Legislator Case Law & Legislation
862/2007 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, finding no ambiguity regarding the State as defendant despite ministerial representation.

Case Number 862/2007
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the company's appeal against the Second Instance Court's ruling regarding land ownership. The appellant argued procedural defects, but the court found no ambiguity in identifying the State as the defendant despite the Minister of Economy appearing as the specific party. Consequently, the appeal was rejected, and the appellant was ordered to pay the legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118, 119 of the Code of Civil Procedure; An erroneous or false entry of any party's data or irregularity in their identification does not lead to nullity unless it creates ambiguity regarding the party's identity.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Code Procedural Nullity Party Identification Ambiguity Requirement State as Defendant Appeal Dismissal Legal Costs

Cited Legislation

AI generated
Articles 118, 119 of the Code of Civil Procedure
Article 558 of the Code of Civil Procedure
Article 559, paragraph 19 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 862 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 862/2007

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μίμη Γραμματικούδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΗΡΑΚΛΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΓΕΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ", που εδρεύει στην Λυκόβρυση Αττικής, και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρο της Ιωάννης Βαρότσος.

Του αναιρεσίβλητου: Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον Κων/νο Γεωργάκη Πάρεδρο Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 11-5-1998 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 125/2000 προδικαστική, 199/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 408/2005 του Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 29-11-2005 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μίμης Γραμματικούδης ανέγνωσε από 17-1-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 118,119 ΚΠολΔ προκύπτει ότι εσφαλμένη ή αναληθής αναγραφή οποιουδήποτε από τα στοιχεία των διαδίκων ή οποιαδήποτε αταξία στον καθορισμό αυτών δεν επιφέρουν ακυρότητα του εισαγωγικού δικογράφου, αφού οι ανωτέρω διατάξεις δεν έχουν τεθεί με ποινή ακυρότητας, παρά μόνο με τη συνδρομή του στοιχείου της βλάβης, δηλαδή μόνον εφόσον καταλείπεται αμφιβολία για το πρόσωπο του διαδίκου.

Στην προκείμενη περίπτωση, κατά την κρατήσασα άποψη του Δικαστηρίου, ναι μεν η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι απευθύνονται κατά του Υπουργού των Οικονομικών, πλην από το περιεχόμενο των δικογράφων αυτών δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι αναιρεσίβλητο είναι το Ελληνικό Δημόσιο, το οποίο και υπήρξε αντίδικος της αναιρεσείουσας κατά την πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, το οποίο και παρίσταται και στην προκείμενη δίκη, εκπροσωπούμενο από τον Υπουργό των Οικονομικών, γιαυτό και τα ανωτέρω δικόγραφα είναι παραδεκτά.

Αντίθετα κατά την άποψη του μέλους του Δικαστηρίου Αρεοπαγίτη Μίμη Γραμματικούδη, σύμφωνα με το άρθρο 558 του ΚΠολΔ, η αναίρεση απευθύνεται κατά εκείνων οι οποίοι ήταν διάδικοι στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ή των καθολικών διαδόχων τους ή των κληροδόχων τους, ή των αναγκαίων ομοδίκων τους, αλλιώς απορρίπτεται ως απαράδεκτη.

Εξάλλου, από τις διατάξεις, του άρθρου 64 παρ.2 εδ.α ΚΠολΔ, κατά την οποία τα νομικά πρόσωπα παρίστανται στο δικαστήριο με όποιον τα εκπροσωπεί, και του άρθρου 1 του Κ.Δ. της 2.6/10.7.1944 "Περί Κώδικος των νόμων περί δικών του δημοσίου",κατά την οποία η ενώπιον των δικαστηρίων εκπροσώπηση του Δημοσίου γίνεται δια του Υπουργού των Οικονομικών, συνάγεται, ότι η εκπροσώπηση στο δικαστήριο του Ελληνικού Δημοσίου από τον Υπουργό των Οικονομικών αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δικανικής ικανότητας δικαστικής παράστασης, ενώ αντίθετα η ικανότητα διαδίκου συντρέχει στο ίδιο το Δημόσιο, το οποίο είναι και ο διάδικος της σχετικής δίκης.

Συνεπώς, αν διάδικος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση ήταν το Ελληνικό Δημόσιο, η αναίρεση δεν μπορεί να απευθύνεται κατά του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος δεν είχε την ιδιότητα διαδίκου στη δίκη στην οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ούτε είναι ομόδικος του διαδίκου Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσώπησε στη δίκη εκείνη.

Στην προκείμενη περίπτωση με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους αυτής λόγους προσβάλλεται η 408/2005 απόφαση του Εφετείου Λάρισας, με την οποία έγινε δεκτή έφεση του εκκαλούντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, κατά της ήδη αναιρεσίβλητης.

Ωστόσο η αίτηση αυτή και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, απευθύνονται κατά του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, ο οποίος δεν υπήρξε διάδικος στη δίκη κατά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, αλλά εκπροσώπησε σ` αυτήν το Ελληνικό Δημόσιο. Επομένως, και ενόψει του ότι από το περιεχόμενο των ανωτέρω δικογράφων δεν προκύπτει ότι ο αληθής διάδικος στην προκείμενη δίκη είναι το Ελληνικό Δημόσιο, η αίτηση αυτή και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, έπρεπε να απορριφθούν ως απαράδεκτες.

Επειδή, από το άρθρο 569 παρ. 2 ΚΠολΔ. προκύπτει ότι, για το παραδεκτό των προσθέτων λόγων αναίρεσης απαιτείται όχι μόνο η κατάθεση αλλά και η επίδοση του σχετικού δικογράφου στον αναιρεσίβλητο τριάντα ημέρες πριν από τη συζήτηση της αναίρεσης, που είχε αρχικά οριστεί. Τυχόν μη επίδοση του δικογράφου καθιστά απαράδεκτους τους προσθέτους λόγους και το απαράδεκτο αυτό λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως.

Επομένως, εφόσον δεν προκύπτει ότι, το δικόγραφο των από 3-1-2007 προσθέτων λόγων αναίρεσης της αναιρεσείουσας επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο (μάλιστα ούτε γίνεται επίκληση από τον αναιρεσείοντα με τις προτάσεις του περί επιδόσεως) πρέπει να απορριφθούν οι λόγοι αυτοί ως απαράδεκτοι.

Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 335,338,339 και 340ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση ως προς τη βασιμότητα ή μη των προβαλλόμενων από τους διαδίκους πραγματικών γεγονότων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα νόμιμα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη, χωρίς να είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, από δε την αναφορά στην απόφαση μερικών από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, γιατί έχουν ιδιαίτερη σημασία, δεν συνάγεται αναγκαστικά ότι δεν εκτιμήθηκαν και τα μη αναφερόμενα..

Στην υπόθεση που κρίνεται, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά τα οποία έγιναν δεκτά από το Εφετείο, αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων, αποδείχθηκαν, εκτός των άλλων, και από όλα τα έγγραφα που επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και εκτίμησε, ως δικαστικά τεκμήρια, και τα αναφερόμενα στον πρώτο λόγο, πρώτο μέρος, της αναίρεσης έγγραφα, ήτοι την με αριθ. 4/2001 απόφαση της δευτεροβάθμιας Επιτροπής Επιλύσεως Δασικών Αμφισβητήσεων του Εφετείου Λάρισας, την Πράξη χαρακτηρισμού του Δασαρχείου Βόλου με το από .....

τοπογραφικό σχεδιάγραμμα, την 5/2000 απόφαση της Α/θμιας Επιτροπής Ε.Δ.Α. Ν. Μαγνησίας, καθώς και την αναφερόμενη στον τέταρτο λόγο αναίρεσης, δεύτερο μέρος, αριθ.πρωτ. 5669/1982 έκθεση του Δασαρχείου Βόλου προς το Υπουργείο Γεωργίας, Δ/ση Δασικής Ιδιοκτησίας Επομένως, οι λόγοι αυτοί αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.11γ ΚΠολΔ, με τους οποίους αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση της μη λήψης υπόψη των ανωτέρω αποδεικτικών μέσων, που νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε η αναιρεσείουσα στο Εφετείο, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.

Επειδή, για την ίδρυση του από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.8 περ.β΄ ΚΠολΔ. προβλεπόμενου λόγου αναίρεσης, πρέπει το δικαστήριο της ουσίας, παρά το νόμο να μη έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως τέτοια δε νοούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως θεμελιώνουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης.

Δεν αποτελούν όμως πράγματα, κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, και επομένως δεν ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν δεν ληφθούν υπόψη, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, ανταγωγής ή ένστασης, τα επιχειρήματα ή συμπεράσματα από την εκτίμηση αποδείξεων. Επίσης δεν ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τα "πράγματα" που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, και τα απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γιατί.

η απόρριψη αυτή σημαίνει ότι ο ισχυρισμός έχει ληφθεί υπόψη ανεξάρτητα αν δεν έγινε δεκτός. Στην υπόθεση που κρίνεται, με τον πρώτο λόγο, δεύτερο μέρος αναίρεσης, και το δεύτερο λόγο, τρίτο μέρος, αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.8 περ. β ΚΠολΔ, ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση, διότι δεν έλαβε υπόψη ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, ότι τα επίδικα αγροτεμάχια δεν ήταν δάσος ούτε δασικές περιοχές, αλλά χορτολιβαδικές εκτάσεις του άρθρου 3 παρ.6β Ν.998/1979,όπως τούτο συνάγεται και από την με αριθμ. 4/2001 απόφαση της Β/θμιας Επιτροπής Ε.Δ.Α.,για τους ειδικότερους λόγους που αναφέρονται στο δεύτερο των λόγων αυτών.

Οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως απαράδεκτοι, διότι οι ανωτέρω ισχυρισμοί αποτελούν αιτιολογημένη άρνηση κατά της ένστασης που προέβαλε το Ελληνικό Δημόσιο, προς κατάλυση της αγωγής, ότι δηλαδή τα ανωτέρω ακίνητα επί Οθωμανικής αυτοκρατορίας υπάγονταν στην κατηγορία των δημοσίων γαιών, χωρίς να έχει παραχωρηθεί με ταπί δικαίωμα διηνεκούς εξουσιάσεως και ειδικότερα ότι ήταν δάση, ήτοι εκτάσεις καλυπτόμενες ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιονδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονταν για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων, καθώς και επιχειρήματα από την εκτίμηση αποδείξεων, και όχι "πράγματα",κατά την εκτεθείσα έννοια, η μη λήψη υπόψη των οποίων δεν ιδρύει τον ανωτέρω λόγο αναίρεσης.

Με τον τέταρτο λόγο, πρώτο μέρος, αναίρεσης, από την ίδια διάταξη, μέμφεται η πληττόμενη απόφαση διότι δεν έλαβε υπόψη ουσιώδη ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ότι ενώ η Κοινότητα ..... με αίτηση ζήτησε όπως της παραχωρηθεί προς καλλιέργεια έκταση 5.300 στρεμμάτων, η οποία απορρίφθηκε διότι η έκταση αυτή χαρακτηρίσθηκε ως δασική, από την αίτηση της ανωτέρω Κοινότητας είχε εξαιρεθεί η επίδικη έκταση.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι ο ανωτέρω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα" κατά την εκτεθείσα έννοια ,αλλά επιχείρημα για τον χαρακτήρα της επίδικης έκτασης ως μη δασικής, Επειδή, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ.4,566 παρ.1 και 577 παρ.3 ΚΠολΔ, για την πληρότητα του λόγου αναίρεσης με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου(άρθρο 559 αριθ.1α ΚΠολΔ),πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός των άλλων, η διάταξη, που φέρεται ότι παραβιάσθηκε, η έννοια που αποδίδει ο αναιρεσείων σ΄ αυτήν, το συμπέρασμα του δικαστηρίου, που φέρεται ως προϊόν ερμηνευτικού ή υπαγωγικού σφάλματος, εφόσον δε το δικαστήριο εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, με πληρότητα και σαφήνεια και οι ουσιαστικές παραδοχές με τις οποίες εκείνο υπέπεσε, κατά τον αναιρεσείοντα, στις πλημμέλειες που συγκροτούν τον λόγο αυτό της αναίρεσης .Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσης(άρθρο 559 αριθ.19ΚΠολΔ),πρέπει να αναφέρονται, εκτός από τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά και αποτέλεσαν την ελάσσονα πρόταση τον συλλογισμού της απόφασης, και η αιτία συνεπεία της οποίας τούτο συμβαίνει, ήτοι αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αντιφατικές αιτιολογίες, πρέπει να καθορίζεται σε τι συνίσταται η αντίφαση και από ποία αντιτιθέμενα μέρη προκύπτει, ή, αν έχει ανεπαρκείς αιτιολογίες , πρέπει περαιτέρω να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκειά τους, ποίο δηλαδή είναι το στοιχείο που λείπει για την επάρκειά τους.

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο λόγο, πρώτο μέρος, αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθ.1 α ΚΠολΔ, πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε η ένδικη αναγνωριστική κυριότητας ακινήτου της αναιρεσείουσας, διότι κατ΄ εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 1,3 του από 17/19-11-1936 Δ/τος "περί ιδιωτικών δασών,1 Ν.ΑΧΝ/1988 "περί διακρίσεως οριοθεσίας δασών ",57 Ν.3077/1924 "Περί δασικού Κώδικος",3 παρ.1,2,3 Ν.998/1979, 45,46 Ν.4178/1929, 1 Α.Ν.86/1969 κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα ότι η επίδικη έκταση είναι δημόσια δασική, ως εκ τούτου η δικαιοπάροχος της αναιρεσείουτσας, Κοινότητα ....., μετά την απελευθέρωση της Θεσσαλίας από την Τουρκία και την προσάρτησή της το έτος 1881 στην Ελλάδα δεν απέκτησε κυριότητα δια χρησικτησίας επ΄ αυτής.

Ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί, καθόσον δεν περιέχει τα εκτεθέντα αναγκαία για το ορισμένο αυτού στοιχεία. Ειδικότερα, δεν καθορίζεται το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα της παραβίασης των ανωτέρω ουσιαστικών διατάξεων, ήτοι ποία η αληθής, κατά την αναιρεσείουσα, έννοια αυτών, και σε τι έγκειται το ερμηνευτικό και υπαγωγικό σφάλμα του δικαστηρίου της ουσίας.

Επειδή, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, με αυτή έγινε δεκτό, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση "χανδάκια" του δημοτικού διαμερίσματος ..... Ν. Μαγνησίας, έχει συνολική έκταση 159.705 τ.μ. και αποτελείται από πέντε τεμάχια, με στοιχεία 2α,2β,2γ,2δ και 2ε.Στην εν λόγω θέση η ενάγουσα από το έτος 1959 και εντεύθεν αγόρασε μία ευρύτερη έκταση 420 περίπου στρεμμάτων, ασκεί δε έκτοτε την εκμετάλλευση λατομείου σε έκταση 164,3 στρεμμάτων, για την οποία της χορηγήθηκε από το Υπουργείο Ενέργειας και Φυσικών Πόρων η αναφερόμενη σχετική άδεια.

Στη συνέχεια η ενάγουσα, στα πλαίσια λήψης άδειας για επέκταση του λειτουργούντος λατομείου ζήτησε από το Δασαρχείο Βόλου το χαρακτηρισμό έκτασης 244.493,33 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνονται τα επίδικα τμήματα με στοιχεία 2α,2β και 2ε.Με την 270/1999 πράξη του δασάρχη Βόλου χαρακτηρίσθηκε γεωργικά καλλιεργούμενη έκταση 75.485,78 τ.μ., ενώ ως δασική χαρακτηρίσθηκε έκταση 168.933,55 τ.μ., στην οποία περιλαμβάνεται και η επίδικη, και καλύπτεται από αραιή και άγρια ξυλώδη βλάστηση, κυρίως θαμνώδη πρίνου(πουρνάρι),χαμηλού ύψους (1-1,5 μέτρο) καθώς και παρεδαφιαία βλάστηση ποωδών φυτών στα διάκενα Μετά από αυτά η ενάγουσα στην επίδικη έκταση έχει προχωρήσει σε εργασίες εκσκαφής και απόληψης αργιλοχώματος με συνέπεια να έχει διαταραχθεί η προηγούμενη κατάσταση από άποψη μορφής εδαφοκάλυψης (δασική-γεωργική).Ωστόσο οι θέσεις όπου δεν έχουν επεκταθεί οι εν λόγω επεμβάσεις από μέρους της ενάγουσας, οι εκτάσεις διατηρούν την αρχική τους μορφή, δηλαδή καλύπτονται από διάσπαρτη θαμνώδη βλάστηση, κυρίως στις κορυφογραμμές των ράχεων, ενώ η υπόλοιπη επιφάνεια αποτελεί τμήμα ακάλυπτης χορτολιβαδικής έκτασης.

Κατά το χρόνο της προσάρτησης της Θεσσαλίας στο Ελληνικό κράτος και της εισαγωγής της ελληνικής νομοθεσίας στις θεσσαλικές επαρχίες (με το Ν.ΠΜ/19-20 Μαρτίου 1882), η επίδικη έκταση είχε και έκτοτε μέχρι σήμερα έχει τον χαρακτήρα της δασικής έκτασης, ως τμήμα ασκεπούς χορτολιβαδικής έκτασης, που αποτελείται από θαμνώδη και φρυγανώδη βλάστηση.

Λόγω του χαρακτήρα αυτού, περιήλθε τούτο, κατά τον ανωτέρω χρόνο, στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Τουρκικού δημοσίου, στο οποίο ανήκε κατά κυριότητα μέχρι του χρόνου αυτού(της προσάρτησης της Θεσσαλίας στο Ελληνικό Κράτος) εφόσον, κατά το οθωμανικό δίκαιο δεν αναγνωρίζονταν η κτήση κυριότητας ακινήτου με χρησικτησία.

Έκτοτε δεν αποδείχθηκε ότι η δικαιοπάροχος της ενάγουσας Κοινότητα ..... Ν. Μαγνησίας και στη συνέχεια η ίδια άσκησαν διακατοχικές πράξεις, καλόπιστα και με διάνοια κυρίου, σ΄ αυτό και ότι επομένως ότι έγιναν κύριοι με έκτακτη χρησικτησία. Ο χαρακτήρας της επίδικης έκτασης, ως δημόσιας δασικής και η μη κτήση κυριότητας επ΄ αυτής από τους ανωτέρω, βεβαιώθηκε, σύμφωνα με τις παραδοχές αυτές, εκτός των άλλων αποδεικτικών στοιχείων που αναφέρονται στην απόφαση, και από ενέργειες της Κοινότητας .....

στις οποίες δεν θα προέβαινε αν τελούσε στην πεποίθηση ότι η ως άνω έκταση ανήκε κατά κυριότητα σ΄ εκείνη, όπως η ενάγουσα ισχυρίσθηκε, ήτοι από το ότι η Κοινότητα ....., το μεν έτος 1969, ζήτησε από το Δασαρχείο Βόλου την άδεια να προβεί σε εκμίσθωση χερσότοπου στην ίδια θέση, η οποία όμως απορρίφθηκε, το δε έτος 1972 ζήτησε να αναγνωρισθεί κυρία έκτασης, στην οποία περιλαμβάνεται και αυτή στη θέση "χανδάκια",όπου το επίδικο, ως δασικής, που ανέκαθεν την εκμεταλλευόταν ως βοσκότοπο, η οποία απορρίφθηκε με την 61927/6483/13-11-1976 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, με την οποία και διατάχθηκε το Δασαρχείο Βόλου να τη διαχειρίζεται, ως δημόσια, και να την προστατεύει και την οποία(απόφαση) δεν αποδείχθηκε ότι προσέβαλε η Κοινότητα ....., ενώ παρόμοια αίτηση υπέβαλε και η ενάγουσα στο δασαρχείο Βόλου, με την οποία ζήτησε τον χαρακτηρισμό της έκτασης.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην πληττόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το ουσιώδες ζήτημα του ιδιοκτησιακού καθεστώτος ολόκληρου του επίδικου ακινήτου, στο οποίο περιλαμβάνονται τα ανωτέρω αναφερόμενα πέντε εδαφικά τμήματα. Επομένως, ο δεύτερος λόγος, δεύτερο μέρος, από τον αριθ.19 του άρθρου 559ΚΠολΔ,με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ελλειπών, άλλως αντιφατικών αιτιολογιών επί του ζητήματος του χαρακτηρισμού της επίδικης έκτασης ως δασικής, καθώς και ο συναφής προς αυτόν τρίτος λόγος αναίρεσης, από την ίδια διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19ΚΠολΔ, με τον οποίο ψέγεται η πληττόμενη απόφαση για έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω έλλειψης αιτιολογιών, άλλως ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τον δασικό χαρακτήρα των με στοιχεία 2γ και 2δ επίδικων ακινήτων, διότι στην πληττόμενη απόφαση γίνεται αναφορά μόνο για τα με στοιχεία 2α,2β,2ε επίδικα ακίνητα, πρέπει να απορριφθούν, προεχόντως ως αλυσιτελείς, διότι ουσιώδες ζήτημα, που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης είναι η κυριότητα των επιδίκων ακινήτων, ως προς το οποίο οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενη απόφαση είναι σαφείς, και όχι οι παραδοχές της περί του χαρακτήρα της επίδικης έκτασης ως δασικής.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-11-2005 αίτηση αναίρεσης της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΗΡΑΚΛΗΣ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΓΕΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΤΣΙΜΕΝΤΩΝ" και τους από 3-1-2007 πρόσθετους λόγους αυτής κατά της 408/2005 απόφασης του Εφετείου Λάρισας.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 6 Μαρτίου 2007. Και

Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 18 Απριλίου 2007.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ