Legislator Case Law & Legislation
863/2007 AI generated

Appeal dismissed for inadmissibility due to lack of appeal grounds and vague legal arguments.

Case Number 863/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the first-instance judgment as inadmissible due to procedural defects and vague legal arguments. The appellants argued that the lower court erred in applying specific civil code provisions regarding property titles and good faith interpretation. The court rejected these claims because the appeal failed to cite the specific judgment being challenged and lacked the precise factual and legal elements required to establish a valid ground for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(b) and 561(2) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if it does not specify the exact judgment being challenged and fails to articulate the specific legal error with the necessary factual and legal elements.

Keywords

AI generated
inadmissible appeal vague legal grounds Code of Civil Procedure good faith interpretation property titles procedural defect specific judgment reference

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1)(b) of the Code of Civil Procedure
Article 561(2) of the Code of Civil Procedure
Article 281A of the Civil Code
Articles 173 and 200A of the Civil Code

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 863 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 863/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. ......., και 2. ......., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Καραμανέ.

Των αναιρεσίβλητων: 1 α) ........, β) ........., 2. ......... και 3. ........, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Μπραζιώτη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-2001 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαρίσης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 392/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 373/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 5-8-2005 αίτησή τους καθώς και με τους από 15-1-2006 προσθέτους λόγους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε την από 7-2-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, κατά το μέρος που η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής απευθύνονται κατά της πρωτόδικης απόφασης 392/2002 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι από την συμπροσβαλλόμενη 373/2005 απόφαση του Εφετείου Λάρισας προκύπτει ότι η έφεση που ασκήθηκε κατά της πρώτης απορρίφθηκε κατ΄ ουσία και συνεπώς υπόκειται σε αναίρεση μόνο η εφετειακή απόφαση, στην οποία ενσωματώνεται η εκκληθείσα πρωτόδικη.

Επειδή, κατά την έννοια του άρθρου 281ΑΚ, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, πλην άλλων, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε της άσκησής του και η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το διάστημα που μεσολάβησε δεν δικαιολογούν επαρκώς τη μεταγενέστερη άσκησή του, από την οποία προκύπτει αντίθετα, προφανής υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης ή των χρηστών ηθών ή του κοινωνικού ή οικονομικού σκοπού του δικαιώματος.

Ειδικότερα στην περίπτωση της μακράς αδράνειας του δικαιούχου υπάρχει τέτοια κατάχρηση, εφόσον συντρέχουν πρόσθετα περιστατικά, τα οποία ανάγονται στον ίδιο χρόνο και στην όλη συμπεριφορά τόσο αυτού, όσο και του υπόχρεου, από τα οποία γεννάται στον τελευταίο ευλόγως η πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκηθεί το δικαίωμα, έτσι ώστε η μεταγενέστερη άσκησή του, που τείνει σε ανατροπή μίας κατάστασης που δημιουργήθηκε κάτω από ορισμένες συνθήκες και διατηρήθηκε για μακρό χρονικό διάστημα να συνεπάγεται επαχθείς επιπτώσεις για τον υπόχρεο.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε ως μη νόμιμο τον ισχυρισμό των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων, περί καταχρηστικής άσκησης της ένδικης αξίωσης των εναγόντων για αναγνώριση της συγκυριότητάς τους επί των αναφερόμενων σ΄ αυτήν χώρων στάθμευσης αυτοκινήτων στον κοινόχρηστο χώρο (PILOTIS) της πολυώροφης οικοδομής στην οποία είναι κύριοι διαμερισμάτων, διότι τα περιστατικά που επικαλούντο οι ενιστάμενοι διάδικοι, ότι δηλαδή χρησιμοποιούν τις επίδικες θέσεις στάθμευσης των αυτοκινήτων από τα έτη 1990-1992 που τους παραχωρήθηκαν μέχρι τον χρόνο συζήτησης της έφεσης, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από τους ενάγοντες και ότι οι τελευταίοι κατά την αγορά των διαμερισμάτων τους, που έλαβε χώρα μεταγενέστερα, συνομολόγησαν με τα πωλητήρια συμβόλαια ότι έλαβαν γνώση της συντακτικής πράξης της οροφοκτησίας, την οποία αποδέχθηκαν και προσχώρησαν σ΄ αυτήν γνωρίζοντας την ύπαρξη των δουλειών που συνεστήθησαν και ότι δεν είχε προβλεφθεί για τα διαμερίσματα που αγόρασαν χώρος στάθμευσης αυτοκινήτων και ότι συνεπώς δημιούργησαν σ΄ αυτούς(εκκαλούντες) εύλογα την πεποίθηση ότι ουδέποτε θα τους ενοχλήσουν και δεν θα ασκήσουν τα εκ της συγκυριότητάς τους δικαιώματα, και αληθή υποτιθέμενα δεν αρκούν για την θεμελίωση τέτοιας ένστασης, εφόσον δεν συντρέχουν και άλλα περιστατικά περί του ότι η με τη μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος επιδίωξη ανατροπής μιας κατάστασης, που έχει δημιουργηθεί, να συνεπάγεται επαχθείς για τον υπόχρεο συνέπειες, ενόψει του ότι οι εκκαλούντες δικαιούνται να επιδιώξουν την αποκατάσταση της όποιας ζημίας τους στρεφόμενοι κατά του αναφερόμενου εργολήπτη ο οποίος του πώλησε τους επίδικους χώρους στην πυλωτή της οικοδομής.

Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο ούτε παρέλειψε να λάβει υπόψη "πράγματα" που νόμιμα προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στη δίκη, ούτε παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 281ΑΚ, με το να δεχθεί περισσότερα από ότι η εν λόγω διάταξη αξιώνει Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, πρώτο και δεύτερο μέρος, από το άρθρο 559 αριθ.1και 8ΚΠολΔ, αντίστοιχα, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Επειδή, με το δεύτερο λόγος αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον άριθμ.19 του άρθρου 559ΚΠολΔ πλημμέλεια, για έλλειψη νόμιμης βάσης όσον αφορά την απόρριψη της ανωτέρω ένστασης περί καταχρηστικής άσκησης των αγωγικών αξιώσεων των αναιρεσιβλήτων. Ο λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον για να ιδρυθεί ο λόγος αυτός προϋποτίθεται ότι το δικαστήριο εισήλθε στην ουσιαστική έρευνα της ένστασης, όχι δε και όταν απέρριψε την ένσταση ως μη νόμιμη, όπως στην προκείμενη περίπτωση συνέβη.

Επειδή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεση του άρθρου 559 αριθ.1ΚΠολΔ, πρέπει ο αναιρεσείων να αναφέρει στο αναιρετήριο, κατά τρόπο σαφή, εκτός των άλλων, και τον κανόνα δικαίου, του οποίου έγινε εσφαλμένη ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή, καθώς και σε τι συνίσταται η παραβίαση του εν λόγω κανόνα δικαίου.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της παραβίασης των άρθρων 5, 13 του ν.371/1929 καθώς και των διατάξεων του ν.960/1979, χωρίς όμως να αναφέρεται περαιτέρω σ΄ αυτόν ούτε οι διατάξεις του ν.960/1979 που παραβιάσθηκαν, ούτε σε τι συνίσταται η παραβίαση των ανωτέρω κανόνων δικαίου.

Επομένως, ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.

Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 68, 556, 558ΚΠολΔ προκύπτει ότι κύρια θετική προϋπόθεση για την άσκηση του ένδικου μέσου της αναίρεσης είναι ή ύπαρξη εννόμου συμφέροντος στον αναιρεσείοντα. Το έννομο συμφέρον προκύπτει κυρίως από τη βλάβη που υπέστη ο διάδικος, σε σχέση με τον αντίδικό του, από διάταξη της προσβαλλόμενης απόφασης. Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.9ΚΠολΔ, προβάλλεται η αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση επιδίκασε στους ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητους, λιγότερα από όσα με την αγωγή ζήτησαν, διότι άφησε αδίκαστα αιτήματά τους. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος στους αναιρεσείοντες, οι οποίο δεν υφίστανται βλάβη από την αποδιδόμενη πλημμέλεια στην πληττόμενη απόφαση.

Επειδή, μεταξύ των περιοριστικώς αναφερόμενων στο άρθρο 559ΚΠολΔ λόγων αναίρεσης δεν περιλαμβάνεται και η από το δικαστήριο εσφαλμένη εκτίμηση διαδικαστικών έγγράφων, ούτε από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.2 του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία η εκτίμηση του περιεχομένου διαδικαστικών εγγράφων της αυτής ή άλλης δίκης υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εισάγεται νέος ειδικός λόγος αναίρεσης. Επομένως ο ακυρωτικός έλεγχος της εκτίμησης από το δικαστήριο της ουσίας των διαδικαστικών εγγράφων ανάγεται στην έρευνα αν η αποδιδόμενη στα έγγραφα αυτά εσφαλμένη εκτίμηση οδηγεί σε πλημμέλεια που ιδρύει λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικώς αναφερόμενος στο άρθρο 559ΚΠολΔ.Συνακόλουθα, ο πρώτος και δεύτερος λόγος αναίρεσης του δικογράφου των προσθέτων, με τους οποίους ζητείται η αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης, κατ΄άρθρ.559 αριθ.1ΚΠολΔ, διότι κατ΄ εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής δέχθηκε ότι αυτή στηρίζεται στις αναφερόμενες διαφορετικές διατάξεις από εκείνες που κατά τη βούληση των εναγόντων και τη διατύπωση της αγωγής έπρεπε να εφαρμοσθούν, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι μόνη η επικαλούμενη εσφαλμένη εκτίμηση της αγωγής δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης.

Επειδή, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.1 εδ. β ΚΠολΔ, για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών των άρθρων 173 και 200ΑΚ, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο, επί μεν αιτιάσεως για μη εφαρμογή των ανωτέρω κανόνων, ότι το δικαστήριο της ουσίας ενώ είχε διαπιστώσει ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας δεν προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες, επί δε αιτιάσεως για εσφαλμένη εφαρμογή των κανόνων αυτών, σε τι συνίσταται η εσφαλμένη εφαρμογή τους σε σχέση με την καλή πίστη.

Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, πρώτο μέρος, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.1 εδ.β ΚΠολΔ, πλημμέλεια της μη εφαρμογής των ερμηνευτικών διατάξεων των δικαιοπραξιών διατάξεων των άρθρων 173, 200ΑΚ, ως προς την ερμηνεία των αναφερόμενων στον λόγο αυτό δηλώσεων των αναιρεσιβλήτων, που περιέχονται στα 33717/1992, 13134/199613064/1994 πωλητήρια συμβόλαια, που αποτελούν τους τίτλους κτήσης της κυριότητας των εν λόγω διαδίκων των διαιρετών χώρων της πολυώροφης οικοδομής στην οποία βρίσκονται οι επίδικοι χώροι στάθμευσης, με τον ίδιο δε λόγο, δεύτερο μέρος, από την ίδια διάταξη, ο οποίος ασκείται επικουρικώς, αποδίδεται στην αναιρεσιβαλλομένη, η πλημμέλεια της εσφαλμένης εφαρμογής των ανωτέρω ερμηνευτικών κανόνων ως προς την ερμηνεία των αυτών δηλώσεων των αναιρεσιβλήτων.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι προεχόντως ως αόριστοι, διότι δεν αναφέρονται στο αναιρετήριο τα ανωτέρω αναγκαία για το ορισμένο αυτών στοιχεία.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-8-2005 αίτηση αναίρεσης και τους από 15-1-2006 πρόσθετους λόγους των ......, κλπ, κατά της 392/2002 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λάρισας και της 392/2002 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα(1.170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ