Legislator Case Law & Legislation
862/2018 AI generated

Supreme Court dismisses DEH appeal on facts, upholding lower court's rejection of flood damage claim.

Case Number 862/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Public Power Corporation's appeal against a first-instance judgment rejecting a flood damage claim. The plaintiffs alleged negligence in water valve operation caused sudden flooding, while the corporation argued the high water inflows were natural and unforeseeable. The court rejected the appeal because the factual findings regarding the cause of the flood were within the lower court's exclusive domain and not subject to appellate review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 560, 561 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court lacks jurisdiction to review factual findings and evidence assessment made by the court of first instance in civil proceedings.

Keywords

AI generated
flood damage liability negligence in water management appellate jurisdiction limits factual findings review civil procedure appeal

Cited Legislation

AI generated
Article 560, paragraph 6 of the Code of Civil Procedure
Article 561, paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495, paragraph 4 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 862 / 2018 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 862/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A1' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (κωλυομένου του Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Γεωργίου Λέκκα), Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη - Εισηγητή και Αγγελική Τζαβάρα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 26 Φεβρουαρίου 2018, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε." (ΔΕΗ ΑΕ), που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Νικολάου που νομιμοποίησε και τον παρόντα δικηγόρο Νικόλαο Κατηφόρη και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Α. Μ. του Π., 2) Γ. Κ. του Γ., 3) Σ. Κ. του Χ., 4) Α. Μ. του Β., 5) Κ. Μ. του Β., 6) Δ. Ν. του Α., 7) Μ. συζύγου Δ. Ν., 8) Π. Μ. του Χ., 9) Κ. Λ. του Π., 10) Σ. Μ. του Ι., κατοίκων ..., 11) ..., κατοίκων ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Ιωάννα Καράμπελα - Φουφοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31/12/2010 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων και την από 28/9/2012 προσεπίκληση - ανακοίνωση δίκης της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Ειρηνοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6109/2014 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 2917/2017 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 4/5/2017 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Οι πληρεξούσιοι της αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινομένη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων, υπ' αριθμ. 2917/2017 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία το Δικαστήριο αυτό, απέρριψε, ως απαράδεκτη, καθ' ο μέρος στρεφόταν κατά του πρωτοδίκως προσεπικληθέντος υπ' αυτής, ως δικονομικού εγγυητή της και, ως μη ασκήσαντος παρέμβαση και επομένως μη καταστάντος διαδίκου, Ελληνικού Δημοσίου, και, ως κατ' ουσίαν αβάσιμη, καθ' ο μέρος στρεφόταν κατά των αναιρεσιβλήτων, την από 10-12-2014 έφεση της αναιρεσείουσας κατά της υπ' αριθμ. 6109/2014 οριστικής αποφάσεως του Ειρηνοδικείου Αθηνών.

Με την τελευταία αυτή απόφασή του, το Ειρηνοδικείο Αθηνών, αφού συνεκδίκασε, επίσης κατά την τακτική διαδικασία και αντιμωλία των διαδίκων, την, τραπείσα από καταψηφιστική σε αναγνωριστική, από 31-12-2010 αγωγή αποζημιώσεως από αδικοπραξία των ήδη αναιρεσιβλήτων κατά της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας και την από 28-9-2012, με ίδιο δικόγραφο ασκηθείσα από την τελευταία (εναγομένη και ήδη αναιρεσείουσα), ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως σε παρέμβαση, ως δικονομικού εγγυητή της, του Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο δεν παρενέβη στην δίκη αυτή, που ανοίχθηκε με την ανωτέρω αγωγή και επομένως δεν κατέστη διάδικος και ομόδικος της προσεπικαλεσάσης αυτό εναγομένης (ΑΠ 1430/2007), απέρριψε την ανακοίνωση δίκης μετά προσεπικλήσεως και δέχθηκε, εν μέρει κατ' ουσίαν, την αγωγή, αναγνωρίζοντας, ότι η εναγομένη οφείλει, να καταβάλει, νομιμοτόκως, σε έκαστο των εναγόντων, τα αναφερόμενα σε αυτήν (απόφαση) χρηματικά ποσά για αποζημίωση και χρηματική ικανοποίησή του.

Η υπό κρίση αίτηση, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), είναι, συνεπώς, παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρ. 577 παρ. 1 και 3 ΚΠολΔ).

Κατά το άρθρο 560 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με τον ν. 4335/2015 και εφαρμόζεται εν προκειμένω ως εκ του χρόνου καταθέσεως του ενδίκου μέσου (4-5-2017) "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση μόνο: 1) αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, 2) αν το δικαστήριο δεν συγκροτήθηκε όπως ορίζει ο νόμος ή δίκασε ειρηνοδίκης του οποίου είχε γίνει δεκτή η εξαίρεση, 3) αν το δικαστήριο έχει υπερβεί τη δικαιοδοσία των πολιτικών δικαστηρίων ή δεν είχε καθ' ύλην αρμοδιότητα, 4) αν παράνομα αποκλείσθηκε η δημοσιότητα της διαδικασίας, 5) αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και 6) αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Οι λόγοι αυτοί αναιρέσεως ορίζονται περιοριστικώς στο ως άνω άρθρο και συνεπώς είναι απαράδεκτη η, κατά των "παραπάνω αποφάσεων", προβολή των προβλεπομένων από τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 11 και 14 ΚΠολΔ αναιρετικών λόγων, που ιδρύονται, αντιστοίχως, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που ο νόμος δεν επιτρέπει ή, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη αποδείξεις, που δεν προσκομίστηκαν ή δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν (αρ. 11) και αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (αρ.14, ΟλΑΠ 45/87, ΑΠ 110/2010, ΑΠ 744/2009, ΑΠ 1130/09).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον μεν πρώτο λόγο της κρινομένης αιτήσεώς της, η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την αιτίαση από τον αριθ. 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τα από αυτήν (αναιρεσείουσα), έγγραφα, που εκθέτει στο αναιρετήριο, τα οποία επικαλέσθηκε προς απόδειξη των ισχυρισμών της και προσκόμισε ενώπιον του ως εφετείου κρίναντος δικαστηρίου, που την εξέδωσε, με τον δε έκτο λόγο αυτής (αιτήσεως αναιρέσεως) προσάπτει την αιτίαση από τον αριθ. 14 του αυτού άρθρου 559 ΚΠολΔ, ότι παρά το νόμο το ως άνω, ως εφετείο δικάσαν, δικαστήριο της ουσίας απέρριψε με την προσβαλλόμενη απόφασή του, ως αόριστο, τον πέμπτο λόγο της εφέσεώς της, με τον οποίον επανέφερε ενώπιον του τον, και πρωτοδίκως προταθέντα, ισχυρισμό της περί παραγραφής των επιδίκων αξιώσεων των αντιδίκων της εναγομένων και ήδη αναιρεσιβλήτων. Αμφότεροι οι λόγοι αυτοί της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, σύμφωνα με τις προαναφερόμενες διατάξεις, είναι απαράδεκτοι, και απορριπτέοι.

Κατά το άρθρο 285 ΑΚ, "Δεν αποτελεί παράνομη πράξη η καταστροφή ξένου πράγματος, εφόσον είναι αναγκαία για να αποτραπεί επικείμενος κίνδυνος που απειλεί δυσανάλογα μεγαλύτερη ζημία αυτού που επιχειρεί την καταστροφή ή άλλου. Κατά δε το άρθρο 286 ΑΚ: "Εκείνος που επιχείρησε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο την καταστροφή ευθύνεται σε αποζημίωση, αν είχε προκαλέσει υπαίτια τον κίνδυνο.

Σε κάθε άλλη περίπτωση μπορεί κατά τις περιστάσεις να καταδικαστεί σε εύλογη αποζημίωση. Μετά την καταβολή έχει εναντίον εκείνου που ωφελήθηκε από την πράξη του αναγωγή, σύμφωνα με τις διατάξεις για τη διοίκηση αλλοτρίων". Κατάσταση ανάγκης είναι η κατάσταση στην οποία τελεί εκείνος ο οποίος εξ ανάγκης κατέστρεψε ή έβλαψε ξένο πράγμα, για να αποτρέψει επικείμενον κίνδυνο, ο οποίος επαπειλούσε δυσαναλόγως μεγαλύτερη ζημία στον αναστρέψαντα ή σε άλλον.

Κατά την έννοια της ως άνω διατάξεως του άρθρου 285 ΑΚ, εκείνος ο οποίος ενήργησε κατάσταση ανάγκης και κατέστρεψε ή έβλαψε ξένο πράγμα, δεν ενεργεί παράνομη πράξη, υπό την προϋπόθεση: 1) Ότι υφίσταται επικείμενος κίνδυνος, ο οποίος απειλεί ζημίαν είτε στον ίδιο τον ενεργήσαντα, είτε σε άλλον. Ο κίνδυνος είναι δυνατόν να προέρχεται είτε από φυσικό γεγονός, είτε από το ίδιο το καταστρεφέν πράγμα, είτε από ενέργεια τρίτου, ο οποίος δεν εχρησιμοποίησε το πράγμα. 2) Ότι ο κίνδυνος απειλεί ζημίαν για τον ενεργούντα ή για τρίτον δυσαναλόγως μεγαλύτερη της προξενουμένης από την καταστροφή του πράγματος στον ιδιοκτήτη του.

Προκειμένου για κίνδυνο της ζωής ή της σωματικής ακεραιότητος, τα αγαθά αυτά είναι δυσαναλόγως μεγαλυτέρας αξίας από την ζημία του πράγματος, διότι η ζωή και η υγεία είναι πάντοτε αγαθά υπέρτερα από την περιουσία. Και 3) ότι η καταστροφή ή η βλάβη του ξένου πράγματος πρέπει να καθίσταται αναγκαία προς αποτροπή του επικειμένου κινδύνου.

Κατά πόσον η ενέργεια αυτή ήταν αναγκαία ή η αποτροπή μπορούσε να επιτευχθεί και με άλλο ηπιώτερο μέτρο ή μέσον, κρίνεται όχι από την υποκειμενική αντίληψη του ενεργούντος, αλλά αντικειμενικώς. Εφόσον συντρέχουν οι ανωτέρω όροι, η καταστροφή ή η βλάβη του ξένου πράγματος δεν αποτελεί παράνομη πράξη.

Όμως, επειδή δεν είναι δίκαιο, σε κάθε περίπτωση, να μείνει χωρίς αποζημίωση ο υποστάς την ζημία του πράγματος, ο νόμος, σύμφωνα με το άρθρο 286 ΑΚ, επαφίεται στον δικαστή να επιδικάσει κατά τις περιστάσεις εύλογη αποζημίωση στον ζημιωθέντα, καθιερώνει δε επιτακτικώς υποχρέωση σε αποζημίωση μόνον στην περίπτωση κατά την οποία ο ενεργήσας προκάλεσε υπαιτίως τον κίνδυνο. Στις περιπτώσεις κατά τις οποίες ο δικαστής κρίνει ότι πρέπει να επιδικασθεί αποζημίωση, αυτή δεν στηρίζεται στο άδικο της ενέργειας, γιατί αυτή δεν είναι παράνομη, αλλά έχει ως αιτιολογία την ισότητα και την επιείκεια. Εάν όμως δεν υφίστανται οι όροι της καταστάσεως ανάγκης, η πράξη του ενεργήσαντος και η υποχρέωση προς αποζημίωση θα κριθεί κατά τις αρχές για την αδικοπραξία.

Έτσι, σύμφωνα με την διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, "Όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει". Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι προϋποθέσεις της αδικοπρακτικής ευθύνης είναι: α) ανθρώπινη, παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά, β) επέλευση ζημίας (ή ηθικής βλάβης) και γ) αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της συμπεριφοράς και της ζημίας (ή της ηθικής βλάβης).

Τέλος, κατά την διάταξη του άρθρου 922 ΑΚ, "Ο κύριος ή ο προστήσας κάποιον άλλον σε μία υπηρεσία ευθύνεται για την ζημία που ο υπηρέτης ή ο προστηθείς προξένησε σε τρίτον παράνομα κατά την υπηρεσία του". Είναι δε προστηθείς, εκείνος ο οποίος με την βούληση του προστήσαντος απασχολείται διαρκώς ή παροδικώς στην διεκπεραίωση υποθέσεως και γενικώς στην εξυπηρέτηση των συμφερόντων του προσώπου αυτού υπό τον έλεγχο ή την επίβλεψη ή κάτω από τις οδηγίες και τις εντολές του ως προς τον τρόπο εκπληρώσεως των καθηκόντων του, προς τις οποίες και είναι υποχρεωμένος να συμμορφώνεται (ΑΠ 129/2014).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 330 ΑΚ "Ο οφειλέτης ενέχεται, αν δεν ορίστηκε κάτι άλλο, για κάθε αθέτηση της υποχρέωσής του από δόλο ή αμέλεια, δική του ή των νομίμων αντιπροσώπων του. Αμέλεια υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές". Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται κατ' αρχήν η ευθύνη του οφειλέτη για κάθε πταίσμα, αλλά και μόνο γι' αυτό.

Το πταίσμα, δηλαδή, ανήκει στις υποκειμενικές προϋποθέσεις της ευθύνης. Εξ άλλου, κατά το άρθρο 342 ΑΚ "Ο οφειλέτης δεν γίνεται υπερήμερος αν η καθυστέρηση της παροχής οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν έχει ευθύνη". Γεγονός για το οποίο υπέχει ευθύνη ο οφειλέτης είναι, σύμφωνα με την ΑΚ 330, κατά κανόνα ο δόλος και η αμέλεια και γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη το τυχηρό υπό ευρεία έννοια, στην έννοια του οποίου περιλαμβάνεται το τυχηρό υπό στενή έννοια και η ανώτερη βία.

Είναι ενδεχόμενο το τυχηρό περιστατικό για το δράστη να οφείλεται σε πταίσμα άλλου προσώπου. Ακριβώς γι' αυτό το πταίσμα ή τα τυχηρά εννοούνται σε σχέση με κάποιο πρόσωπο, στο οποίο και αποδίδονται. Ειδικότερα, η κατηγορία των τυχηρών, για την οποία χρησιμοποιείται ο όρος ανώτερη βία (vis major), περιλαμβάνει βασικά τις ακραίες περιπτώσεις εκείνων των περιστατικών, που είναι για τις ανθρώπινες δυνάμεις αδύνατο να αποτραπούν ή τουλάχιστον δυσκολότερα από ό,τι τα λοιπά τυχηρά, δηλαδή τα υπό στενή έννοια, που βρίσκονται πλησιέστερα προς την αμέλεια.

Η υποκειμενική θεωρία περί ανωτέρας βίας, που είναι και η κρατούσα στην Ελλάδα τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία, διευρύνει κατ' αποτέλεσμα τον κύκλο των περιστατικών ανώτερης βίας, περιλαμβάνοντας σ' αυτά και γεγονότα "εσωτερικά". Δηλαδή, δεν απαιτεί γι' αυτά το στοιχείο της "έξωθεν" προελεύσεώς τους, αλλά θεωρεί κρίσιμο μόνο το ότι τα περιστατικά αυτά είναι απρόβλεπτα και αναπότρεπτα ακόμη και "με μέτρα άκρας επιμέλειας και συνέσεως του δράστη" (όχι δηλαδή με μέτρα της συνηθισμένης επιμέλειας του μέσου συνετού ανθρώπου, που αποτελεί το κριτήριο διακρίσεως μεταξύ της αμέλειας και των τυχηρών γενικά- ΑΠ 513/2016).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ: "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου.

Η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν μπορεί να προβληθεί σε μικροδιαφορές". Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοσθεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 7/2006, 4/2005).

Με αυτόν τον λόγο αναιρέσεως ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΑΠ 113/2012).

Διδάγματα της κοινής πείρας θεωρούνται γενικές αρχές που συνάγονται επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, την συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα και χρησιμοποιούνται από το δικαστήριο για την εξειδίκευση των αόριστων νομικών εννοιών και για την έμμεση απόδειξη κρίσιμων γεγονότων ή την εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται.

Εξ άλλου, κατά τη σαφή έννοια του άρθρου 560 αριθ. 1 εδ. β' ΚΠολΔ, η παραβίαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας ιδρύει λόγο αναιρέσεως μόνο αν αυτά αφορούν την ερμηνεία κανόνων δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτούς, δηλαδή όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει εσφαλμένα να χρησιμοποιήσει διδάγματα της κοινής πείρας για να βρει την έννοια κάποιου κανόνα δικαίου ή να υπαγάγει σ' αυτόν τα πραγματικά περιστατικά της διαφοράς, όχι δε και όταν χρησιμεύουν για την εξακρίβωση από το δικαστήριο της υπάρξεως ή μη πραγματικών περιστατικών ή προς εκτίμηση της αποδεικτικής αξίας των αποδεικτικών μέσων που προσκομίζονται γιατί στην περίπτωση αυτή πρόκειται για εκτίμηση πραγμάτων, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη (ΟλΑΠ 10/2005, ΑΠ 1306/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση το ως εφετείο δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, με την προσβαλλομένη απόφασή του, μετά από συνεκτίμηση των αποδεικτικών μέσων που αναφέρει, δέχθηκε, κατά το αναιρετικώς ελεγχόμενο μέρος της, και κατά την ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του, ως αποδειχθέντα, τα ακόλουθα: "Η εναγομένη και ήδη εκκαλούσα "ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΠΙΧΕΙΡΗΣΗ ΗΛΕΚΤΡΙΣΜΟΥ Α.Ε. (Δ.Ε.Η.

Α.Ε.)" έχει κατασκευάσει και λειτουργεί στη λεκάνη απορροής του ποταμού Αχελώου τα φράγματα των ... και του ... ώστε να αποθηκεύει νερό, με κύριο σκοπό την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας μέσω των υδροηλεκτρικών σταθμών (ΥΗΣ) της. Τα ως άνω φράγματα κατασκευάσθηκαν κατά τα έτη 1965, 1969 και 1989 στον κύριο ρου του ποταμού και αποτελούν ενιαίο σύστημα.

Συγκεκριμένα, το νερό που συγκεντρώνεται στη λίμνη ..., που έχει πολύ μεγάλη χωρητικότητα, στη συνέχεια διέρχεται διαδοχικά από τους ΥΗΣ των τριών φραγμάτων για την παραγωγή ηλεκτρικής ενέργειας και τελικά παροχετεύεται στην κοίτη του ποταμού Αχελώου από τη μήκους 7 χιλιομέτρων διώρυγα φυγής του φράγματος Στράτου.

Ειδικότερα, στο φράγμα Στράτου λειτουργούν δύο σταθμοί παραγωγής, ένας στη δυτική πλευρά του φράγματος και ένας στην ανατολική, όπου βρίσκεται και ο υπερχειλιστής. Οι απορροές του ποταμού Αχελώου κοντά στις εκβολές αποτελούνται από τις εκροές του Στράτου. που είναι διαλείπουσες, τις υπερχειλίσεις του φράγματος, τη φυσική απορροή της λεκάνης κατάντη του Στράτου (πεδιάδα Αγρίνιου, παρόχθιες περιοχές ...) και τα νερά των υπερχειλίσεων των φυσικών λιμνών ....

Στις παρόχθιες περιοχές κατάντη του ...) έχουν κατασκευασθεί από το Υπουργείο Δημοσίων Έργων αναχώματα που οριοθετούν την κοίτη πλημμυρών του ποταμού. Οι περιοχές αυτές είναι επίπεδες και αποστραγγίζονται από δίκτυα που λειτουργούν και συντηρούνται με ευθύνη των Τοπικών Οργανισμών Εγγείων Βελτιώσεων (ΤΟΕΒ).

Οι τάφροι που εκβάλλουν στον Αχελώο φέρουν βαλβίδες αντεπιστροφής, ώστε όταν η στάθμη του ποταμού είναι ψηλά να μην εισέρχεται το νερό μέσω των στραγγιστικών τάφρων στις παρόχθιες εκτάσεις. Περαιτέρω, η μεγάλη απορροή του Αχελώου κατά τους χειμερινούς μήνες αποθηκεύεται στους ταμιευτήρες της εναγομένης και η διαχείριση των αποθεμάτων γίνεται σε ετήσια βάση.

ώστε να καλυφθούν οι ενεργειακές, αρδευτικές και υδρευτικές ανάγκες της περιοχής. Η βασική επιδίωξη της εναγομένης είναι η στάθμη των ταμιευτήρων να είναι όσο το δυνατόν μεγαλύτερη, (ώστε αφενός να εξασφαλίζονται αποθέματα ασφαλείας για την κάλυψη υδρευτικών και αρδευτικών αναγκών των επόμενων περιόδων και αφετέρου για να βελτιστοποιηθεί η παραγωγή ενέργειας, δεδομένου ότι με μεγαλύτερη στάθμη παράγεται περισσότερη ενέργεια.

Η αύξηση της στάθμης των ταμιευτήρων επιτυγχάνεται με το κλείσιμο των θυροφραγμάτων των ..., γεγονός, όμως, που ενέχει κινδύνους σε περίπτωση πλημμύρας. Έτσι, για λόγους ασφαλείας, κατά την περίοδο από 01.11 μέχρι 31.03, τα θυροφράγματα των ... διατηρούνται συνήθως ανοικτά (οδηγώντας σε μείωση της στάθμης), ώστε να μειωθεί ο κίνδυνος υπερπήδησης των φραγμάτων από τυχόν ακραίες χειμερινές πλημμύρες.

Η αντιμετώπιση των πλημμυρικών παροχών του ποταμού γίνεται με τους υπερχειλιστές των τριών ως άνω φραγμάτων παροχευτικότητας 3.000. 3.500 και 4.000 κ.μ. ανά δευτερόλεπτο, αντίστοιχα. Οι υπερχειλιστές των κατάντη φραγμάτων είναι σχεδιασμένοι έτσι ώστε να μπορούν να διοχετεύουν ταυτόχρονα τις υπερχειλίσεις των ταμιευτήρων και τις εκφορτίσεις των ΥΗΣ στην περίπτωση μεγάλων πλημμυρών.

Συνολικά, το σύστημα είναι σχεδιασμένο να παροχετεύει προς τα κατάντη 4.500 κ.μ. ανά δευτερόλεπτο, ήτοι 4.000 κ.μ. από τον υπερχειλιστή και 500 κ.μ. από τον ΥΗΣ του Στράτου. Περαιτέρω, κατά τους μήνες Νοέμβριο και Δεκέμβριο του έτους 2005 και ιδίως κατά τον μήνα Δεκέμβριο και δη τις τελευταίες ημέρες αυτού, λόγω συνεχών βροχοπτώσεων στην περιοχή όπου βρίσκονται τα κτήματα που εκμεταλλεύονται οι ενάγοντες και ήδη εφεσίβλητοι (κτηματική περιοχή ...), συγκεντρώθηκαν μεγάλες ποσότητες υδάτων στις υδατοδεξαμενές των ανωτέρω φραγμάτων.

Η εναγομένη. που έχει κατά τον νόμο και το καταστατικό της την ευθύνη της διαχείρισης, διοίκησης, λειτουργίας και συντήρησης των υδροηλεκτρικών σταθμών, αποβλέποντας στην αποθεματοποίηση των υδάτων, δεν μερίμνησε, διά των προστηθέντων υπαλλήλων της. να ανοίξει τα θυροφράγματα και να λειτουργήσει τους σταθμούς της με κανονικούς ή εντατικούς ρυθμούς, ώστε να υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ εισροής υδάτων.

κυρίως στον κεντρικό ταμιευτήρα των ..., και εκροής από αυτόν και να παροχετεύονται τα ύδατα σταδιακά στον ποταμό, αλλά αντίθετα κράτησε τα θυροφράγματα κλειστά και λειτούργησε στους σταθμούς της με χαμηλούς ρυθμούς. Αποτέλεσμα αυτών των ενεργειών ήταν η στάθμη του ταμιευτήρα του φράγματος Κρεμαστούν, που ήδη βρισκόταν σε υψηλά επίπεδα (περί τα 264 μ.

μετά από την 19.12.2005. με ανώτατο όριο τα 282 μ. και κατώτατο τα 2,27 μ.), να ανέλθει την 28.12.2005 σε 266 μ., την 30.12.2005 σε 270 μ. (στη συνέχεια δε την 03.01.2006

σε 271 μ. και την 05.01.2006 σε 272 μ.). Μόνο τότε και συγκεκριμένα από την 30.12.2005 οι υπάλληλοι της εναγομένης άρχισαν να λειτουργούν με πολύ εντατικούς ρυθμούς τους σταθμούς και ταυτόχρονα άφησαν ανοιχτές τις θύρες των υδατοδεξαμενών (των ... από την 30.12.2005 έως την 04.01.2006, του Καστρακίου από 01.01.2006 έως την 06.01.2006 και του Στράτου από την 28.12.2005 έως την 05.01.2006), με αποτέλεσμα να παροχετευθούν ξαφνικά μεγάλες ποσότητες υδάτων στον ποταμό Αχελώο, η κοίτη του οποίου επιβαρυνόταν λόγω των συνεχόμενων ισχυρών βροχοπτώσεων που συνεχίσθηκαν εκτός από τον Δεκέμβριο του 2005 και όλη την πρώτη εβδομάδα του Ιανουαρίου 2006, και να ανέβει η στάθμη των υδάτων κατά τρία (3) μέτρα.

Ειδικότερα, οι ημερήσιες εισροές στα ... από 01.12.2005 - 27.12.2005 ανήλθαν κατά μέσο όρο σε 25 εκ. κ.μ. περίπου, ο δε μέσος όρος για όλον τον μήνα ξεπέρασε τα 36 εκ. κ.μ. λόγω αύξησης των εισροών από 28.12.2005 - 31.12.2005, ενώ οι ημερήσιες εκροές από την 01.12.2005 έως 23.12.2005 κυμάνθηκαν κατά μέσο όρο σε 12 εκ. κ.μ. περίπου, ακολούθως μειώθηκαν κι άλλο, δηλαδή την 24.12 σε 7.846.700 κ.μ..

την 25.12 σε 3.988.100 κ.μ., την 26.12 σε 4.232.300 κ.μ., την 27.12 σε 8.299.900 κ.μ. την 28.12 σε 2.163.500 κ.μ. την 29.12.2005 σε 1.293.700 κ.μ. και την 30.12 σε 5.623.800 κ.μ., και στη συνέχεια αυξήθηκαν δραματικά, δηλαδή την 31.12.2005 ανήλθαν σε 41.966.600 κ.μ., την 01.01.2006 σε 45.428.300 κ.μ., την 02.01.2006 σε 35.145.800 κ.μ., την 03.01 σε 24.166.900 κ.μ. και την 04.01 σε 21.295.200 κ.μ. Επιπρόσθετα, η υπερχείλιση από τον Στράτο ανήλθε την 28.12.2005 (από μηδενική) σε 28.326.000 κ.μ.

και έφθασε μέχρι και 40.416.000 κ.μ. την 01.01.2005. Ακολούθως, οι βαλβίδες αντεπιστροφής - κλαπέ στο σημείο εκβολής των τάφρων υπερκαλύφθηκαν από τα ύδατα και δεν ήταν δυνατή η λειτουργία τους, δηλαδή το αυτόματο κλείσιμό τους, με συνέπεια τα ύδατα να οδηγηθούν στα παραποτάμια αγροκτήματα της περιοχής ..., που βρίσκονται μετά τα προαναφερόμενα αναχώματα, μεταξύ των οποίων και αυτά των εναγόντων, τα οποία κατέκλυσαν επί πολλές ημέρες καταστρέφοντας τα δένδρα και τα φυτά που οι ενάγοντες καλλιεργούσαν σε αυτά.

Σύμφωνα με τα παραπάνω, η πλημμύρα των εν λόγω αγροκτημάτων και η εξ αυτής ζημία των εναγόντων οφείλεται σε αμέλεια των αρμόδιων υπαλλήλων της εναγομένης, οι οποίοι δεν κατέβαλαν την απαιτούμενη επιμέλεια και προσοχή για τη συνετή και ομαλή λειτουργία και διαχείριση των ανωτέρω) υδροηλεκτρικών σταθμών της για να υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ της εισροής υδάτων στους ταμιευτήρες και εκροής τους από αυτούς, ώστε να παροχετεύονται σταδιακά τα ύδατα στον ποταμό Αχελώο, αλλά αντίθετα δεν άνοιξαν εγκαίρως τα θυροφράγματα και λειτουργούσαν με χαμηλούς ρυθμούς τους σταθμούς της, ακολούθους δε.

όταν τα καιρικά φαινόμενα εντάθηκαν και προκειμένου να κατεβεί η στάθμη των υδάτων, λειτούργησαν ξαφνικά με πολύ έντονους ρυθμούς τους ΥΗΣ και ταυτόχρονα άφησαν ανοιχτές τις θύρες των, υδατοδεξαμενών, με αποτέλεσμα να παροχετευθούν μεγάλες ποσότητες υδάτων στον ποταμό, να ανέβει η στάθμη του κατά τρία μέτρα και να κατακλυσθούν από ύδατα τα αγροκτήματα της περιοχής.

Ο ισχυρισμός της εναγομένης - εκκαλούσας ότι υπήρξε κατάσταση ανάγκης και ειδικότερα ότι λόγοι των ακραίων καιρικών φαινομένων η παροχέτευση μεγάλης ποσότητας υδάτων ήταν αναγκαία για τη σωτηρία των φραγμάτων και συνακόλουθα περισσότερων περιουσιών και ανθρώπινων ζωών και ότι συνεπώς η ζημία των εναγόντων δεν αποτελεί παράνομη πράξη (άρθρο 285 ΑΚ) πρέπει να απορριφθεί ως ουσία αβάσιμος, διότι αφενός δεν αποδείχθηκε ότι τα καιρικά φαινόμενα που υπήρξαν στα τέλη του Δεκέμβριου 2005 ήταν σε τέτοιο βαθμό ακραία για τη συγκεκριμένη περιοχή και απρόβλεπτα με κάθε μέσο επιμέλειας και σύνεσης, δεδομένου και του ότι οι υπεύθυνοι της εναγομένης θα έπρεπε να ενημερώνονται συνεχώς για τις μετεωρολογικές προγνώσεις του άμεσου και απώτερου μέλλοντος, αφετέρου ο επικείμενος κίνδυνος για δυσανάλογη από την πράγματι προκληθείσα ζημία δημιουργήθηκε από τους ίδιους τους υπευθύνους της εναγομένης, οι οποίοι, όπως προαναφέρθηκε, δεν διαχειρίσθηκαν συνετά τους ανωτέρω υδροηλεκτρικούς σταθμούς πριν ακόμη από την επιδείνωση του καιρού με την ακόμη μεγαλύτερη αύξηση των βροχοπτώσεων περί τα τέλη Δεκεμβρίου 2005, ώστε να υπάρχει αντιστοιχία μεταξύ της εισροής υδάτων στους ταμιευτήρες και εκροής τους από αυτούς καθ' όλο το προηγούμενο χρονικό διάστημα, καθότι δεν άνοιξαν εγκαίρως τα θυροφράγματα και λειτουργούσαν με χαμηλούς ρυθμούς τους σταθμούς, με αποτέλεσμα όταν πια τα καιρικά φαινόμενα εντάθηκαν να λειτουργήσουν ξαφνικά με πολύ έντονους ρυθμούς τους ΥΗΣ και ταυτόχρονα άφησαν ανοιχτές τις θύρες των υδατοδεξαμενών, με συνέπεια να παροχετευθούν αιφνίδια μεγάλες ποσότητες υδάτων στον ποταμό.

Για τους ίδιους ως άνω λόγους απορριπτέος τυγχάνει και ο ισχυρισμός περί ανωτέρας βίας που επαναφέρει στο παρόν Δικαστήριο η εναγομένη - εκκαλούσα..... Περαιτέρω, από την ως άνω υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά των υπαλλήλων της εναγομένης, καταστράφηκαν τα δένδρα και η παραγωγή των εναγόντων, με αποτέλεσμα αυτοί να ζημιωθούν κατά τα ποσά που αναφέρονται στην πρωτόδικη απόφαση και επιδικάσθηκαν με αυτήν, ως προς τα οποία δεν υπάρχει ειδικό παράπονο με την ένδικη έφεση.

Τέλος, ο ισχυρισμός της εναγομένης - εκκαλούσας ότι τα εν λόγω κτήματα των εναγόντων - εφεσιβλήτων βρίσκονταν μεταξύ του ποταμού και των αναχωμάτων που είχαν κατασκευασθεί για την προστασία από τις πλημμύρες του ποταμού και ότι συνεπώς αυτά βρίσκονταν εντός πλημμυρικής ζώνης και εντός δημόσιας έκτασης που καταλήφθηκε από τους ενάγοντες πρέπει να απορριφθεί ως αλυσιτελής, διότι δεν προβάλλεται ένσταση συνυπαιτιότητας των εναγόντων στην επέλευση της ζημίας τους.

Σε κάθε δε περίπτωση αποδείχθηκε ότι τα εν λόγω κτήματα δεν βρίσκονταν στο ως άνω σημείο, αλλά πέρα των αναχωμάτων.". Στη συνέχεια το Μονομελές Πρωτοδικείο, αφού απέρριψε ως αβάσιμο τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι η πλημμύρα ήταν αποτέλεσμα ανωτέρας βίας, προσδιόρισε την προσγενόμενη στους αναιρεσιβλήτους ζημία, με βάση την έκταση και το αντικείμενο των καλλιεργειών τους, στο ίδιο ύψος με την πρωτόδικη απόφαση και απέρριψε την έφεση ως ουσιαστικά αβάσιμη, επικυρώνοντας την απόφαση του Ειρηνοδικείου, με την οποία είχε γίνει κατά ένα μέρος δεκτή η αγωγή των αναιρεσιβλήτων.

Με τις προαναφερόμενες παραδοχές του αποδεικτικού πορίσματος της προσβαλλόμενης αποφάσεως, στις οποίες περιλαμβάνονται: α) η παράνομη συμπεριφορά των προστηθέντων της αναιρεσείουσας με τον πλημμυρισμό των αγρών των αναιρεσιβλήτων με ύδατα, που διοχετεύθηκαν όχι από τη φυσική ροή του ποταμού Αχελώου, αλλά και από τα τεχνητά φράγματα της αναιρεσείουσας, β) η, συνισταμένη σε αμέλεια, υπαιτιότητα των προστηθέντων οργάνων της αναιρεσείουσας κατά το χειρισμό των ρυθμιστικών μηχανισμών ποσοτικής εκροής των δεσμευθέντων υδάτων του ποταμού στους τεχνητούς ταμιευτήρες των φραγμάτων με βάση τα καιρικά φαινόμενα, που υπήρξαν στα τέλη του Δεκέμβριου 2005, γ) η μη ύπαρξη κατάσταση ανάγκης και ανωτέρας βίας, που να δικαιολογούν τον εν λόγω πλημμυρισμό των αγρών των αναιρεσιβλήτων, αφού, κατά τις οικείες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, τα εν λόγω λαβόντα χώρα καιρικά φαινόμενα, για τη συγκεκριμένη περιοχή δεν ήσαν ακραία, ούτε απρόβλεπτα με κάθε μέσο επιμέλειας και σύνεσης, δ) η έκταση της ζημίας των αναιρεσειόντων από την κάλυψη των καλλιεργειών τους με υπερβολικές ποσότητες υδάτων και ε) ο αιτιώδης σύνδεσμος μεταξύ της παράνομης και υπαίτιας συμπεριφοράς των τεχνητών και υπαλλήλων της αναιρεσείουσας και της ζημίας των αναιρεσιβλήτων, το δικαστήριο της ουσίας ορθά εφάρμοσε τις διατάξεις των άρθρων 285, 286, 298, 330 και 914 ΑΚ, τις οποίες δεν παρεβίασε ευθέως ή εκ πλαγίου και δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, αλλά με σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, κατέληξε στο πόρισμά του, αξιολογώντας το σύνολο των διαθεσίμων αποδεικτικών μέσων, χωρίς να είναι αναγκαίο να περιλάβει σ' αυτήν άλλες αιτιολογίες προς αποσαφήνιση των όσων, ως άνω, δέχθηκε.

Επομένως, τα αντίθετα, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον δεύτερο από το άρθρο 560 αρ. 1 ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένως, προδήλως εκ παραδρομής, επικαλείται) λόγο της αιτήσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Με τον τρίτο, εκ του άρθρου 560 αρ. 1(β) ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559 αρ. 1(β) ΚΠολΔ, όπως εσφαλμένως, προδήλως εκ παραδρομής, επίσης επικαλείται), λόγο της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση την πλημμέλεια, ότι με την παραδοχή ότι "δεν αποδείχθηκε ότι τα καιρικά φαινόμενα που υπήρξαν στα τέλη του Δεκέμβριου 2005 ήταν σε τέτοιο βαθμό ακραία για τη συγκεκριμένη περιοχή και απρόβλεπτα με κάθε μέσο επιμέλειας και σύνεσης, δεδομένου και του ότι οι υπεύθυνοι της εναγομένης θα έπρεπε να ενημερώνονται συνεχώς για τις μετεωρολογικές προγνώσεις του άμεσου και απώτερου μέλλοντος...", το δικαστήριο της ουσίας, εξειδικεύοντας την αμέλεια των προστηθέντων της αναιρεσείουσας στην πρόκληση της ζημίας των αναιρεσιβλήτων, ταύτισε την υποχρέωσή τους προς συνεχή ενημέρωσή τους για τις μετεωρολογικές προγνώσεις του αμέσου και απώτερου μέλλοντος, με την δυνατότητα προβλέψεως των συνιστώντων γεγονότα ανωτέρας βίας ακραίων καιρικών φαινομένων, χρησιμοποιώντας προς τούτο εσφαλμένα τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι "μόνη η συνεχής ενημέρωση για τις μετεωρολογικές προγνώσεις του άμεσου και απώτερου μέλλοντος δεν καθιστά δυνατή την πρόβλεψη ακραίων καιρικών φαινομένων" και ότι "ότι η εκ των πραγμάτων αδυναμία προβλέψεως των μελλοντικών βροχοπτώσεων στην αρχή κάθε υδρολογικού έτους καθιστά αναγκαία τη διαχείριση των υδατικών αποθεμάτων των ταμιευτήρων σε ετήσια βάση και δη με την υιοθέτηση του τηρηθέντος εν προκειμένω κανόνα της διατηρήσεως τον χειμώνα των θυροφραγμάτων του φράγματος ...

ανοικτών κατά τρόπο ώστε η στάθμη στο φράγμα των ... να μην ξεπερνάει τα 267,6 μέτρα". Ο λόγος αυτός αναιρέσεως, είναι αβάσιμος και ως εκ τούτου απορριπτέος, γιατί, αφ' ενός μεν το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι τα φαινόμενα στην εν λόγω περιοχή δεν ήσαν ακραία και απρόβλεπτα, αφ' ετέρου δε τα επικαλούμενα από την αναιρεσείουσα ως παραβιασθέντα "διδάγματα της κοινής πείρας" δεν συνάγονται "επαγωγικά από την καθημερινή παρατήρηση της εμπειρικής πραγματικότητας, την συμμετοχή στις συναλλαγές και τις γενικές τεχνικές ή επιστημονικές γνώσεις, οι οποίες έχουν γίνει κοινό κτήμα", ώστε να συνιστούν "διδάγματα της κοινής πείρας" κατά την προεκτεθείσα έννοια, αλλά προβλεπόμενα από την μετεωρολογική επιστήμη φυσικά γεγονότα και κανόνες της επιστήμης, που διέπουν την λειτουργία του φράγματος των ....

Περαιτέρω, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας εκ της μη αναφοράς στην αναιρεσιβαλλομένη απόφαση του εάν η μη λειτουργία των βαλβίδων αντεπιστροφής οφείλεται σε αμέλεια των προστηθέντων της αναιρεσείουσας, εν όψει της παραδοχής, ότι η μη λειτουργία των εν λόγω βαλβίδων αντεπιστροφής και δη το αυτόματο κλείσιμό τους, οφείλεται στην υπερκάλυψή τους από την, εξ υπαιτιότητος των προστηθέντων της αναιρεσείουσας, μη, προηγούμενη των σημειωθέντων στην περιοχή εντόνων καιρικών φαινομένων, κατάλληλη ρύθμιση των εκροών των φραγμάτων και την, μετά την ένταση των καιρικών φαινόμενων, λειτουργία με πολύ έντονους ρυθμούς των ΥΗΣ και το ταυτόχρονο άνοιγμα των θυρών των υδατοδεξαμενών, που είχαν ως συνέπεια να παροχετευθούν αιφνιδίως μεγάλες ποσότητες υδάτων στον ποταμό και να προκληθεί ακολούθως ο πλημμυρισμός των αγρών των αναιρεσιβλήτων.

Και τούτο διότι στην παραδοχή αυτή, περιλαμβάνεται, αναγκαίως, και εκείνη ότι η αιτία της μη λειτουργίας των εν λόγω βαλβίδων αντεπιστροφής οφείλεται στην προαναφερόμενη αμελή συμπεριφορά των προστηθέντων της αναιρεσείουσας και παρίσταται ως αποτέλεσμα αυτής. Επομένως, τα αντίθετα, που υποστηρίζει η αναιρεσείουσα με τον τέταρτο από το άρθρο 560 αρ. 6 ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, όπως επίσης εσφαλμένως, προδήλως εκ παραδρομής επικαλείται) λόγο της αιτήσεως, είναι αβάσιμα και απορριπτέα.

Με τον πέμπτο εκ του άρθρου 560 αρ. 6 ΚΠολΔ (και όχι από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, όπως ωσαύτως εσφαλμένως, προδήλως εκ παραδρομής επικαλείται) λόγο της αιτήσεως, η αναιρεσείουσα αιτιάται την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση για αντιφατική αιτιολογία και εκ τούτου εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 330 εδ. β' ΑΚ, που, κατά τους ισχυρισμούς της, συνάγεται από τις αντιφατικές μεταξύ τους παραδοχές ότι "οι ημερήσιες εισροές στα ...

από 01.12.2005 - 27.12.2005 ανήλθαν κατά μέσο όρο σε 25 εκ. κ.μ. περίπου, ο δε μέσος όρος για όλο τον μήνα ξεπέρασε τα 36 εκ. κ.μ. λόγω αύξησης των εισροών από 28.12.2005 - 31.12.2005", και ότι "δεν αποδείχθηκε ότι τα καιρικά φαινόμενα που υπήρξαν στα τέλη Δεκεμβρίου 2005 ήταν σε τέτοιο βαθμό ακραία για τη συγκεκριμένη περιοχή και απρόβλεπτα με κάθε μέσο επιμέλειας και σύνεσης".

Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι αβάσιμος και απορριπτέος, και τούτο διότι η παραδοχή περί αυξημένων ημερήσιων εισροών από 28.12.2005 - 31.12.2005 δεν ήταν, κατ' ανάγκην, αποτέλεσμα ακραίων και απρόβλεπτων καιρικών φαινομένων, τα οποία, σε κάθε περίπτωση, κατά τις οικείες παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης, δεν απεδείχθησαν.

Τέλος, όλες οι λοιπές αιτιάσεις, που περιέχονται στους ίδιους ως άνω (δεύτερο έως πέμπτο) λόγους αναιρέσεως, ως αναφερόμενες αποκλειστικά και μόνο στην εκτίμηση των αποδείξεων από το Δικαστήριο της ουσίας, η οποία, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, είναι απαράδεκτες και απορριπτέες.

Αφού δε δεν υπάρχει άλλος λόγος αναιρέσεως, πρέπει η αίτηση να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου, που κατέβαλε η αναιρεσείουσα, στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.4 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 4 προσετέθη με το άρθρο 12 παρ.2 του ν. 4055/2012) και να καταδικασθεί η τελευταία (αναιρεσείουσα) στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183 ΚΠολΔ) κατά το βάσιμο αίτημα των τελευταίων που υπέβαλαν με τις προτάσεις τους.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 4 Μαΐου 2017 αίτηση της Δημόσιας Επιχείρησης Ηλεκτρισμού ΑΕ (ΔΕΗ ΑΕ) για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2917/2017 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών (που δίκασε ως Εφετείο έφεση κατ' αποφάσεως Ειρηνοδικείου).

Διατάσσει την εισαγωγή του καταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Απριλίου 2018.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 7 Μαΐου 2018.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ