Supreme Court allows appeal against civil judgment due to failure to consider relevant prior criminal acquittal.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece allowed the appeal against the Third Instance Court's final decision, finding it inadmissible for procedural reasons but partially admissible on merits. The appellant argued that the lower court failed to consider a prior final criminal judgment acquitting the defendant of perjury and defamation, which were central to the civil claim. The Court ruled that this omission created a significant doubt regarding the evidence assessment and thus the appeal was admissible, ordering a retrial by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 569, 577, 580, 495, 106, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court must admit an appeal if the lower court failed to consider a relevant prior final judgment that could have influenced the assessment of evidence, necessitating a retrial by a different panel.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 862 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 862/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 6 Δεκεμβρίου 2021, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Καλαϊτζίδη και κατέθεσε προτάσεις, 2) Π. Μ. του Κ., 3) Α. Μ. του Κ., οι οποίοι παραστάθηκαν μετά του πληρεξουσίου δικηγόρου τους Νικολάου Καλαϊτζίδη και κατέθεσαν προτάσεις Του αναιρεσιβλήτου: Θ. G. Κ. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Κωνσταντίνα Μπιθέλη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17/4/2007 αγωγή και την από 4/4/2008 ανακοίνωση δίκης - προσεπίκληση σε παρέμβαση και παρεμπίπτουσα αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων καθώς και τις από 11/7/2007 (2) αγωγές του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1315/2010 μη οριστική και 661/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και η 6825/2019 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/6/2020 αίτησή τους και τους από 18/8/2021 πρόσθετους λόγους αυτής.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 10-6-2020 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 3197/2020, ΕΑΚ 378/2020, Αριθ. Δικ 621/2020), προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 6825/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε επί της από 8-7-2016 έφεσης του ήδη αναιρεσίβλητου κατά της 661/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1). Επίσης είναι παραδεκτοί και οι από 18-8-2021 πρόσθετοι λόγοι αυτής, οι οποίοι ασκήθηκαν με ιδιαίτερο δικόγραφο, που κατατέθηκε στις 26-10-2021 (αριθ. έκθ. Κατάθ. 118/2021) και επιδόθηκε νόμιμα στον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, τριάντα και πλέον πλήρεις ημέρες πριν από την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (6-12-2021), που ορίστηκε για τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης (βλ. τις με αριθμούς 2149 και 2153/29-10-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Πειραιώς, με έδρα στο Πρωτοδικείο Πειραιώς, Δημητρίου Αντωνάκου).
Συνεπώς, η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής πρέπει να συνεκδικασθούν, αφού είναι συναφείς, αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, μαζί με την αίτηση (ΑΠ 304/2020, ΑΠ 894/2018) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του αριθμού 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, συντρέχει λόγος αναίρεσης, αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 106, 335, 338-340 και 346 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, για να σχηματίσει δικανική πεποίθηση για τη βασιμότητα των πραγματικών ισχυρισμών των διαδίκων, που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν νόμιμα, είτε για άμεση απόδειξη είτε για συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκλησή τους από το διάδικο (ΟλΑΠ 23/2008, ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 14/2005, ΑΠ 688/2019).
Δεν απαιτείται να γίνεται ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα ή η παράθεση ποίων αποδεικτικών μέσων χρησιμοποιήθηκαν για άμεση ή έμμεση απόδειξη ή ο καθορισμός της βαρύτητας που αποδόθηκε στο καθένα από αυτά ή της σχέσης και της επιρροής του καθενός από αυτά στα προς απόδειξη θέματα ή της σχέσης και της επιρροής του καθενός από αυτά στα προς απόδειξη θέματα, ενώ, από την αναφορά μερικών, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαίως ότι τα λοιπά αποδεικτικά μέσα δεν εκτιμήθηκαν (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 500/2019).
Αρκεί, λοιπόν, κατ' αρχήν, να αναφέρεται στην απόφαση γενικώς το είδος του αποδεικτικού μέσου, εφόσον από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες αιτιολογίες της απόφασης, προκύπτει αναμφίβολα η λήψη υπόψη του αποδεικτικού μέσου. Πάντως, η γενική αυτή αναφορά της λήψης υπόψη όλων των αποδείξεων που, με επίκληση, προσκομίστηκαν δεν αποκλείει την ίδρυση του πιο πάνω λόγου αναίρεσης για κάποιο αποδεικτικό μέσο, αν αυτό έχει ουσιώδη σημασία στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 964/2020, ΑΠ 1203/2013, ΑΠ 847/2011), δηλαδή, ιδιαίτερη αποδεικτική βαρύτητα και το περιεχόμενό του είναι αντίθετο προς το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου, το δε αποδεικτικό αυτό μέσο (κυρίως έγγραφο) δεν αντικρούεται ούτε σχολιάζεται στην απόφαση (ΑΠ 970/2017, ΑΠ 1700/2011, ΑΠ 507/2010).
Ειδικώς, η αμετάκλητη αθωωτική απόφαση ναι μεν δεν συνεπάγεται αυτόματα την απαλλαγή του αθωωθέντος από την αστική ευθύνη, ακόμη και αν ταυτίζονται τα πραγματικά περιστατικά της αστικής δίκης με αυτά της προηγηθείσας ποινικής τοιαύτης, το πολιτικό δικαστήριο, όμως, έχει υποχρέωση, να συνεκτιμήσει την αμετάκλητη αθωωτική απόφαση, λόγω της σοβαρότητας του αποδεικτικού αυτού στοιχείου και να την αξιολογήσει, ως ισχυρό τεκμήριο, χωρίς να διαλαμβάνει κρίσεις που να σχετίζονται με το ποινικό αδίκημα ή να προβαίνει σε οποιαδήποτε ερμηνεία ως προς τους λόγους απαλλαγής του κατηγορουμένου, ώστε να ανακύπτει ζήτημα αμφισβητήσεως της ορθότητας της απαλλακτικής απόφασης (ΟλΑΠ 4/2020, ΑΠ 964/2020, ΑΠ 68/2020, ΑΠ 365/2019, ΑΠ 125/2018, ΑΠ 808/2017, ΑΠ 806/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια. Συγκεκριμένα, υποστηρίζουν ότι το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος περί κρίσιμων πραγματικών περιστατικών δεν έλαβε υπ` όψη του, άλλως, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι έλαβε υπ` όψη του και συνεκτίμησε, πλέον των άλλων και την 5647/26-7-2018 αμετάκλητη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Αθηνών, την οποία, προκειμένου να αποκρούσουν τους λόγους της από 8-7-2016 έφεσης του αναιρεσίβλητου κατά της 661/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, προσκόμισαν με επίκληση στις από 5-3-2019 προτάσεις της δευτεροβάθμιας δίκης, δεδομένου ότι αυτή δημοσιεύθηκε μετά τη συζήτηση στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο (527 παρ. 2 ΚΠολΔ), με την οποία ο δεύτερος αναιρεσείων, Π.
Μ., κηρύχθηκε αθώος των πράξεων της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, της ψευδορκίας κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, με βάση τα ίδια πραγματικά περιστατικά, τα οποία (οι αναιρεσείοντες) αποδίδουν στον ήδη αναιρεσίβλητο για να θεμελιώσουν την, λόγω της υπαιτιότητάς του, αξίωσή τους προς χρηματική ικανοποίηση της ηθικής τους βλάβης στην παρούσα πολιτική δίκη.
Από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο, διέλαβε τα εξής: ["Από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του Πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου και του Δικαστηρίου τούτου και περιέχονται στα υπ' αρ. 1315/12-11-2009 και στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασής τους, αντίστοιχα, από τα έγγραφα που νομίμως προσκομίζουν μετ' επικλήσεως οι διάδικοι, τα οποία εκτιμώνται είτε αυτοτελώς προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, από τις προσκομιζόμενες μετ' επικλήσεως από τον διάδικο Θ.
Κ., υπ' αριθ. 734, 735, 736 και 737/2011 ένορκες βεβαιώσεις, ληφθείσες ενώπιον της Ειρηνοδίκου Αμαρουσίου, κατόπιν νομίμου και εμπροθέσμου κλητεύσεως των αντιδίκων του, οι οποίες όμως δεν λαμβάνονται υπόψη ως ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, αλλά για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, καθ' όσον αυτές ελήφθησαν όχι για να χρησιμοποιηθούν στην δίκη αυτή, αλλά ενόψει της εκδικάσεως της με αρ.
κατ. 2222/2011 αγωγής του Θ. Κ., επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 2907/2011 μη οριστική απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: Η εταιρεία με την επωνυμία "..." (ενάγουσα - εναγομένη) εδρεύει στην ... και δραστηριοποιείται στην παραγωγή οινικών προϊόντων, διατηρεί δε, υποκατάστημα στο ..., όπως έχει εγκαταστήσει το εργοστάσιο παραγωγής οίνου.
Νόμιμος εκπρόσωπος και διαχειριστής της είναι ο Π. Μ. (ενάγων - εναγόμενος)... Ο Θ. Κ. (εναγόμενος - ενάγων) τυγχάνει παραγωγός οινικών προϊόντων ... Τέλος Φεβρουαρίου - αρχές Μαρτίου 2007, ο Θ. Κ., με τη μεσολάβηση του Ε. Α. (ο οποίος είναι μεσίτης και ενεργούσε κατ' εντολή και για λογαριασμό της άνω εταιρείας "……..") συνήψε προφορική συμφωνία με τον Π.
Μ., ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της άνω εταιρείας, δυνάμει της οποίας συμφωνήθηκε να πωλήσει ο Θ. Κ. στην ανωτέρω εταιρεία, οινικά προϊόντα παραγωγής του από οινοποιήσιμες ποικιλίες αμπελώνων του, περιοχής Νέας Περάμου Καβάλας και συγκεκριμένα να πωλήσει στην άνω εταιρεία οίνο ξηρό επιτραπέζιο λευκό και ερυθμό και ειδικότερα να της πωλήσει 61.260 κιλά οίνο ερυθρό και 88.550 κιλά οίνο λευκό, αντί συμφωνηθείσης τιμής 0,40 ανά κιλό, ήτοι συνολικής αξίας 71.309,80 ευρώ.
Με βάση την άνω συμφωνία τους η παραλαβή του οίνου από τις εγκαταστάσεις του Θ. Κ. (στη Νέα Πέραμο Καβάλας) και η μεταφορά του στις εγκαταστάσεις της άνω εταιρείας (5ο χλμ της οδού Ελευσίνας - Δερβενοχωρίων - Μαγούλα Αττικής), θα γινόταν με μεταφορικά μέσα της άνω αγοράστριας εταιρείας και αυτή θα κατέβαλε μετά την παραλαβή του προϊόντος και την έκδοση των σχετικών τιμολογίων, τοις μετρητοίς, το συμφωνηθέν τίμημα στον πωλητή Θ.
Κ.. Πράγματι ο Θ. Κ. παρέδωσε τις συμφωνηθείσες ποσότητες οίνου προς μεταφορά στις εγκαταστάσεις της άνω εταιρείας και ειδικότερα, κατ' εντολή του Π. Μ., ενεργούντος για λογαριασμό της άνω εταιρείας, την παραλαβή και μεταφορά του οίνου ανέλαβε και πραγματοποίησε ο Δ. Χ. (που εκτελούσε διεθνείς μεταφορές) με δικά του βυτιοφόρα και με δαπάνες της ανωτέρω εταιρείας, ο δε Θ.
Κ. εξέδωσε για την μεταφορά των εν λόγω προϊόντων, τα υπ' αρ. 180, 181/2-3-2007, 182/3-3-2007, 183/5-3-2007 και 184/7-3-2007 δελτία αποστολής για αμπελοοινικά προϊόντα, η δε φόρτωση αυτών από τις εγκαταστάσεις της επιχείρησής του έγινε παρουσία οργάνων της Ελεγκτικής Αρχής (Δ/νσης Αγροτικής Ανάπτυξης Ν. Καβάλας), τα οποία σφράγισαν και θεώρησαν τα ανωτέρω δελτία αποστολής μετά τον ποσοτικό και ποιοτικό έλεγχο που διενήργησαν.
Ο άνω μεταφορέας εξέδωσε τα υπ' αρ. ... τιμολόγια παροχής υπηρεσιών (για δαπάνες μεταφοράς). Ο Θ. Κ. εξέδωσε τα τιμολόγια πώλησης με αρ. ..., με αγοράστρια την άνω ΟΕ, ποσού 29.160 ευρώ το πρώτο (25.504 + 4.656 ΦΠΑ 19%) και 42.149,80 ευρώ το δεύτερο (35.420 + 6.729,80 ΦΠΑ), συνολικού ποσού 71.309,80 ευρώ, τα οποία μετά διήμερο περίπου προσκόμισε στον Π.
Μ., ο οποίος αρνήθηκε να τα παραλάβει και να εξοφλήσει το τίμημα των προϊόντων, απαιτώντας να εκδοθούν αυτά με παραλήπτη - αγοραστή, την εταιρεία "...", με την οποία ο άνω πωλητής ουδέποτε συμφώνησε να της πωλήσει τα άνω προϊόντα και ουδέν στοιχείο γνώριζε γι' αυτήν και γι' αυτό, αυτός αρνήθηκε να πράξει τούτου, πλην όμως, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις του προς την άνω εταιρεία για να του πληρώσει το τίμημα των πωληθέντων προϊόντων, αυτή, δια του Π.
Μ., αρνείτο. Τότε ο Θ. Κ. κοινοποίησε στην άνω εταιρεία, την από 28-3-2007 εξώδικη διαμαρτυρία - προσφορά τιμολογίων - πρόσκληση και δήλωση, στην οποία είχε ενσωματώσει τα ανωτέρω πέντε δελτία αποστολής και δύο τιμολόγια, δια της οποίας διαμαρτυρόταν εγγράφως για τη μη πληρωμή του τιμήματος των προϊόντων και την προσκαλούσε να προβεί στην παραλαβή των τιμολογίων, στην εξόφληση του οφειλομένου ποσού ...
Την άνω εξώδικη, ο Θ. Κ., κοινοποίησε στην Δ.Ο.Υ. Ελευσίνας και στην Δ/νση Αγροτικής Ανάπτυξης Δ. Αττικής. Κατόπιν τούτου, η ανωτέρω εταιρεία και ο Π. Μ. κοινοποίησαν στον Θ. Κ., την από 3-4-2007 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση, με την οποία η πρώτη εξ αυτών αρνήθηκε ότι υπήρξε μεταξύ τους συμφωνία πώλησης των άνω προϊόντων και ότι παρέλαβε αυτά, αποδεχόμενη μόνο την αποθήκευσή τους σε δικές της δεξαμενές, ισχυριζόμενη επιπροσθέτως: 1) ότι αγοράστρια αυτών ήταν η εταιρεία "..." (χωρίς να αναφέρει άλλα στοιχεία γι' αυτήν, παρά μόνο ότι εκπρόσωπός της ήταν ο Κ.
Π.), στην οποία δήθεν αυτή είχε εκμισθώσει δυνάμει του από 2-3-2007 τέσσερις δεξαμενές, γεγονός - που κατά τους ισχυρισμούς της - γνώριζε ο Θ. Κ., καθόσον για την πώληση των προϊόντων προς την "..." είχε μεσολαβήσει ο μεσίτης Ε. Α., ο οποίος με αποστολή φαξ προς αυτόν (Θ. Κ.) παρήγγειλε για λογαριασμό της τελευταίας (εταιρείας) διάφορες ποσότητες οίνου, ότι εν συνεχεία η εν λόγω εταιρεία επιβεβαίωσε και επανέλαβε την παραγγελία αυτή με αποστολή δικών της φαξ και ότι αυτός (Θ.
Κ.ς) αποδέχθηκε την συμφωνία αυτή τόσο με τον μεσολαβούντα μεσίτη, όσο και με τον εκπρόσωπο της αγοράστριας εταιρείας (Κ. Π.), 2) ότι αυτή ουδέποτε παρέλαβε ή αποδέχθηκε δελτία αποστολής από αυτόν, φορτωτικές του μεταφορέα Δ. Χ., ούτε υπέγραψαν οποιοδήποτε παραστατικό και ότι οι υπογραφές παραλαβόντος που εμφανίζονται στα συγκοινοποιηθέντα δελτία Αποστολής, είναι πλαστές, 3) ότι μετά την κοινοποίηση προς αυτήν της εξωδίκου δηλώσεως του Θ.
Κ., αυτή συνεννοήθηκε με την "..." και τον άνω μεσίτη και προέκυψε ότι τα δελτία Αποστολής που αυτός (...) της συγκοινοποίησε, την αναφέρουν ως παραλήπτρια για να την εκβιάσουν και να πληρώσει το τίμημα των προϊόντων άνευ νομίμου αιτίας [ενώ τα δελτία αποστολής που αυτός (...) είχε αρχικώς εκδώσει και παραδώσει στην πραγματική αγοράστρια, εμφανίζουν ως παραλήπτρια αυτήν], ότι ο Θ.
Κ., εν συνεχεία, προέβη σε πλαστογραφία αυτών ως προς το όνομα της παραλήπτριας και ότι πλαστογράφησε τα άνω δελτία αποστολής και ως προς τους αριθμούς τους, 4) ότι επιπροσθέτως ο ..., εξέδωσε στο όνομά της, τα δύο τιμολόγια πώλησης με σβησμένους τους αριθμούς τους, για να την εκβιάσει και να της αποσπάσει αχρεώστητα το ποσό των 71.309,80 ευρώ, 5) ότι ο Χ.
ουδέποτε έλαβε απ' αυτήν εντολή για μεταφορά των άνω προϊόντων, ότι στην φορτωτική που εξέδωσε ο Χ. αναφέρει ως παραλήπτρια - αγοράστρια την "..." και, όπως τους είπε αυτός, στα υπ' αρ. 373 έως 376 τιμολόγια παροχής υπηρεσιών που εξέδωσε αναγράφει ότι ο πελάτης του (εντολέας του) είναι ο Θ. Κ. και όχι η "...", 6) ότι αυτός (Θ.
Κ.ς), όπως αποδεικνύεται από έγγραφα προέβη σε πλαστογραφία κατά συρροή, προκειμένου να την εκβιάσει για να του καταβάλει το άνω ποσό. Επίσης, η εταιρεία "..." δια του Π. Μ. κατέθεσε την υπ' αρ. 7144/10-4-07 αναφορά της προς την Δ/νση Αγροτικής Ανάπτυξης Δ. Αττικής και την υπ' αρ. 06/3660/26-4-07 αναφορά της προς την Δ/νση Αγροτικής Ανάπτυξης Ν.
Καβάλας, στις οποίες επαναλαμβάνει το περιεχόμενο της άνω εξωδίκου δηλώσεώς της. Όμως, το περιεχόμενο των άνω, εξωδίκου δηλώσεως και αναφορών, ήταν ψευδές και συκοφαντικό για τον Θ. Κ., ο δε Π. Μ. τελούσε εν γνώσει της αναλήθειας του περιεχομένου τους και σκόπευε με αυτόν τον τρόπο, όχι μόνο να προσβάλει παράνομα και υπαιτίως την τιμή, την υπόληψη και την προσωπικότητα του Θ.
Κ. (η οποία και προσεβλήθη, καθόσον έλαβαν γνώση του περιεχομένου οι υπάλληλοι των άνω υπηρεσιών και ο Δικαστικός Επιμελητής που κοινοποίησε την εξώδικη δήλωση, αλλά και να αποφύγει δολίως την εξόφληση των άνω τιμολογίων πώλησης οινικών προϊόντων προς την εταιρεία "..." και να ιδιοποιηθεί αυτός και η εν λόγω εταιρεία του, το τίμημα των πωληθέντων σ' αυτήν προϊόντων.
Μάλιστα αυτός, προκειμένου να επιτύχει το σκοπό του αυτό προέβη σε πλείστες παράνομες ενέργειες και συγκεκριμένα, υπό την ως άνω ιδιότητά του: α) κατήρτισε πλαστό ιδιωτικό συμφωνητικό μισθώσεως, το οποίο κατέθεσε στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. με ημερομηνία 2-3-07, στο οποίο εμφανίζεται η άνω εταιρεία του ως εκμισθώτρια τεσσάρων δεξαμενών στις εγκαταστάσεις της με μισθώτρια αυτών την εταιρεία "...", για λογαριασμό της οποίας φέρεται ότι το υπογράφει ο Κ.
Π., ως εκπρόσωπός της, πλην όμως η υπογραφή αυτού είναι πλαστή και επιπροσθέτως αυτός δεν ήταν νόμιμος εκπρόσωπος της άνω εταιρείας (ήταν η Μ. Σ.) και ο ίδιος, εξεταζόμενος ενώπιον της 7ης ανακρίτριας (κατόπιν μηνύσεως του Π. Μ.) με το από 25-5-2016 υπόμνημά του ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε είχε συναλλαγές με τον Κ.
και ότι ουδέποτε υπέγραψε το άνω συμφωνητικό. Β) ενόθευσε τα υπ' αριθ. 180, 181/2-3-07 και 182/3-3-2007 δελτία αποστολής των άνω προϊόντων, τα οποία είχε εκδώσει ο Θ. Κ. και συγκεκριμένα στο ροζ και λευκό στέλεχος αυτών, διέγραψε με μελάνη την λέξη "...", που είχε αναγραφεί επ' αυτών στη θέση "αγοράστρια" και στην ίδια θέση ανέγραψε "ως αγοράστρια" και παραλήπτρια αυτών την εταιρεία "...".
Σημειωτέον ότι αυτός είχε παρακρατήσει τα ροζ στελέχη των άνω δελτίων αποστολής, τα οποία του είχε παραδώσει ο μεταφορέας των άνω προϊόντων Δ. Χ. και τα οποία έπρεπε και υποχρεούτο να επιστρέφει μέσω του άνω μεταφορέα στον Θ. Κ., ο δε σκοπός της ενέργειάς του αυτής ήταν το ότι αυτός προετίθετο να νοθεύσει αυτά, όπως και έπραξε.
Κατ' αυτόν τον τρόπο ο ανωτέρω εσκόπευε να παραπλανήσει τις αρχές, ότι αγοράστρια των οινικών προϊόντων, τα οποία αποθηκεύτηκαν στις άνω δεξαμενές, δεν ήταν η υπό αυτού εκπροσωπούμενη εταιρεία, αλλά η εταιρεία "..." και έτσι η μεν Δ/νση Αγροτικής Ανάπτυξης Δ. Αττικής, να μην προβεί στην βεβαίωση των προβλεπομένων στο Ν. 884/2001 κυρώσεων για την εταιρεία του, η δε Δ.Ο.Υ.
Ελευσίνας να μην επιβάλλει εις βάρος της εταιρείας του πρόστιμα για την μη καταχώρηση των τιμολογίων στα τηρούμενα από αυτήν βιβλία, τη μη κατάθεση δηλώσεων και μη καταβολή του αναλογούντος ΦΠΑ, σε κάθε δε περίπτωση, εσκόπευε να κατασκευάσει αποδεικτικά μέσα, ούτως ώστε να τα επικαλεσθεί και να τα αντιτάξει απέναντι στις αξιώσεις που θα προέβαλε ο Θ.
Κ. για την καταβολή του τιμήματος των προϊόντων και να μην καταβάλει αυτό, όπως άλλωστε και δεν το κατέβαλε, επικαλούμενος τα άνω κατασκευασθέντα "αποδεικτικά μέσα". Βέβαια, το υπ' αρ. 793/2012 αμετάκλητο βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών αποφάνθηκε να μη γίνει κατηγορία εις βάρος του Π. Μ. για τις αξιόποινες πράξεις, για τις οποίες είχε υποβάλει εναντίον του μήνυση ο Θ.
Κ. και δη για: α) πλαστογραφία των άνω δελτίων αποστολής μετά χρήσεως κατ' εξακολούθηση, β) απάτη, γ) συκοφαντική δυσφήμηση κατ' εξακολούθηση και δ) ψευδή καταμήνυση. Όμως, μετά την έκδοση του άνω βουλεύματος και κατόπιν μηνύσεως που υπέβαλε ο Π. Μ. κατά του Θ. Κ. κλπ, διενεργήθηκε κύρια ανάκριση από την Ανακρίτρια του 7ου Τμήματος του Πρωτοδικείου Αθηνών, διετάχθη η διενέργεια γραφολογικής πραγματογνωμοσύνης και εξεδόθη το υπ' αρ. 4181/2017 απαλλακτικό βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Αθηνών (το οποίο ήδη κατέστη αμετάκλητο), το οποίο απεφάνθη να μη γίνει κατηγορία εις βάρος των ανωτέρω για τις αξιόποινες πράξεις:
α) της πλαστογραφίας μετά χρήσεως των άνω τιμολογίων, β) της απόπειρας απάτης επί Δικαστηρίου κλπ.
Εν προκειμένω πρέπει να λεχθεί ότι το προαναφερόμενο βούλευμα στηρίχθηκε στην διαταχθείσα από την προαναφερόμενη Ανακρίτρια γραφολογική πραγματογνωμοσύνη των άνω δελτίων αποστολής, την οποία διενήργησε ο Κ. Κ. και από την οποία προέκυψε ότι οι άνω "διορθώσεις" στο πρώτο εκ των προαναφερομένων δελτίων αποστολής έχουν γραφεί δια χειρός Ε.
Α. (μεσίτη οινικών προϊόντων και συνεργάτη του Π. Μ.), στα δε λοιπά έχουν γραφεί δια χειρός Π. Μ.. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι από το συκοφαντικό περιεχόμενο, τόσο της από 3-4-07 εξωδίκου δηλώσεως της "..." και του Π. Μ., που κοινοποιήθηκε με Δικαστικό Επιμελητή σ' αυτόν, όσο και των άνω υποβληθεισών από τους τελευταίους εναντίον του αναφορών ενώπιον των άνω Υπηρεσιών προσεβλήθη η προσωπικότητα του Θ.
Μ. και εξαιτίας της προσβολής αυτής, αυτός υπέστη ηθική βλάβη για την αποκατάσταση της οποίας πρέπει να του επιδικασθεί εύλογη χρηματική ικανοποίηση, ανερχόμενη ... στο ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, το οποίο οφείλουν να του καταβάλουν τόσο ο Π. Μ. ως υπαίτιο πρόσωπο, όσο και η εταιρεία "..."]. Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση του αναιρεσίβλητου, Θ.
Κ., κατά της 661/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία είχε γίνει εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν η από 17-4-2007 αγωγή των αναιρεσειόντων, την οποία, αφού εξαφάνισε και συνεκδίκασε την άνω αγωγή με τις από 11-7-2007 δύο αγωγές του αναιρεσίβλητου, Θ. Κ., στη συνέχεια, απέρριψε την αγωγή των αναιρεσειόντων κατ' ουσίαν και δέχθηκε ως ουσιαστικά βάσιμες αμφότερες τις αγωγές του αναιρεσίβλητου και αναγνώρισε την υποχρέωση των δύο πρώτων αναιρεσειόντων να καταβάλουν στον αναιρεσίβλητο, ο καθένας εις ολόκληρον, το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης (καθώς και το ποσό των 71.309,80 ευρώ για το τίμημα της πώλησης).
Πλην όμως, από τη γενική βεβαίωση, που παρατίθεται στο προοίμιο της ελάσσονος προτάσεως της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με τις ανωτέρω παραδοχές αυτής, δημιουργείται αμφιβολία σχετικά με το αν το Εφετείο, για τη συναγωγή του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπ` όψη και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδεικτικών μέσων, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, την προαναφερθείσα 5647/2018 αμετάκλητη απόφαση του Α' Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία, όπως προαναφέρθηκε, ο δεύτερος αναιρεσείων, Π.
Μ., απαλλάχθηκε αμετακλήτως για τα πλημμελήματα της ψευδούς καταμήνυσης κατά συρροή, της ψευδορκίας κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση και της συκοφαντικής δυσφήμησης κατά συρροή και κατ' εξακολούθηση σε βάρος του αναιρεσιβλήτου, τα πραγματικά περιστατικά της οποίας (ποινικής δίκης) ταυτίζονται με εκείνα, τα οποία ο ενάγων (ήδη αναιρεσίβλητος) απέδωσε στους δύο πρώτους εξ αυτών για να θεμελιώσει την, λόγω της υπαιτιότητάς τους, αξίωσή του προς χρηματική ικανοποίηση της ηθικής του βλάβης στην παρούσα πολιτική δίκη.
Και τούτο διότι, το Εφετείο, στην προσβαλλόμενη απόφασή του, δεν προβαίνει σε οποιαδήποτε αναφορά ή σχολιασμό της ως άνω αμετάκλητης ποινικής απόφασης, παρά την ιδιαίτερη αποδεικτική της σπουδαιότητα, ανεξαρτήτως του ότι δεν δεσμεύεται από το περιεχόμενό της και μπορούσε να καταλήξει (όπως και κατέληξε) σε αντίθετο της ως άνω ποινικής απόφασης πόρισμα.
Επομένως, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός, ενώ, λόγω της αναιρετικής εμβέλειας τούτου, παρέλκει η εξέταση του υπόλοιπων διατυπούμενων λόγων, τόσο με την αίτηση αναίρεσης όσο και με τους πρόσθετους λόγους αυτής. Στη συνέχεια δε, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά την παρ. 3 του άρθρου 580 ΚΠολΔ, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την προσβαλλόμενη απόφαση.
Πρέπει, επίσης, να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 του ίδιου Κώδικα, η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του καταβληθέντος απ' αυτούς, για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης, παραβόλου και να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων των αναιρεσειόντων, κατά το σχετικό αίτημα που υπέβαλαν με τις προτάσεις που κατέθεσαν (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΣΥΝΕΚΔΙΚΑΖΕΙ την από 10-6-2020 αίτηση (ΓΑΚ 3197/2020, ΕΑΚ 378/2020, Αριθ. Δικ 621/2020) και τους από 18-8-2021 πρόσθετους λόγους αυτής (αριθ. έκθ. Κατάθ. 118/2021) για αναίρεση της 6825/2019 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΑΝΑΙΡΕΙ την 6825/2019 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους Δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρεθείσα απόφαση.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την επιστροφή του καταβληθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 4 Απριλίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ
Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ