Legislator Case Law & Legislation
863/2006 AI generated

Appeal dismissed as inadmissible for failure to include necessary co-litigant in appeal against partition judgment.

Case Number 863/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by four co-owners against a partition judgment, ruling it procedurally inadmissible. The appellants failed to include their necessary co-litigant, X1, who had filed a separate appeal in the first instance, violating mandatory co-litigation rules. Consequently, the court rejected the appeal and ordered the appellants to pay the respondents' legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 558, 561, 577 of the Code of Civil Procedure; In partition cases, an appeal must be directed against all necessary co-litigants, and failure to include a co-litigant who exercised their right to appeal in the first instance renders the appeal inadmissible.

Keywords

AI generated
partition of common property necessary co-litigant inadmissible appeal mandatory co-litigation Code of Civil Procedure partition judgment legal costs

Cited Legislation

AI generated
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 561 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 76 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court 63/1981
Supreme Court 321/1983

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 863 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 863/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 15 Φεβρουαρίου 2006, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειουσών:1) Ψ1,2) Ψ2, 3) Ψ3 και 4) Ψ4 , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Πελέκη, βάσει δηλώσεως κατ΄ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Των αναιρεσιβλήτων:1) Φ1 και 2) Φ2 , που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Σταμούλη, βάσει δηλώσεως κατ΄ άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΟΥΜΕΝΗ: 1) X1 και 2) Κ1, που δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 13-7-1990 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 520/1991 μη οριστική, 4829/1994 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 7613/1995 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση των ανωτέρω οριστικών αποφάσεων ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 23-6-1998 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη ανέγνωσε την από 1-2-2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αίτησης αναίρεσης κατά της 7613/1995 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της συμπροσβαλλόμενης 4829/1994 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 558 ΚΠΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων ή των κληροδόχων τους. Αν υπάρχει αναγκαστική ομοδικία, η αναίρεση πρέπει να απευθύνεται κατά όλων των ομοδίκων, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Εξάλλου, με την παρ.1 μεν του άρθρου 76 ΚΠολΔ ορίζονται οι περιπτώσεις της αναγκαστικής ομοδικίας, ενώ με την παρ.4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι η άσκηση ένδικων μέσων από κάποιον από τους ομοδίκους της παρ.1 έχει αποτέλεσμα και για τους λοιπούς. Κατά την έννοια της τελευταία αυτής διάταξης, αν κάποιος αναγκαίος ομόδικος άσκησε ένδικο μέσο, θεωρούνται από το νόμο ως ασκούντες αυτό και οι ομόδικοί του, μολονότι αδράνησαν.

Παρέπεται, ότι δεν απαιτείται από το νόμο η ασκούμενη από έναν από τους αναγκαίους ομοδίκους αναίρεση να απευθύνεται με ποινή το απαράδεκτο και κατά των ομοδίκων του, αφού σε αντίθετη περίπτωση, ο αναγκαστικός ομόδικος του αναιρεσείοντα θα εμφανίζεται να έχει ταυτόχρονα την ιδιότητα του αναιρεσιβλήτου και του αναιρεσείοντος, πράγμα το οποίο είναι λογικά και νομικά απαράδεκτο (Ολ.ΑΠ 63/1981).

Στην περίπτωση, όμως, αναγκαστικής ομοδικίας που προκύπτει σε δίκη περί δικαστικής διανομής δεν μπορούν να ισχύσουν τα όσια προειπώθηκαν, ενόψει του ότι, κατά το άρθρο 478 ΚΠολΔ, είναι αναγκαία η εναγωγή όλων των κοινωνών. Όπως, ειδικότερα, προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 798 και 799 ΑΚ, 479, 480 παρ.3, 481 αριθ.2, 482 παρ.1, 483 και 489 ΚΠολΔ, η αγωγή περί διανομής δεν είναι μόνο διαπλαστική, ως διώκουσα τη διάπλαση νέας έννομης σχέσης για κάθε κοινωνό με τη λύση της κοινωνίας, αλλά είναι διπλού χαρακτήρα, με την έννοια ότι δημιουργεί δίκη, κατά την οποία εκ προοιμίου και ανεξάρτητα από την εξέλιξή της, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ο ενάγων είναι συνάμα και εναγόμενος, όπως και κάθε εναγόμενος είναι συνάμα αντίδικος των λοιπών διαδίκων, εφόσον υπάρχει η δυνατότητα οποιοσδήποτε από τους αντιδίκους του ενάγοντος να υποβάλει αίτηση (η οποία, σημειωτέον, δεν φέρει το χαρακτήρα της ανταγωγής, ώστε να εφαρμόζονται τα οριζόμενα στο άρθρο 268 παρ.2 του ίδιου Κώδικα) με βάση πραγματικό διαφορετικό εκείνου της αγωγής ως προς το επίκοινο δίκαιο και τη διάπλαση αυτού, με την παραδοχή δε της εν λόγω αίτησης να αποβεί η δίκη σε βάρος των λοιπών, όχι με την απόρριψη της αγωγής, αλλά με τη διάπλαση της έννομης σχέσης κατά τρόπο διαφορετικό εκείνου που επιδιώχθηκε με την αγωγή και, συνακόλουθα, να καταλήξει η δίκη σε βάρος του ενάγοντος ή των εναγόντων και κάποιου από τους αντιδίκους τους, οι οποίοι είναι κατ΄αυτό αντίδικοι μεταξύ τους, δεσμευόμενοι από τη διαπλαστική ενέργεια της με αυτό τον τρόπο εκδιδόμενης απόφασης, Ακολούθως η δίκη περί διανομής που έχει αρχίσει είναι ομοίως διπλή σε όλη την πορεία της, δηλαδή, σε οποιοδήποτε βαθμό δικαιοδοσίας.

Το ότι κάποιος ή κάποιο από τους κοινωνούς, ως επιτιθέμενοι ή αμυνόμενοι, βρίσκονται στην αντίστοιχη δικονομική θέση κατά την έναρξη του δικαστικού αγώνα σε κάθε στάδιο αυτού είναι όλως συμπτωματικό, αφού ο καθένας απ'αυτούς, ανεξάρτητα από τη δικονομική του θέση, μπορεί να έχει αντίθετα συμφέροντα προς τον άλλο, προβάλλοντας δε τα τελευταία μπορεί να είναι ουσιαστικά αντίδικος του άλλου.

Με τα δεδομένα αυτά, σε δίκη περί διανομής, για να είναι παραδεκτό το ένδικο μέσο της αναίρεσης που ασκείται από ένας από τους ομοδίκους πρέπει, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 558 παρ.2 ΚΠολΔ, που προπαρατέθηκε, να απευθύνεται οπωσδήποτε και κατά του αναγκαίου ομοδίκου του στον πρώτο βαθμό, αφού στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν εφαρμόζεται η διάταξη του άρθρου 76 παρ.4 του ίδιου κώδικα (Ολ.ΑΠ 321/1983).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την παραδεκτή (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δικογραφίας προκύπτει, ότι η κρινόμενη περί διανομής κοινού ακινήτου (οικοπέδου) αγωγή ασκήθηκε από τους δύο ήδη αναιρεσιβλήτους (Φ1 και Φ2 ) και απευθύνθηκε κατά των τεσσάρων ήδη αναιρεσειουσών, (Ψ1, Ψ2, Ψ3 και Ψ4 ), καθώς και κατά της X1 , και της Κ1.

Με την 520/1991 εν μέρει οριστική και εν μέρει παρεμπίπτουσα περί απόδειξης απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε η αγωγή ως προς την έκτη εναγομένη Κ1 για έλλειψη παθητικής νομιμοποιήσής της, λόγω της μη συγκυριότητάς της στο διανεμητέο ακίνητο, τάχθηκαν δε μαρτυρικές αποδείξεις σε βάρος των λοιπών εναγομένων, καθώς και η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης ως προς το εφικτό της αυτούσιας διανομής του επίδικου ακινήτου με σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας.

Με την 4829/1994 οριστική απόφαση του ίδιου πιο πάνω Δικαστηρίου έγινε δεκτή η ένδικη αγωγή και διατάχθηκε η με πλειστηριασμό πώληση του επίκοινου ακινήτου, ενόψει του ότι κρίθηκε ανέφικτη η αυτούσια διανομή του με σύσταση κάθετης ιδιοκτησίας. Με την προσβαλλόμενη απόφαση απορρίφθηκαν ως απαράδεκτες, οι μοναδικές και μεταξύ τους συναφείς εφέσεις, αφενός των τεσσάρων πρώτων εναγομένων και ήδη αναιρεσειουσών και αφετέρου της πέμπτης εναγόμενης X1 , για τυπικό λόγο, ενόψει του ότι απευθύνθηκαν μόνο κατά εναγόντων και όχι και κατά των αναγκαίων ομοδίκων τους στην πρωτόδικη δίκη (λοιπών εναγομένων), X1 και Κ1.

Η υπό κρίση, επίσης, αίτηση αναίρεσης ασκείται από τις τέσσερις πρώτες εναγόμενες-εκκαλούσες, Ψ1, Ψ2, Ψ3 και Ψ4 και απευθύνεται μόνο κατά των εναγόντων-εφεσιβλήτων Φ1 και Φ2 και όχι και κατά της αναγκαίας ομοδίκου τους στον πρώτο βαθμό, πέμπτης εναγόμενης, X1 , που άσκησε αυτοτελή έφεση (μη απαιτουμένης της απεύθυνσής της και κατά της έκτης εναγόμενης Κ1, ως προς την οποία απορρίφθηκε πρωτοβαθμίως, όπως προειπώθηκε, η ένδικη αγωγή εξαιτίας έλλειψης συγκυριότητας της επί του επιδίκου και η οποία, ως εκ της μη άσκησης έφεσης κατά της αντίστοιχης απορριπτικής διάταξης της πρωτόδικης απόφασης, δεν είναι πλέον διάδικος στην εκκρεμή ενώπιον του Αρείου Πάγου δίκη).

Με βάση τα όσα ήδη αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας και ενόψει του ότι η αίτηση αυτή δεν στρέφεται, όπως έπρεπε και κατά της X1 , καθώς και του ότι δεν αρκεί η κοινοποίηση του αναιρετηρίου στις προαναφερόμενες X1 και Κ1, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, ύστερα από αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου τούτου, κατ' εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 577 παρ.2 ΚΠολΔ να απορριφθεί ως απαράδεκτη.

Για τους λόγους αυτούς

Απορρίπτει την από 23-6-1998 αίτηση για αναίρεση της 7613/1995 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και της 4829/1994 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 19 Απριλίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 3 Μαϊου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ