Legislator Case Law & Legislation
861/2024 AI generated

Supreme Court allows appeal against appeal court decision for invalid board resolution and legal costs.

Case Number 861/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appellant's appeal regarding the invalidity of a company board resolution and the imposition of legal costs. The court found the lower court erred in requiring specific judicial invalidation and publication in the official register as conditions for the appellant's liability. Consequently, the decision concerning the appellant was annulled, and the case was remitted for further examination.

Legislator headnote

AI generated

Articles 118A(4) of Law 2725/1999; Articles 7a(1)γ', 7b(1), 13, 7e of Law 2190/1920: The Supreme Court held that a party may rely on the automatic invalidity of a board resolution without needing to challenge the specific judicial decision declaring it void, provided they have a legal interest.

Keywords

AI generated
company board resolution automatic invalidity legal costs allocation appeal annulment corporate governance

Cited Legislation

AI generated
Article 118A(4) of Law 2725/1999
Article 7a(1)γ' of Law 2190/1920
Article 7b(1) of Law 2190/1920
Article 13 of Law 2190/1920
Article 7e of Law 2190/1920
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 861 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 861/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1'Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Ερατώ Κολέση, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 7 Νοεμβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Γ. Τ. του Χ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Νικόλαου Κακουλίδη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Θ. Τ. του Δ.., κατοίκου Αθηνών, τέως επαγγελματία ποδοσφαιριστή, της αθλητικής εταιρείας με την επωνυμία ... (υπό εκκαθάριση) που εδρεύει στην Καβάλα και δεν παραστάθηκε.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-4-2017 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο .... Εκδόθηκαν η 220/2018 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η υπ' αριθ. 119/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-2-2023 αίτησή του και τους από 1-10-2023 πρόσθετους λόγους της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελπίδα Σιμιτοπούλου.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια του άρθρου 576 παρ. 2 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως, αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως, αν ο τελευταίος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα.

Αν η κλήση για συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα, ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Στην προκειμένη περίπτωση, από τις υπ' αριθ. 5407/5-4-2023 και 2162 Β'/4-10-2023 εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών Γ.

Π. και του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Πειραιώς Γ. Π., αντίστοιχα, που επικαλείται και προσκομίζει ο αναιρεσείων με τις προτάσεις του, προκύπτει ότι, κατόπιν έγγραφης παραγγελίας του πληρεξουσίου δικηγόρου του αναιρεσείοντος, ο οποίος επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης, ακριβές αντίγραφο της από 13-2-2023 αίτησης αναίρεσης και των από 1-10-2023 πρόσθετων λόγων, με πράξη ορισμού δικασίμου ενώπιον του Β1 πολιτικού τμήματος του Αρείου Πάγου και κλήση προς συζήτηση αυτών για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (7-11-2023), επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον πληρεξούσιο δικηγόρο και αντίκλητο του αναιρεσιβλήτου Ε.

Α., ο οποίος είχε εκπροσωπήσει αυτόν στο Μονομελές Εφετείο Θράκης, κατά τη συζήτηση της από 1-11-2018 έφεσής του επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης και τους πρόσθετους λόγους υπ' αριθ. 119/2021 απόφαση του ως άνω Δικαστηρίου. Ωστόσο, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο της ως άνω δικασίμου, ο αναιρεσίβλητος δεν εμφανίστηκε ούτε εκπροσωπήθηκε από πληρεξούσιο δικηγόρο.

Επομένως, εφόσον ο τελευταίος δεν παραστάθηκε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, αν και κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα προς τούτο, πρέπει, σύμφωνα με την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του ΚΠολΔ, να προχωρήσει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης παρά την απουσία του.

Με την κρινόμενη από 13-2-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 9/2023) αίτηση αναίρεσης και τους από 1-10-2023 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 130/2023) πρόσθετους λόγους αυτής, προσβάλλεται η εκδοθείσα ερήμην του δευτέρου εφεσιβλήτου Χ. Ρ. του Δ. (μη διαδίκου στην αναιρετική δίκη) και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών, υπ' αριθ. 119/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης, η οποία α) δέχτηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την από 1-11-2018 έφεση του ενάγοντος (ήδη αναιρεσιβλήτου), κατά της υπ' αριθ. 220/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου ..., με την οποία είχε κηρυχθεί καταργημένη, ως προς τους πρώτη, τρίτο και πέμπτο των εναγομένων, Ποδοσφαιρική Ανώνυμη Εταιρεία με την επωνυμία ...

Π. Χ. του Β. και Δ. Ζ. του Β. αντίστοιχα (μη διαδίκους στην αναιρετική δίκη), η δίκη που ανοίχθηκε με την από 28-4-2017 (αριθ. έκθ. κατάθεσης 143/2017) αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσιβλήτου, είχε απορριφθεί δε η αγωγή ως αβάσιμη κατ' ουσίαν ως προς τους δεύτερο και τέταρτο των εναγομένων, Γ. Τ. του Χ. (ήδη αναιρεσείοντα) και Χ.

Ρ. του Δ. (μη διάδικο στην αναιρετική δίκη) αντίστοιχα, και β) αφού εξαφανίστηκε η εκκαλούμενη απόφαση ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο Γ. Τ., δικάστηκε εκ νέου ως προς αυτόν η αγωγή και έγινε εν μέρει δεκτή. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553 παρ. 1 περ. β', 556 παρ. 1, 558, 564 παρ. 3 και 566 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, με το από 1-10-2023 αυτοτελές δικόγραφο, το οποίο επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα στον αναιρεσίβλητο, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 569 παρ. 2 ΚΠολΔ, όπως τούτο τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021, ο αναιρεσείων άσκησε εμπρόθεσμα και παραδεκτά πρόσθετους λόγους, οι οποίοι πρέπει να ερευνηθούν ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο τούτων (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ), συνεκδικαζόμενοι με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ).

Ι) Με το άρθρο 118Α παρ. 4 του Ν. 2725/1999, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 20 του Ν. 3479/2006 και ισχύει από τη δημοσίευση του νόμου αυτού στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 152/19-6-2006), ορίζεται ότι οι Πρόεδροι των Δ.Σ., διευθυντές, διαχειριστές, διευθύνοντες σύμβουλοι και εκκαθαριστές των αθλητικών ανωνύμων εταιρειών (Α.Α.Ε.), των τμημάτων αμειβομένων αθλητών των αθλητικών σωματείων (Τ.Α.Α.) ή των σωματείων, που συμμετέχουν στα επαγγελματικά πρωταθλήματα, ευθύνονται αλληλεγγύως και εις ολόκληρον με το αντίστοιχο νομικό πρόσωπο για τα χρέη που αυτό δημιουργεί κατά το χρονικό διάστημα της θητείας τους.

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι ο νομοθέτης, κατά παρέκκλιση της διάταξης του άρθρου 1 παρ. 1 του Ν. 2190/1920 (καθώς και της προϊσχύσασας διάταξης του άρθρου 32 του Εμπορικού Νόμου, το οποίο καταργήθηκε με το άρθρο 80 παρ. 13 του Ν. 3604/2007), καθιέρωσε στις αθλητικές ανώνυμες εταιρείες (και στα άλλα νομικά πρόσωπα που αναφέρονται στη διάταξη), που συμμετέχουν στα επαγγελματικά πρωταθλήματα, συνευθύνη, για τα χρέη των τελευταίων προς τους τρίτους, των φυσικών προσώπων τα οποία διευθύνουν ή διαχειρίζονται τις υποθέσεις αυτών και συγκεκριμένα, όπως προεκτέθηκε, των προέδρων των διοικητικών συμβουλίων, των διευθυντών, των διαχειριστών, των διευθυνόντων συμβούλων και των εκκαθαριστών, εφόσον τα τελευταία ασκούν τη διαχείριση των υποθέσεων των εν λόγω νομικών προσώπων (ΑΠ 1838/ 2022, 1378/2015).

ΙΙ) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 65, 67, 68 και 70 ΑΚ, καθώς και των εφαρμοζόμενων στην προκειμένη περίπτωση διατάξεων των άρθρων 18 παρ. 1, 2 και 22 παρ. 1, 3 του Ν. 2190/1920 συνάγεται ότι την ανώνυμη εταιρεία εκπροσωπεί δικαστικά και εξώδικα το διοικητικό της συμβούλιο, το οποίο ενεργεί συλλογικά και είναι αρμόδιο να αποφασίζει για κάθε πράξη που αφορά στη διοίκηση της εταιρείας, στη διαχείριση της περιουσίας της και γενικά στην εκπλήρωση του σκοπού της (ΑΠ 1838/2022, 69/2021).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 21 του Ν. 2190/1920, ουσιαστικές προϋποθέσεις για την έγκυρη συζήτηση και λήψη αποφάσεων από το Διοικητικό Συμβούλιο της ανώνυμης εταιρείας είναι η ύπαρξη νόμιμης σύνθεσης και η συγκέντρωση της απαιτούμενης από το νόμο ή το καταστατικό απαρτίας και πλειοψηφίας. Αν και ο νόμος σιωπά, η λήψη απόφασης χωρίς να υπάρχει νόμιμη σύνθεση του Δ.Σ.

ή χωρίς να τηρηθούν οι διατάξεις περί απαρτίας και πλειοψηφίας ή όταν η απόφαση του Δ.Σ. εκφεύγει της αρμοδιότητάς του ή είναι καταχρηστική ή αντίκειται στο νόμο, στο καταστατικό ή στις αποφάσεις της Γενικής Συνέλευσης, έχει ως συνέπεια την απόλυτη ακυρότητα της απόφασης (ΑΚ 174) και λογίζεται ως μη γενομένη (ΑΚ 180).

Ειδικότερα, η απόφαση αυτή δεν παράγει το σκοπούμενο αποτέλεσμα και συνακόλουθα δεν δεσμεύει την εταιρεία, εφόσον λογίζεται δε "μη υπάρχουσα" δεν είναι ανάγκη να προσβληθεί. Η ακυρότητα υπάρχει αυτοδικαίως, καθένας δε που έχει έννομο συμφέρον και αυτή ακόμη η εταιρεία, οι μέτοχοι, τα μέλη του Δ.Σ. ή τρίτοι μπορούν να επικαλεστούν την ανυπαρξία της απόφασης και με αναγνωριστική αγωγή (ΚΠολΔ 70), αλλά η επ' αυτής απόφαση δεν κηρύσσει, αναγνωρίζει απλώς την υπάρχουσα ακυρότητα (ΟλΑΠ 18/ 2005, ΑΠ 1838/2022, 1408/2010).

Περαιτέρω, ο Ν. 2190/1920, στο άρθρο 7α, όπως τροποποιήθηκε τελικώς με το άρθρο 1 παρ. 11 του Ν. 2941/2001, ορίζει, μεταξύ άλλων, τα εξής: "1. Πράξεις και στοιχεία ημεδαπών Ανωνύμων Εταιρειών. Σε δημοσιότητα υποβάλλονται οι εξής πράξεις και στοιχεία: [....] γ. Ο διορισμός και η για οποιοδήποτε λόγο παύση με τα στοιχεία ταυτότητας των προσώπων που:

ασκούν τη διαχείριση της εταιρείας, έχουν την εξουσία να την εκπροσωπούν από κοινού ή μεμονωμένα, είναι αρμόδια να ασκούν τον τακτικό της έλεγχο [....] ι. Η δικαστική απόφαση παντός βαθμού που κηρύσσει άκυρη την εταιρεία ή σε κατάσταση πτώχευσης, καθώς και οι δικαστικές αποφάσεις παντός βαθμού που αναγνωρίζουν ως άκυρες ή ακυρώνουν αποφάσεις γενικών συνελεύσεων.

Σε δημοσιότητα υποβάλλονται και οι δικαστικές αποφάσεις που ανατρέπουν τις παραπάνω αποφάσεις". Με το άρθρο 7β του ίδιου νόμου, όπως τροποποιήθηκε τελικώς με τις παρ. 12-13 του αυτού ως άνω άρθρου 1 του Ν. 2941/2001, ορίζεται ότι "1. Η δημοσιότητα πραγματοποιείται: α. Με την καταχώριση, ύστερα από έλεγχο, των πράξεων και στοιχείων στο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών, που τηρείται στην υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου της νομαρχίας όπου έχει την έδρα της η εταιρεία [...] β.

Με τη δημοσίευση, με επιμέλεια της αρμόδιας υπηρεσίας και με δαπάνες της ενδιαφερόμενης εταιρείας, στο τεύχος Ανωνύμων Εταιρειών και Εταιρειών Περιορισμένης Ευθύνης της Εφημερίδας της Κυβέρνησης, ανακοίνωσης για την καταχώριση στο οικείο Μητρώο Ανωνύμων Εταιρειών των Πράξεων και των στοιχείων που υποβάλλονται σε δημοσιότητα [...] 13.

Η εταιρεία δεν μπορεί να αντιτάξει στους τρίτους τις πράξεις και τα στοιχεία για τα οποία δεν τηρήθηκε η δημοσίευση που προβλέπει η περίπτωση β της ανωτέρω παραγράφου 1, εκτός αν αποδείξει ότι οι τρίτοι τα γνώριζαν. Πράξεις ή στοιχεία που έχουν δημοσιευτεί δεν αντιτάσσονται στους τρίτους πριν περάσουν δεκαπέντε ημέρες από τη δημοσίευση, εφόσον οι τρίτοι αποδεικνύουν ότι δεν ήταν δυνατόν να τα γνωρίζουν. 14.

Το Διοικητικό Συμβούλιο της εταιρείας είναι υπεύθυνο για την υποβολή στην αρμόδια υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου των πράξεων και στοιχείων για τα οποία απαιτείται δημοσιότητα [...] 15. Οι τρίτοι μπορούν να επικαλούνται πράξεις ή στοιχεία για τα οποία δεν ολοκληρώθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας σύμφωνα με την ανωτέρω παράγραφο 1, εκτός εάν η έλλειψη δημοσιότητας τα καθιστά ανίσχυρα".

Εξάλλου, με το Ν. 3419/2005 καθιερώθηκε Γενικό Εμπορικό Μητρώο (Γ.Ε.ΜΗ.), στο οποίο εγγράφονται όλες οι οντότητες που ασκούν εμπορία στην ημεδαπή (υποχρεωτικά εκείνες που απαριθμούνται στο άρθρο 1 παρ. 1 του νόμου, μεταξύ αυτών και οι κεφαλαιουχικές εταιρείες) και το οποίο τέθηκε σε λειτουργία από 4.4.2011 δυνάμει της Κ.Υ.Α.

Κ1-802/23.3.2011 (Β' 470). Ακολούθως, με το άρθρο 78 παρ. 3 του Ν. του ν. 4314/2014 προστέθηκαν παράγραφοι 2α, 2β, και 2γ στο άρθρο 6 του Ν. 3419/2005, με τις οποίες, με παραπομπή στο άρθρο 16 του τελευταίου τούτου νόμου, όπως διαδοχικά τροποποιήθηκε με την παρ. 13 άρθρου 13 Ν. 3853/2010 και την παρ. 2 άρθρου 15 Ν. 4038/2012 και αντικαταστάθηκε με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 4155/2013, ορίστηκε ότι η εμπορική δημοσιότητα πραγματοποιείται με καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ.

και δημοσίευση στον διαδικτυακό του τόπο, ο οποίος, σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ. 9 του αυτού Ν. 3419/2005, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3853/2010, αποτελεί το ελληνικό ηλεκτρονικό "Εθνικό Δελτίο Εμπορικής Δημοσιότητας" κατά την έννοια της παραγράφου 5 του άρθρου 3 της Οδηγίας 2009/101/ΕΚ/ 16.9.2009. Οι διατυπώσεις δημοσιότητας των άρθρων 7α και 7β του Ν. 2190/1920 καταργήθηκαν ρητά με το άρθρο 2 του Ν. 4250/2014 (ΦΕΚ Α 74/26.3.2014).

Περαιτέρω, το άρθρο 7ε του ίδιου νόμου, που προστέθηκε με το άρθρο 7 του Π.Δ. 409/1986, ορίζει ότι "Εφόσον τηρήθηκαν οι σχετικές διατυπώσεις δημοσιότητας για το διορισμό των προσώπων που εκπροσωπούν την εταιρεία δεν αντιτάσσεται στους τρίτους οποιοδήποτε ελάττωμα σχετικά με το διορισμό των προσώπων αυτών, εκτός αν η εταιρεία αποδείξει ότι οι τρίτοι γνώριζαν το ελάττωμα".

Από τις προαναφερθείσες διατάξεις συνάγεται ότι η δημοσιότητα, στην οποία υποβάλλεται η πράξη διορισμού μελών Δ.Σ. ανώνυμης εταιρείας, δεν έχει συστατικό αλλά βεβαιωτικό ή δηλωτικό χαρακτήρα (ΑΠ 1838/2022, 1156/2018, ΣΤΕ 1366/2021, 3217/2014, 1040/2016, 1770/2005). Ως εκ τούτου, η πράξη διορισμού ή η για οποιοδήποτε λόγο παύση ενός προσώπου αναφορικά προς την ως άνω εξουσία εκπροσώπησης, υποβάλλεται μεν σε δημοσιότητα, πλην όμως η μη δημοσίευση δεν επιδρά στο κύρος αυτής, αλλά έχει ως αποτέλεσμα ότι η ανώνυμη εταιρεία δεν μπορεί, κατ' αρχάς, να αντιτάξει σε τρίτους, με τους οποίους έχει συναλλαχθεί, την επελθούσα μεταβολή, εκτός εάν αποδείξει ότι οι τρίτοι τη γνώριζαν (ΑΠ 1838/2022, 307/2003, ΑΠ 724/2002).

Σκοπός των ανωτέρω ρυθμίσεων είναι η ασφάλεια των συναλλαγών και η προστασία των τρίτων που συναλλάσσονται με την ανώνυμη εταιρεία και προσδίδουν πίστη στα δημοσιευμένα στοιχεία αυτής. Έτσι, σε περίπτωση που επέλθει μεταβολή στη διοίκηση και εκπροσώπηση της εταιρείας χωρίς να δημοσιευθεί, η εταιρεία δεν μπορεί να επικαλεσθεί έναντι του τρίτου, που συναλλάχθηκε με νόμιμο εκπρόσωπο που αναφέρεται στα δημοσιευμένα στοιχεία της, την επελθούσα μεταβολή στην εκπροσώπησή της, εκτός αν ο τρίτος γνώριζε τη μεταβολή.

Αντίθετα, ο τρίτος μπορεί να επικαλεστεί έναντι της εταιρείας την έλλειψη της δημοσιότητας και το κύρος της συναλλαγής του με τον προηγούμενο εκπρόσωπο της εταιρείας. Τρίτος θεωρείται κάθε συναλλασσόμενος με την εταιρεία, ο οποίος λόγω της θέσης στην οποία βρίσκεται και των λοιπών κατ' ιδίαν περιστάσεων έχει ανάγκη προστασίας, διότι αδυνατεί να παρακολουθήσει τις επερχόμενες μεταβολές στη διοίκηση και εκπροσώπηση αυτής και, ως εκ τούτου, είναι υποχρεωμένος να εμπιστευθεί τις ήδη νόμιμα δημοσιευμένες πληροφορίες ως προς το ζήτημα αυτό.

Δεν θεωρείται, όμως, "τρίτος" ο διευθύνων σύμβουλος της εταιρείας ή ο γενικός διευθυντής αυτής, ο οποίος με την εν λόγω ιδιότητα είτε μετέχει στις διαδικασίες εκλογής ή επιλογής των οργάνων της εταιρείας είτε είναι ενήμερος για τις σχετικές μεταβολές και οιονεί "ταυτίζεται" με την εταιρεία (ΑΠ 1838/2022, 737/2015, 1657/2010).

ΙΙΙ) Από τη διάταξη του άρθρου 68 του ΚΠολΔ, με την οποία ορίζεται ότι δικαστική προστασία έχει δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ. 1 στοιχ. α' του ίδιου Κώδικα, κατά την οποία το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει, μεταξύ άλλων, σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, προκύπτει ότι η νομιμοποίηση των διαδίκων, τόσο η ενεργητική, όσο και η παθητική, αναφορικά με την επίδικη έννομη σχέση καθορίζεται κατά κανόνα από το ουσιαστικό δίκαιο, τόσο ως προς το αντικείμενο αυτής, όσο και ως προς τους φορείς της (δικαιούχο και υπόχρεο).

Κατά συνέπεια, η από το δικαστήριο της ουσίας εσφαλμένη κρίση ότι ο ενάγων νομιμοποιείται ενεργητικά και ο εναγόμενος νομιμοποιείται παθητικά στην άσκηση της αγωγής ελέγχεται από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 (ή τον αριθμό 1 του άρθρου 560) του ΚΠολΔ προβλεπόμενο λόγο αναίρεσης, διότι προϋποθέτει παραβίαση από το ίδιο δικαστήριο κανόνα ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 18/2005, ΑΠ 25/2008, ΑΠ 1838/2022, 260/2020, 59/2019, 154/2019).

IV) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 εδ. α' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 1/2016, 2/2013, 7/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης, καθώς και με τον πρώτο πρόσθετο λόγο αυτής, προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, συνισταμένη σε εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 118Α του Ν. 2725/1999.

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα σε σχέση με τους ερευνώμενους αναιρετικούς λόγους: "... η εργοδότρια εταιρεία με την επωνυμία "ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΙΚΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΝΕΑ ΚΑΒΑΛΑ", σύμφωνα με το από 31-8-2011 πρακτικό της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της, το οποίο δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ τ.

Α.Ε.-Ε.Π.Ε. και Γ.Ε.ΜΗ. 258/13.01.2012, διοικούνταν από εξαμελές Διοικητικό Συμβούλιο, το οποίο εξελέγη από τη ΓΣ κατά τη συνεδρίαση της 31.08.2011 και συγκροτήθηκε σε σώμα, ανατέθηκαν δε καθήκοντα προέδρου στον Χ. Ρ., αντιπροέδρου στον Γ. Τ., διευθύνοντα συμβούλου στον Δ. Ζ. και συμβούλων στους Β. Λ., Χ. Κ. και Κ. Τ.. Με το ως άνω πρακτικό του ΔΣ της Π.Α.Ε.

ορίστηκε ότι η θητεία του ΔΣ θα έληγε την 31.08.2016 και ότι την εταιρία θα εκπροσωπούσε και θα δέσμευε ο διευθύνων σύμβουλος αυτής, Δ. Ζ., με μόνη την υπογραφή του. Στη συνέχεια, λόγω παραίτησης δύο μελών του παραπάνω ΔΣ της Π.Α.Ε., συνεδρίασε εκ νέου το παραπάνω συλλογικό όργανο διοίκησης της εταιρείας, το οποίο με το από 8.3.2012 πρακτικό συνεδρίασης, που καταχωρίσθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ.

με κωδικό αριθμό καταχώρησης 173229 και η σχετική ανακοίνωση της ως άνω καταχώρησης δημοσιεύτηκε στις 31.03.2014 στο ΦΕΚ τ. Α.Ε.- Ε.Π.Ε. και Γ.Ε.ΜΗ. 3345/31.03.2014, εξέλεξε ως νέα μέλη του τους Π. Χ. και Π. Κ. σε αντικατάσταση και για το υπόλοιπο της θητείας των παραιτηθέντων μελών Β. Λ. και Κ. Τ. αντίστοιχα. Κατόπιν το ΔΣ ανασυγκροτήθηκε σε σώμα και ορίστηκε ως πρόεδρος αυτού ο Γ.

Τ., ως αντιπρόεδρος ο Χ. Κ., ως διευθύνων σύμβουλος ο Π. Χ. και ως μέλη οι Δ. Ζ., Χ. Ρ. και Π. Κ., με θητεία έως την 31.06.2016. Επίσης, το ΔΣ ανέθεσε την άσκηση όλων των αρμοδιοτήτων, καθηκόντων, δικαιωμάτων και εξουσιών, κατά το άρθρο 13 του καταστατικού της εταιρείας, στον διευθύνοντα σύμβουλο Π. Χ., ο οποίος θα εκπροσωπούσε και θα δέσμευε την εταιρεία με μόνη την υπογραφή του.

Ακολούθως και δη στις 09.01.2014 ο πρώτος εφεσίβλητος Γ. Τ., μαζί με τους Β. Λ., Κ. Τ. και Δ. Ζ. και την επόμενη ημέρα ο Χ. Κ. υπέβαλαν παραίτηση από τα ως άνω καθήκοντά τους. Με τη με αριθμό 170/20.03.2014 απόφαση του Ειρηνοδικείου ... διορίστηκε προσωρινή διοίκηση της Π.Α.Ε. αποτελούμενη από τους Κ. Σ., Β. Τ., Σ. Μ., Β. Σ., Ι. Ξ., Π.

Η. και Π. Π.. Η παραπάνω απόφαση καταχωρίσθηκε στις 31.07.2014 στο Γ.Ε.ΜΗ. με κωδικό αριθμό 232742. Κατά την ίδια ημερομηνία και με κωδικό αριθμό 232743 καταχωρίσθηκε επίσης στο Γ.Ε.ΜΗ. και το από 31.03.2014 πρακτικό του διορισθέντος με την παραπάνω απόφαση προσωρινού διοικητικού συμβουλίου της Π.Α.Ε., με το οποίο (πρακτικό) το εν λόγω συμβούλιο συγκροτήθηκε σε σώμα, με θητεία έως 20.09.2014.

Σχετικές δε ανακοινώσεις του Υφυπουργού Ανάπτυξης και Ανταγωνιστικότητας αναφορικά με την καταχώριση στο Γ.Ε.ΜΗ. τόσο της με αριθμό 170/2014 απόφασης του Ειρηνοδικείου ..., όσο και του από 31.03.2014 πρακτικού της προσωρινής διοίκησης της Π.Α.Ε., δημοσιεύθηκαν στο ΦΕΚ τ. Α.Ε. - Ε.Π.Ε. και Γ.Ε.ΜΗ. 8136/05.08.2014. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εφεσίβλητος με τη με αριθμό κατάθεσης 67/15.07.2014 αγωγή που άσκησε κατά της ως άνω Π.Α.Ε.

ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., κατά την τακτική διαδικασία, με την ιδιότητά του ως μέλος αυτής, επικαλούμενος ότι η φερόμενη ως τεθείσα από αυτόν υπογραφή στο από 08.03.2012 πρακτικό του ΔΣ της ανώνυμης εταιρίας, σύμφωνα με το οποίο διορίστηκε πρόεδρος του ΔΣ αυτής, είναι πλαστογραφημένη και επιπλέον ότι η απόφαση του ΔΣ είναι άκυρη, καθώς δεν έλαβε χώρα νόμιμη σύγκληση του ως άνω οργάνου και δεν προηγήθηκε απόφαση της ΓΣ που να εκλέγει το συγκεκριμένο ΔΣ, ζητούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της απόφασης τόσο της ΓΣ, όσο και του ΔΣ της Π.Α.Ε.

Το Πολυμελές Πρωτοδικείο ..., με τη με αριθμό 30/26.05.2015 απόφασή του, δικάζοντας ερήμην της εναγομένης Π.Α.Ε., αφού απέρριψε ως αόριστο το αίτημα αναγνώρισης της ακυρότητας της απόφασης της ΓΣ, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή και αναγνώρισε την ακυρότητα της από 08.03.2012 απόφασης του ΔΣ της ως άνω Π.Α.Ε., διατάσσοντας τη δημοσίευση της απόφασής του στο Μ.Α.Ε.

που τηρείται στην υπηρεσία του Υπουργείου Εμπορίου ή με ανάρτηση στην ιστοσελίδα της εταιρείας, εφόσον η διεύθυνση αυτής έχει καταχωρισθεί στη μερίδα της εταιρείας ή, αν η εταιρεία δεν διατηρεί ιστοσελίδα ή δεν έχει καταχωρήσει αυτή στη μερίδα της, σε μία ημερήσια οικονομική εφημερίδα πανελλαδικής κυκλοφορίας και στο τεύχος Α.Ε.

και Ε.Π.Ε. της Εφημερίδας της Κυβέρνησης. Σε συμμόρφωση προς την παραπάνω απόφαση, στις 04.09.2015 καταχωρίσθηκε στο Γ.Ε.ΜΗ. με κωδικό αριθμό 406014 η παραπάνω απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου .... Κατόπιν της ανωτέρω απόφασης, με την οποία αναγνωρίστηκε η ακυρότητα της από 08.03.2012 απόφασης του ΔΣ της Π.Α.Ε., η τελευταία (απόφαση ΔΣ) θεωρείται (αυτοδικαίως) απόλυτα άκυρη και δεν επιφέρει έννομα αποτελέσματα, δηλαδή τον διορισμό του πρώτου εφεσίβλητου ως προέδρου του ΔΣ της Π.Α.Ε.

Η ακυρότητα της απόφασης του ΔΣ της Π.Α.Ε. συνιστά ελάττωμα του διορισμού του τελευταίου στη θέση του προέδρου του Δ.Σ., όμως, κατά το άρθρο 7ε του Κ.Ν. 2190/1920, πριν την κατά νόμο τήρηση της διαδικασίας δημοσιότητας της δικαστικής απόφασης που αναγνωρίζει την ακυρότητα, δεν αντιτάσσεται έναντι των τρίτων που συναλλάχθηκαν με την εταιρεία αγνοώντας το σχετικό ελάττωμα διορισμού.

Συνεπώς, ο πρώτος εφεσίβλητος δεν μπορεί να προβάλει έναντι του εκκαλούντος, που ως τρίτος συναλλάχθηκε με αυτόν με την ιδιότητά του ως προέδρου του ΔΣ της εταιρείας, την αναδρομική ακυρότητα της απόφασης του ΔΣ της εταιρίας, εκτός αν αποδείξει ότι ο τρίτος τη γνώριζε. Ωστόσο ο πρώτος εφεσίβλητος, ο οποίος είχε και το σχετικό βάρος απόδειξης για την ανατροπή του κανόνα του άρθρου 7ε του Κ.Ν. 2190/1920, δεν επικαλέστηκε ούτε απέδειξε θετική γνώση του εκκαλούντος ως προς την έλλειψη στο πρόσωπό του της ιδιότητας του προέδρου του ΔΣ της Π.Α.Ε.

κατά τον χρόνο κατάρτισης της από 24-9-2012 σύμβασης εργασίας και του από 16-9-2012 ιδιωτικού συμφωνητικού, στα οποία ο πρώτος εφεσίβλητος, Γ. Τ., συμβλήθηκε ως Πρόεδρος της Π.Α.Ε. Αντίθετα, με τις προτάσεις που κατέθεσε ενώπιον του πρωτόδικου δικαστηρίου και με αυτές ενώπιον του Εφετείου, επικαλείται τη μεταγενέστερη γνώση του εκκαλούντος - ενάγοντος και δη τη γνώση αυτού από το έτος 2014 και ειδικότερα πριν την άσκηση της ένδικης αγωγής του, η οποία (γνώση) ουδεμία έννομη επιρροή ασκεί, διότι αφορά μεταγενέστερο της κατάρτισης της σύμβασης εργασίας διάστημα.

Ας σημειωθεί, δε, πως παρότι κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης εργασίας μεταξύ της Π.Α.Ε. και του ενάγοντος - εκκαλούντος δεν είχαν ολοκληρωθεί οι διατυπώσεις δημοσιότητας σχετικά με τον διορισμό του πρώτου εφεσίβλητου ως Προέδρου της Π.Α.Ε., σύμφωνα με το από 8-3-2012 πρακτικό ΔΣ, ο εκκαλών - ενάγων, ως καλόπιστος τρίτος, μπορεί να επικαλείται πράξεις ή στοιχεία για τα οποία δεν ολοκληρώθηκαν οι διατυπώσεις δημοσιότητας (άρθρο 7β παρ. 15 Κ.Ν. 2190/1920), όπως εν προκειμένω ο διορισμός ΔΣ και του πρώτου εφεσίβλητου ως Προέδρου της Π.Α.Ε.

Ο πρώτος εφεσίβλητος υπέγραψε με την ιδιότητα του Προέδρου της εταιρείας και άλλες συμβάσεις εργασίας μεταξύ επαγγελματιών ποδοσφαιριστών και της εν λόγω Π.Α.Ε., όπως επίσης και σε άλλα ιδιωτικά συμφωνητικά με επαγγελματίες ποδοσφαιριστές ρητά αναγράφεται ότι η Π.Α.Ε. εκπροσωπείται από τον πρώτο εφεσίβλητο ως πρόεδρο και διευθύνοντα σύμβουλο αυτής.

Η ασφάλεια των συναλλαγών και η προστασία του εκκαλούντος - ενάγοντος που συναλλάχθηκε με την Π.Α.Ε και προσέδωσε πίστη στις πράξεις του ΔΣ αυτής και δη στην από 8-3-2012 πράξη περί ανασυγκρότησης αυτού και ανάθεσης αρμοδιοτήτων και εκπροσώπησης της εταιρείας, επιβάλλει τη μη ανατροπή των δικαιωμάτων και προσδοκιών που απέκτησε αυτός με βάση τη σύμβαση εργασίας που υπέγραψε....

Ο εκκαλών - ενάγων, παρότι η από 8-3-2012 απόφαση του ΔΣ της Π.Α.Ε., βάσει της οποίας ανατέθηκε στον εφεσίβλητο το αξίωμα του Προέδρου, δεν είχε ακόμη (κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης) υποβληθεί στην προβλεπόμενη δημοσιότητα, η οποία έχει βεβαιωτικό - δηλωτικό χαρακτήρα και δεν αποτελεί συστατικό τύπο, μπορεί να την επικαλεστεί και πριν τη δημοσίευσή της, σε βάρος της Π.Α.Ε.

και του εφεσίβλητου - εναγομένου, ενώ αντίθετα οι παρατυπίες κατά τον διορισμό των προσώπων που εκπροσωπούν την εταιρεία καθίστανται μη αντιτάξιμες κατ' αυτού (εκκαλούντος), όπως εν προκειμένω η αναγνώριση της ακυρότητας του διορισμού του εφεσίβλητου - εναγομένου με την υπ' αριθ. 30/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ..., η οποία μπορεί να αντιταχθεί κατά των τρίτων που συναλλάχθηκαν με την Π.Α.Ε.

μόνο ως προς συναλλαγές που έλαβαν χώρα μετά τη δημοσίευση αυτής στο Γ.Ε.ΜΗ. στις 04.09.2015 και όχι αναδρομικά. Ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου ότι ο ίδιος δεν είχε ουσιαστική συμμετοχή στη διοίκηση της Π.Α.Ε., αλλά κατείχε το αξίωμα τιμητικά, λόγω της ανιδιοτελούς προσφοράς του ως γιατρού της ομάδας, και προέβη σε κάποιες πράξεις διοίκησης μόνο κατ' εξουσιοδότηση του προέδρου και του διευθύνοντος συμβούλου αυτής, λόγω κωλύματός τους, είναι απορριπτέος ως ουσιαστικά αβάσιμος.

Ειδικότερα, αποδείχθηκε ότι με το από 20.09.2012 πρακτικό του ΔΣ της Π.Α.Ε. χορηγήθηκε στον πρώτο εφεσίβλητο εξουσιοδότηση υπογραφής των εγγράφων της εταιρίας για λογαριασμό του προέδρου του ΔΣ της, Χ. Ρ., στις περιπτώσεις αδυναμίας του τελευταίου να ασκήσει τα καθήκοντά του για λόγους υγείας. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω αναφερόμενες συμβάσεις εργασίας και ιδιωτικά συμφωνητικά, που συνήψε με επαγγελματίες ποδοσφαιριστές, ο εφεσίβλητος υπέγραφε ως πρόεδρος και διευθύνων σύμβουλος της Π.Α.Ε., χωρίς να γίνεται καμία αναφορά ως προς την παρασχεθείσα σε αυτόν από τον πρόεδρο του ΔΣ της Π.Α.Ε.

εξουσιοδότηση υπογραφής. Άλλωστε ο πρώτος εφεσίβλητος δεν χρειαζόταν εξουσιοδότηση για να εκπροσωπεί την Π.Α.Ε., διότι, σύμφωνα με το από 08.03.2012 πρακτικό συνεδρίασης του ΔΣ της Π.Α.Ε. ο πρώτος εφεσίβλητος διορίστηκε πρόεδρος του ΔΣ της εταιρείας, έτσι ώστε, κατά το χρονικό σημείο κατάρτισης των παραπάνω συμβάσεων και συμφωνητικών (τόσο του εκκαλούντος, όσο και των άλλων ποδοσφαιριστών), να υπογράφει αυτά, σύμφωνα με τα νόμιμα ανατεθέντα σε αυτόν καθήκοντα του προέδρου του ΔΣ της Π.Α.Ε.

Το γεγονός ότι οι νόμιμες διατυπώσεις δημοσιότητας ως προς την παραπάνω απόφαση του ΔΣ της Π.Α.Ε. ολοκληρώθηκαν σε μεταγενέστερο χρονικό σημείο (βλ. την από 31.03.2014 ανακοίνωση στο ΦΕΚ τ. Α.Ε. - Ε.Π.Ε. και Γ.Ε.ΜΗ. 3345/31.03.2014 περί καταχώρισης στο Μ.Α.Ε. του παραπάνω πρακτικού συνεδρίασης) δεν ασκεί έννομη επιρροή, καθώς οι τρίτοι, που συναλλάχθηκαν με την Π.Α.Ε., νόμιμα επικαλούνται ότι έλαβαν γνώση της παραπάνω απόφασης και της ανάθεσης καθηκόντων πρόεδρου στον πρώτο εφεσίβλητο σε χρονικό σημείο πριν από τη δημοσίευση των σχετικών στοιχείων".

Με βάση τα ως άνω γενόμενα δεκτά περιστατικά, το Εφετείο δέχθηκε τους πρώτο και δεύτερο λόγους της από 1-11-2018 έφεσης του νυν αναιρεσιβλήτου - ενάγοντος περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής, από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, των διατάξεων των άρθρων 7α παρ. 1γ', 7β παρ. 1β' και 13, 7ε και 35β του Ν. 2190/1920 σε συνδ. με τα άρθρα 2 του Ν. 4250/2014 και 207 του Ν. 4281/2014 (α' λόγος) και του άρθρου 118Α παρ. 4 του Ν. 2725/1999 (β' λόγος) και, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθ. 220/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου ...

ως προς τον πρώτο εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα Γ. Τ. και δίκασε εκ νέου την αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν ως προς τον εν λόγω εφεσίβλητο, τον οποίο αφενός υποχρέωσε να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 20.000 ευρώ και αφετέρου αναγνώρισε ότι αυτός έχει την υποχρέωση να καταβάλει στον ενάγοντα το ποσό των 21.240,19 ευρώ, αμφότερα δε τα ως άνω ποσά με το νόμιμο τόκο κατά τις αναφερόμενες στο σκεπτικό της απόφασης διακρίσεις.

Με τα ανωτέρω γενόμενα ανελέγκτως δεκτά, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 118Α παρ. 4 του Ν. 2725/1999, 7α παρ. 1γ', 7β παρ. 1 και 13, 7ε του Ν. 2190/1920, διότι, κατ' εσφαλμένη εφαρμογή αυτών, δέχεται τον συνδεόμενο με την παθητική νομιμοποίηση του εναγομένου Γ. Τ.

κρίσιμο αγωγικό ισχυρισμό και στηρίζει σ' αυτόν το αποδεικτικό του πόρισμα, αφού εξαρτά την ακυρότητα της από 8-3-2012 απόφασης του ΔΣ της Π.Α.Ε., με την οποία ο ως άνω εναγόμενος και ήδη αναιρεσείων διορίστηκε πρόεδρος αυτού, από την αναγνώριση της ακυρότητας με την υπ' αριθ. 30/2015 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...

και την κατά νόμο δημοσίευση της δικαστικής απόφασης στο Γ.Ε.ΜΗ., αξιώνοντας δηλαδή στοιχεία που δεν απαιτούνταν κατά νόμο και ειδικότερα, α) αναγνώριση της ακυρότητας με δικαστική απόφαση και β) δημοσίευση της δικαστικής απόφασης στο Γ.Ε.ΜΗ. Τα παραπάνω δε γίνονται δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, παρά το ότι, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν παραπάνω, η επικαλουμένη από τον αναιρεσείοντα ακυρότητα υπάρχει αυτοδικαίως και δεν είναι ανάγκη να προσβληθεί η σχετική απόφαση, καθένας δε που έχει έννομο συμφέρον, μεταξύ των οποίων και ο αναιρεσείων, μπορεί να επικαλεστεί την ακυρότητα της ένδικης από 8-3-2012 απόφασης του Δ.Σ.

της ως άνω Π.Α.Ε. Επομένως, ο πρώτος λόγος της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και ο πρώτος πρόσθετος λόγος αυτής, αμφότεροι από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως παραδεκτά συμπληρώνονται με την παρούσα κατ' άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔ, είναι βάσιμοι και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, ως προς το σκέλος της που αφορά τον πρώτο εφεσίβλητο και ήδη αναιρεσείοντα Γ.

Τ., καθώς και ως προς τη διάταξή της περί επιβολής δικαστικών εξόδων σε βάρος του τελευταίου, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση, κατά το αναιρεθέν μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση, ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου, του οποίου η συγκρότηση από άλλο δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως, είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατόπιν αυτού, παρέλκει η έρευνα των λοιπών (κύριων και πρόσθετων) λόγων αναίρεσης. Τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, ο οποίος παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατόπιν σχετικού αιτήματός του θα επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθ. 119/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θράκης ως προς το κεφάλαιο που αναφέρεται στο σκεπτικό της παρούσας, καθώς και ως προς τη διάταξη των δικαστικών εξόδων.

Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλο δικαστή εκτός από εκείνον που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει τον αναιρεσίβλητο στη πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ