίο κήρυξε ή δεν κήρυξε το Εφετείο.
Για να ιδρυθεί λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει το δικαστήριο να έκρινε την ουσία της υποθέσεως και να διατύπωσε αποδεικτικό πόρισμα, δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός όταν η επικαλούμενη έλλειψη, η ανεπάρκεια η αντίφαση αφορά την σκέψη της αποφάσεως με την οποία η αγωγή απορρίφθηκε και μη νόμιμη. Επομένως οι δεύτερος, πέμπτος και έκτος λόγοι της αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 29-7-2006 αίτηση των Χ1,Χ2 για αναίρεση της 217/2006 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ