Legislator Case Law & Legislation
862/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against inheritance suit, splitting case due to improper parties and remanding for retrial.

Case Number 862/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appeal against the lower court's decision regarding an inheritance dispute, ruling that the primary claim was invalid against most defendants. The court identified that the original lawsuit was legally flawed concerning numerous plaintiffs and ordered a separation of the case. Consequently, the appeal was allowed only for specific heirs, while the main suit was rejected and the proceedings remanded for a retrial with the original parties.

Legislator headnote

AI generated

Articles 580(3)(a) and 179 of the Code of Civil Procedure: When a lower court decision is appealed, if the main claim is invalid against most parties, the court must separate the case, allow the appeal only for valid parties, and remand the proceedings for retrial.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure inheritance dispute improper parties separation of case retrial proceedings invalid claim costs offset

Cited Legislation

AI generated
Article 580(3)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Decision No. 1/2021 of the Plenary Assembly of the Supreme Court of Greece
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 862 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 862/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

B1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία - Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 23 Ιανουαρίου 2024, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - καλούντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου - Δημοτικής Επιχείρησης Κοινωφελούς χαρακτήρα (Ν.Π.Ι.Δ.) με την επωνυμία "ΔΗΜΟΤΙΚΗ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΥΔΡΕΥΣΗΣ ΚΑΙ ΑΠΟΧΕΤΕΥΣΗΣ ΒΟΛΟΥ" και τον διακριτικό τίτλο "Δ.Ε.Υ.Α.Μ.Β.", που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στον Βόλο, που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Τριαντάφυλλου Εμμανουηλίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσίβλητων- καθών η κλήση:1) Μ. Ι. Α., και 149)Ι. Μ. Π., απάντων κατοίκων ... εκ των οποίων οι με α/α 2ος, 8η, 9ος, 15ος, 16ος, 20η, 23η, 27ος, 29η, 36ος, 38ος, 41ος, 42η, 46η, 50η, 53η, 56ος, 58η, 70η, 71ος, 75η, 80ος, 85ος, 96ος, 98ος ,101η, 105ος, 108ος, 111ος, 115ος, 119η, 120η, 123ος, 124η, 125ος, 126ος, 127η, 128ος, 131α)ος, 131β)ος, 131γ)η, 131δ)η,135ος, 136ος, 137ος, 138ος, 139ος, 143ος, 144ος, 145ος παραστάθηκαν δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Παπαπέτρου, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Οι με α/α 1η, 11η, 14ος, 17ος, 18ος, 19ος, 24ος, 26η, 28ος, 30ος, 32η, 37ος, 39ος, 47ος, 48ος, 49ος, 51ος, 54ος, 55ος, 57ος, 59ος, 61ος, 63ος, 65η, 67η, 69ος, 72ος, 73α)η, 73β)ος, 74η, 77η, 78η, 82ος, 84ος, 86ος, 90ος, 91ος, 92ος, 95ος, 99ος, 100ος, 106ος, 109ος, 110ος, 114α)η, 114β)ος, 114γ)ος, 117ος, 118ος, 122ος, 129ος, 134ος, 140ος, 141ος, 142η, 146η, 148ος, 149ος, παραστάθηκαν δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Βούλγαρη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Οι με α/α 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος, 10ος, 12α)η, 12β)ος, 12γ)η, 13ος, 21ος, 22ος, 25η, 31ος, 33η, 34ος, 35ος, 40ος, 43ος, 44ος, 45η, 52ος, 60ος, 62ος, 64η, 66ος, 68ος, 76ος, 79ος, 81η, 83ος, 87ης, 88ος, 89ος, 93ος, 94ος, 97ος, 102ος, 103η, 104ος, 107α)ης, 107β)ος, 107γ)ος, 112ος, 113ος, 116ος, 121ος, 130ος, 132α)ης, 132β)ης, 132γ)ης, 133ος, 147ος, δεν παραστάθηκαν.

150) Του επιχειρησιακού Σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Δ.Ε.Υ.Α.Μ ΒΟΛΟΥ" με έδρα τον Βόλο, όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκε και 151)Του επιχειρησιακού σωματείου με την επωνυμία "ΣΥΛΛΟΓΟΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΩΝ Δ.Ε.Υ.Α. που εκπροσωπείται νόμιμα και εδρεύει στον Βόλο, το οποίο δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την υπ' αριθμό κατάθεσης 56/30-7-2013 αγωγή των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν η 28/2014 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 473/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί το αναιρεσείον με την από 22-2-2016 αίτησή του.

Εκδόθηκε η 1487/2019 απόφαση του Αρείου Πάγου, που διατάσσει τον χωρισμό της υπόθεσης, απορρίπτει και αναβάλλει την συζήτηση της υπόθεσης, εωσότου εκδοθεί απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, για το ζήτημα.

Εκδόθηκε η 1/2021 απόφαση της Πλήρους Ολομέλειας του Αρείου Πάγου και την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση το αναιρεσείον με την από 19-5-2022 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγητής ορίσθηκε ο Αρεοπαγίτης Αριστείδης Βαγγελάτος. Ο πληρεξούσιος των παραστάντων αναιρεσίβλητων-καθών η κλήση ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 19.5.2022 με αριθμ. καταθ. 163/26.8.2022 κλήση του καλούντος-αναιρεσείοντος Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία "Δημοτική Ύδρευση και Αποχέτευση Μείζονος Βόλου" φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση η από 22.2.2016 με αριθ. καταθ. 3/24.2.2016 αίτησης αναίρεσης αυτού κατά των καθών η κλήση-αναιρεσίβλητων (πλην των 88ου και 89ου αναιρεσίβλητων), μετά την έκδοση της υπ' αριθ. 1487/2019 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, με την οποία α) απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης ως απαράδεκτη ως προς τον 88ο αναιρεσίβλητο (Κ.

Μ.) και ως προς τον 89ο αναιρεσίβλητο (Π. Μ.), β) κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτησή της ως προς τους 12ο αναιρεσίβλητο (Α. Β.), 87η αναιρεσίβλητη (Κ. Μ.), 109ο αναιρεσίβλητο (Σ. Π.), 114ο αναιρεσίβλητο (Κ. Σ.) και 134ο αναιρεσίβλητο (Α. Τ.) και γ) αναβλήθηκε η έκδοση οριστικής απόφασης, κατά άρθρο 249 του ΚΠολΔ, μέχρι την έκδοση απόφασης της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου, ως προς το ζήτημα που είχε παραπεμφθεί σ'αυτή με την υπ'αριθμ. 1457/2019 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και μετά την, επί του παραπεφθέντος ζητήματος, έκδοση της με αριθ. 1/2021 απόφασης της Πλήρους Ολομελείας του Αρείου Πάγου.

Με τη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι αν ο αντίδικος εκείνου που επέσπευσε τη συζήτηση δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε καθόλου ή δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Τις κλητεύσεις επικαλείται και αποδεικνύει ο παριστάμενος διάδικος (ΑΠ 80/2022, 536/2020, 177/2018).

Περαιτέρω, με το άρθρο 143 παρ.1 του ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο πρώτο του άρθρου 1 του ν.4335/2015, ορίζεται ότι ο δικαστικός πληρεξούσιος που διορίστηκε σύμφωνα με το άρθρο 96 του ΚΠολΔ (δηλαδή, είτε με συμβολαιογραφική πράξη είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση) είναι αυτοδικαίως και αντίκλητος για όλες τις επιδόσεις που αναφέρονται στη δίκη, στην οποία είναι πληρεξούσιος, έως και την έκδοση αμετάκλητης απόφασης, εκτός αν με δικόγραφο γνωστοποιηθεί στους λοιπούς διαδίκους η αντικατάστασή του.

Η ισχύς της εν λόγω διάταξης, ως δικονομικής, καταλαμβάνει από 1.1.2016 όλες τις επιδόσεις που γίνονται στον πληρεξούσιο δικηγόρο του διαδίκου, ανεξαρτήτως αν η απόφαση, στην υπόθεση για την οποία αυτός είχε παραστεί, εκδόθηκε πριν την 1.1.2016 (ΑΠ 57/2023, 1578/2021). Ως δικηγόρος του διαδίκου, στον οποίο μπορεί εγκύρως να γίνει επίδοση, κατά τη σαφή έννοια της ως άνω διάταξης, θεωρείται εκείνος ο οποίος εκπροσώπησε τον διάδικο στην τελευταία συζήτηση ή υπέγραψε το τελευταίο δικόγραφο που κατατέθηκε εγκύρως για λογαριασμό του κατά τη διαδικαστική πορεία της υπόθεσης, εφόσον ο δικηγόρος αυτός δεν έχει αντικατασταθεί κατά τον αναφερόμενο στη διάταξη αυτή τρόπο (ΑΠ 1937/2022, 207/2020).

Από, δε, το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 440, 438 και 104 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι από τη μνεία που γίνεται στο προεισαγωγικό τμήμα της δικαστικής απόφασης, ότι για κάποιον από τους διαδίκους παρέστη ο αναφερόμενος σ' αυτήν πληρεξούσιος δικηγόρος και τη βεβαίωση στο κύριο σώμα αυτής ότι το δικαστήριο δίκασε κατ' αντιμωλία των διαδίκων, υπάρχει πλήρης απόδειξη για το διορισμό αυτού ως δικαστικού πληρεξουσίου του διαδίκου αυτού, δεδομένου ότι, η συνδρομή του στοιχείου της δικαστικής πληρεξουσιότητας, είναι γεγονός, την αλήθεια του οποίου όφειλε να εξετάσει αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο, κατ'άρθρο 104 του ως άνω κώδικα ( ΑΠ 57/2023, 1578/2021, 1170/2021).

Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 74, 75, 76 παρ. 1, 260, 573 παρ. 1 και 576 παρ. 3 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι επί περισσοτέρων αναιρεσειόντων ή αναιρεσιβλήτων, σε περίπτωση απλής ομοδικίας, όπως συμβαίνει επί αγωγής περισσοτέρων εργαζομένων προς επιδίκαση υπέρ εκάστου μισθολογικών αξιώσεων (ΑΠ 542/2020, 540/2020), αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 1923/2022, 536/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει ότι κατά τη συζήτηση της ένδικης από 22.2.2016 με αριθμ. καταθ. 3/24.2.2016 αίτησης αναίρεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (23.1.2024), δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε υποβλήθηκε, κατά το άρθρο 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση (άρθρο 573 παρ.1 ΚΠολΔ), δήλωση ότι δεν θα παραστούν κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, οι με αύξοντα αριθμό α) 3ος, 4ος, 5ος, 6ος, 7ος, 10ος, 13ος, 21ος, 22ος, 25η, 31ος, 33η, 34ος, 35ος, 40ος, 43ος, 44ος, 45η, 52ος, 60ος, 62ος, 64η, 66ος, 68ος, 76ος, 79ος, 81η, 83ος και 87η καθών η κλήση-αναιρεσίβλητοι, καθώς και οι 88ος, 89ος, 93ος, 94ος, 97ος, 102ος, 103η, 104ος, 112ος, 113ος, 116ος, 121ος, 130ος, 133ος, 147ος , 150ο και 151ο καθών η κλήση - 90ος, 91ος, 95ος, 96ος, 99ος, 104ος, 105η, 106ος, 114ος, 115ος, 118ος, 123ος, 132ος, 135ος, 149ος, 152ο και 153ο αναιρεσίβλητοι, αντίστοιχα, και β) οι υπό α/α 12α, 12β και 12γ καθών η κλήση (Μ.

Κ., Α. Β. και Γ. Β.) ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του 12ου αναιρεσίβλητου (Α. Β.), οι υπό α/α 107α, 107β και 107γ καθών η κλήση (Β. Τ., Γ. Π. και Θ. Π.) ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του 109ου αναιρεσίβλητου Σ. Π., και γ) οι υπό α/α 132α, 132β και 132γ καθών η κλήση (Χ. Γ., Π. Τ. και Ρ.-Β. Τ.) ως εξ αδιαθέτου κληρονόμοι του 134ου αναιρεσίβλητου Α.

Τ.. Ακριβές αντίγραφο της από 19.5.2022 κλήσης προς συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού ως αρμοδίου του ανωτέρω Β1 τμήματος και πράξη ορισμού δικασίμου για τη δικάσιμο στις 19.9.2023, κατά την οποία η συζήτησή της αναβλήθηκε, κατ'άρθρο 226 παρ. 4 του ΚΠολΔ για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (23.1.2024), επιδόθηκε, με την επιμέλεια του καλούντος-αναιρεσείοντος , νόμιμα και εμπρόθεσμα α) στους απολιπόμενους 3ο, 5ο, 7ο, 21ο, 22ο, 25η, 33η, 34ο, 44ο, 45η, 60ο, 62ο, 64η, 66ο, 68ο, 76ο, 79ο, 81η, 88ο, 89ο, 93ο, 94ο, 97ο, 102ο, 103η, 104ο, 113ο, 116ο, 121ο, 130ο, 133ο, 147ο, 150ο και 151ο καθών η κλήση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ'επικλήσεως από το καλούν - αναιρεσείον υπ'αριθμ. 11195/25.10.2022, 11210/27.10.2022, 11307/23.11.2022, 11175/24.10.2022, 11245/11.11.2022, 11176/24.10.2022, 11188/25.10.2022, 11185/25.10.2022, 11202/27.10.2022, 11203/27.10.2022, 11184/25.10.2022, 11206/27.10.2022, 11167/24.10.2022, 11194/25.10.2022, 11170/24.10.2022, 11207/27.10.2022, 11205/27.10.2022, 11208/27.10.2022, 11193/25.10.2022, 11204/27.10.2022, 11209/27.10.2022, 11172/24.10.2022, 11191/25.10.2022, 11187/25.10.2022, 11192/25.10.2022, 11174/24.10.2022, 11169/24.10.2022, 11173/24.10.2022, 11303/23.11.2022, 11190/25.10.2022, 11189/25.10.2022, 11171/24.10.2022, 11304/23.11.2022 και 11353/1.12.2022, εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Βόλου Α.

Σ., αντίστοιχα, β) στον απολιπόμενο 52ο καθού η κλήση, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ'επικλήσεως υπ'αριθμ. 6276/24.11.2022 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Κ. Π., γ) στον Εισαγγελέα Πρωτοδικών Βόλου για τους απολιπόμενους και αγνώστου διαμονής 87η και 112ο καθών η κλήση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες μετ'επικλήσεως υπ'αριθμ. 11373/9.12.2022 και 11372/9.12.2022 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Βόλου Α.

Σ., αντίστοιχα, σε συνδυασμό με τις σχετικές δημοσιεύσεις περίληψης του επιδοθέντος δικογράφου στις ορισθείσες από τον ως άνω Εισαγγελέα ημερήσιες εφημερίδες "Ο ΤΑΧΥΔΡΟΜΟΣ" και "ΗΧΩ ΔΗΜΟΠΡΑΣΙΩΝ" στις 13.12.2022, δ) στο δικηγόρο Βόλου Δημήτριο Βούλγαρη, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ'επικλήσεως υπ'αριθμ. 11160/24.10.2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Βόλου Α.

Σ., ο οποίος κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου για τους απολιπόμενους 4ο, 6ο, 31ο, 35ο, 40ο και 43ο καθών η κλήση, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ'αριθμ. 1487/2019 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, είχε παραστεί κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης (4.12.2018) ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους και δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από τους ως άνω καθών οι κλήση-αναιρεσίβλητους προς το καλούν-αναιρεσείον η τυχόν αντικατάστασή του, δ) στο δικηγόρο Βόλου Νικόλαο Παπαπέτρου, όπως προκύπτει από την προσκομιζόμενη μετ'επικλήσεως υπ'αριθμ.11159/24.10.2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελητρίας του Πρωτοδικείου Βόλου Α.

Σ., ο οποίος κατ' άρθρο 143 παρ. 1 του ΚΠολΔ, φέρει την ιδιότητα του αντικλήτου για τους απολιπόμενους 13ο και 83ο καθών η κλήση, καθότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της υπ'αριθμ. 1487/2019 απόφασης του παρόντος Δικαστηρίου, είχε παραστεί κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης ως πληρεξούσιος δικηγόρος τους και δεδομένου ότι δεν προκύπτει ότι γνωστοποιήθηκε με δικόγραφο από τους ως άνω καθών οι κλήση-αναιρεσίβλητους προς το καλούν-αναιρεσείον η τυχόν αντικατάστασή του.

Συνακόλουθα, εφόσον οι ως άνω απολιπόμενοι καθών η κλήση-αναιρεσίβλητοι, κλήθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα για τη δικάσιμο στις 19.9.2023, κατά την οποία, όπως προεκτέθηκε, η συζήτησή της αναβλήθηκε για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, η δε αναγραφή της στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων (226 παρ. 4 του ΚΠολΔ), το Δικαστήριο πρέπει να προχωρήσει στη συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).

Τέλος, το καλούν-αναιρεσείον προσκομίζει μετ'επικλήσεως α) ως προς τον απολιπόμενο 10ο καθού η κλήση-αναιρεσίβλητο (Μ. Β.) την υπ' αριθμ. 11236/8.11.2022 έκθεση ματαίωσης της επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας Α. Σ., στην οποία αυτή βεβαιώνει ότι δηλώθηκε από τη σύζυγό του Μ. Β.-Σ. ο θάνατος του καθού η κλήση στις 21.1.2019 και τις υπ'αριθμ. 11272, 11273, 11274 και 11275/14.11.2022 εκθέσεις επιδόσεως της ιδίας δικαστικής επιμελητρίας από τις οποίες προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 19.5.2022 κλήσης επιδόθηκε στους Α.

Β., Α. Β., Χ. Β. και Μ. Β.-Σ., ως κληρονόμους του 10ου καθού η κλήση-10ου αναιρεσίβλητου, αντίστοιχα, β) τις υπ'αριθμ. 11177, 11179 και 11178/24.10.2022 εκθέσεις επιδόσεως της ιδίας δικαστικής επιμελητρίας από τις οποίες προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 19.5.2022 κλήσης επιδόθηκε στους απολιπόμενους υπό στοιχεία 12α, 12β και 12γ καθών η κλήση Μ.

Κ., Α. Β. και Γ. Β., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του 12ου αναιρεσίβλητου Α. Β., αντίστοιχα, γ) τις υπ'αριθμ. 11181, 11182 και 11183/25.10.2022 εκθέσεις επιδόσεως της ιδίας δικαστικής επιμελητρίας από τις οποίες προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 19.5.2022 κλήσης επιδόθηκε στους απολιπόμενους υπό στοιχεία 107α, 107β και 107γ καθών η κλήση Β.

Τ., Γ. Π. και Θ. Π., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του 109ου αναιρεσίβλητου Σ. Π., αντίστοιχα και δ) τις υπ'αριθμ. 11164, 11165 και 11166/24.10.2022 εκθέσεις επιδόσεως της ιδίας δικαστικής επιμελητρίας από τις οποίες προκύπτει ότι ακριβές αντίγραφο της από 19.5.2022 κλήσης επιδόθηκε προς τους απολιπόμενους υπό στοιχεία 132α, 132β και 132γ καθών η κλήση Χ.

Γ., Π. Τ. και Ρ.-Β. Τ., ως εξ αδιαθέτου κληρονόμους του 134ου αναιρεσίβλητου Α. Τ.. Πλην, όμως, το καλούν-αναιρεσείον προσκομίζει μόνο πιστοποιητικά οικογενειακής κατάστασης των 10ου, 12ου, 109ου και 134ου αναιρεσίβλητων και δεν προσκομίζει πιστοποιητικά που να αποδεικνύουν την κληρονομική ιδιότητα των ως άνω φερομένων ως κληρονόμων τους (ληξιαρχική πράξη θανάτου, πιστοποιητικά περί δημοσιεύσεως ή μη διαθήκης, αποποιήσεως ή μη της κληρονομιαίας περιουσίας και προσβολής ή μη του κληρονομικού δικαιώματος) και ως εκ τούτου, πρέπει, ως προς αυτούς, να χωρισθεί η υπόθεση και να διαταχθεί η επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, σύμφωνα με το άρθρο 254 του ΚΠολΔ που εφαρμόζεται κατ' άρθρο 573 του ίδιου κώδικα και στη διαδικασία της αναιρετικής δίκης (ΑΠ 906/2020) προκειμένου να προσκομισθούν, με την επιμέλεια του καλούντος-αναιρεσείοντος, τα προαναφερόμενα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, που είναι αναγκαία για το σχηματισμό της κρίσης του Δικαστηρίου περί του θανάτου των ως άνω αναιρεσίβλητων και της ύπαρξης κληρονομικής ιδιότητας των φερομένων ως κληρονόμων τους καθών η κλήση.

Ο ν. 4024/2011 "Συνταξιοδοτικές ρυθμίσεις, ενιαίο μισθολόγιο - βαθμολόγιο, εργασιακή εφεδρεία και άλλες διατάξεις εφαρμογής του μεσοπρόθεσμου πλαισίου δημοσιονομικής στρατηγικής 2012-2015" (ΦΕΚ Α` 226/27-10-2011), ορίζει στο Κεφάλαιο Δεύτερο αυτού και υπό τον τίτλο "Σύστημα βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του Κράτους, των Οργανισμών Τοπικής Αυτοδιοίκησης Α` και Β` βαθμού και άλλων φορέων του δημόσιου τομέα και συναφείς διατάξεις", τα εξής:

Στο άρθρο 4, ότι "1. Στις διατάξεις του παρόντος κεφαλαίου υπάγονται οι μόνιμοι και δόκιμοι πολιτικοί υπάλληλοι και οι υπάλληλοι με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου (ΙΔΑΧ): α) του Δημοσίου, β) των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης (ΟΤΑ), πρώτου και δεύτερου βαθμού, γ) των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου (ΝΠΔΔ), [...]. 2.

Υπάλληλοι και λειτουργοί που δεν εμπίπτουν ευθέως στις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, [...] εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου, με την επιφύλαξη των διατάξεων του άρθρου 17", στο άρθρο 6 παρ.1, ότι "Οι θέσεις όλων των κατηγοριών εκπαίδευσης - Πανεπιστημιακής Εκπαίδευσης (ΠΕ), Τεχνολογικής Εκπαίδευσης (ΤΕ), Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης (ΔΕ) και Υποχρεωτικής Εκπαίδευσης (ΥΕ) - κατατάσσονται σε έξι (6) συνολικά βαθμούς, κατά φθίνουσα σειρά, [...]", στο άρθρο 12 το σύστημα μισθολογικής εξέλιξης των υπαλλήλων του άρθρου 4 με την κατάταξή τους σε μισθολογικά κλιμάκια (Μ.Κ.) ανάλογα του χρόνου υπηρεσίας τους, στο άρθρο 14 τις μηνιαίες αποδοχές κάθε υπαλλήλου, στο άρθρο 29 παρ.2, όπως τροποποιήθηκε από τότε που ίσχυσε με το άρθρο 3 παρ.3 της ΠΝΠ 16/16-12-2011 Α` 262/16-12-2011), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 4047/2012 (Α 31/23.2.2012) ότι "Σε περίπτωση που από τις ρυθμίσεις των διατάξεων του Κεφαλαίου αυτού προκύπτουν συνολικές μηνιαίες αποδοχές μεγαλύτερες από αυτές που έπαιρναν οι δικαιούχοι τους κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος Κεφαλαίου, η προκαλούμενη αύξηση καταβάλλεται ως εξής: [α)...

β)... γ)...]. Εφόσον προκύπτει μείωση, η οποία είναι μεγαλύτερη κατά ποσοστό του 25% των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, χωρίς στην ανωτέρω σύγκριση να λαμβάνεται υπόψη το ποσό που καταβάλλεται ως επίδομα θέσης ευθύνης, η συνολική μείωση κατανέμεται ως εξής:

α) 25% μείωση επί των αποδοχών που ελάμβαναν οι δικαιούχοι κατά τον τελευταίο μήνα πριν την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, με την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου, β) η υπερβάλλουσα μείωση ισόποσα σε χρονικό διάστημα δύο (2) ετών, το οποίο αρχίζει ένα έτος μετά την έναρξη ισχύος των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου", στο άρθρο 31 και υπό τον τίτλο άρθρου "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", στην παρ.1 ότι: "α) Στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ) που ανήκουν στο κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανώνυμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α` του ν. 3429/2005 (Α` 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ.1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α` 212), με εξαίρεση τα ΝΠΙΔ του ν. 3864/2010 (Α` 119) και άρθρου 1 του ν. 3986/2011 (Α` 152), εφαρμόζεται ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών προσωπικού σύμφωνα με τα οριζόμενα στις επόμενες παραγράφους. [...]".

Στις παρ. 3 και 4 του ίδιου άρθρου, όπως αυτές συμπληρώθηκαν από τις παρ. 3 και 4, αντίστοιχα, του άρθρου 1 της από 31-12-2011 Πράξης Νομοθετικού Περιεχομένου (Α` 268/31-12-2011), η οποία κυρώθηκε με το άρθρο δεύτερο του ν. 4047/2012 (Α` 31) ορίζεται ότι: "3. Για τους εργαζόμενους στους φορείς της υποπαραγράφου 1α με σχέση εργασίας αορίστου ή ορισμένου χρόνου, το ανώτατο όριο των μηνιαίων τακτικών αποδοχών για κάθε εκπαιδευτική κατηγορία ΥΕ, ΔΕ, ΤΕ και ΠΕ ισούται με το αντίστοιχο ανώτατο όριο που προκύπτει κατ` εφαρμογή των διατάξεων του παρόντος Κεφαλαίου για τους υπαλλήλους με αντίστοιχη σχέση εργασίας (ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου) στο Δημόσιο. [...].

Με κοινή απόφαση του Υπουργού Οικονομικών και του αρμόδιου καθ` ύλην Υπουργού μπορεί να εξαιρούνται κλάδοι ή ειδικότητες των φορέων της υποπαραγράφου 1α από τα ανώτατα όρια μηνιαίων τακτικών αποδοχών που προβλέπονται στα προηγούμενα εδάφια της παρούσης παραγράφου, εφόσον, σε κάθε περίπτωση, το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, δεν υπερβαίνει τα όρια που ορίζονται στην επόμενη παράγραφο του παρόντος άρθρου. 4.

Το μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά, εξαιρουμένων των εργοδοτικών εισφορών, των φορέων της υποπαραγράφου 1α του παρόντος άρθρου, απαγορεύεται να υπερβαίνει τα χίλια εννιακόσια (1.900) ευρώ το μήνα. Αν με την εφαρμογή του προηγούμενου εδαφίου προκύπτει μέσο κατά κεφαλή κόστος των πάσης φύσεως αποδοχών, επιδομάτων, αποζημιώσεων και αμοιβών γενικά του πάσης φύσεως προσωπικού του φορέα, μικρότερο του 65% του μέσου κατά κεφαλή αντίστοιχου κόστους του φορέα, όπως αυτό είχε διαμορφωθεί κατά την 31.12.2009, ισχύει ως όριο, το ως άνω όριο του 65%", στην παρ.7 του ιδίου άρθρου (31) ότι "Οι διατάξεις του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 εφαρμόζονται αναλογικά και στους εργαζομένους των φορέων που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του παρόντος άρθρου, εφόσον προκύπτει μείωση των συνολικών μηνιαίων αποδοχών τους μεγαλύτερη από το ποσοστό που ορίζεται στο τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 29" και τέλος στο άρθρο 32 παρ. 4 ότι "Η ισχύς των διατάξεων του παρόντος κεφαλαίου αρχίζει την 1.11.2011".

Με το νόμο αυτό επιχειρήθηκε η διαμόρφωση ενός ενιαίου συστήματος βαθμολογικών προαγωγών και μισθολογικής εξέλιξης του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης, με σκοπό, κατά τα αναφερόμενα στην αιτιολογική έκθεση, αφενός την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και την εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου τον εξορθολογισμό του δημόσιου τομέα, την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, την ανταμοιβή της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, την προσέλκυση ικανού στελεχιακού δυναμικού και την προώθηση των αναπτυξιακών και κοινωνικών προτεραιοτήτων της Χώρας (ΟλΑΠ 1/2021).

Περαιτέρω, ο ν. 4093/2012 "Έγκριση Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016 - Επείγοντα Μέτρα Εφαρμογής του ν. 4046/2012 και του Μεσοπρόθεσμου Πλαισίου Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" (ΦΕΚ Α 222/12.11.2012), στην παράγραφο Γ`, υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου αυτού, υπό τον τίτλο "Μισθολογικές Διατάξεις του Δημοσίου Τομέα", περ. 2 και 12, ορίζει, αντίστοιχα, τα εξής: "2.

Αναστέλλεται μέχρι 31.12.2016, η εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 19 και της περίπτωσης β` του τελευταίου εδαφίου της παρ.2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011 (Α` 226). Οι διατάξεις του προηγούμενου εδαφίου ισχύουν από 31.10.2012" και "12. Οι διατάξεις του Κεφαλαίου Δεύτερου του ν. 4024/2011 που αφορούν το βαθμολογικό και μισθολογικό καθεστώς των υπαλλήλων του άρθρου 4 του ίδιου νόμου, έχουν ανάλογη εφαρμογή, από 1.1.2013, και στο προσωπικό των νομικών προσώπων ιδιωτικού δικαίου (ΝΠΙΔ), που ανήκουν στο Κράτος ή σε ΝΠΔΔ ή σε ΟΤΑ, κατά την έννοια της επίτευξης κρατικού ή δημόσιου ή αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της Διοίκησής τους, συμπεριλαμβανομένων των Γενικών και Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων, ή επιχορηγούνται τακτικά, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, από πόρους των ως άνω φορέων κατά 50% τουλάχιστον του ετήσιου προϋπολογισμού τους, καθώς και των λοιπών δημόσιων επιχειρήσεων, οργανισμών και ανωνύμων εταιριών, που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής των διατάξεων του Κεφαλαίου Α` του ν. 3429/2005 (Α` 314), όπως έχουν τροποποιηθεί με τις διατάξεις της παρ. 1α του άρθρου 1 του ν. 3899/2010 (Α` 212). [...].

Από την έναρξη ισχύος των διατάξεων της παρούσας περίπτωσης, για τους ανωτέρω παύουν να ισχύουν οι διατάξεις του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, εκτός από αυτές της παραγράφου 2". Με τις διατάξεις του νόμου αυτού, προς εφαρμογή του εγκριθέντος με το ν. 4046/2012 δεύτερου Μνημονίου Συνεννόησης, ο νομοθέτης, αφού διαπίστωσε ότι η οικονομική ύφεση συνεχίζεται και ότι η Χώρα εξακολουθεί να έχει συνεχή προβλήματα με τη φορολογική "συμμόρφωση", την είσπραξη ληξιπρόθεσμων οφειλών προς το Κράτος και την προώθηση των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, αποφάσισε να λάβει και πάλι, μεταξύ άλλων, ως άμεσο μέτρο στο πλαίσιο αυτό για την αντιμετώπιση της παρατεταμένης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης, με την επίμαχη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του εν λόγω ν. 4093/2012, την ένταξη από 1-1-2013 του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο, που είχε θεσπιστεί με το ν. 4024/2011.

Το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής "Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013-2016" και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, που αποσκοπεί στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας, όσο και τη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασης, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν κατ` αρχήν τη λήψη μέτρων ρύθμισης μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων, που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση (ΟλΑΠ 2/2023, 1/2021).

Στο πλαίσιο αυτό πρέπει να ληφθεί υπόψη, ότι και τα αναφερόμενα στην περ.12 της παραγράφου Γ` υποπαράγραφο Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 νομικά πρόσωπα λειτουργούν χάριν του δημοσίου συμφέροντος και, λόγω ακριβώς της ουσιαστικής ένταξής τους στον ευρύτερο δημόσιο τομέα και του σκοπού τους, είναι δυνατή, με ειδική νομοθετική πρόβλεψη, η υπαγωγή τους σε καθεστώς μισθολογικών μέτρων, που αποσκοπούν στην αναμόρφωση του συστήματος οικονομικών απολαβών του προσωπικού της δημόσιας διοίκησης (ΟλΑΠ 2/2023, 1/2021).

Εξάλλου, με το ν. 4354/2015, με τον οποίο επαναρρυθμίσθηκαν οι διατάξεις περί μισθολογίου του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, και ειδικότερα με το άρθρο 34, από την έναρξη ισχύος αυτού (1.1.2016) καταργούνται οι διατάξεις των άρθρων 12 έως 25, 28, 29, 30 του ν. 4024/2011, η περ.12 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ. Γ` του άρθρου πρώτου του ν.4093/2012, ενώ στο άρθρο 31 παρ.1 του ν. 4354/2015 (ΦΕΚ Α` 176/16-12-2015), ορίζεται ότι "Στο τέλος της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ.

Γ` του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 (Α` 222), προστίθεται νέο εδάφιο, από τότε που ίσχυσε, ως εξής: Για τους υπαλλήλους των φορέων της περίπτωσης 12, η αναστολή των διατάξεων του πρώτου εδαφίου ισχύει από 1.1.2013". Περαιτέρω, με το άρθρο 1 παρ. 1 και 3 του ν. 1069/1980 "Περί κινήτρων δια την ίδρυση Επιχειρήσεων Υδρεύσεως και Αποχετεύσεως" (Α' 191), όπως ίσχυε πριν από την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 του Ν. 4483/2017 (Α' 107), προβλέφθηκε για την άσκηση των πάσης φύσεως δραστηριοτήτων του κυκλώματος ύδρευσης και αποχέτευσης οικιστικών κέντρων της χώρας (με εξαίρεση τις πόλεις των Αθηνών, Θεσσαλονίκης και Βόλου και των μειζόνων περιοχών τους), η δυνατότητα της σύστασης σε κάθε δήμο ή κοινότητα, κατόπιν απόφασης του οικείου δημοτικού ή κοινοτικού συμβουλίου, ενιαίων επιχειρήσεων ύδρευσης και αποχέτευσης, οι οποίες αποτελούν ίδια νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου (Ν.Π.Ι.Δ.) κοινωφελούς χαρακτήρα, τα οποία διέπονται από τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά από το νόμο, λειτουργούν με τη μορφή δημοτικής ή κοινοτικής επιχείρησης και διέπονται ως προς τη διοίκηση, οργάνωση, εκτέλεση, λειτουργία, συντήρηση των έργων της αρμοδιότητάς τους, καθώς και τις πηγές της χρηματοδότησής τους από τις διατάξεις του νόμου αυτού, εφαρμοζομένων, κατά τα λοιπά, των διατάξεων του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα.

Με το ν. 890/1979 "Περί συστάσεως δημοτικής επιχειρήσεως υδρεύσεως και αποχετεύσεως δήμων και κοινοτήτων μείζονος περιοχής Βόλου (Α' 80) συστάθηκε το αναιρεσείον ΝΠΙΔ, το οποίο, με την παρ. 7α του άρθρου 109 του ν. 3852/2010, η οποία προστέθηκε με το άρθρο 49 παρ.7 του ν. 3943/2011 (Α 66), ορίσθηκε ότι διέπεται από 1.1.2011 ως προς τη λειτουργία του από τις διατάξεις του ν. 1069/1980.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ.1, 7 παρ.1 και 2, 8 παρ.1-3, 10 παρ. 1 και 2, 13 παρ. 1, 17 παρ. 1, 20, 24, 25 παρ. 1 του ν. 1069/1980 και 252 παρ.1παρ. 5, 255 παρ. 1 έως 4, 257 παρ.1, 259 παρ.1 και 276 του Κώδικα Δήμων και Κοινοτήτων, που κυρώθηκε με το ν. 3463/2006, συνάγεται ότι οι Δημοτικές Επιχειρήσεις Ύδρευσης και Αποχέτευσης, ναι μεν χαρακτηρίζονται από τον ιδρυτικό τους νόμο ως νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, δεν αποτελούν, ωστόσο, αυτόνομα νομικά πρόσωπα του ιδιωτικού τομέα, αλλά πρόκειται για ετεροκαθοριζόμενα νομικά πρόσωπα, τα οποία εξυπηρετούν το δημόσιο συμφέρον και παρέχουν δημόσιο - αυτοδιοικητικό σκοπό (ύδρευση - αποχέτευση), τελούν δε σε καθεστώς έντονης εξάρτησης από τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης, στους οποίους ανήκουν και υπάγονται, καθώς:

α) η σύσταση κάθε επιχείρησης λαμβάνει χώρα με απόφαση του οικείου δημοτικού συμβουλίου, β) το διοικητικό συμβούλιο κάθε επιχείρησης ορίζεται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο, γ) ως μέλη του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης διορίζονται εκλεγμένοι δημοτικοί σύμβουλοι, από τους οποίους ο ένας αναγκαστικά προέρχεται από την εκάστοτε μειοψηφία, δ) ο Οργανισμός Εσωτερικής Υπηρεσίας της επιχείρησης εγκρίνεται από τον Υπουργό Εσωτερικών μετά από γνώμη του οικείου δημοτικού συμβουλίου, ε) ο τακτικός οικονομικός έλεγχος της διαχείρισης κάθε επιχείρησης ενεργείται από δύο ορκωτούς λογιστές, που διορίζονται από τον Γενικό Γραμματέα της Περιφέρειας στην αρχή κάθε έτους στ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ασκεί έλεγχο νομιμότητας των αποφάσεων του διοικητικού συμβουλίου για τα σοβαρότερα ζητήματα και συγκεκριμένα για την ψήφιση και κάθε τροποποίηση του προϋπολογισμού της επιχείρησης και του τεχνικού προγράμματος έργων, την αγορά και εκποίηση ακινήτων κτημάτων της επιχείρησης ή την επιβάρυνση αυτών με εμπράγματα δικαιώματα, τη σύναψη δανείων, τις μελέτες, τα έργα και τις προμήθειες, ζ) ο Γενικός Γραμματέας της Περιφέρειας ελέγχει τον ισολογισμό, τον απολογισμό και την έκθεση πεπραγμένων και μπορεί να διατάξει τη διενέργεια έκτακτου διαχειριστικού και ταμειακού ελέγχου από ορκωτούς ελεγκτές, η) οι κανονισμοί λειτουργίας και διαχείρισης, που ψηφίζονται από το διοικητικό συμβούλιο της επιχείρησης, ελέγχονται από το οικείο δημοτικό συμβούλιο και, τέλος, θ) οι αποφάσεις του διοικητικού συμβουλίου της επιχείρησης, αναφορικά με τα χωριστά τιμολόγια ύδρευσης και αποχέτευσης ή τη διαφοροποίηση των εισπραττόμενων τελών, πρέπει να εγκριθούν από το οικείο δημοτικό συμβούλιο.

Συνακόλουθα , από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι η δομή και η οργάνωση, καθώς και η χρηματοδότηση των Δημοτικών Επιχειρήσεων Ύδρευσης και Αποχέτευσης (Δ.Ε.Υ.Α) ταυτίζεται με την έννοια της δημόσιας επιχείρησης. Ως εκ τούτου, οι Δ.Ε.Υ.Α. υπάγονται στο ρυθμιστικό πεδίο των διατάξεων του άρθρου 31 παρ. 1α, 3 και 4 του ν. 4024/2011 και της περίπτωσης 12 της υποπαρ.

Γ1 της παρ. Γ του άρθρου πρώτου ν. 4093/2012, η εφαρμογή των οποίων συνιστά και το αντικείμενο της ένδικης διαφοράς και ειδικότερα συγκαταλέγονται στα νομικά πρόσωπα ιδιωτικού δικαίου, αφού είναι επιχειρήσεις Ο.Τ.Α. ειδικού σκοπού, έχουν κοινωφελή χαρακτήρα παρέχοντας ζωτικής σημασίας για το κοινωνικό σύνολο υπηρεσίες (ύδρευση - αποχέτευση) και πληρούν το κριτήριο που τάσσεται από τους ως άνω μνημονιακούς νόμους, ήτοι ανήκουν σε συγκεκριμένο Ο.Τ.Α. (εν προκειμένω Δήμο Βόλου), κατά την έννοια της επίτευξης αυτοδιοικητικού σκοπού, εποπτείας, διορισμού και ελέγχου της πλειοψηφίας της διοίκησής τους και, ως εκ τούτου, η γενομένη κατ' εφαρμογή τους περαιτέρω μείωση των αποδοχών του προσωπικού τους είναι νόμιμη (ΟλΑΠ 5/2022, ΑΠ 1155/2023, ΑΠ 729/2023, 2884/2022).

Ειδικότερα, από τις προαναφερόμενες διατάξεις προκύπτει, ότι αρχικά, με το ν. 4024/2011, θεσμοθετήθηκε ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο για τους υπαλλήλους του στενού δημόσιου τομέα, το οποίο δεν καταλάμβανε το προσωπικό του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου , όμως με το άρθρο 31 του ίδιου νόμου και υπό τον τίτλο "Αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα", για το ανωτέρω προσωπικό προβλέφθηκε ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλήν κόστους αμοιβών προσωπικού με τη θέσπιση ανωτάτου ορίου μέσου μισθολογικού κόστους ύψους 1.900 ευρώ και με τη θέσπιση ανωτάτου ορίου μηνιαίων τακτικών αποδοχών κάθε εκπαιδευτικής κατηγορίας το αντίστοιχο ανώτατο μηνιαίο όριο της αντίστοιχης εκπαιδευτικής κατηγορίας υπαλλήλων του Δημοσίου, με πρόβλεψη ότι, σε περίπτωση που από την εφαρμογή αυτού του ορίου θα προέκυπτε μείωση αποδοχών ανώτερη του 25%, η πέραν του 25% μείωση θα ήταν σταδιακή, εντός διαστήματος δύο ετών από την πάροδο ενός έτους από την έναρξη ισχύος του ν. 4024/2011, ήτοι από 1.11.2012 έως 1.11.2014, σύμφωνα με το τελευταίο εδάφιο της παρ. 2 του άρθρου 29 του ν. 4024/2011, εφαρμοζόμενο αναλογικώς κατά την παρ.7 του άρθρου 31 του ιδίου νόμου, του οποίου στη συνέχεια η εφαρμογή ανεστάλη αναδρομικά μέχρι 31.12.2016, κατ' εφαρμογή της περ. 2 της παρ.

Γ υποπαρ. Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Κατ` εφαρμογή των διατάξεων αυτών οι αναιρεσίβλητοι, με βάση το προβλεπόμενο ανώτατο όριο μέσου κατά κεφαλήν κόστους αμοιβών, υπέστησαν την 1.11.2011 μειώσεις επί των κατά την 31 Οκτωβρίου 2011 αποδοχών τους, μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, ετεροχρονιζόμενες κατά το τυχόν υπερβάλλον μετά την 31η Δεκεμβρίου 2016.

Ακολούθως, με το ν. 4093/2012, το προσωπικό του αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ υπήχθη από 1.1.2013 στο μισθολόγιο και βαθμολόγιο του στενού δημόσιου τομέα, από το οποίο μέχρι τότε εξαιρείτο. Κατά την ένταξη του προσωπικού του αναιρεσείοντος, από 1.1.2013, στο ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο του ν. 4024/2011 σύμφωνα με την περ.12 υποπ.

Γ1 παρ. Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, διαμορφώθηκαν οι αποδοχές του προσωπικού της με βάση το ενιαίο βαθμολόγιο και μισθολόγιο του ν. 4024/2011 και από την έναρξη ισχύος των διατάξεων αυτών (1.1.2013) έπαυσε η ισχύς των διατάξεων "αναλογικές ρυθμίσεις για νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημοσίου τομέα" του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, ως χωρίς αντικείμενο πλέον, εκτός της παρ. 2 αυτού (που δεν αφορά την κρινόμενη περίπτωση).

Κατά τον προσδιορισμό των αποδοχών, την 1.1.2013, με βάση τις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου, επήλθαν, επί το πλείστον, νέες μειώσεις επί των κατά την 31 Δεκεμβρίου 2012 προκυπτουσών από την εφαρμογή της πρώτης μείωσης αποδοχών και κατ` εφαρμογή των διατάξεων αυτών οι αναιρεσίβλητοι υπήχθησαν σε νέες μειώσεις μέχρι ποσοστού 25% με την ένταξή τους, ετεροχρονιζόμενες μετά την 31 Δεκεμβρίου 2016 κατά τα τυχόν υπερβάλλοντα ποσά.

Κατά τις ανωτέρω διατάξεις και το, με βάση τις οικείες αιτιολογικές εκθέσεις, σκοπό θέσπισής τους, αφενός της άμεσης αντιμετώπισης της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και της εξυγίανσης των δημόσιων οικονομικών και αφετέρου του εξορθολογισμού της δημόσιας διοίκησης, της άρσης των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων και της ανταμοιβής της εργασίας βάσει του παραγόμενου αποτελέσματος, συνάγεται ότι τυγχάνουν εφαρμοστέες δύο μειώσεις, ήτοι μια την 1.11.2011 επί των κατά την 31 Οκτωβρίου 2011 αποδοχών μέχρι ποσοστού 25% αμέσως, με βάση το προβλεπόμενο όριο μέσου κατά κεφαλήν κόστους αμοιβών, ετεροχρονιζόμενη κατά το υπερβάλλον και μια την 1η Ιανουαρίου του 2013 κατά ποσοστό πάλιν μέχρι 25% επί των προκυπτουσών την 31.12.2012 από την εφαρμογή της πρώτης μειώσεως αποδοχών, ετεροχρονιζόμενη, κατά το τυχόν υπερβάλλον, μετά την 31.12.2016 (ΟλΑΠ 2/2023, 1/2021).

Οι ρυθμίσεις αυτές εισήχθησαν, κατά την εκτίμηση του νομοθέτη, για την άμεση αντιμετώπιση της οξείας δημοσιονομικής κρίσης και για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και την άρση των ανισοτήτων στις συνολικές αμοιβές των υπαλλήλων, εν όψει του ότι, παρά τις αρχικές μειώσεις με βάση το άρθ. 31 του ν. 4024/2011, οι μέσες μηνιαίες αποδοχές των απασχολουμένων στις πιο πάνω δημόσιες επιχειρήσεις, οργανισμούς και ανώνυμες εταιρίες, εξακολουθούσαν να υπερτερούν των αντιστοίχων αποδοχών υπαλλήλων του στενού δημόσιου τομέα, στο μισθολόγιο του οποίου όμως εντάχθηκαν από 1.1.2013 και αυτοί, με το άρθρο πρώτο παρ.

Γ υποπαρ. Γ1 περ. 12 του ν. 4093/2012 (ΟλΑΠ 2/2023, 1/2021). Οι προαναφερθείσες ρυθμίσεις είναι συνταγματικά ανεκτές, διότι παρά τη διπλή μείωση των αποδοχών των αναιρεσίβλητων που προκύπτουν από την εφαρμογή τους, το μέτρο αυτό αποτελεί τμήμα ενός ευρύτερου, ολοκληρωμένου προγράμματος δημοσιονομικής προσαρμογής ("Μεσοπρόθεσμο Σχέδιο Δημοσιονομικής Στρατηγικής 2013 - 2016") και προώθησης διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων της ελληνικής οικονομίας, το οποίο αποσκοπεί, τόσο στην κάλυψη των άμεσων οικονομικών αναγκών της Χώρας και την αντιμετώπιση των ιδιαίτερα αυξημένων ελλειμμάτων, περιλαμβανομένων και των ελλειμμάτων που δημιουργούνταν από τη λειτουργία δημοσίων επιχειρήσεων και οργανισμών που λειτουργούν χάριν του κοινωνικού συνόλου, όπως το αναιρεσείον, όσο και στη βελτίωση της μελλοντικής δημοσιονομικής κατάστασής του, δηλαδή στην εξυπηρέτηση σκοπών, που συνιστούν σοβαρούς λόγους δημοσίου συμφέροντος, δυνάμενους να δικαιολογήσουν, κατ` αρχήν, τη λήψη μέτρων περιστολής μισθολογικών δαπανών του Δημοσίου, δεδομένου ότι συνδέεται με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από τη συμμετοχή της Ελληνικής Δημοκρατίας στην Οικονομική και Νομισματική Ένωση.

Επομένως, το επίδικο μέτρο, που συνεπάγεται την περαιτέρω διπλή μείωση των αποδοχών του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα, το οποίο, λόγω της φύσης του, συμβάλλει άμεσα στην περιστολή των δημόσιων δαπανών, δεν παρίσταται απρόσφορο, και μάλιστα προδήλως, για την επίτευξη των επιδιωκόμενων ως άνω σκοπών, ούτε μπορεί να θεωρηθεί ότι δεν ήταν αναγκαίο, δεδομένου ότι με αυτό το μέτρο, το οποίο καταλαμβάνει γενικά όλους τους μισθωτούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, γίνεται προσπάθεια εξοικονόμησης και περιορισμού των διογκωμένων δαπανών του Δημοσίου.

Ακόμη, η εκτίμηση του νομοθέτη, ως προς τα ληπτέα μέτρα για την αντιμετώπιση της διαπιστωθείσας από αυτόν κρίσιμης κατάστασης, υπόκειται σε οριακό δικαστικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2023, 1/2021, ΑΠ 476/2022, πρβλ. ΟλΣτΕ 3372, 3373/2015), δεδομένου ότι ο νομοθέτης απολαμβάνει μεγάλης ελευθερίας επιλογής στη χάραξη της οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής, ιδίως όταν η επιλογή αυτή αναφέρεται σε χορήγηση παροχών και εντάσσεται σε πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής που αποσκοπεί στη δημοσιονομική εξυγίανση, ενόψει των περιορισμένων πόρων του κράτους (Ολ ΑΠ 2/2023, 1/2021).

Περαιτέρω, ενόψει του κατά τα ανωτέρω προκύπτοντος ποσοστού μείωσης των αποδοχών και του λόγου της θέσπισής του, καθώς και του ύψους, στο οποίο είχαν διαμορφωθεί κατά τον κρίσιμο χρόνο οι αποδοχές, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι η κατάργησή τους στερείται, προδήλως, εύλογης βάσης, ούτε ότι η επερχόμενη με αυτήν μείωση των συνολικών αποδοχών θέτει σε διακινδύνευση την αξιοπρεπή διαβίωση των υπαλλήλων (ΟλΑΠ 2/2023, 1/2021, ΟλΣτΕ 1310/2019 σκ.16.) Υπό τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα, με την αμφισβητούμενη διάταξη της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, δεν παραβιάζεται η δίκαιη ισορροπία μεταξύ των απαιτήσεων του γενικού συμφέροντος και της προστασίας των δικαιωμάτων των προαναφερόμενων αναιρεσίβλητων και, συνεπώς, αυτή δεν αντίκειται στην κατοχυρωμένη από το άρθρο 25 παρ.1 του Συντάγματος αρχή της αναλογικότητας ούτε στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ε.Σ.Δ.Α (ΟλΑΠ 2/2023, 1/2021, ΑΠ 2084/2022).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 1 εδ. α` του ΚΠολΔ αναίρεση, επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται εάν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016).

Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΠ 2/2023, 4/2021, 1/2021). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 4/2022, 2/2019, 6/2019).

Τέλος, όταν προβάλλεται αιτίαση και εκτίθενται στο αναιρετήριο με πληρότητα όλα τα αναγκαία περιστατικά, ο Άρειος Πάγος εκτιμώντας το δικόγραφο υπάγει αυτεπαγγέλτως αυτά στον προσήκοντα λόγο αναίρεσης, έστω και αν από τον αναιρεσείοντα δεν γίνεται ή γίνεται εσφαλμένα επίκληση της σχετικής διάταξης από το άρθρο 559 του ΚΠολΔ (ΑΠ 172/2023, 331/2021, 1252/2017 301/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτουν τα εξής : Με την από 29.7.2013 με αριθμ. καταθ. 56/30.7.2013 αγωγή τους, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου, οι ενάγοντες (153 σε αριθμό) και ήδη αναιρεσίβλητοι ισχυρίσθηκαν ότι οι 1ος έως και 151ος από αυτούς εργάζονται με συμβάσεις εξηρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ν.Π.Ι.Δ., ότι αυτοί είναι μέλη των με αύξοντα αριθμό 152ου και 153ου εργατικών επιχειρησιακών σωματείων, ότι δυνάμει των διατάξεων του ν. 4024/2011 οι αποδοχές τους από 1.11.2011 είχαν περικοπεί κατά ποσοστό 25% και ότι δυνάμει της διάταξης της περίπ. 2 της παραγράφου Γ`, υποπαράγραφου Γ1 του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, ανεστάλη η περικοπή της υπερβάλλουσας το ως άνω ποσοστό μείωσης των αποδοχών τους για το χρονικό διάστημα από 31.10.2012 μέχρι 31.12.2016.

Ότι το εναγόμενο, το οποίο δεν υπάγεται στους ΟΤΑ, ούτε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προέβη από 1.1.2013 σε περαιτέρω περικοπές κατά ποσοστό 25% των αποδοχών τους κατά παράβαση της ως άνω διάταξης που ανέστειλε μέχρι 31.12.2016 τις περικοπές των αποδοχών τους. Ότι, άλλως, σε περίπτωση που κριθεί ότι η ως άνω αναστολή των περικοπών τους για το ως άνω χρονικό διάστημα δεν ισχύει ως προς αυτούς, οι περικοπές των αποδοχών τους από το εναγόμενο παραβιάζουν τις συνταγματικές αρχές της ίσης μεταχείρισης και της αναλογικότητας.

Ζητούσαν δε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες τους με την καταβολή των αποδοχών τους, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 31.10.2012. Το Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου, με την υπ'αριθμ. 28/2014 απόφασή του απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή ως αβάσιμη. Κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι άσκησαν την από 14.4.2014 με αριθ.

κατάθ. 97/15.4.2014 έφεσή τους, με την οποία ζητούσαν να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση, κατά το μέρος που έκρινε ότι α) το εναγόμενο ΝΠΙΔ υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, β) οι μηνιαίες αποδοχές τους ως εργαζόμενοι στο εναγόμενο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου, δεν μπορούν, κατ'εφαρμογή του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, να υπερβούν το ποσό των 1.900 ευρώ το μήνα και γ) είναι νόμιμες οι περαιτέρω περικοπές των αποδοχών τους μέχρι ποσοστό 25% από 1.1.2013 λόγω της ένταξής τους στο ενιαίο μισθολόγιο, παραβιάζοντας αυτή (εκκαλουμένη απόφαση) τη διάταξη του άρθρου πρώτου παραγ.

Γ. υποπαραγρ. Γ 1.2 του ν. 4093/2012, βάσει της οποίας η περικοπή της υπερβάλλουσας μείωσης των αποδοχών τους ανεστάλη από 31.10.2012 έως 31.12.2016. Επί της ως άνω έφεσης εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλομένη υπ'αριθμ. 473/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, που δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος τα εξής : "...

Οι 1η έως και τον 151° των εναγόντων εργάζονται, δυνάμει συμβάσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου, ως υπάλληλοι και τεχνικοί στην εναγομένη δημοτική επιχείρηση ύδρευσης και αποχέτευσης του Δήμου Βόλου, που έχει συσταθεί και λειτουργεί σύμφωνα με το νομικό πλαίσιο που έχει ορισθεί από το Ν. 1069/1980, με τις αναφερόμενες ειδικότερα στο εισαγωγικό μέρος της παρούσας ειδικότητες ο καθένας, είναι δε μέλη του 152ου και του 153ου αυτών (εναγόντων), τα οποία με τη σειρά τους τυγχάνουν εργατικά επιχειρησιακά σωματεία, που έχουν συσταθεί και λειτουργούν νόμιμα.

Στις καταβαλλόμενες αποδοχές τους, όπως αυτές προέκυπταν από την εφαρμογή των εκάστοτε επιχειρησιακών συλλογικών συμβάσεων εργασίας, πραγματοποιήθηκαν περικοπές αρχικά σε ποσοστό 7% βάσει του άρθρου 1 του ν.3833/2010 και 3% βάσει του άρθρου 3 του ν.3845/2010, καθώς και περικοπή των Δώρων Χριστουγέννων, Πάσχα και επιδόματος αδείας.

Στη συνέχεια, σύμφωνα με τις επιταγές του άρθρου 31 του ν. 4024/2011, τέθηκε "πλαφόν" στις μηνιαίες αποδοχές των αιτούντων, ως εργαζομένων σε ΝΠ1Δ των ΟΤΑ κοινωφελούς χαρακτήρα, σύμφωνα δε με την παράγραφο 7 του ίδιου άρθρου εφαρμόσθηκε αναλογικά η ρύθμιση του άρθρου 29 του ίδιου νόμου, στο μέτρο που από την εφαρμογή του "πλαφόν" προέκυπτε μείωση μεγαλύτερη του 25% στις μηνιαίες αποδοχές με αποτέλεσμα οι αποδοχές τους να μειωθούν κατά ποσοστό 25% την 1.11.2011.

Ενόψει της ένταξης των εναγόντων στο ενιαίο μισθολόγιο από 1.1.2013, σύμφωνα με τις ως άνω αναφερθείσες διατάξεις του Ν. 4093/2012, εκδόθηκε η με αρ. πρωτ. οικ. 2/85127/0022/22.11.2012 εγκύκλιος της Διεύθυνσης Μισθολογίου της Γενικής Διεύθυνσης Μισθών του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους του Υπουργείου Οικονομικών, στην οποία αναφέρονταν, μεταξύ άλλων, τα κάτωθι (....).

Επομένως, σύμφωνα με την ανωτέρω εγκύκλιο, η αναστολή της υπερβάλλουσας μείωσης για τους εργαζομένους των δημοτικών επιχειρήσεων ισχύει από 1.1.2013, οπότε εντάσσονται στο ενιαίο μισθολόγιο και όχι από 31.10.2012, με την αιτιολογία ότι η διάταξη του άρθρου 29 παρ.2 τελ. εδ. του Ν. 4024/2011 εφαρμοζόταν σε αυτούς έως 31.12.2012 αναλογικά και όχι ευθέως.

Σύμφωνα όμως με όσα εκτέθηκαν στη μείζονα σκέψη της απόφασης, με τις διατάξεις της παρ. 2 Υποπαρ. Π της Παρ. Γ του Ν. 4093/2012 ανεστάλη η ρύθμιση της εφαρμογής της "υπερβάλλουσας μείωσης" από 31.10.2012 έως 31.12.2016, πριν δηλαδή την ημερομηνία που έπρεπε να γίνει η περικοπή του 1/3 της υπερβάλλουσας μείωσης. Η αναστολή αυτή, εφόσον δεν διακρίνεται ειδικότερα, καταλαμβάνει όλους τους εργαζομένους που υπάγονται στο πεδίο εφαρμογής της εν λόγω ρύθμισης, επομένως καταλαμβάνει και τους εργαζομένους των ΔΕΥΑ, στους οποίους έως 31.12.2012 η ως άνω διάταξη εφαρμοζόταν "αναλόγως", ενώ από 1.1.2013 εφαρμόζεται "ευθέως", σύμφωνα με όσα ειδικότερα αναφέρονται ανωτέρω.

Η ερμηνεία που δίνεται με την προαναφερόμενη εγκύκλιο ότι η εν λόγω αναστολή καταλαμβάνει μόνο τους υπαλλήλους του Δημοσίου, των ΝΠΔΔ και των ΟΤΑ είναι αυθαίρετη, αφού στη σχετική διάταξη δεν ορίζεται ότι η αναστολή αφορά ειδικά τις συγκεκριμένες κατηγορίες υπαλλήλων, ούτε τούτο δικαιολογείται από το σκοπό του νομοθέτη, που ήταν να μην υποστούν περαιτέρω μειώσεις οι εργαζόμενοι των οποίων οι αποδοχές είχαν ήδη περικοπεί από 1.11.2011 κατά 25%, πλέον των περικοπών των επιδομάτων εορτών και αδείας.

Συνεπώς η θέση της εναγομένης με βάση την υπ'αριθμ. 2/85127/0022 της 22.11.2012 ερμηνευτική εγκύκλιο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, να αρνείται να εφαρμόσει την ανωτέρω διάταξη περί αναστολής του άρθρου 29 παρ. 2 περ. β του τελ. εδ. του Ν. 4024/2011, με αποτέλεσμα να εντάσσονται από 1.1.2013 στο ενιαίο μισθολόγιο οι ενάγοντες με περαιτέρω περικοπές κατά 25% των αποδοχών τους, συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή και είναι παράνομη, αντικείμενη ευθέως στη διατύπωση του νόμου και δη της διάταξης του άρθρου πρώτου παραγράφου Γ υποπαραγράφου Γ. 1.2.

του Ν. 4093/2012, με την οποία ανεστάλη από 31.10.2012 έως 31.12.2016 η εφαρμογή της διάταξης άρθρου 29 παρ. 2 περ. β του τελ. εδ. του Ν. 4024/2011, περαιτέρω περικοπής της υπερβάλλουσας μείωσης επί καταβαλλόμενων αποδοχών τους....". Κατόπιν των ως άνω παραδοχών το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσία την από 14.4.2014 με αριθμ.

καταθ. 97/15.4.2014 έφεση των εναγόντων, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση κράτησε την υπόθεση, έκανε δεκτή την αγωγή ως κατ'ουσία βάσιμη ως προς την κυρία βάση της και υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται τις υπηρεσίες των εναγόντων με την καταβολή των αποδοχών τους, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί στις 31.10.2012. Με την κρίση του αυτή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, δεχόμενο, κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές του, ότι οι, εκ μέρους του εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου, περαιτέρω περικοπές των αποδοχών των εναγόντων και ήδη αναιρεσίβλητων, λόγω της ένταξής του από 1.1.2013 στο ενιαίο μισθολόγιο είναι παράνομη με την αιτιολογία ότι αντίκειται στη διάταξη της περίπτωσης 2 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012 , παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη, καθώς και τις διατάξεις των άρθρων 29 παρ.2 τελευταίο εδάφιο του ν. 4024/2011 και της περίπτωσης 12 της υποπαραγράφου Γ1 της παρ.

Γ` του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012. Τούτο, διότι, κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή των προαναφερόμενων διατάξεων, με την ένταξη του προσωπικού του αναιρεσείοντος ΝΠΙΔ (που ως δημοτική επιχείρηση υπάγεται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα), στις διατάξεις του ενιαίου μισθολογίου και βαθμολογίου του ν. 4024/2011 (Κεφάλαιο δεύτερο αυτού άρθρο 4 επ.) από 1.1.2013 οι αποδοχές των αναιρεσίβλητων προσδιορίστηκαν με βάση τις διατάξεις αυτές (ενιαίου μισθολογίου και βαθμολογίου) και σε σχέση με τις προκύπτουσες αποδοχές της 31.12.2012, όπως αυτές είχαν διαμορφωθεί από την εφαρμογή την 1.11.2011 της πρώτης μείωσης μέχρι ποσοστού 25% με βάση το προβλεπόμενο όριο μέσου κατά κεφαλή κόστους αμοιβών (άρθρο 31 του ν. 4024/2011) , την 1.1.2013 υπήχθησαν περαιτέρω σε μείωση, λόγω της ως άνω ένταξής τους, κατά ποσοστό μέχρι 25%, ετεροχρονιζόμενη κατά το τυχόν υπερβάλλον μετά την 31.12.2016.

Οι επίμαχες διατάξεις είναι, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, συνταγματικά ανεκτές, καθόσον μ` αυτές ο νομοθέτης προέβη στην ένταξη του προσωπικού του ευρύτερου δημόσιου τομέα στο νέο μισθολόγιο, ως άμεσο μέτρο για τον εξορθολογισμό της δημόσιας διοίκησης και την αντιμετώπιση της, κατά την εκτίμησή του, συνεχιζόμενης οικονομικής και δημοσιονομικής κρίσης.

Κατά συνέπεια, ο μοναδικός λόγος αναίρεσης, εκτιμώμενος από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ως εκ του αποδιδόμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικού σφάλματος περί παραβίασης με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων α) της περ. 2 της υποπαραγράφου Γ1 της παραγράφου Γ του άρθρου πρώτου του ν. 4093/2012, β) των άρθρων 29 παρ. 2 και 31 του ν. 4024/2011, γ) της περ. 12 της υποπαραγράφου Γ.1 της παραγράφου Γ του ν. 4093/2012, είναι βάσιμος.

Πρέπει, λοιπόν, κατά παραδοχή αυτού, να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς τους λοιπούς αναιρεσίβλητους, πλην αυτών ως προς τους οποίους διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης. Ενόψει δε του ότι η υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος δεν χρειάζεται περαιτέρω διευκρίνιση, καθόσον τα γενόμενα δεκτά από το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο πραγματικά περιστατικά είχαν ακριβώς επικαλεσθεί και οι ενάγοντες για τη νομική θεμελίωση της κυρίας βάσης της αγωγής τους (δεδομένου ότι η απορριφθείσα πρωτοδίκως επικουρική βάση της αγωγής τους περί παραβίασης της αρχής της ίσης μεταχείρισης και της αναλογικότητας δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο με λόγο έφεσης των εναγόντων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση του δικογράφου αυτής) , πρέπει, κατ' εφαρμογή του άρθρου 580 παρ. 3 εδαφ.

α του ΚΠολΔ, να κρατηθεί αυτή, να δικασθεί από το παρόν αναιρετικό τμήμα και να απορριφθεί η από 29.7.2013 αγωγή ως προς την κυρία βάση της ως μη νόμιμη ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, πλην των α) 10ου ενάγοντα-10ου αναιρεσίβλητου Μ. Β. με φερόμενους κληρονόμους του τους Α. Β., Α. Β., Χ. Β. και Μ. Β.-Σ., 12ου ενάγοντα-12ου αναιρεσίβλητου Α.

Β. με φερόμενους κληρονόμους τους καθών η κλήση 12η (υπό στοιχ.α) Μ. Κ., 12ο (υπό στοιχ.β) Α. Β. και 12η (υπό στοιχ.γ) Γ. Β., 109ου ενάγοντα-109ου αναιρεσίβλητου Σ. Π. με φερόμενους κληρονόμους τους καθών η κλήση 107η (υπό στοιχ.α) Β. Τ., 107ο (υπό στοιχ.β) Γ. Π. και (υπό στοιχ.γ) Θ. Π., και 134ου ενάγοντα-134ου αναιρεσίβλητου Α. Τ. με φερόμενες κληρονόμους τις καθών η κλήση 132η (υπό στοιχ.α) Χ.

Γ., 132η (υπό στοιχ.β) Π. Τ. και 132η (υπό στοιχ.γ) Ρ.-Β. Τ., ως προς τους οποίους διατάσσεται η επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, και β) 88ου ενάγοντα - 88ου αναιρεσίβλητου Κ. Μ. και 89ου ενάγοντα-89ου αναιρεσίβλητου Π. Μ. ως προς τους οποίους με την υπ'αριθμ. 1487/2019 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου απορρίφθηκε η αίτηση αναίρεσης Τέλος τα δικαστικά έξοδα για όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας πρέπει να συμψηφιστούν μεταξύ των διαδίκων (άρθρα 179, 183 ΚΠολΔ), λόγω του ότι η ερμηνεία των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου ήταν ιδιαίτερα δυσχερής, γεγονός που αποδεικνύεται και από το ότι τα ανωτέρω νομικά ζητήματα ετέθησαν και στην Ολομέλεια του Αρείου Πάγου και επιλύθηκαν με την υπ' αριθμ. 1/2021 απόφασή του.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς τους απολιπόμενους α) 10ο καθού η κλήση-10ο αναιρεσίβλητο Μ. Β., με φερόμενους κληρονόμους του τους Α. Β., Α. Β., Χ. Β. και Μ. Β.-Σ., β) 12η (υπό στοιχ.α) καθής η κλήση Μ. Κ., 12ο (υπό στοιχ.β) καθού η κλήση Α. Β. και 12η (υπό στοιχ.γ) καθής η κλήση Γ. Β., φερόμενους ως κληρονόμους του 12ου αναιρεσίβλητου Α. Β., γ) 107η (υπό στοιχ.α) καθής η κλήση Β. Τ., 107ο (υπό στοιχ.β) καθού η κλήση Γ. Π. και 107ο (υπό στοιχ.γ) καθού η κλήση Θ. Π., φερόμενους ως κληρονόμους του 109ου αναιρεσίβλητου Σ. Π., δ) 132η (υπό στοιχ.α) καθής η κλήση Χ. Γ., 132η (υπό στοιχ.β) καθής η κλήση Π. Τ. και 132η (υπό στοιχ.γ) καθής η κλήση Ρ.-Β. Τ., φερόμενες ως κληρονόμους του 134ου αναιρεσίβλητου Α. Τ. και την επανάληψη της συζήτησης, ως προς αυτούς, προκειμένου να προσκομισθούν με επιμέλεια του καλούντος-αναιρεσείοντος τα αναφερόμενα στο σκεπτικό δημόσια έγγραφα.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 473/2015 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας ως προς τους λοιπούς καθών η κλήση-αναιρεσίβλητους Κρατεί και δικάζει την υπόθεση.

Απορρίπτει την από 29.7.2013 και με αριθμό κατάθεσης 56/30.7.2013 αγωγή ως προς την κυρία βάση της, ως προς τους λοιπούς ενάγοντες, πλην του 10ου ενάγοντα Μ. Β., του 12ου ενάγοντα Α. Β., του 88ου ενάγοντα Κ. Μ., του 89ου ενάγοντα Π. Μ., του 109ου ενάγοντα Σ. Π. και του 134ου ενάγοντα Α. Τ.. Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων τα δικαστικά έξοδα τόσο για την παρούσα αναιρετική δίκη όσο και για τους δυο βαθμούς δικαιοδοσίας.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ