Legislator Case Law & Legislation
861/2020 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on grounds of inadmissible evidence evaluation and factual assessment errors.

Case Number 861/2020
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the Court of First Instance's judgment regarding investment service transactions. The appellant argued that the lower court misread contract documents and made an unreviewable factual assessment regarding the source of funds. The court held that the lower court correctly interpreted the documents and that the appellant's complaints concerned the court's permissible evaluation of evidence rather than a legal error.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8)(a) and 559(20) of the Code of Civil Procedure; An appeal based on the distortion of document content is inadmissible if the lower court merely interpreted the correctly read document differently, as this constitutes an unreviewable evaluation of evidence.

Keywords

AI generated
appeal admissibility evaluation of evidence factual assessment document interpretation investment services contract source of funds unreviewable error

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(1) of the Code of Civil Procedure
Article 576(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 559(20) of the Code of Civil Procedure
Article 495(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
OLAP 2/2008
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 861 / 2020 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 861/2020

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Κοντό, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Μαρία Βασδέκη, Κωνσταντίνα Μαυρικοπούλου και Μυρσίνη Παπαχίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 9 Δεκεμβρίου 2019, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Χ. Γ. του Γ., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αντωνία Τσίκα.

Του αναιρεσιβλήτου: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "ΣΥΝΕΓΓΥΗΤΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΕΞΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ", που εδρεύει στην οδό ... στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Τσουτσάνη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-7-2010 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6154/2011 του ίδιου Δικαστηρίου και 5418/2014 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 14-9-2017 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 14-9-2017 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθμ. 5418/2014 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία αφού δέχθηκε την έφεση του ήδη αναιρεσιβλήτου εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και απέρριψε την αγωγή. Η αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558,564, 566 παρ.1 ΚΠολΔ). Είναι, συνεπώς, παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς τους λόγους της (άρθρο 577 παρ.3 ΚΠολΔ).

Με το άρθρο 10 της Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης υποχρεώνονται όλες οι κρατικές λειτουργίες, συνεπώς και η δικαστική, στη λήψη γενικών ή ειδικών μέτρων, καταλλήλων να εξασφαλίσουν την εκπλήρωση των υποχρεώσεων που απορρέουν από την Συνθήκη, συμπεριλαμβανομένης και της μεταφοράς των Οδηγιών στο εσωτερικό δίκαιο και της σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του Εθνικού δικαίου.

Η υποχρέωση σύμφωνης με το κοινοτικό δίκαιο ερμηνείας του εθνικού δικαίου, που απορρέει από την αρχή της υπεροχής του, υφίσταται και πριν από την πάροδο της προθεσμίας προσαρμογής της νομοθεσίας των κρατών - μελών στις απαιτήσεις της σχετικής Οδηγίας (ΔΕΚ C. 74, 129/1995). Περαιτέρω, προφανές είναι ότι τόσο ο εθνικός νομοθέτης όσο και ο εθνικός δικαστής δεν έχουν την εξουσία να μεταβάλουν ή να παρερμηνεύσουν τις διατάξεις κοινοτικής Οδηγίας, με παραβίαση στην περίπτωση αυτή του κοινοτικού δικαίου, το οποίο, κατά το άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος, κατισχύει πάσης άλλης αντιθέτου διατάξεως του εσωτερικού δικαίου (ΟλΑΠ 23/1998).

Έτσι, τα κράτη μέλη οφείλουν, προκειμένου να διασφαλίζουν την πλήρη εφαρμογή των Οδηγιών, από νομική άποψη, αλλά και στην πράξη, να προβλέπουν την ύπαρξη σαφούς νομικού πλαισίου στον συγκεκριμένο τομέα με την θέσπιση νομικών διατάξεων ικανών να δημιουργήσουν μια αρκούντως ακριβή, σαφή και διαφανή κατάσταση, ώστε να καθίσταται δυνατό στους ιδιώτες να γνωρίζουν τα δικαιώματά τους και να τα προβάλλουν ενώπιον των Εθνικών δικαστηρίων (ΔΕΚ C-220/1994).

Η υποχρέωση των κρατών μελών, που απορρέει από κοινοτική Οδηγία, να επιτύχουν το με αυτήν επιδιωκόμενο αποτέλεσμα, καθώς και το καθήκον, που έχουν κατά το άρθρο 5 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης, να λαμβάνουν κάθε γενικό ή ειδικό μέτρο κατάλληλο να εξασφαλίσει την εκπλήρωση της υποχρεώσεως, επιβάλλονται σε όλες τις αρχές των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένων των δικαστηρίων στα πλαίσια των αρμοδιοτήτων τους.

Συνεπώς, το εθνικό δικαστήριο, εφαρμόζοντας το εθνικό δίκαιο, είτε πρόκειται για προγενέστερες είτε για μεταγενέστερες της Οδηγίας διατάξεις, οφείλει να ερμηνεύσει το εθνικό δίκαιο υπό το φως του κειμένου και του σκοπού της Οδηγίας, ώστε να επιτευχθεί το επιδιωκόμενο με αυτήν αποτέλεσμα, συμμορφούμενο έτσι προς το άρθρο 189 και ήδη 249 εδ. 3 της Συνθήκης (ΔΕΚ 91/92).

Επομένως, το εθνικό δικαστήριο υποχρεούται να μη εφαρμόζει οποιοδήποτε μέτρο εθνικού δικαίου, που εμποδίζει την πλήρη αποτελεσματικότητα των κοινοτικών κανόνων (ΔΕΚ C 201/2002). Με βάση τις κατευθυντήριες και δεσμευτικές αυτές αρχές θα ερμηνευθεί και θα εφαρμοσθεί το εθνικό δίκαιο, που νομοθετήθηκε σε συμμόρφωση προς τις Κοινοτικές Οδηγίες που αναφέρονται στις επενδυτικές υπηρεσίες.

Ειδικότερα, την 10-5-1993 εκδόθηκε η Οδηγία 22/93 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Οικονομικής Κοινότητας, με την οποία ορίσθηκε το θεσμικό πλαίσιο σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών. Κατά το άρθρο 1 της ως άνω Οδηγίας, για τους σκοπούς αυτής νοούνται ως: 1) Επενδυτική υπηρεσία: οποιαδήποτε από τις υπηρεσίες του τμήματος Α του παραρτήματος που αφορά οποιονδήποτε από τους τίτλους που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος και παρέχεται σε τρίτους.

Στο τμήμα Α του παραρτήματος ορίζεται ότι υπηρεσίες είναι: 1α) Λήψη και διαβίβαση, για λογαριασμό επενδυτών, εντολών σχετικών με έναν ή περισσότερους τίτλους του τμήματος Β, β) Εκτέλεση των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, 2. Διαπραγμάτευση, για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β, 3. Διαχείριση υπό καθεστώς διακριτικής ευχέρειας και ανά πελάτη χαρτοφυλακίων επενδύσεων στα πλαίσια εντολής των επενδυτών, εφόσον τα χαρτοφυλάκια αυτά συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους του τμήματος Β, 4.

Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους των τίτλων που αναφέρονται στο τμήμα Β ή και τοποθέτησή της. Κατά το τμήμα Β του παραρτήματος, τίτλοι είναι: "1α) κινητές αξίες β) μερίδια οργανισμού συλλογικών επενδύσεων, 2. τίτλοι χρηματαγοράς, 3. τίτλοι προθεσμιακών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, 4.

προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), 5. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity), 6. προαιρέσεις (option) αγοράς ή πώλησης οποιουδήποτε τίτλου υπαγόμενου στο παρόν τμήμα του παραρτήματος, συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.

Συμπεριλαμβάνονται ιδίως στην κατηγορία αυτή οι προαιρέσεις συναλλάγματος και επιτοκίων". Στο άρθρο 1 αριθ. 4 της Οδηγίας ορίζεται ότι κινητές αξίες είναι "οι μετοχές και οι λοιπές αξίες οι εξομοιώσιμες με μετοχές, οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην Κεφαλαιαγορά και κάθε άλλη αξία, η οποία συνήθως αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης που επιτρέπει την απόκτηση αυτών των κινητών αξιών με εγγραφή ή ανταλλαγή ή παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, ενώ αποκλείονται τα μέσα πληρωμής".

Σύμφωνα, επομένως, με την Οδηγία 93/22/ΕΚ η διαχείριση χρημάτων δεν αποτελεί επενδυτική υπηρεσία, αφού ρητώς αποκλείονται από την έννοια των κινητών αξιών τα μέσα πληρωμής. Η Οδηγία αυτή ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ν. 2396/1996, στο άρθρο 2 του οποίου ορίζεται: "Για τους σκοπούς του παρόντος νόμου νοούνται ως: 1.

Κύρια Επενδυτική Υπηρεσία: Οποιαδήποτε από τις κατωτέρω υπηρεσίες: α (ι) Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω χρηματοπιστωτικά μέσα: αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλους της χρηματαγοράς, γγ.

Τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών, ζζ.

δικαιώματα προαιρέσεως, ..., (ιι) Εκτέλεση των παραγγελιών και των εντολών αυτών για λογαριασμό τρίτων, β) Διαπραγμάτευση και αγοραπωλησία για ίδιο λογαριασμό τίτλων που αναφέρονται υπό α (ι) γ) Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (ι) δ) Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (ι) ή και η διάθεση τους".

Στο άρθρο 2 παρ. 6 του ίδιου νόμου 2396/1996 ορίζονται ως Κινητές Αξίες: α. Οι μετοχές και οι λοιπές αξίες με χαρακτηριστικά μετοχών β. Οι ομολογίες και οι λοιποί χρεωστικοί τίτλοι που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης στην κεφαλαιαγορά γ. Κάθε άλλος τίτλος ο οποίος αποτελεί αντικείμενο διαπραγμάτευσης και ο οποίος παρέχει δικαίωμα απόκτησης άλλης κινητής αξίας, μέσω εγγραφής ή ανταλλαγής ή που παρέχει δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς.

Τα μέσα πληρωμής αποκλείονται. Στη συνέχεια το έτος 1997 εκδόθηκε η Οδηγία 97/9/ΕΚ του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 3ης Μαρτίου 1997 σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, με την οποία τέθηκαν κανόνες προληπτικής εποπτείας των επιχειρήσεων επενδύσεων πλέον αυτών που είχαν τεθεί με την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ.

Σκοπός της Οδηγίας αυτής ήταν η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα με τη δημιουργία συστημάτων αποζημίωσης κλπ. Συγκεκριμένα, κατά το προοίμιο της νεότερης αυτής Οδηγίας "το Συμβούλιο εξέδωσε...την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ σχετικά με τις επενδυτικές υπηρεσίες στον τομέα των κινητών αξιών ...

η εν λόγω Οδηγία αποτελεί βασικό μέσο για την υλοποίηση της εσωτερικής αγοράς στον τομέα των επιχειρήσεων επενδύσεων" (1η σκέψη) "η προστασία των επενδυτών και η διατήρηση της εμπιστοσύνης τους στο χρηματοπιστωτικό σύστημα έχουν μεγάλη σημασία για την ολοκλήρωση και την εύρυθμη λειτουργία της εσωτερικής αγοράς στον εν λόγω τομέα και ...

προς τον σκοπό αυτό είναι σημαντικό να διαθέτει κάθε κράτος μέλος ένα σύστημα αποζημίωσης των επενδυτών που να εγγυάται ένα ελάχιστο εναρμονισμένο επίπεδο προστασίας τουλάχιστον στους μικρούς επενδυτές, στην περίπτωση κατά την οποία μία επιχείρηση επενδύσεων αδυνατεί να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές" (4η σκέψη) "οι μικροί επενδυτές θα μπορούν συνεπώς να έχουν την ίδια εμπιστοσύνη όταν λαμβάνουν επενδυτικές υπηρεσίες μέσω των υποκαταστημάτων των επιχειρήσεων επενδύσεων της Κοινότητας ή σε διασυνοριακή βάση, όπως όταν απευθύνονται σε επιχειρήσεις επενδύσεων της χώρας τους, γνωρίζοντας ότι καλύπτονται από ένα εναρμονισμένο ελάχιστο επίπεδο προστασίας σε περίπτωση αδυναμίας μιας επιχείρησης επενδύσεων να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές" (5η σκέψη) και "κατά συνέπεια όλα τα κράτη μέλη θα πρέπει να υποχρεούνται να διαθέτουν ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, στα οποία θα συμμετέχουν όλες αυτές οι επιχειρήσεις επενδύσεων...αυτό το σύστημα πρέπει να καλύπτει τα κεφάλαια ή τίτλους που κρατεί μια επιχείρηση επενδύσεων σε σχέση με τις επενδυτικές πράξεις ενός επενδυτή και τα οποία, σε περίπτωση αδυναμίας της επιχείρησης να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της προς τους πελάτες επενδυτές, δεν καθίσταται δυνατόν να επιστραφούν στον επενδυτή ...

αυτό δεν θίγει τους κανόνες και τις διαδικασίες που εφαρμόζονται σε κάθε κράτος μέλος για τη λήψη αποφάσεων σε περίπτωση αφερεγγυότητας ή εκκαθάρισης μιας επιχείρησης επενδύσεων" (8η σκέψη). Τον σκοπό αυτόν εξυπηρετεί το αναιρεσίβλητο Ν.Π.Ι.Δ. "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών".

Ειδικότερα, με το άρθρο 61 του ν. 2533/1997, ο οποίος άρχισε να ισχύει από 11-11-1997, αναδιαρθρώθηκε το συσταθέν με το ν.δ. 3078/1954 "Κοινόν Συνεγγυητικόν Κεφάλαιον Ασφαλείας των Χρηματιστηριακών Συναλλαγών" και μετονομάσθηκε σε "Συνεγγυητικό Κεφάλαιο Εξασφάλισης Επενδυτικών Υπηρεσιών" (με διακριτικό τίτλο "Συνεγγυητικό"), με σκοπό την καλύτερη ανταπόκριση του Συνεγγυητικού στις ανάγκες προστασίας του επενδυτικού κοινού και την προσαρμογή της νομοθεσίας προς τις διατάξεις της προαναφερθείσας Οδηγίας 97/9/ΕΚ σχετικά με τα συστήματα αποζημίωσης των επενδυτών, αποτελεί δε αυτό Ν.Π.Ι.Δ.

με εξασφαλιστικό χαρακτήρα και διέπεται ως προς κάθε θέμα που αφορά τη λειτουργία του από τις διατάξεις των άρθρων 61-78 του ως άνω ν. 2533/1997, ενώ η αναδιάρθρωση αυτού δεν επέφερε οποιαδήποτε μεταβολή στη νομική κατάσταση και στις υφιστάμενες έννομες σχέσεις του, εκτός από τις μεταβολές που ρητά προβλέπονται στις ως άνω διατάξεις.

Ως προς το επίπεδο και το εύρος της παρεχομένης προστασίας στους επενδυτές αφενός από την Οδηγία 97/9/ΕΚ και αφετέρου από το ν. 2533/1997 και την μεταξύ τους σχέση πρέπει να παρατηρηθούν τα εξής: (i) Σύμφωνα με την Οδηγία αυτή : (1) Νοείται ως (α) "επενδυτική εργασία", κάθε επενδυτική υπηρεσία, όπως ορίζεται στο άρθρο 1 σημείο 1 της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, καθώς και η υπηρεσία που αναφέρεται στο σημείο 1 του τμήματος Γ του παραρτήματος της εν λόγω Οδηγίας, δηλ.

η φύλαξη και διαχείριση τίτλων που απαριθμούνται στο τμήμα Β (β) "τίτλοι", οι τίτλοι που απαριθμούνται στο τμήμα Β του παραρτήματος της Οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (γ) "επενδυτής", το πρόσωπο που καταθέτει χρήματα ή τίτλους σε μια επιχείρηση επενδύσεων, στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών (άρθρο 1 παρ. 2-4) (2) Κάθε κράτος μέλος φροντίζει να συσταθούν και να αναγνωρισθούν επίσημα στην επικράτειά του ένα ή περισσότερα συστήματα αποζημίωσης επενδυτών (άρθρο 2παρ.1 εδ.

α'). Το σύστημα αποζημιώνει τους επενδυτές σύμφωνα με το άρθρο 4 όταν οι αρμόδιες αρχές έχουν διαπιστώσει ότι, κατά τη γνώμη τους, μία επιχείρηση επενδύσεων δεν φαίνεται προς το παρόν ικανή να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της τις απορρέουσες από απαιτήσεις επενδυτών, για λόγους έχοντες άμεση σχέση με την οικονομική της κατάσταση, και δεν προβλέπεται ότι θα καταστεί ικανή στο προσεχές μέλλον ή όταν δικαστική αρχή, βασιζομένη σε λόγους που έχουν άμεση σχέση με την οικονομική κατάσταση μίας επιχείρησης επενδύσεων, εξέδωσε απόφαση, η οποία έχει ως αποτέλεσμα την αναστολή της δυνατότητας των επενδυτών να επιδιώξουν την ικανοποίηση των απαιτήσεών τους έναντι της εν λόγω επιχείρησης επενδύσεων, ανάλογα με το αν θα προηγηθεί η διαπίστωση ή η απόφαση.

Πρέπει να εξασφαλίζεται η κάλυψη των απαιτήσεων λόγω αδυναμίας της επιχείρησης ν' αποδώσει στους επενδυτές τα κεφάλαια, τα οποία τους οφείλει ή τους ανήκουν και τα οποία κρατεί για λογαριασμό τους σε σχέση με επενδυτικές εργασίες, κατά τα ισχύοντα εκ του νόμου ή εκ της συμβάσεως (άρθρο 2παρ.2). Το ύψος της απαίτησης ενός επενδυτή υπολογίζεται σύμφωνα με τους νομικούς και συμβατικούς όρους, ιδίως εκείνους περί συμψηφισμού και ανταπαιτήσεων, που εφαρμόζονται για την αποτίμηση του ύψους του κεφαλαίου ή της αξίας κλπ. (άρθρο 2παρ.4). (3) Εξακολουθεί να παρέχεται η κάλυψη που προβλέπεται στο άρθρο 2 παράγραφος 2 δεύτερο εδάφιο και μετά την ανάκληση της άδειας λειτουργίας της επιχείρησης επενδύσεων για τις επενδυτικές εργασίες που πραγματοποιήθηκαν μέχρι την ανάκληση (άρθρο 6) (4) Όταν ο επενδυτής δεν είναι απόλυτος δικαιούχος των ποσών ή των τίτλων που κρατεί η επιχείρηση επενδύσεων, η αποζημίωση καταβάλλεται στον απόλυτο δικαιούχο (άρθρο 8).

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι: α) η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου και υπό την οδηγία 97/9/ΕΚ έχει το ίδιο περιεχόμενο που είχε κατά τις διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ, στην οποία και ρητά παραπέμπει, ήτοι πρέπει να περιέχει έναν ή περισσότερους από τους αναφερόμενους στο Τμήμα Β του παραρτήματος της οδηγίας 93/22/ΕΟΚ (άρθρο 2 παρ. 1 α (Ι)) τίτλους, των μέσων πληρωμής ρητώς αποκλειομένων (άρθρο 1 σημ.4 Οδηγίας, 2παρ.6γ ν. 2396/1996).

Μόνη, συνεπώς, η κατάθεση χρημάτων από τον επενδυτή δεν συνεπάγεται τη δημιουργία επενδυτικής υπηρεσίας διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου, η οποία κατά τα προεκτεθέντα έχει ως περιεχόμενο έναν ή περισσότερους τίτλους. Η κατάθεση χρημάτων σε σχέση με την επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης, σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις της οδηγίας 93/22/ΕΚ, στην οποία για το σχετικό ζήτημα ρητά παραπέμπει, όπως προαναφέρθηκε, η Οδηγία 97/9/ΕΚ επιτρέπει την μέσω διενέργειας αντιστοίχων επενδυτικών υπηρεσιών απόκτηση των χρηματοπιστωτικών μέσων του άρθρου 2παρ.1 (α) ν. 2396/1996, τα οποία αυτά και μόνον αποτελούν το αντικείμενο της επενδυτικής υπηρεσίας της διαχείρισης.

β) Η οδηγία 97/9/ΕΚ, στοχεύοντας ως εκ του σκοπού της στην προστασία κυρίως των μικροεπενδυτών, προστατεύει και καλύπτει το κεφάλαιο που καταθέτει ο επενδυτής σε ΕΠΕΥ (επιχείρηση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών), στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών κατά τις εντολές του (άρθρο 1παρ.4 της Οδηγίας), είτε αυτές (επενδυτικές εργασίες) έχουν πραγματοποιηθεί μέχρι την ανάκληση, είτε όχι.

Αντίθετα, η ως άνω Οδηγία δεν καλύπτει τις καταθέσεις σε επενδυτική επιχείρηση κεφαλαίων που δεν γίνονται στο πλαίσιο διενέργειας επενδυτικών εργασιών και τις καταθέσεις κεφαλαίων υπό προθεσμία με εντολή διαχείρισης. Θεωρείται, δηλαδή, ανεξάρτητα από την έννοια της "επενδυτικής εργασίας", ως καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία σε σχέση με την απαίτηση αποζημίωσης όχι μόνο κάθε πράξη λήψης, διαβίβασης και εκτέλεσης εντολών, αλλά και η πράξη κατάθεσης κεφαλαίων σε σχέση, όμως, με τέτοιες επενδυτικές εργασίες, ανεξάρτητα αν είχαν πραγματοποιηθεί κατά το χρόνο της ανάκλησης (ii) Σύμφωνα με το ν. 2533/1997, με τον οποίο, πλην των άλλων, έγινε προσαρμογή της ελληνικής νομοθεσίας προς τις διατάξεις της ως άνω Οδηγίας: (1) Κατά το άρθρο 63 του ως άνω νόμου σκοπός του "Συνεγγυητικού" είναι η καταβολή αποζημιώσεων σε εντολείς και σε αντισυμβαλλόμενα μέρη, σε περίπτωση διαπιστωμένης οριστικής ή μη αναστρέψιμης αδυναμίας επιχείρησης παροχής επενδυτικών υπηρεσιών (ΕΠΕΥ) να εκπληρώσει τις υποχρεώσεις της, που απορρέουν από την παροχή των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών και υποστήριξη με τον τρόπο αυτό της σταθερότητας και αξιοπιστίας της λειτουργίας της αγοράς επενδυτικών υπηρεσιών.

Αναγκαία προϋπόθεση παροχής αποζημίωσης από το Συνεγγυητικό είναι, κατά το άρθρο 65παρ.1 περ. ε' του ίδιου νόμου (όπως η περίπτωση αυτή προστέθηκε με το άρθρο 13παρ.1 ν. 2651/1998), μεταξύ άλλων διαζευκτικά αναφερομένων, και η ανάκληση άδειας σύστασης ΕΠΕΥ και η θέση της σε ειδική εκκαθάριση σύμφωνα με το άρθρο 4α του ν. 1806/1988.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 1παρ.12 του ως άνω ν. 2533/1997 "Ως "καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες" νοούνται αποκλειστικά οι ακόλουθες υπηρεσίες: (α) κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. για λογαριασμό τρίτων ή για ίδιο λογαριασμό (β) φύλαξη και διακίνηση χρηματιστηριακών πραγμάτων για λογαριασμό τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών στο Χ.Α.Α.

ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών στο Χ.Α.Α. (γ) κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. ή που αποτελούν το προϊόν κατάρτισης συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων στο Χ.Α.Α. (δ) από την 26η Σεπτεμβρίου 1998 ή προγενέστερη ημερομηνία που θα καθορισθεί με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, μετά από εισήγηση της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, ως "καλυπτόμενες υπηρεσίες" νοούνται πλέον των υπηρεσιών των παραπάνω εδαφίων (α) έως (γ) της παρούσας παραγράφου, οι υπηρεσίες των εδαφίων (α)i, (γ) και (δ) της παραγράφου 1 του άρθρου 2 του ν. 2396/1996 (ΦΕΚ 73 Α.)".

Ειδικότερα και σύμφωνα με τα προεκτεθέντα κατά τις τελευταίες αυτές διατάξεις καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία συνιστά (1) κατά το ως άνω άρθρο 2παρ.1 (α) i η " Λήψη και διαβίβαση για λογαριασμό επενδυτών εντολών για κατάρτιση συναλλαγών επί ενός ή περισσοτέρων από τα κατωτέρω αναφερόμενα χρηματοπιστωτικά μέσα:

αα. κινητές αξίες και μερίδια οργανισμών συλλογικών επενδύσεων, ββ. τίτλους της χρηματαγοράς, γγ. τίτλους προθεσμιακών χρηματοπιστωτικών συμβάσεων (futures), συμπεριλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς, δδ. προθεσμιακά συμβόλαια επιτοκίου (FRA), εε. συμβάσεις ανταλλαγής (swaps) υποχρεώσεων με αντικείμενο επιτόκιο ή συνάλλαγμα ή συμβάσεις ανταλλαγής συνδεόμενες με μετοχές ή με δείκτη μετοχών (equity swaps), ζζ.

δικαιώματα προαιρέσεως (options) για την αγορά ή πώληση οποιουδήποτε από τους ανωτέρω τίτλους, περιλαμβανομένων των ισοδύναμων τίτλων που παρέχουν δικαίωμα εκκαθάρισης τοις μετρητοίς. Στην κατηγορία αυτή περιλαμβάνονται ιδίως δικαιώματα προαιρέσεως (options) επί συναλλάγματος και επιτοκίων" (2) κατά το άρθρο 2 παρ.1 (γ) και (δ) "Διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων πελατών, στα πλαίσια εντολής τους, εφόσον τα χαρτοφυλάκια συμπεριλαμβάνουν έναν ή περισσότερους από τους τίτλους που αναφέρονται υπό α (i).

Αναδοχή της έκδοσης του συνόλου ή μέρους τίτλων που αναφέρονται στο ανωτέρω εδάφιο α (i) ή και διάθεσή τους", ενώ κατά το άρθρο 2παρ.6γ του ίδιου ως άνω ν. 2396/1996 στις κινητές αξίες δεν περιλαμβάνονται τα μέσα πληρωμής. Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις μεταξύ των καλυπτομένων επενδυτικών υπηρεσιών, για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση αποζημίωσης εκ μέρους του "Συνεγγυητικού" και αναφέρονται περιοριστικά στο άρθρο 1παρ.12 ν. 2533/1997, είναι (α) η επενδυτική υπηρεσία της διαχείρισης επενδυτικού χαρτοφυλακίου που έχει ως αντικείμενο έναν ή περισσοτέρους τίτλους από τους αναφερομένους στο άρθρο 2παρ.1 α (i), ενώ εξαιρούνται τα μέσα πληρωμής, δηλ.

τα χρήματα και (β) η κατοχή κεφαλαίων τρίτων για κατάρτιση συναλλαγών επί χρηματιστηριακών πραγμάτων. Δεν αποτελεί, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία (α) η κατάθεση κεφαλαίου που δεν γίνεται στο πλαίσιο της διεξαγωγής επενδυτικών εργασιών και (β) η κατάθεση προς διαχείριση κεφαλαίων.

Από την αντιπαράθεση και σύγκριση των διατάξεων του κοινοτικού και του εθνικού δικαίου προκύπτει ότι η διάταξη του άρθρου 12παρ.1 του ν. 2533/1997 παρέχει (καταρχήν) χαμηλότερο επίπεδο προστασίας από εκείνο της Οδηγίας 97/9/ΕΚ και κατά συνέπεια η ερμηνεία των εν λόγω διατάξεων του εθνικού δικαίου πρέπει να γίνει υπό το φως και το πρίσμα της τελευταίας αυτής Οδηγίας, ώστε να εξασφαλισθεί η αρχή της αποτελεσματικότητας του Κοινοτικού δικαίου, η 97/9/ΕΚ Οδηγία του οποίου ρητώς καταλαμβάνει και προστατεύει και την κατάθεση κεφαλαίων προς επένδυση (σε αντιδιαστολή με την 93/22/ΕΟΚ Οδηγία, η οποία αναφέρεται μόνο σε τίτλους).

Επομένως, κατ' ορθή ερμηνεία των διατάξεων του εσωτερικού δικαίου, η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου πελατών δεν απαιτείται να έχει ως μόνο περιεχόμενο την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών, οι οποίες θα έχουν ως αντικείμενο έναν ή περισσότερους από τους εν λόγω τίτλους, αλλά και τη διαχείριση επενδυτικού χαρτοφυλακίου πελάτη που περιλαμβάνει χρήματα, που δόθηκαν με εντολή για επενδυτικές υπηρεσίες, ανεξάρτητα αν πραγματοποιήθηκαν κατά το χρόνο ανάκλησης της αδείας λειτουργίας της χρηματιστηριακής εταιρείας, όταν και δημιουργείται η υποχρέωση του "Συνεγγυητικού" προς αποζημίωση.

Αντίθετα και σε αρμονία, κατά τούτο, με την ως άνω Οδηγία δεν εμπίπτει στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες (αυτές δηλ. για τις οποίες δημιουργείται υποχρέωση του "Συνεγγυητικού" προς αποζημίωση σε περίπτωση, μεταξύ άλλων, ανάκλησης της άδειας λειτουργίας ΕΠΕΥ) η διαχείριση επενδυτικού κεφαλαίου εντολέως που περιλαμβάνει μόνο χρήματα, την διαχείριση των οποίων αναλαμβάνει η Ε.Π.Ε.Υ, χωρίς όμως η διαχείριση αυτή να διαλαμβάνει την εντολή διενέργειας, για λογαριασμό του, συναλλαγής επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών στον ίδιο τομέα, προϋπόθεση που τίθεται, άλλωστε, και με την ως άνω Οδηγία.

Έτσι, δεν αρκεί για την υπαγωγή συγκεκριμένων κεφαλαίων στις καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες η απλή μνεία στη σχετική σύμβαση περί παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου, χωρίς εντολή και για διαχείριση έχουσα ως περιεχόμενο, κατά τα ανωτέρω, συναλλαγή επί χρηματοπιστωτικών μέσων ή την παροχή επενδυτικών υπηρεσιών (ΟλΑΠ 11/2013, ΑΠ 1275/2019).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως αν οι πραγματικές παραδοχές της αποφάσεως καθιστούν εμφανή την παράβαση.

Τούτο συμβαίνει, όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 7/2006).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νομίμου βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από την ως άνω διάταξη λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2006).

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της εννόμου συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.

Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.

Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 15/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλομένη απόφαση του, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος, τα εξής: "Δυνάμει της από 24-5-2001 σύμβασης παροχής υπηρεσιών διαχείρισης χαρτοφυλακίου αορίστου διαρκείας, που καταρτίστηκε μεταξύ της..."... ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΠΑΡΟΧΗΣ ΕΠΕΝΔΥΤΙΚΩΝ ΥΠΗΡΕΣΙΩΝ" και του ενάγοντος (ήδη αναιρεσείοντος), η πρώτη ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στον τελευταίο τις παρακάτω υπηρεσίες, σύμφωνα με τους ειδικούς όρους διαχείρισης Χαρτοφυλακίου, οι οποίοι επισυνάφθηκαν στην προδιαληφθείσα σύμβαση, ως Προσαρτήματα και ειδικότερα: (α) πωλήσεις αξιογράφων του χαρτοφυλακίου και αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων κατά την έννοια, του άρθρου 2 παρ. 1 α (i) του Ν.2396/1996, (β) επένδυση των μετρητών χρημάτων του χαρτοφυλακίου σε τίτλους της χρηματαγοράς και της κεφαλαιαγοράς, (γ) τοποθέτηση των μετρητών του χαρτοφυλακίου σε τραπεζικούς λογαριασμούς, (δ) διάθεση δικαιωμάτων απορρεόντων από τίτλους του χαρτοφυλακίου, (ε) ανανέωση κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου και (στ) φύλαξη τίτλων και κινητών αξιών του χαρτοφυλακίου.

Ως χαρτοφυλάκιο, τη διαχείριση του οποίου ανέλαβε η ως άνω επενδυτική εταιρία, κατά την εν λόγω σύμβαση, θεωρήθηκε, κάθε ποσό, το οποίο ο ενάγων (αναιρεσείων) θα κατέθετε σε τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας, για το σκοπό της διαχείρισης αυτού από την τελευταία και κάθε τίτλος κινητών αξιών, που θα της παρέδιδε ο ενάγων (αναιρεσείων) για τον ίδιο σκοπό και γενικώς, όλα εκείνα τα περιουσιακά στοιχεία του ενάγοντος τα οποία θα προέκυπταν από την επένδυση και τοποθέτηση των κεφαλαίων του µε την αγορά τίτλων για λογαριασμό του και την ρευστοποίηση των τίτλων.

Επίσης, µε την ίδια σύμβαση συμφωνήθηκε ότι, η αμοιβή (προμήθεια) της εταιρείας ανέρχεται σε 1,5 % επί της αξίας του αρχικού κεφαλαίου της επένδυσης, καθώς επίσης και ότι ο ενάγων (αναιρεσείων) θα καταβάλλει ποσοστό πρόσθετης προμήθειας 25 % επί της υπεραποδόσεως του κεφαλαίου του. Ορίστηκε ακόμη ότι, υπεραπόδοση νοείται ότι υπάρχει όταν :

α) η αύξηση της αποδόσεως του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος υπερβαίνει την αύξηση του γενικού δείκτη τιμών του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών, Λισαβώνος, Μαδρίτης και Μιλάνου κατά 3 % τουλάχιστον και 2) όταν η αύξηση της αποδόσεως του χαρτοφυλακίου του ενάγοντος υπερβαίνει την αύξηση του γενικού δείκτη τιμών των Χρηματιστηρίων κατά 1 % τουλάχιστον (όρος VII).

Με τη σύμβαση αυτή (οι όροι της οποίας, σημειωτέον, είναι έντυποι) δεν δόθηκαν από τον εφεσίβλητο - ενάγοντα (αναιρεσείοντα) κατευθυντήριες οδηγίες ως προς την επένδυση των χρημάτων του. Τέτοιες οδηγίες, όμως, δόθηκαν από τον τελευταίο µε τα παρακάτω προσαρτήματα. Ειδικότερα, στις 28-5-2001, ο ενάγων (αναιρεσείων) κατέθεσε στον υπ' αρ. ...

τραπεζικό λογαριασμό της "... ΑΕΠΕΥ" στην Alpha Bank το ποσό των 5.000.000 δραχμών (14.673,51 ευρώ), την ίδια δε ημέρα καταρτίσθηκε το Προσάρτημα Α/1 της παραπάνω σύμβασης, µε το οποίο η διάρκεια διαχείρισης του κατατεθέντος κεφαλαίου, ορίσθηκε από 29-5-2001 έως 29-8-2001 και η προμήθεια της εταιρείας ορίστηκε σε 75.000 δραχμές (1,5% επί του κεφαλαίου).

Στη συνέχεια, από τον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) ανατέθηκε στην ίδια ΑΕΠΕΥ : 1) µε το Προσάρτημα Α/2 η διαχείριση του ποσού 5.000.000 δραχμών (14.673,51 ευρώ), το οποίο κατατέθηκε στις 8-6-2001 στον ανωτέρω τραπεζικό λογαριασμό της "... ΑΕΠΕΥ" στην Alpha Bank, για χρονική διάρκεια από 11-6-2001 έως 11-9-2001, αντί προμήθειας 75.000 δραχμών, 2) µε το Προσάρτημα Α/3 η διαχείριση του κατατεθέντος στον ίδιο παραπάνω τραπεζικό λογαριασμό της εταιρείας ποσού 5.000.000 δραχμών (14.673,51 ευρώ) για χρονική διάρκεια από 25-6-2001 έως 25-9-2001, αντί προμήθειας 75.000 δραχμών, 3) µε το Προσάρτημα Α/4 η διαχείριση του ποσού των 15.000.000 δραχμών (44.020,54 ευρώ), το οποίο κατατέθηκε την 17-8-2001 στον άνω λογαριασμό της εταιρείας, για χρονική διάρκεια από 20-8-2001 έως 20-11-2001, αντί προμήθειας 225.000 δραχμών, 4) µε το Προσάρτημα Α/5 η διαχείριση του ποσού των 5.232.836 δραχμών (15.356,82 ευρώ), το οποίο κατατέθηκε την 4-9-2001 στο ταμείο της εταιρείας, για χρονική διάρκεια από 5-9-2001 έως 5-12-2001, αντί προμήθειας 78.492 δραχμών, 5) µε το Προσάρτημα Α/6 η διαχείριση του ποσού των 5.201.355 δραχμών (15.264,43 ευρώ), το οποίο κατατέθηκε την 17-9-2001 στο ταμείο της εταιρείας, για χρονική διάρκεια από 18-9-2001 έως 18-12-2001, αντί προμήθειας 78.020 δραχμών, 6) µε το Προσάρτημα Α/7 η διαχείριση του ποσού των 30.000.000 δραχμών (88.041,09 ευρώ), το οποίο κατατέθηκε την 20-9-2001 στο λογαριασμό της εταιρείας, για χρονική διάρκεια από 21-9-2001 έως 21-12- 2001, αντί προμήθειας 450.000 δραχμών,7) µε το Προσάρτημα Α/8 η διαχείριση του ποσού των 15.036,61 ευρώ, το οποίο κατατέθηκε την 1-10-2001 στο ταμείο της "...

ΑΕΠΕΥ", για χρονική διάρκεια από 2-10-2001 έως 2-1-2002, αντί προμήθειας 225,55 ευρώ και 8) µε το Προσάρτημα Α/9 η διαχείριση του ποσού των 48.472,89 ευρώ, το οποίο κατατέθηκε την 26-11-2001 στο ταμείο της εταιρείας, για χρονική διάρκεια από 27-11-2001 έως 27-2-2002, αντί προμήθειας 727,09 ευρώ. Για όλα τα παραπάνω χρηματικά ποσά, που κατατέθηκαν στην "...

ΑΕΠΕΥ", δεν αποδείχθηκε ότι υπήρξε εντολή του ενάγοντος να επενδυθούν σε χρηματοπιστωτικά μέσα του άρθρου 2 παρ. 1α του Ν. 2396/1996, ούτε άλλωστε και η ίδια ΑΕΠΕΥ παρείχε, αναφορικά µε τα κεφάλαια αυτά, στον τελευταίο επενδυτικές υπηρεσίες καλυπτόμενες από το εκκαλούν (αναιρεσίβλητο)... Αντιθέτως, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων (αναιρεσείων) με την κατάθεση των εν λόγω χρηματικών ποσών απέβλεπε στην απόληψη εισοδήματος χωρίς ρίσκο και ανεξάρτητα από την τυχόν πτωτική πορεία του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών (ΧΑΑ), µε βραχυχρόνιες (τρίμηνες) συμφωνίες περί διαχείρισης του κεφαλαίου του, σε αντίθεση µε τη μακροχρόνια πρακτική, που ισχύει στη διαχείριση επενδυτικών χαρτοφυλακίων.

Ειδικότερα, οι βραχυχρόνιες αυτές συμφωνίες απέφεραν στον τελευταίο εισόδημα (κέρδος έως 10% - 15% το τρίμηνο), το οποίο ήταν δυσανάλογα μεγάλο σε σχέση µε τις αποδόσεις που την εποχή εκείνη προέκυπταν από τις χρηματιστηριακές συναλλαγές (καθώς το ΧΑΑ είχε εκείνη την περίοδο πτωτική πορεία) ή από καταθέσεις σε τράπεζες.

Για το λόγο αυτό, άλλωστε, αυτός εξαρχής υπέγραψε περισσότερα προσαρτήματα µε κατάθεση και άλλων χρημάτων, ενώ στη συνέχεια, κατά τη λήξη των τριμήνων, επανατοποθετούσε προς διαχείριση το εκάστοτε κεφάλαιο µε τις αποδόσεις, που μέχρι τότε αυτό είχε αποφέρει...

Συνεπώς, ο ενάγων (αναιρεσείων) µε τα προαναφερθέντα προσαρτήματα και τη συμφωνηθείσα µε αυτά διαχείριση των χρημάτων του απέβλεψε σε εισόδημα, το οποίο θα αποκόμιζε από τη διαχείριση του κεφαλαίου του, κατά τρόπο που δεν διευκρινίσθηκε µεν από το αποδεικτικό υλικό (ούτε και οι διάδικοι προσδιόρισαν), πλην όμως ήταν άσχετος µε επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά μέσα, όπως αυτά παραπάνω προσδιορίσθηκαν, γεγονός που αυτός σαφώς γνώριζε, εφόσον κατά την κατάρτιση των προσαρτηµάτων και την κατάθεση των κεφαλαίων του προς διαχείριση δεν γινόταν, ούτε καν στοιχειωδώς, οποιοσδήποτε λόγος για επένδυση σε συγκεκριμένα χρηματοπιστωτικά μέσα. Επιπλέον, μολονότι ο ενάγων (αναιρεσείων) στη λήξη των τριμήνων ελάμβανε και ενημέρωση του χαρτοφυλακίου του, στο οποίο δεν υπήρχαν (πλην των άσχετων µε τα επίδικα κεφάλαια ελαχίστων τίτλων, που κατωτέρω ειδικώς περιγράφονται) τίτλοι, αυτός συνέχιζε να προβαίνει σε καταθέσεις χρημάτων και ανανεώσεις.

Συνεπώς, τα κεφάλαια, που με τα άνω προσαρτήματα κατέθεσε προς διαχείριση ο ενάγων (αναιρεσείων) στην ΑΕΠΕΥ, δεν χρησιμοποιήθηκαν για αγορά χρηματοπιστωτικών μέσων, οι δε παρακάτω αναφερόμενες αγορές και πωλήσεις μετοχών, που απέφεραν ελάχιστο κέρδος και έλαβαν χώρα, μέσω της ... ΑΧΕΠΕΥ για λογαριασμό του (για τις οποίες, άλλωστε, αποζημιώθηκε από το εκκαλούν), δεν έγιναν με εντολή του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) από τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά, αφού αυτές δεν είχαν καμία σχέση με τα εκάστοτε κατατεθέντα από τον τελευταίο παραπάνω κεφάλαια.

Ειδικότερα, κατά την επίδικη περίοδο έλαβαν χώρα οι ακόλουθες αγορές και πωλήσεις μετοχών, μέσω της ... ΑΧΕΠΕΥ, για λογαριασμό του ενάγοντος (αναιρεσείοντος), ήτοι: α) αγορά την 26-6-2001 διακοσίων μετοχών της ALPHA ΒΑΝΚ, αντί του ποσού των 4.888 ευρώ, από τις οποίες οι μεν εκατό πωλήθηκαν στις 29-8-2001, αντί του ποσού των 2.420 ευρώ, ήτοι με συνολικό κέρδος 24 ευρώ, οι δε άλλες εκατό πωλήθηκαν στις 11-9-2001, αντί του ποσού των 2.278 ευρώ, κάτω δηλαδή της τιμής κτήσης τους, β) αγορά την 10-7-2001 εκατό μετοχών της ΕΤΕ, αντί του ποσού των 2.950 ευρώ, οι οποίες πωλήθηκαν την 31-7-2001, αντί του ποσού των 3.002 ευρώ, με κέρδος δηλαδή 52 ευρώ, γ) αγορά την 17-9-2001 διακοσίων μετοχών της ΕΤΕ, αντί του ποσού των 4.924 ευρώ, οι οποίες πωλήθηκαν στις 17-10-2001, αντί του ποσού των 5.384 ευρώ, με κέρδος δηλαδή 460 ευρώ, δ) αγορά την 15-10-2001 εννιακοσίων μετοχών ..., αντί του ποσού των 3.582 ευρώ, που πωλήθηκαν την 13-12-2001, αντί του ποσού των 4.230 ευρώ, με κέρδος δηλαδή 648 ευρώ και ε) αγορά την 6-11-2001 τριακοσίων μετοχών Πειραιώς, αντί του συνολικού ποσού των 2.950 ευρώ, οι οποίες πωλήθηκαν την 13-12-2001, αντί του συνολικού ποσού των 2.772 ευρώ, ήτοι κάτω από την τιμή κτήσης τους.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι στις 3-12-2001 η Επιτροπή Κεφαλαιαγοράς με την υπ' αριθμ...-12-2001 απόφαση του Διοικητικού της Συμβουλίου διέταξε την αναστολή της λειτουργίας της εταιρείας "... ΑΕΠΕΥ" προσωρινά, ενώ στις 27-12-2001 με την υπ' αριθμ.../27-12-2001 απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της ίδιας Επιτροπής ανακλήθηκε η άδεια λειτουργίας της άνω ΑΕΠΕΥ και τέθηκε αυτή σε ειδική εκκαθάριση κατά το άρθρο 4α του Ν. 1806/1988, διορίσθηκε δε για την διενέργειά της επόπτης της εκκαθάρισης.

Τέλος, με την …4/2002 απόφαση του Νομάρχη Αθηνών ανακλήθηκε και η απόφαση περί παροχής άδειας σύστασης και λειτουργίας της ίδιας εταιρείας. Ο ενάγων (αναιρεσείων) ανήγγειλε στον διορισθέντα επόπτη της εκκαθάρισης νόμιμα και εμπρόθεσμα τις απορρέουσες από την ως άνω σύμβαση διαχείρισης απαιτήσεις του προσκομίζοντας και τα αναγκαία δικαιολογητικά, ο δε εκκαθαριστής προέβη σε επαλήθευση της απαίτησής του για το ποσό των 158.966,89 ευρώ.

Από το ποσό αυτό ο τελευταίος κατέβαλε στον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) 15.896,69 ευρώ, σύμφωνα με το άρθρο 4α παρ.7 του Ν. 1806/1988, λόγω ανεπάρκειας των κατεχομένων από την "... ΑΕΠΕΥ" χρηματικών ποσών για την πλήρη ικανοποίησή του. Στη συνέχεια, ο εκκαθαριστής παρέπεμψε την επαληθευθείσα απαίτηση του ενάγοντος (αναιρεσείοντος) σύμφωνα με το άρθρο 4α παρ.8 του Ν. 1806/1988 στην Επιτροπή Αποζημιώσεων του άρθρου 68παρ. 6 του Ν. 2533/1997 του εναγομένου και ήδη εκκαλούντος (αναιρεσιβλήτου) προκειμένου να κριθεί αν αυτή προέκυψε από καλυπτόμενες, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα, επενδυτικές υπηρεσίες.

Το τελευταίο κατέβαλε στον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) το ποσό των 2.333,67 ευρώ, ενώ περαιτέρω αρνείται να καταβάλει σε αυτόν το αναφερόμενο στην αγωγή ποσό των 27.666,33 ευρώ. Η άρνηση, όμως, αυτή του εκκαλούντος (αναιρεσιβλήτου) να χορηγήσει στον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο (αναιρεσείοντα) το αιτούμενο με την αγωγή ποσό δεν είναι παράνομη, εφόσον, σύμφωνα με όσα αποδείχθηκαν, τα χρήματα, που ο τελευταίος κατέβαλε στην "...

ΑΕΠΕΥ", δεν κατατέθηκαν με εντολή να χρησιμοποιηθούν από αυτή σε συγκεκριμένες επενδύσεις σε χρηματοπιστωτικά μέσα, ήτοι σε καλυπτόμενες από την ευθύνη του εναγομένου (αναιρεσιβλήτου), επενδυτικές υπηρεσίες, ούτε και χρησιμοποιήθηκαν γι' αυτό. Επομένως, η από 26-7-2010 αγωγή είναι ως προς το εκκαλούν νομικό πρόσωπο ουσιαστικά αβάσιμη.

Το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο συνεπώς, που δέχθηκε, ως ουσιαστικά βάσιμη την εν λόγω αγωγή, αναγνωρίζοντας ότι το εκκαλούν (αναιρεσίβλητο) οφείλει να καταβάλει στον ενάγοντα (αναιρεσείοντα) το ποσό των 27.666,33 ευρώ, νομιμοτόκως από την επίδοση της αγωγής, εσφαλμένα εκτίμησε τις αποδείξεις, γι' αυτό και κατά παραδοχή του βάσιμου τρίτου λόγου της ένδικης έφεσης πρέπει να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη, κατά το μέρος που έγινε δεκτή η αγωγή ως προς το εκκαλούν νομικό πρόσωπο.

Ακολούθως, αφού κρατηθεί και δικαστεί, κατά το μέρος αυτό η παραπάνω αγωγή από το παρόν Δικαστήριο, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη...". Με βάση τις παραδοχές αυτές, το Εφετείο έκρινε ότι δεν πρόκειται για καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, που δημιουργούν σχετική αποζημιωτική ευθύνη του εναγόμενου Συνεγγυητικού Κεφαλαίου και δεχόμενο κατ'ουσίαν την έφεση εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, κατά το μέρος που δέχθηκε εν μέρει η αγωγή ως προς το Συνεγγυητικό Κεφάλαιο και απέρριψε αυτήν, ως αβάσιμη κατ'ουσίαν.

Με τα δεδομένα αυτά το Εφετείο, διαλαμβάνοντας ειδικότερα στην προσβαλλομένη απόφασή του, ότι ο αναιρεσείων κατέθεσε και επανακατατέθεσε στην "... ΑΕΠΕΥ" χρηματικά ποσά, προκειμένου να επενδυθούν, βάσει της μεταξύ τους συμφωνίας και παρά την τυπική αναφορά αυτής σε επενδυτικές συναλλαγές του άρθρου 2 παρ. 1 εδ.

α (ι) του Ν. 2396/1996, με τον τρόπο που εκείνη θα επέλεγε σε επενδύσεις με εγγυημένες αποδόσεις και σκοπό την εξασφάλιση του υψηλότερου δυνατού κέρδους και όχι προκειμένου να επενδυθούν, κατ' εντολή και για λογαριασμό του, σε συναλλαγές αγοράς και πώλησης χρηματοπιστωτικών μέσων ή σε άλλες συναφείς επενδυτικές συναλλαγές κινητών αξιών του ιδίου τομέα στο πλαίσιο της λειτουργίας του εσωτερικού και διεθνούς χρηματοοικονομικού συστήματος με αντίστοιχη επενδυτική διακινδύνευση, ορθώς έκρινε ακολούθως ότι δεν πρόκειται για καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες, που δημιουργούν σχετική αποζημιωτική ευθύνη του αναιρεσιβλήτου Συνεγγυητικού Κεφαλαίου, και δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 12 του ν. 2533/1997, 2 παρ. 1γ'του ν. 2396/1996, 1 παρ. 4, 2 παρ.2, 8 παρ. 1-3 και 9 παρ. 1-2 της Οδηγίας 97/9/ΕΚ και 1 σημ. 1 της Οδηγίας 93/22/ΕΚ, αλλά ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε αυτές.

Επομένως, ο πρώτος, από το άρθρο 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του νομίμου βάσεως, καθόσον διέλαβε σ' αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, περί της ορθής ή μη εφαρμογής των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, τις οποίες έτσι δεν παραβίασε ούτε εκ πλαγίου.

Τούτο δε, διότι αναφέρονται στην απόφασή του, όπως προκύπτει από το προπαρατεθέν ουσιώδες περιεχόμενό της, με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό της πόρισμα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα, ότι δεν αποτελεί καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία, που δημιουργεί σχετική αποζημιωτική ευθύνη του Συνεγγυητικού Κεφαλαίου, η κατάθεση χρηματικού ποσού εγγυημένης σταθερής αποδόσεως, όταν η κατάθεση αυτή δεν συνδέεται με εντολή εκτελέσεως χρηματιστηριακών εργασιών, ούτε χρησιμοποιήθηκε προς το σκοπό αυτό.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλονται οι από το άρθρο 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, αιτιάσεις, ότι στη προσβαλλομένη απόφαση υπάρχει αντίφαση μεταξύ των παραδοχών της α) ότι ο αναιρεσείων ουδέποτε έδωσε εντολή για επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα με τα κατατεθέντα δυνάμει των προσαρτημάτων κεφάλαια και β) ότι όσες συναλλαγές (αγοραπωλησίες μετοχών) εκτελέστηκαν μέσω της ...

ΑΧΕΠΕΥ δεν διενεργήθηκαν με τα κατατεθέντα με τα προσαρτήματα κεφάλαια, αλλά με άλλα χρηματικά ποσά, είναι αβάσιμος, διότι στις φερόμενες αντιφατικές παραδοχές του Εφετείου στην πραγματικότητα ουδεμία αντίφαση υφίσταται. Η δε παραδοχή ότι οι αγοραπωλησίες μετοχών, που εκτελέστηκαν μέσω της ... ΑΧΕΠΕΥ, διενεργήθηκαν με άλλα χρηματικά ποσά αναφέρεται αποκλειστικά στην εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία, όμως, εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ), καθώς και στην αιτιολόγηση του εξαγόμενου πορίσματος, το οποίο όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση εκτίθεται σαφώς.

Εξάλλου, ουδεμία αντίφαση υπάρχει, όπως προβάλλεται με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναιρέσεως, μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως α) ότι ο αναιρεσείων ουδέποτε έδωσε στην "... ΑΕΠΕΥ" εντολή για επένδυση σε χρηματοπιστωτικά μέσα (καίτοι η εντολή αυτή ρητώς περιέχεται στη ρήτρα Ι.2 της συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, η οποία καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και της "...

ΑΕΠΕΥ") και β) ότι όσες χρηματιστηριακές συναλλαγές εκτελέστηκαν (με εντολή του) δεν διενεργήθηκαν με τα αναφερόμενα στην αγωγή χρηματικά ποσά. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν περιέχεται στην προσβαλλομένη απόφαση παραδοχή ότι ο αναιρεσείων είχε δώσει εντολή με τη σύμβαση για τη διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών.

Περαιτέρω, ουδεμία αντίφαση υπάρχει, όπως προβάλλεται με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο αναιρέσεως, μεταξύ των παραδοχών της προσβαλλομένης αποφάσεως α) ότι καλυπτόμενη επενδυτική υπηρεσία συνιστά η διαχείριση χαρτοφυλακίου, που περιλαμβάνει χρήματα εφόσον αυτά δόθηκαν με εντολή για διενέργεια συναλλαγών επί χρηματοπιστωτικών μέσων, ανεξαρτήτως αν αυτές εκτελέστηκαν έως το χρόνο ανακλήσεως της αδείας της ΕΠΕΥ και β) ότι ουδέποτε ο αναιρεσείων έδωσε εντολή για επένδυση και επομένως η κατάθεση χρημάτων δεν έγινε προς το σκοπό επενδύσεως προς χρηματοπιστωτικά μέσα αλλά απολήψεως σταθερού εισοδήματος.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι δεν διαλαμβάνεται στο αναιρετήριο το σφάλμα του δικαστηρίου, ήτοι που εντοπίζονται οι αντιφάσεις της προσβαλλομένης αποφάσεως, αναγκαίο για τη θεμελίωση του λόγου αυτού στοιχείο.

Επίσης ο λόγος αναιρέσεως από τον αριθμό 10 εδ. α` του άρθρου 559 ΚΠολΔ θεμελιώνεται, αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δέχθηκε πράγματα, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την απόφαση προκύπτει ότι στο αποδεικτικό του πόρισμα το δικαστήριο στηρίχθηκε στις προσκομισθείσες αποδείξεις, χωρίς να είναι ανάγκη να αξιολογεί ειδικώς το κάθε αποδεικτικό μέσο (ΑΠ 1275/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 10 του ΚΠολΔ αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι χωρίς απόδειξη κατέληξε στο αποδεικτικό πόρισμα και συγκεκριμένα ότι: α) ο αναιρεσείων ουδέποτε έδωσε στην ΕΠΕΥ εντολή για διενέργεια χρηματιστηριακών συναλλαγών με τα χρηματικά ποσά των προσαρτημάτων, β) ότι δια της καταρτίσεως των προσαρτημάτων ο αναιρεσείων απέβλεψε στην αποκομιδή εισοδήματος χωρίς καμία διακινδύνευση, γ) ότι τα χρηματικά ποσά που κατέθεσε ο αναιρεσείων δεν κατατέθηκαν για να επενδυθούν σε χρηματοπιστωτικά μέσα αλλά για να γίνει αυτοτελής διαχείριση από την "...

ΑΕΠΕΥ". Όμως, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση στο εν λόγω αποδεικτικό πόρισμα κατέληξε το Εφετείο ύστερα από εκτίμηση των αναφερομένων στην απόφαση αποδείξεων, ήτοι των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων και όλων των εγγράφων που προσκόμισαν με επίκληση οι διάδικοι. Επομένως, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Με τον ίδιο (τρίτο) λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι δεν έλαβε υπόψη α) την καταρτισθείσα σύμβαση μεταξύ του αναιρεσείοντος και της "... ΑΕΠΕΥ" και β) την καρτέλα την ... ΑΧΕΠΕΥ. Ο λόγος αυτός (εκτιμώμενος από το άρθρο 559 αριθμ.11 ΚΠολΔ), είναι αβάσιμος, διότι από την επισκόπηση, του προσκομιζομένου αντιγράφου της προσβαλλομένης αποφάσεως και ειδικότερα από την περιεχόμενη σε αυτή βεβαίωση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού πορίσματος, δε γεννάται αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη και τα ως άνω αποδεικτικά μέσα και τα συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις.

Μάλιστα στην προσβαλλομένη απόφαση ειδικώς μνημονεύεται η καταρτισθείσα από 24-5-2001 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών μεταξύ του αναιρεσείοντος και της "... ΑΕΠΕΥ" και η αναλυτική καρτέλα της ... ΑΧΕΠΕΥ με αναλυτική παράθεση των γενομένων συναλλαγών (αγορών και πωλήσεων μετοχών) με άλλα χρηματικά ποσά και αυτές (συναλλαγές) απέφεραν.

Με τις λοιπές αιτιάσεις του ιδίου λόγου, υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 559 αριθμ. 11 ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων, ως προς τις παραδοχές της συμμετοχής της "... ΑΕΠΕΥ" ως μέλους του συνεγγυητικού κεφαλαίου, της καταθέσεως χρηματικών ποσών στην "...

ΑΕΠΕΥ", της εκτελέσεως χρηματιστηριακών συναλλαγών από της ... ΑΧΕΠΕΥ, της ημερομηνία διενεργείας των χρηματιστηριακών συναλλαγών και των αξιών αυτών και, συνεπώς, ο σχετικός λόγος κατά το μέρος αυτό είναι απαράδεκτος.

Επί πλέον, με το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. α' ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως, αν το δικαστήριο παρά τον νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν. "Πράγματα" κατά την έννοια της διατάξεως αυτής θεωρούνται οι αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί, θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, ασκούμενοι με αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο εφέσεως ή αντεφέσεως, ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 62/2002), όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις ή οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν αποτελούν περιεχόμενο λόγου εφέσεως, ούτε οι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι ισχυρισμοί (ΟλΑΠ 3/1997) ή τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 185/2002). Για την πληρότητα του συγκεκριμένου λόγου αναιρέσεως, πρέπει να αναφέρονται ποια ήταν τα "πράγματα", δηλαδή οι αυτοτελείς ισχυρισμοί, που παρά τον νόμο το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη, καίτοι προτάθηκαν παραδεκτώς ή έλαβε υπόψη, χωρίς να προταθούν καθώς και ποια επίδραση ασκούσαν αυτά στην έκβαση της δίκης (ΑΠ 95/2017, ΑΠ 1632/2007).

Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδ.α' του ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι έλαβε υπόψη, πράγματα που δεν είχαν προταθεί νόμιμα και ασκούσαν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, ειδικότερα δε δέχθηκε ότι οι διενεργηθείσες χρηματιστηριακές συναλλαγές επί μετοχών δεν έγιναν με τα κεφάλαια που κατέθεσε ο αναιρεσείων. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον η επικαλουμένη πλημμέλεια δεν αφορά σε "πράγμα" κατά την εκτεθείσα στη νομική σκέψη έννοια, αλλά σε περιστατικό που προέκυψε από τις αποδείξεις. Με τον ίδιο (τέταρτο) λόγο αναιρέσεως, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η αιτίαση ότι η καταβολή αποζημιώσεως στον αναιρεσείοντα για τις διενεργηθείσες συναλλαγές με κεφάλαια πέραν των χρημάτων που κατέθεσε αυτός με τα προσαρτήματα υποδηλώνει ότι οι συναλλαγές αυτές διενεργήθηκαν με τα κατατεθέντα με τα προσαρτήματα κεφάλαια. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, καθόσον υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδ.α' του ΚΠολΔ, πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων.

Τέλος, ο προβλεπόμενος από το άρθρο 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε σε διαγνωστικό λάθος, αναγόμενο δηλαδή στην ανάγνωση του εγγράφου με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.

Πράγματι, στην τελευταία περίπτωση πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει από τον αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 2/2008). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναιρέσεως, υπό την επίκληση της διατάξεως του άρθρου 559 αριθμ. 20 ΚΠολΔ, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια ότι, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού πορίσματος, παραμόρφωσε το περιεχόμενο της προαναφερθείσας από 24-5-2001 συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, που καταρτίστηκε μεταξύ του αναιρεσείοντος και της ...

ΑΕΠΕΥ και των εννέα (9) προσαρτημάτων αυτής, με αριθμούς Α1 έως Α9, με την εσφαλμένη ανάγνωσή τους, με αποτέλεσμα να καταλήξει σε παραδοχή εσφαλμένη ότι, ο αναιρεσείων ουδέποτε έδωσε εντολές για εκτέλεση χρηματιστηριακών συναλλαγών και ότι οι εκτελεσθείσες ως άσχετες με τα χρηματικά κεφάλαια που είχε καταθέσει ο τελευταίος στην ΑΕΠΕΥ δεν συνιστούν καλυπτόμενες επενδυτικές υπηρεσίες.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως, σε συνδυασμό με αυτό της συμβάσεως παροχής επενδυτικών υπηρεσιών και των εννέα (9) προσαρτημάτων αυτής (με αριθμούς Α1 έως Α9), το Εφετείο δεν υπέπεσε σε σφάλμα αναγόμενο στην ανάγνωση των πιο πάνω εγγράφων, τα οποία ανέγνωσε σωστά αλλά τα ερμήνευσε, με τρόπο διαφορετικό από αυτόν που θεωρεί ορθόν ο αναιρεσείων, αποδίδοντας εκτιμητικό σφάλμα στην απόφαση.

Κατ'ακολουθίαν των ανωτέρω, μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναιρέσεως, η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο τελευταίος, λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ), κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-9-2017 αίτηση του Χ. Γ. του Γ., κατοίκου ..., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5418/2014 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιουνίου 2020.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 29 Ιουλίου 2020.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ