Supreme Court allows appeal against deceased defendant, remands case for retrial on evidence of notarized witness affidavits.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appellant's appeal against the deceased defendant, ruling that the appeal was valid because the appellant lacked knowledge of the death until after filing. The court found the lower court failed to consider specific notarized witness affidavits submitted by the appellant. Consequently, the appeal was granted, the case was remanded for retrial, and the appellants were ordered to pay the appellant's legal costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 62, 73, 286 et seq., 558, 573 of the Code of Civil Procedure; Article 35 of the Civil Code: An appeal against a deceased defendant is invalid if the appellant did not know of the death before filing, but the appeal is admissible against the heirs if the appellant lacked prior knowledge, allowing the case to be heard by the heirs in the appellant's place.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 861 / 2006 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 861/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Γκιάφη, Αντιπρόεδρο, Αλέξανδρο Κασιώλα, Χαράλαμπο Αντωνιάδη, Γεώργιο Φώσκολο και Γεώργιο Καπερώνη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Δεκεμβρίου 2005, με την παρουσία και της γραμματέως Γραμματικής Κονταξή, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος:Β. Γ. του Η., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σπυρίδωνα Χριστοφοράκο.
Των αναιρεσιβλήτων:1)Δ. Γ. του Β., που δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο,2)Β. Γ. του Δ., κατοίκου ...,3)Σ. Δ. Γ., κατοίκου ...,4)Ο. συζύγου Α. Τ., το γένος Π. Γ., κατοίκου ...,5)Β. Γ. του Π., κατοίκου ..., 6)Γ. συζύγου Ι. Κ., το γένος Κ. Γ., κατοίκου ...,7)Μ. ή Μ. θυγατέρας Κ. Γ., κατοίκου ... και 8)Χ. Γ. του Κ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Διονύσιο Γιακουμή, ο οποίος δήλωσε ότι ο 1ος των αναιρεσιβλήτων απεβίωσε στις 17-2-2003 και ήταν μόνο επικαρπωτής του 1/9 εξ αδιαιρέτου των επιδίκων ακινήτων, η δε επικαρπία ενωματώθηκε στην κυριότητα των ψιλών κυρίων 2ου και 3ης των αναιρεσιβλήτων.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-2-1999 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σπάρτης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4/2000 του ίδιου Δικαστηρίου και 93/2003 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-4-2004 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Καπερώνης ανέγνωσε την από 25-11-2005 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 12-4-2004 αίτηση για αναίρεση της 93/2003 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου για τους στο σκεπτικό της παρούσας δύο λόγους. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ., 558 και 573 ΚΠολΔ και 35 ΑΚ προκύπτει ότι η απευθυνόμενη κατά αποβιώσαντος αναίρεση, όπως και κάθε άλλο ένδικο μέσο, είναι άκυρη, υπό την προϋπόθεση, όμως, ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση, προτού ασκήσει την αναίρεσή του, με οποιοδήποτε τρόπο, του θανάτου του αντιδίκου του, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ' αυτών την αναίρεση.
Η αναίρεση, συνεπώς, που απευθύνεται κατά του αποβιώσαντος, χωρίς, όμως, να γνωρίζει τον θάνατό του ο αναιρεσείων, αν είναι άκυρη και νομίμως χωρεί η συζήτηση αυτής με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση, με την ιδιότητα αυτή, στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (Ολ.
ΑΠ 27/1987 Νοβ 36.92). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτουν τα ακόλουθα: Η υπό κρίση, από 12-4-2004, αίτηση αναιρέσεως του Β. Η. Γ., που ασκήθηκε στις 19-4-2004, κατά την 44/2004 πράξη του οικείου γραμματέως, απευθύνεται και κατά του Δ. Β. Γ., ως αντιδίκου (του αναιρεσείοντος), στη δίκη, κατά την οποία εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
Κατά τη συζήτηση, όμως, της αιτήσεως (αναιρέσεως), που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας, εμφανίσθηκαν και παρέστησαν οι δεύτερος και τρίτη των αναιρεσιβλήτων, κατά των οποίων στρέφεται και ατομικώς η αναίρεση και οι οποίοι δήλωσαν ότι ο Δ. Β. Γ. ήταν πατέρας τους, απεβίωσε στις 17/2/2003 (το ακριβές είναι 16-2-2003), δηλαδή μετά τη συζήτηση της υποθέσεως στο Εφετείο Ναυπλίου, που έγινε στις 20-3-2002, και ότι ο αποβιώσας ήταν επικαρπωτής μόνο των ποσοστών εξ αδιαιρέτου των επιδίκων ακινήτων, των οποίων ψιλοί κύριοι είναι οι ίδιοι, "η δε επικαρπία τους πατρός τους ενσωματώθηκε στην κυριότητά τους".
Με τις προτάσεις τους οι αναιρεσίβλητοι υποστηρίζουν ότι η αναίρεση είναι απαράδεκτη κατά το μέρος της, που στρέφεται κατά του ανωτέρω αποβιώσαντος "διότι ασκήθηκε κατ' ανυπάρκτου προσώπου". Όμως, δεν ισχυρίζονται ταυτοχρόνως ότι γνωστοποίησαν τον πιο πάνω θάνατο στον αναιρεσείοντα ή ότι ο τελευταίος έλαβε οπωσδήποτε γνώση αυτού, δεν προκύπτει δε τέτοια γνώση και από οποιοδήποτε στοιχείο της δικογραφίας και σύμφωνα με τα προαναφερόμενα η αναίρεση δεν είναι άκυρη και νομίμως χωρεί η σχετική συζήτηση.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 270 παρ. 2 εδάφ. β' ΚΠολΔ που εφαρμόζεται τόσο κατά την τακτική διαδικασία της πρωτοβάθμιας ενώπιον ιδίως μονομελούς πρωτοδικείου όσο και στη διαδικασία της αντίστοιχης δευτεροβάθμιας δίκης (άρθρ. 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), οι ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου παραδεκτώς κατ' αρχήν προσκομίζονται στην τακτική διαδικασία ενώπιον του εφετείου, εφόσον συντάχθηκαν πριν από τη δικάσιμο και έγιναν ύστερα από κλήτευση του αντιδίκου δύο τουλάχιστον ημέρες πριν από τη βεβαίωση.
Οι ένορκες αυτές βεβαιώσεις αποτελούν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διαφορετικό από τους μάρτυρες ή τα έγγραφα, και επομένως θα πρέπει να αναφέρεται ειδικά στην απόφαση ότι έχουν ληφθεί υπόψη ή ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δεν τις λαμβάνει υπόψη, διότι, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δεν είχαν προσκομισθεί στην πρωτόδικη δίκη από πρόθεση στρεψοδικίας ή από βαρειά αμέλεια (άρθρ. 529 παρ. 2 ΚΠολΔ).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα διαδικαστικά έγγραφα της δικογραφίας, με τις, από 19-3-2002, προτάσεις του ενώπιον μονομελούς πρωτοδικείου εναγομένου - εκκαλούντος και ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκαν κατά τη συζήτηση της υποθέσεως στις 20-3-2992 επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλομένη απόφαση, αυτός ο διάδικος επικαλέστηκε και προσκόμισε τις ...
και ... της 19-3-2002 ένορκες βεβαιώσεις των Γ. Β. και Γ. Γ., που λήφθηκαν από τη συμβολαιογράφο Σπάρτης Αγγελική Πετράκου - Ορφανού, μαζί με την 4197/13-3-2002 έκθεση της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Σπάρτης Ε. Β. για την επίδοση της σχετικής από 11-3-2002 κλήσης στους αντιδίκους του, στην οποία (κλήση), σημειωτέον, δεν ήταν αναγκαίο να γνωστοποιηθούν και στα ονόματα των μαρτύρων.
Το Εφετείο, όμως, ενώ ρητώς μνημονεύει στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, ως έχουσες ληφθεί υπόψη από εκείνον άλλες και δ τις 195/1999, ενώπιον του Ειρηνοδίκη Σπάρτης, και 46, 47 της 4-11-1999, ενώπιον της συμβολαιογράφου Σπάρτης Σταυρούλας Παρασκευοπούλου, ένορκες βεβαιώσεις, δεν αναφέρει αν έλαβε υπόψη τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις (..., ...).
Ενόψει τούτων, αλλά και του όλου περιεχομένου της αναιρεσιβαλλομένης δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη τις προμνημονευόμενες ένορκες βεβαιώσεις (..., ...). Επομένως, ο από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ τρίτος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος του, με το οποίο προβάλλεται ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη τα ως άνω αποδεικτικά μέσα (ένορκες βεβαιώσεις ...
και ...), που ο εκκαλών νόμιμα του προσκόμισε με επίκληση, πρέπει να γίνει δεκτός ως παραδεκτός και βάσιμος, να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 3 ΚΠολΔ, στο δικαστήριο, που την εξέδωσε, η σύνθεση του οποίου από άλλους δικαστές είναι δυνατή.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
ΑΝΑΙΡΕΙ την 93/2003 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου.
ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα αποτελείται από άλλους δικαστές από αυτούς, που δίκασαν προηγουμένως. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσιβλήτους στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 29 Απριλίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 3 Μαϊου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ