Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the contested claim lacks independent legal existence.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Kerkira's decision regarding land expropriation. The appellants argued the lower court failed to consider their claim that parallel litigation was possible, but the court ruled this argument was merely a denial of the state's objection rather than an independent claim. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the contested point did not possess autonomous legal existence.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559 no. 8 para. b' of the Code of Civil Procedure; The ground of appeal under Art. 559 no. 8 para. b' of the Code of Civil Procedure is not established when the court has considered the argument and rejected it, as the argument must have independent existence and not merely constitute a denial of the opponent's claim.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 861 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 861/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 15 Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καλούντων: 1. Μ. Ε. Κ., 2. Ε. Ε. Κ., 3. Μ. συζ. Α. Φ., το γένος Ε. Κ. και 4. Φ. συζ. Η. Σ., το γένος Ε. Κ., απάντων κατοίκων ..., οι οποίοι παραστάθηκαν με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους Γαβριήλ Ντούγια και Αντώνιο Φούσα.
Του αναιρεσίβλητου-καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό των Οικονομικών που εδρεύει στην Αθήνα, και εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιό του Κωνσταντίνο Κηπουρό, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσπρωτίας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 34/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 128/2007 του Εφετείου Κέρκυρας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 10-10-2007 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 1734/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία παρέπεμψε τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως των Μ. Κ. κλπ κατά της 128/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κερκύρας στην Τακτική Ολομέλεια του παρόντος Δικαστηρίου. Με την από 22-12-2008 κλήση των αναιρεσειόντων η προκείμενη υπόθεση εισήχθη στην Ολομέλεια του Δικαστηρίου τούτου.
Στη συνέχεια εκδόθηκε η 33/2009 απόφαση της Τακτικής Ολομέλειας η οποία απέρριψε τον πρώτο λόγο της από 10-10-2007 αιτήσεως αναιρέσεως και ανέπεμψε την υπόθεση στο Γ' Τμήμα του Αρείου Πάγου. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 21-1-2120 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 23-4-2008 έκθεση του αποχωρήσαντος από την Υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπου Παπαηλιού, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου τους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, νομίμως φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση με την από 21-1-2010 κλήση των αναιρεσειόντων η από 10-10-2007 αίτησή τους για αναίρεση της 128/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας, κατά τους λοιπούς λόγους αυτής, μετά την απόρριψη με την 33/2009 απόφαση της Τακτικής Ολομελείας του Αρείου Πάγου του παραπεμφθέντος σ' αυτήν πρώτου λόγου της με την 1734/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου, γιατί η πιο πάνω απόφαση, επί του λόγου αυτού αναίρεσης, λήφθηκε με πλειοψηφία μιας ψήφου και επιφυλάχθηκε να αποφασίσει ως προς τη βασιμότητα ή μη των λοιπών λόγων αναιρέσεως μετά την οριστική απόφαση της Ολομέλειας.
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά την οποία οι Έλληνες είναι ίσοι ενώπιον του νόμου, συνάγεται ότι το Σύνταγμα θεσπίζει και την ισότητα του νόμου έναντι των Ελλήνων πολιτών υπό την έννοια, ότι ο νομοθέτης δεσμεύεται, όταν ρυθμίζει ουσιωδώς όμοια πράγματα, σχέσεις ή καταστάσεις, που αφορούν περισσότερες κατηγορίες προσώπων, να μην εισάγει αδικαιολόγητες εξαιρέσεις και διακρίσεις, εκτός αν αυτές επιβάλλονται από λόγους γενικότερου, κοινωνικού ή δημόσιου συμφέροντος, την ύπαρξη των οποίων ελέγχουν τα δικαστήρια.
Εξάλλου, τα άρθρα 20 του Συντάγματος, 6 παρ.1 της Διεθνούς Σύμβασης της Ρώμης της 4-11-1950, που κυρώθηκε με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ (άρθρο 28 παρ.1 του Συντάγματος), 106 και 110 παρ.1 και 2 του ΚΠολΔ, τα οποία εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα της παροχής έννομης προστασίας με το συνακόλουθο δικαίωμα διασφάλισης ρητών δικονομικών εγγυήσεων για δίκαιη (χρηστή) δίκη, δεν στερούν το κοινό νομοθέτη από την εξουσία να επιβάλει ειδικές διαδικασίες, προς τον σκοπό της τάχιστης εκκαθαρίσεως των διαφορών για την αναγνώριση της κυριότητας του ισχυριζόμενου ότι αγροτεμάχιό του περιλήφθηκε ως ξένο σε οριστική διανομή.
Περαιτέρω, με τις διατάξεις του άρθρου 242 παρ. 1, 2 και 3 του Αγροτικού Κώδικα (β.δ. της 29-10/6-12-1949) προβλέπεται ότι: α) αν από οποιονδήποτε λόγο περιληφθούν ξένα τεμάχια στην οριστική διανομή, αυτή παραμένει έγκυρη και απρόσβλητη και τα ξένα αυτά τεμάχια θεωρούνται ως απαλλοτριωθέντα για δημόσια ωφέλεια δυνάμει του άρθρου 17 του Συντάγματος, μέχρι δε να καταβληθεί η αποζημίωση τα εν λόγω τεμάχια θεωρούνται ότι τελούν σε νόμιμη επίταξη, β) αν τα τεμάχια αυτά αποτελούν ακέραιο τεμάχιο οριστικής διανομής ή τμήμα ενός μόνο τεμαχίου αυτής, αποδίδονται με απόφαση του Υπουργού της Γεωργίας, μετά από σύμφωνη γνώμη του Συμβουλίου Εποικισμού, αυτούσια στον πρώην κάτοχο αυτών, εφόσον παρέμειναν αδιάθετα ή είναι δυνατή η παραχώρηση στον κληρούχο, στον οποίο αποφασίστηκε να δοθούν αυτά, άλλων διαθεσίμων εκτάσεων ή εκτάσεων κοινοχρήστων από τις προβλεπόμενες στα άρθρα 31 εδάφ.
δ' και ε' και 164 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα και γ) αντί της οφειλομένης αποζημιώσεως για τα παραπάνω απαλλοτριούμενα ξένα τεμάχια μπορεί να παραχωρηθεί αντάλλαγμα σε γαίες από τις τυχόν διαθέσιμες εκτάσεις ή τις παραπάνω κοινόχρηστες. Εξάλλου, κατά το άρθρο 246 παρ. 1 και 5 του ίδιου Κώδικα, όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε με το άρθρο 27 παρ. 1 του ν.δ. 3194/1955, για την κυριότητα των κατά το προαναφερόμενο άρθρο 242 απαλλοτριωθέντων κτημάτων, προκειμένου ο κύριος είτε να λάβει άλλο ισάξιο τεμάχιο είτε να καταβληθεί σ' αυτόν η προσήκουσα αποζημίωση, αποφαίνεται, ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων, η αρμόδια επιτροπή απαλλοτριώσεων.
Εντός δε τρίμηνης ανατρεπτικής προθεσμίας από την κοινοποίηση της αποφάσεως, τόσο το Δημόσιο όσο και οι ενδιαφερόμενοι, μπορούν να προσφύγουν κατά της αποφάσεως της επιτροπής στο αρμόδιο κατά τόπο πρωτοδικείο, το οποίο αποφασίζει κατά την επ' αναφορά διαδικασία των άρθρων 640 επ. ΚΠολΔ και ήδη από την εισαγωγή του ΚΠολΔ, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739-781 (άρθρο 3 παρ. 3 του Εισ.Ν.ΚΠολΔ.), οι εκδιδόμενες δε στο πλαίσιο της πιο πάνω διαδικασίας αποφάσεις των (μονομελών) πρωτοδικείων υπόκεινται σε έφεση, όπως αυτό συνάγεται από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3 παρ. 3, 511 και 741 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 1049/1975).
Από τις παραπάνω διατάξεις προκύπτει ότι ο νόμος, προς τον σκοπό της τάχιστης εκκαθαρίσεως των διαφορών για την αναγνώριση της κυριότητας του ισχυριζόμενου ότι αγροτεμάχιό του περιλήφθηκε ως ξένο σε οριστική διανομή, οργανώνει ειδική διαδικασία, που προβλέπει αφενός διοικητική προδικασία (αίτηση ενώπιον της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων) και αφετέρου διαδικασία ενώπιον των τακτικών πολιτικών δικαστηρίων ειδικής μορφής, ήτοι προσφυγή στην οποία εφαρμόζονται οι διατάξεις της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας.
Η διαδικασία δε αυτή, που μάλιστα διέρχεται όλους τους βαθμούς δικαιοδοσίας και πληροί τις κατά το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος απαιτήσεις για την παροχή έννομης προστασίας, αποτελεί ειδική και αποκλειστική διαδικασία επιλύσεως των συγκεκριμένων διαφορών, έτσι ώστε αποκλείεται η άσκηση τακτικής αγωγής εκ μέρους του ισχυριζόμενου ότι αγροτεμάχιο του περιλήφθηκε ως ξένο σε οριστική διανομή και με την οποία να ζητεί την αναγνώριση της κυριότητάς του.
Αν δε τυχόν ασκηθεί τέτοια αγωγή, απορρίπτεται ως απαράδεκτη. Επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του, κατ' επικύρωση της αποφάσεως του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, απέρριψε την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, η οποία εισήχθη για να δικασθεί με την τακτική διαδικασία, και δέχθηκε ότι επί της κυριότητας των κατά το άρθρο 242 του Αγροτικού Κώδικα απαλλοτριωθέντων ακινήτων, τα οποία περιελήφθησαν ως "ξένα" τεμάχια στην οριστική διανομή, αποφαίνεται ύστερα από αίτηση των ενδιαφερομένων, η αρμόδια επιτροπή απαλλοτριώσεων, κατά την ειδική διαδικασία του άρθρου 246 του ίδιου Κώδικα και κατά της αποφάσεως αυτής το αρμόδιο Μονομελές Πρωτοδικείο και κατ' έφεση το αρμόδιο Εφετείο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του άρθρου 242 του Αγροτικού Κώδικα, 17 και 4 του Συντάγματος, 1033 και 281 ΑΚ, 110 ΚΠολΔ και 6 παρ. 1 της Ε.Σ.Δ.Α., αφού μάλιστα και η Ε.Σ.Δ.Α.
ευθέως αναγνωρίζει το δικαίωμα κάθε κράτους να θεσπίζει νόμους, αν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημόσιου συμφέροντος. Επομένως, οι πρώτος, κατά το δεύτερο μέρος του, δεύτερος, κατά το πρώτο μέρος του, και τρίτος, καθ' όλα τα μέρη του, λόγοι αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. Δεν στοιχειοθετείται, όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό που προτάθηκε και τον απέρριψε για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης.
Στην προκείμενη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες, με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, αλλά και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη ισχυρισμό τους, "ότι η προσφυγή στην Επιτροπή Απαλλοτριώσεων δεν είναι μονόδρομος, αφού υπάρχει παράλληλα με αυτή η προσφυγή του ενδιαφερομένου στα τακτικά Πολιτικά Δικαστήρια με αναγνωριστική αγωγή για το μη διατεθέν σε κληρούχους τμήμα της γης". Ο εξεταζόμενος λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, διότι ο επικαλούμενος ισχυρισμός δεν έχει αυτοτελή ύπαρξη, αλλά αποτελεί άρνηση της ένστασης του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου περί απαραδέκτου της αγωγής.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 10-10-2007 αίτηση του Μ. Κ. κ.λ.π. για αναίρεση της 128/2007 αποφάσεως του Εφετείου Κέρκυρας.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου Ελληνικού Δημοσίου, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 22 Μαρτίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ