Legislator Case Law & Legislation
860/2024 AI generated

Supreme Court partially allows appeal against dismissal of supplementary termination claim in labor dispute.

Case Number 860/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's dismissal of a supplementary termination claim. The appellant argued that the employer had previously notified the termination, and the court found this supplementary notice admissible under the Civil Procedure Code. Consequently, the case was remanded to the Court of First Instance for further examination of this specific issue.

Legislator headnote

AI generated

Articles 669 para. 2 of the Civil Code; Article 1 of Law 2112/1920; Articles 1 and 5 of Law 3198/1955; Article 527 para. 1 no. 6 of the Civil Procedure Code; Article 559 para. 14 of the Civil Procedure Code: A supplementary termination notice by an employer is admissible if the employer has not yet been served with a valid objection to the previous termination, and its admissibility must be examined if raised in the appeal.

Keywords

AI generated
supplementary termination notice labor contract termination admissibility of appeal employer's right to terminate remand for further trial civil procedure code labor dispute

Cited Legislation

AI generated
Article 669 para. 2 of the Civil Code
Article 1 of Law 2112/1920
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 7 §§ 1 και 2 του Ν.Δ.
Article 1 and 5 of Law 3198/1955
Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 7 §§ 1 και 2 του Ν.Δ.
Article 527 para. 1 no. 6 of the Civil Procedure Code
Article 559 para. 14 of the Civil Procedure Code
Article 580 para. 3 of the Civil Procedure Code
Articles 176, 183 and 191 para. 1 of the Civil Procedure Code
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 860 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 860/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Δήμητρα Ζώη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αριστείδη Βαγγελάτο, Ελπίδα Σιμιτοπούλου, Μαρία-Μάριον Δερεχάνη και Βάϊα Ζαρχανή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 24 Οκτωβρίου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ε. Τ., για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: εταιρείας με την επωνυμία "Σ. Α.Ε. Ανώνυμη Εισαγωγική Εμπορική Εταιρεία" και το δ.τ. "Ηλεκτροεισαγωγική Θεσσαλίας Α.Ε.", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Βόλο και παραστάθηκε δια του πληρεξουσίου δικηγόρου Δημητρίου Καραβίδα που ανακάλεσε την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή του και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσίβλητου: Ι. Μ. του Σ., κατοίκου ... που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) του πληρεξουσίου δικηγόρου Βασίλειου Νιζάμη, ο οποίος κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-1-2020 αγωγή του ήδη αναιρεσίβλητου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Βόλου. Εκδόθηκαν η 55/2020 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 58/2023 μη οριστική και η 272/2022 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-3-2023 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Βάϊα Ζαρχανή. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την από 29-3-2023 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η 58/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την ειδική διαδικασία των περιουσιακών (εργατικών) διαφορών. Με την ως άνω απόφαση έγινε τυπικά δεκτή και απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η από 28-1-2022 έφεση της εναγομένης και ήδη αναιρεσείουσας κατά της 1/2022 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Βόλου. Με την ίδια αίτηση συμπροσβάλλεται και η μη οριστική με αρ. 272/2022 απόφαση του Εφετείου (σημειώνεται ότι στην αίτηση αναίρεσης από προφανή παραδρομή σημειώνεται λανθασμένα ως τελεσίδικη η τελευταία αυτή απόφαση και ως μη οριστική η μεταγενέστερη, με αρ.58/2023). Η εν λόγω αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και ως εκ τούτου είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και την ουσιαστική βασιμότητα των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από τις διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2 του ΑΚ, 1 του Ν. 2112/1920 και 1 και 5 του Ν. 3198/1955 προκύπτει ότι η (άτακτη) καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου είναι μονομερής, αναιτιώδης δικαιοπραξία και συνεπώς το κύρος αυτής δεν εξαρτάται από την ύπαρξη ή την ελαττωματικότητα της αιτίας για την οποία έγινε, αλλά αποτελεί δικαίωμα του εργοδότη και του εργαζομένου. Από τις προπαρατεθεσίες διατάξεις σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 167, 168, 648 Α.Κ., 3 ν. 2112/1920, 1, 3 παρ. 1 και 5 του β.δ. της 16-7-1920 προκύπτει ότι η καταγγελία της σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου θεωρείται έγκυρη όταν γίνει εγγράφως και καταβληθεί η νόμιμη αποζημίωση.

Επομένως είναι άκυρη η καταγγελία αν δεν είναι έγγραφη και ο εργοδότης δεν καταβάλει στον απολυόμενο μισθωτό την αποζημίωση απόλυσης (που κατά τα προαναφερθέντα άρθρα 3 παρ. 2 ν. 2112/1920 και 5 παρ. 1 ν. 3198/55 υπολογίζεται βάσει των τακτικών αποδοχών του απολυομένου κατά τον τελευταίο μήνα υπό καθεστώς πλήρους απασχόλησης) ή αν καταβάλει σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές μειωμένη αποζημίωση. Η ανωτέρω ακυρότητα της καταγγελίας είναι σχετική υπέρ του εργαζομένου, ο οποίος έχει την ευχέρεια είτε να θεωρήσει άκυρη την καταγγελία και να αξιώσει την καταβολή των αποδοχών του από τον υπερήμερο πλέον εργοδότη, προσφέροντας σ` αυτόν προσηκόντως τις υπηρεσίες του είτε, παραιτούμενος ρητώς ή σιωπηρώς από το δικαίωμά του προσβολής του κύρους της καταγγελίας να θεωρήσει αυτή έγκυρη και να απαιτήσει τη νόμιμη αποζημίωση.

Συνεπώς οι ανωτέρω ελλείψεις κατά την άσκηση του δικαιώματος της καταγγελίας δεν καθιστούν αυτήν ανυπόστατη αλλά αποτελούν λόγους ακυρότητας της καταγγελίας, η επίκληση της οποίας (ακυρότητας) πρέπει να γίνει από τον εργαζόμενο με αγωγή. Ειδικότερα στην περίπτωση που ο μισθωτός θεωρήσει άκυρη την καταγγελία της εργασιακής σύμβασης και εμμείνει στη σύμβαση αυτή, η αξίωσή του για μισθούς υπερημερίας λόγω της άρνησης του εργοδότη ν` αποδέχεται τις υπηρεσίες του δεν στηρίζεται στην ακυρότητα της καταγγελίας αλλά στη σύμβαση εργασίας, η οποία αποτελεί και τη βάση της σχετικής αγωγής.

Περαιτέρω η καταγγελία σε περίπτωση που ασκείται από τον εργοδότη αναπτύσσει την άμεση διαπλαστική της ενέργεια από τη στιγμή που λαμβάνει γνώση αυτής ο εργαζόμενος παραλήπτης της (άρθρο 167 Α.Κ.). Η καταγγελία πρέπει να περιέχει σαφή και αναμφίβολη βούληση του καταγγέλλοντος να λύσει μονομερώς τη σύμβαση, έτσι ώστε να μη μένει στον αντισυμβαλλόμενο αμφιβολία ως προς τη λύση ή όχι της σύμβασης.

Για το λόγο αυτό γίνεται δεκτό ότι δεν επιδέχεται κατ` αρχήν αίρεση, αφού η προσθήκη αίρεσης δημιουργεί αβεβαιότητα στον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τη λήξη ή όχι της σύμβασης, η οποία δεν συμβιβάζεται με το χαρακτήρα της καταγγελίας ως διαπλαστικής δικαιοπραξίας. Οι διατάξεις όμως για την αίρεση δεν έχουν εφαρμογή στις αιρέσεις δικαίου, δηλαδή σ` αυτές που συνίστανται στο γεγονός που αποτελεί στοιχείο ή προϋπόθεση για την ενέργεια ή τελείωση της δικαιοπραξίας.

Έτσι είναι έγκυρη η επικουρική καταγγελία, δηλαδή η δεύτερη καταγγελία στην οποία προβαίνει ο καταγγέλλων για την περίπτωση που η προηγούμενη καταγγελία θα κρινόταν άκυρη από το δικαστήριο. Η δεύτερη αυτή καταγγελία περιέχει αίρεση δικαίου, η οποία είναι επιτρεπτή και η οποία, ανάλογα με τη νομική κατάσταση, αν μεν η πρώτη καταγγελία είναι έγκυρη δεν έχει καμιά αξία και έννομη επιρροή, δηλαδή θα είναι άνευ αντικειμένου, αν δε κριθεί άκυρη επιφέρει αυτή το πρώτον τη λύση της σύμβασης, δηλαδή λύεται η σχέση εργασίας από τότε που ασκήθηκε η επικουρική καταγγελία (ΑΠ 617/2022, 839/2019, 397/2017, 277/2016, 55/2015, 624/2008).

Eξάλλου ως χρόνος καταβολής της αποζημίωσης απόλυσης ορίζεται με την ρητή διάταξη του άρθρου 74 παρ. 3 του Ν. 3863/2010 η ημέρα της λύσης της σύμβασης κατά το μέρος της αποζημιώσεως που αντιστοιχεί στις αποδοχές δύο [2] μηνών στην περίπτωση που η αποζημίωση υπερβαίνει τις αποδοχές δύο μηνών. Το υπόλοιπο ποσό καταβάλλεται σε διμηνιαίες δόσεις, καθεμιά από τις οποίες δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές δύο [2] μηνών, εκτός και αν το ποσό που υπολείπεται για την εξόφληση του συνόλου της αποζημιώσεως είναι μικρότερο.

Η πρώτη δόση καταβάλλεται την επομένη της συμπλήρωσης διμήνου από την απόλυση. Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται σαφώς, ότι, εάν δεν καταβληθεί η αποζημίωση ή το μέχρι των αποδοχών δύο [2] μηνών μέρος της, κατά περίπτωση, την ίδια ημέρα με την επίδοση της έγγραφης καταγγελίας στον απολυόμενο μισθωτό, η καταγγελία είναι άκυρη, η δε ακυρότητα δεν θεραπεύεται από τη μεταγενέστερη καταβολή της αποζημίωσης.

Από τις ίδιες διατάξεις συνάγεται ακόμη ότι η καταβολή της αποζημίωσης πρέπει να είναι πραγματική, και δεν αρκεί η απλή προσφορά αυτής, σε περίπτωση όμως άρνησης του μισθωτού να την εισπράξει, οφείλει ο εργοδότης να προβεί στη δημόσια κατάθεσή της μέσα σε εύλογο χρόνο από την ατελεσφόρητη προσφορά, ώστε να αποτρέψει τη ακυρότητα.

Ο προσδιορισμός του εύλογου χρόνου στην προαναφερόμενη περίπτωση είναι συνάρτηση των κρατούντων συναλλακτικών ηθών (ο ελάχιστος κατά κανόνα για τη συντέλεση των απαιτούμενων διατυπώσεων), και των συντρεχόντων σε κάθε περίπτωση περιστατικών, όπως συμπεριφορά του εργαζομένου, η οποία να δικαιολογεί την κατάθεση κ.λπ. (ΑΠ 497/2023, ΑΠ 1114/2021, ΑΠ 105/2009, 98/2008).

Με την δημόσια αυτή κατάθεση, όπως προκύπτει από τα άρθρ. 427, 431 και 434 ΑΚ, της οφειλομένης χρηματικής παροχής, επέρχεται απόσβεση της ενοχής, σαν να είχε γίνει, κατά τον χρόνο της κατάθεσης, καταβολή από τον οφειλέτη, όταν συντρέχει μία από περιπτώσεις που αναφέρει ο νόμος και που επιτρέπουν την δημόσια κατάθεση και δη, μεταξύ άλλων, όταν ο δανειστής έγινε υπερήμερος σύμφωνα με το άρθ. 349 ΑΚ (ΑΠ 2013/2022, ΑΠ 113/2012), εάν δηλ. δεν αποδέχεται την προσφερομένη παροχή, εφόσον η προσφορά είναι πραγματική και προσήκουσα, ήτοι η παροχή είναι κατά ποσότητα η οφειλομένη και προσφέρεται στον κατάλληλο τόπο και χρόνο, τέτοιος δε τόπος είναι, όπως συνάγεται από τα άρθ. 320 - 322 ΑΚ, επί χρηματικής παροχής από σύμβαση εκείνος που έχει την κατοικία του ο δανειστής κατά τον χρόνο καταβολής ή την επαγγελματική του εγκατάσταση, αν η απαίτηση προέρχεται από την άσκηση του επαγγέλματός του (ΑΠ 2013/2022, 1123/2013, 105/2009, 98/2008), ενώ επιτρέπεται και να κατατεθεί σε τραπεζικό λογαριασμό, του οποίου δικαιούχος είναι ο εργαζόμενος και στον οποίο, κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, είχε συμφωνηθεί να κατατίθεται η μισθοδοσία του (ΑΠ 1338/2014, ΑΠ 105/2009).

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 254 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικαστήριο μπορεί να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης στο ακροατήριο, η οποία έχει κηρυχθεί περατωμένη, όταν κατά τη μελέτη της υποθέσεως ή την διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρειάζονται συμπλήρωση ή επεξήγηση, με απόφαση, που μνημονεύει απαραιτήτως τα ειδικά θέματα, που αποτελούν αντικείμενο της επαναλαμβανόμενης συζήτησης, η οποία θεωρείται συνέχεια της προηγούμενης.

Κατά την έννοια της προαναφερθείσας διατάξεως, η οποία εφαρμόζεται και στην κατ` έφεση δίκη, η εξουσία του Δικαστηρίου να διατάξει επανάληψη της συζήτησης δεν υπόκειται σε περιορισμούς και, επομένως, το τελευταίο έχει την εξουσία να διατάσσει την επανάληψη της συζήτησης και προς προσκομιδή των αναγκαίων στοιχείων (βλ. ΟλΑΠ 1285/1982, ΑΠ 1520/2018, 1212/2017, 2114/2009). Τέτοιο δε στοιχείο, αποτελεί και το αναλογούν στο αντικείμενο της αγωγής δικαστικό ένσημο, το οποίο είναι απαραίτητο για την κατ' ουσίαν εξέταση της διαφοράς, την προσκομιδή του οποίου δεν κωλύεται το δευτεροβάθμιο δικαστήριο να διατάξει με την απόφασή του, εφόσον, κατά τη διακριτική του ευχέρεια, κρίνει ότι δεν προκύπτει άρνηση του ενάγοντος να συμμορφωθεί προς την ως άνω υποχρέωσή του. Η επαναλαμβανόμενη συζήτηση, αποτελεί συνέχεια της προηγούμενης και όχι νέα συζήτηση (ΑΠ 82/2015), με συνέπεια, εφόσον πρόκειται για δύο συνεχόμενα δικονομικά στάδια, τόσο η αρχική όσο και η επαναλαμβανόμενη συζήτηση να συνιστούν μία ενιαία συζήτηση.

Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 7 §§ 1 και 2 του Ν.Δ. 1544/1942, σε περίπτωση μη καταβολής από τον ενάγοντα του οφειλόμενου κατά τα άρθρα 2 και 3 του Ν. ΓΠΟΗ'/1912 τέλους δικαστικού ενσήμου, η περί του οποίου διάταξη, σημειωτέον, δεν περιέχει κανόνα ουσιαστικού δικαίου κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, εφόσον καθορίζει τις προϋποθέσεις δικαστικής προστασίας στο πλαίσιο δικονομικού δικαίου (ΑΠ 491/2015, 181/2013, 1320/2010), δεν επέρχεται απαράδεκτο της αγωγής ή της συζήτησής της, αλλά ο ενάγων θεωρείται ότι δικάζεται ερήμην και η αγωγή απορρίπτεται κατ' ουσίαν και γι' αυτό, σε περίπτωση παράβασης των διατάξεων αυτών, δεν ιδρύεται άλλος λόγος αναίρεσης, παρά μόνο αυτός που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ και μόνο για την περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, όχι δε και για άλλη περίπτωση και μάλιστα, αν αυτός δεν δικάσθηκε ερήμην, αλλά κατ' αντιμωλία (ΑΠ 140/2023, 1309/2021, 1470/2019, 2031/2017). Με τον λόγο αυτό ελέγχεται η τήρηση της από το άρθρο 110 § 2 ΚΠολΔ προβλεπόμενης και από το άρθρο 20 § 1 του Συντάγματος και 6 της ΕΣΔΑ κατοχυρούμενης αρχής "της εκατέρωθεν ακροάσεως", ιδρύεται δε στην περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, η δε ερημοδικία δεν ήταν νόμιμη (ΑΠ 181/2023).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αρ.8 Κ.Πολ.Δ., επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 883/2021, 87/2013, 94/2008).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 954/2023, ΑΠ 2061/2022, ΑΠ 883/2021, 98/2020, 172/2020), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 883/2021, 409/2021), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 21/2023, 409/2021, 98/2020, 7/2020, 656/2016).

Επίσης, δεν αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου, ούτε και η επιχειρηματολογία του διαδίκου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 997/2023, 726/2014, 701/2008).

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρ. 559 αριθ. 14 KΠολΔ, που ορίζει ότι επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αναφέρεται σε παράβαση δικονομικών διατάξεων, δηλαδή διατάξεων που ρυθμίζουν τη διαδικασία, ενώ αν πρόκειται για ακυρότητες του ουσιαστικού δικαίου και γενικότερα για παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσης, ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 1 του ως άνω άρθρου (ΟλΑΠ 1/1999, 12/2000, ΑΠ 70/2022, 529/2017, 1418/2002). Τέλος, κατά τη διάταξη του αριθμού 9α του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο επιδίκασε κάτι που δεν ζητήθηκε, δηλαδή, χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος. Ως "αίτηση", κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται όχι οποιαδήποτε αίτηση, υποβληθείσα από τους διαδίκους κατά τη διαδρομή της δίκης, αλλά μόνον η αυτοτελής αίτηση των διαδίκων περί παροχής έννομης προστασίας, με οποιαδήποτε νόμιμη μορφή της, που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία (ΑΠ 46/2023). Ο δε όρος "επιδίκασε" σημαίνει ότι το δικαστήριο αποφάσισε σχετικά σε αίτημα, έστω και με αναγνωριστική διάταξη (ΑΠ 1811/2009). Δηλαδή, όταν το δικαστήριο επιδίκασε ή αναγνώρισε ή προέβη σε διάπλαση, χωρίς να υπάρχει αντίστοιχο αίτημα (ΑΠ 818/2023, 1708/2014, 204/2011, 858/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, το Εφετείο, αρχικά, με την 272/2022 μη οριστική απόφασή του διέταξε την επανάληψη της συζήτησης κατ' άρθρο 254 ΚΠολΔ, προκειμένου να προσκομιστεί από τον εφεσίβλητο-ενάγοντα το προσήκον τέλος δικαστικού ενσήμου, κρίνοντας ότι δεν είναι δεδομένη η άρνηση του ενάγοντος να συμμορφωθεί προς την υποχρέωσή του και συνεπώς είναι πρόωρο να προχωρήσει το δικαστήριο στην απόρριψη της αγωγής λόγω πλασματικής ερημοδικίας. Στη συνέχεια το Εφετείο, μετά την προσκόμιση του αναλογούντος δικαστικού ενσήμου εκ μέρους του ενάγοντος, με την 58/2023 απόφασή του, προχώρησε στην εκδίκαση της έφεσης αντιμωλία των διαδίκων, η δε επαναληφθείσα συζήτηση, όπως ήδη εκτέθηκε, είναι ενιαία με την προηγούμενη.

Με τους τρεις πρώτους λόγους της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα επικαλείται τις αναιρετικές πλημμέλειες από τους αρ.1, 8α, 8β, 9α και 14 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ. Ισχυρίζεται ειδικότερα ότι η 272/2022 μη οριστική απόφαση εσφαλμένα διέταξε την επανάληψη της συζήτησης, χωρίς μάλιστα να εξαφανίσει προηγουμένως την εκκαλουμένη απόφαση, ενώ θα έπρεπε να απορρίψει την αγωγή λόγω πλασματικής ερημοδικίας του ενάγοντος, παραβιάζοντας έτσι τις διατάξεις των άρθρων 4 του Συντάγματος, 106, 110 παρ.2, 532 έως 536 του ΚΠολΔ, ενώ περαιτέρω παρά το νόμο έλαβε υπόψη ανύπαρκτο λόγο έφεσης και επ' αυτού αίτημα, δεν έλαβε υπόψη αιτήματα που προτάθηκαν από την ίδια και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, και, τέλος, παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθ' όσον το Εφετείο είχε τη δυνατότητα, κατ'εφαρμογήν των ως άνω διατάξεων, και χωρίς εξαφάνιση της πρωτόδικης, να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, προκειμένου να προσκομιστεί το προσήκον δικαστικό ένσημο, εφόσον προηγουμένως έκρινε ότι ο ενάγων-εφεσίβλητος δεν είχε αρνηθεί να συμμορφωθεί με την υποχρέωσή του αυτή.

Ουδόλως δε, με την ως άνω απόφασή του, το Εφετείο παραβίασε την αρχή της ισότητας μεταξύ των διαδίκων, ειδικότερη έκφανση της οποίας αποτελεί η αρχή της ίσης μεταχείρισής τους στη δίκη, με την έννοια, στις αστικές υποθέσεις, της ισότητας των δικονομικών όπλων, αφού παρασχέθηκε από το δικαστήριο και στα δύο διάδικα μέρη ίση δυνατότητα υποστηρίξεως των απόψεών τους και προσαγωγής των αποδείξεών τους.

Ούτε, εξάλλου, το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, όπως αιτιάται η αναιρεσείουσα με την επικαλούμενη από τον αριθ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια καθόσον ουδεμία παραβίαση των δικονομικών διατάξεων που αφορούν στη διαδικασία της κατ' έφεση δίκης, έλαβε χώραν. Επίσης, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως κατά το εκ του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ μέρος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα προβάλλει τα παρατιθέμενα σ' αυτόν νομικά επιχειρήματα που κατατείνουν στο να γίνει δεκτή η άποψή της, ότι κατά την έννοια των ουσιαστικών διατάξεων περί δικαστικού ενσήμου, θα έπρεπε το Εφετείο να προχωρήσει στην απόρριψη της αγωγής, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, δεν αποτελούν πράγματα οι νομικοί ισχυρισμοί που αφορούν στην ερμηνεία και εφαρμογή των κανόνων δικαίου.

Ανεξαρτήτως όμως των ως άνω, το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, το οποίο, κατά την εξέταση του παραδεκτού της αγωγής -στην οποία υποχρεούτο να προβεί και χωρίς ειδικό παράπονο- και διαπιστώνοντας ότι αυτή υπέκειτο σε τέλος δικαστικού ενσήμου, ζήτησε την προσκόμισή του, έλαβε σαφώς υπόψη και έκρινε ως απορριπτέες τις αντιρρήσεις της εκκαλούσας, με τις οποίες αυτή, επισημαίνοντας την παράλειψη καταβολής του (δικαστικού ενσήμου), ζητούσε την απόρριψη της αγωγής.

Τέλος, ο ίδιος λόγος αναιρέσεως, κατά την αιτίαση εκ του αρ.9α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, στηριζόμενος επί αναληθούς προϋποθέσεως, εφόσον η προσβαλλόμενη μη οριστική απόφαση, με το να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης, δεν αποφάνθηκε επί "αιτήματος". Τονίζεται, περαιτέρω, ότι οι ως άνω λόγοι, εκτιμώμενοι και ως αναιρετικές αιτιάσεις κατά της τελεσίδικης, υπ' αρ. 58/2023 απόφασης, τυγχάνουν απαράδεκτοι, καθ' όσον η παραβίαση των περί δικαστικού ενσήμου διατάξεων, η παράλειψη καταβολής του οποίου άγει σε ερημοδικία του ενάγοντος, δεν ιδρύει τους επικαλούμενους ως άνω λόγους αναιρέσεως, αλλά μόνον αυτόν που προβλέπεται από το άρθρο 559 αριθμ. 6 του ΚΠολΔ και μόνο για την περίπτωση, κατά την οποία ο διάδικος δικάσθηκε ερήμην, όχι δε εάν αυτός δεν δικάσθηκε ερήμην, αλλά κατ' αντιμωλίαν, όπως εν προκειμένω.

Με τον τέταρτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, προβάλλεται η αιτίαση ότι το Εφετείο με την 58/2023 απόφασή του, εσφαλμένα εφήρμοσε τις ουσιαστικές περί καταγγελίας διατάξεις του ν.3198/1955 και των άρθρων 70, 240-243, 279, 280, 656, 167, 168, 174, 180 και 669 παρ.2 του Α.Κ., και συγκεκριμένα δεν τις εφήρμοσε, παρόλο που συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή τους, εφόσον δέχθηκε ότι οι γενόμενες την 31-12-2019 και 3-1-2020 προφορικές καταγγελίες που προηγήθηκαν της γραπτής τοιαύτης, η οποία έλαβε χώρα στις 7-1-2020, δεν είναι υποστατές, και ότι στηριζόμενη στην ως άνω εσφαλμένη κρίση της δεν έκρινε ότι οι ως άνω καταγγελίες έχουν ισχυροποιηθεί δια της παρελεύσεως απράκτου της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας προσβολής τους.

Συναφώς, με τον πέμπτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η εφετειακή απόφαση υπέπεσε στην ίδια πλημμέλεια, με το να παραλείψει να εξετάσει τον ισχυρισμό της περί αλλεπάλληλων καταγγελιών της εργασιακής συμβάσεως του αναιρεσιβλήτου, που έλαβαν χώρα κατά την 31-12-2019 και την 3-1-2020, περί της φύσεως των εν λόγω καταγγελιών ως ακύρων λόγω μη τηρήσεως εγγράφου τύπου και περί της επιγενόμενης εγκυροποίησής τους λόγω της παρελεύσεως απράκτου της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας προσβολής τους, που είχε ως συνέπεια την καθολική απόσβεση των επιδίκων αξιώσεων.

Επιπλέον, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι η προσβαλλόμενη απόφαση με τις ως άνω κρίσεις της, υπέπεσε και στις αναιρετικές πλημμέλειες των αρ. 8β,αφού δεν έλαβε υπόψη λόγους εφέσεως που η ίδια (αναιρεσείουσα) πρότεινε και είχαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, 9γ, αφού άφησε αδίκαστα ομώνυμα επ' αυτών αιτήματα και περαιτέρω περιέλαβε αόριστες, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες.

Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς, δεδομένου ότι, ακόμη και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η αρχική καταγγελία της σύμβασης εργασίας του αναιρεσιβλήτου έλαβε χώρα την 31-12-2019 και όχι την 7-1-2020, όπως κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, το γεγονός αυτό ουδόλως επηρεάζει το αποδεικτικό της πόρισμα, αφού σε κάθε περίπτωση η αγωγή ασκήθηκε εντός της τρίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας του άρθρου 6 ν.3198/1955.

Λεκτέον, εξάλλου, ότι οι προγενέστερες "καταγγελίες", τις οποίες επικαλείται η αναιρεσείουσα, ακόμη και αν έλαβαν χώρα, δεν μπορούσαν να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Εφετείου περί του κύρους της ένδικης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, που έλαβε χώραν την 7-1-2020. Με τον έκτο λόγο αναίρεσης, η αναιρεσείουσα παραπονείται ότι παραβιάστηκαν οι ίδιες ανωτέρω αναφερόμενες διατάξεις ουσιαστικού δικαίου και ειδικότερα ισχυρίζεται ότι η προσφορά της αποζημίωσης για την απόλυση του αναιρεσιβλήτου ήταν η προσήκουσα διότι η πρώτη δόση αυτής κατατέθηκε εντός ευλόγου χρόνου με κατάθεση στον τραπεζικό του λογαριασμό, η ελάχιστη δε καθυστέρηση καταβολής της δεν οδήγησε σε διάσπαση της ενότητας ενεργείας της επίμαχης καταγγελίας.

Το Εφετείο σχετικά με το ανωτέρω κρίσιμο ζήτημα δέχθηκε ανέλεγκτα τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

"... Προσέφερε (ο ενάγων) τις υπηρεσίες του στην ανωτέρω εταιρία-εναγομένη μέχρι και την 7-1-2020, οπότε η τελευταία προέβη σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, δια του από 5-1-2020 εντύπου καταγγελίας, η οποία επιδόθηκε στον ενάγοντα με την με αριθμ.9330/7-1-2020 έκθεση επίδοσης......και έκτοτε έπαυσε να αποδέχεται τις υπηρεσίες του.

Στις 15-1-2020 η εναγομένη κατέθεσε στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντα το ποσό των 2.155,22 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης και εν συνεχεία στις 6-3-2020 το ποσό των 2.151,22 ευρώ, στις 3-4-2020 το ποσό των 2.151,22 ευρώ και στις 8-5-2020 το ποσό των 2.151,22 ευρώ.......Παρότι όμως στις 7-1-2020 η εναγόμενη προέβη σε έγγραφη καταγγελία της σύμβασης, όπως ο νόμος απαιτεί, δεν κατέβαλε συγχρόνως στον ενάγοντα την οφειλόμενη αποζημίωση αλλά κατέβαλε αυτή μόλις την 15-1-2020 δια της κατάθεσης αυτής στον τραπεζικό του λογαριασμό...

Πραγματική και προσήκουσα προσφορά της αποζημίωσης απόλυσης κατά την 7-1-2020 και άρνηση είσπραξης της προσηκόντως προσφερόμενης αποζημίωσης δεν αποδείχθηκε και ως εκ τούτου δεν υπήρξε λόγος καταβολής αυτής στο ΤΠΚΔ σε εύλογο χρόνο, όπως και δεν κατατέθηκε εντέλει στο ΤΠΚΔ αλλά στον τραπεζικό του λογαριασμό.

Δεδομένου δε ότι η αποζημίωση κατατέθηκε στον τραπεζικό λογαριασμό του ενάγοντα και όχι στο ΤΠΚΔ δεν δικαιολογείται εύλογη προθεσμία προς κατάθεση αυτής.... ". Με την κρίση του αυτή, το Εφετείο ορθά το νόμο εφήρμοσε και δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αρ.1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως αβάσιμα προβάλλει η αναιρεσείουσα, καθ' όσον, υπό τα γενόμενα ανελέγκτως δεκτά περιστατικά, ο αναιρεσίβλητος δεν αρνήθηκε την είσπραξη της αποζημίωσης απόλυσης, ώστε να τεθεί θέμα καταβολής της στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων εντός ευλόγου χρόνου, και συνεπώς αυτή έπρεπε να προσφερθεί σ' αυτόν είτε άμεσα μαζί με το έγγραφο της καταγγελίας, είτε με την αυθημερόν κατάθεση του αντιστοίχου ποσού στον τραπεζικό του λογαριασμό.

Με την ίδια κρίση του, το Εφετείο διαλαμβάνοντας ρητά ότι δεν αποδείχθηκε πραγματική και προσήκουσα προσφορά της αποζημίωσης κατά την 7-1-2020 και άρνηση είσπραξής της, που να δικαιολογεί παρακατάθεση αυτής εντός ευλόγου χρόνου, απέρριψε τον προταθέντα περί του αντιθέτου ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και συνεπώς δεν υπέπεσε στην αναιρετική πλημμέλεια του αρ.8β του άρθρου 559 ΚπολΔ, ούτε άφησε αδίκαστο αίτημα (αρ.9γ).

Με τον έβδομο λόγο της αίτησης, η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα απέρριψε την ένστασή της περί άρσεως της υπερημερίας της με τη γενομένη την ...-2020 επικουρική καταγγελία, την οποία είχε νομότυπα προβάλει. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν, δεκτά, κατά το ενδιαφέρον τον ως άνω αναιρετικό λόγο μέρος, τα ακόλουθα: "...Ειδικότερα η καθ' ης η κλήση-εκκαλούσα-εναγόμενη ισχυρίσθηκε ότι η ένδικη αορίστου χρόνου εργασιακή σύμβαση καταλύθηκε σύννομα με την από ...-2020 γραπτή επικουρική καταγγελία και την ταυτόχρονη καταβολή μισθών υπερημερίας......για την περίπτωση που ήθελε κριθεί άκυρη η από 7-1-2020 καταγγελία.....Η ένσταση αυτή αν και αποτελεί περιεχόμενο των από 8-10-2021 κατατεθειμένων προτάσεων ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, δεν προτάθηκε νομότυπα και παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, δεδομένου ότι από τα ταυτάριθμα με την εκκαλούμενη απόφαση με αριθμ. 1/2022 πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου προκύπτει ότι δεν προτάθηκε προφορικά από την εκκαλούσα-εναγομένη έστω και συνοπτικά, στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, ούτε βέβαια καταχωρίσθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης.........

Στην προκείμενη περίπτωση δεν συντρέχει καμμία από τις προϋποθέσεις κατ' εξαίρεση παραδεκτής προβολής ισχυρισμού στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ο οποίος δεν προτάθηκε στον πρώτο βαθμό, κατά το άρθρο 527 ΚΠολΔ...........

Ακολούθως, η εναγομένη προς άρση των συνεπειών της υπερημερίας της προέβη σε μεταγενέστερη καταγγελία της σύμβασης. Συγκεκριμένα, η εναγομένη με την από ...-2020 εξώδικη δήλωση-επικουρική καταγγελία προσφορά, η οποία επιδόθηκε στον ενάγοντα.....κατήγγειλε εγγράφως την από 1-10-2007 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου όλως επικουρικώς για την περίπτωση που ήθελε κριθεί άκυρη η από 7-1-2020 καταγγελία, με μοναδικό σκοπό την άρση των σε βάρος της δυσμενών συνεπειών, έχοντας δε καταβάλει σε χρόνο προγενέστερο το ποσό της αποζημίωσης απόλυσης.......

Σημειώνεται δε ότι η επικουρική καταγγελία μπορεί να γίνει από τον εργοδότη κατά το διάστημα που δεν έχει κριθεί τελεσίδικα το κύρος της προηγούμενης καταγγελίας, η οποία όμως όπως προαναφέρθηκε ελλείψει παραδεκτής προσβολής της ένστασης άρσης της υπερημερίας δεν λαμβάνεται υπόψιν...".'Όμως, η ως άνω ένσταση προτάθηκε και με λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας (12ος λόγος), στον οποίο έγινε επίκληση απόδειξής της εγγράφως αλλά και με δικαστική ομολογία του αντιδίκου της στις σελίδες 25 έως και 37 των προτάσεων της τελευταίας. Με βάση τα προεκτεθέντα, η το πρώτον προβολή της ως άνω ενστάσεως στο δεύτερο βαθμό ήταν παραδεκτή, κατ' άρθρο 527 εδ.1 αρ.6 του ΚΠολΔ, δεδομένου ότι, όπως προέκυπτε από την επισκόπηση των προσκομισθέντων και επικληθέντων εγγράφων, η αναιρεσείουσα πράγματι είχε επιδώσει έγγραφο επικουρικής καταγγελίας προς τον αναιρεσίβλητο την ...-2020, συνταγείσης προς τούτο της ...-2020 έκθεσης επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Βόλου Ι. Β., την οποία είχε προσκομίσει τόσο πρωτοδίκως όσο και στην έκκλητη δίκη.

Συνεπώς η προσβαλλόμενη απόφαση, με το να απορρίψει ως απαράδεκτη την ως άνω ένσταση, παρά το νόμο και συγκεκριμένα κατά παράβαση των ως άνω διατάξεων κήρυξε απαράδεκτο, υποπίπτοντας έτσι στην αναιρετική πλημμέλεια του αρ.14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Συνεπώς πρέπει, κατά παραδοχή του ως άνω, εβδόμου λόγου της κρινόμενης αίτησης, να αναιρεθεί μερικώς η προσβαλλόμενη απόφαση, και δη ως προς το κεφάλαιό της που αφορά στην ως άνω ένσταση της επικουρικής καταγγελίας, ενώ παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων της αίτησης, οι οποίοι υπάγονται στην αναιρετική εμβέλεια του γενομένου δεκτού ως άνω (εβδόμου) λόγου αυτής. Συνακόλουθα, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση, η οποία χρειάζεται περαιτέρω διερεύνηση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η συγκρότησή του από άλλο δικαστή (άρθρ.580 παρ.3 του ΚΠοΔ).

Τέλος, πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας που παρέστη και κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτής, όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό (άρθρα 176, 183 και 191 παρ.1 Κ.Πολ.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΝΑΙΡΕΙ εν μέρει την υπ' αριθμ. 58/2023 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Λάρισας κατά το διαλαμβανόμενο στο σκεπτικό της παρούσας κεφάλαιο.

ΠΑΡΑΠΕΜΠΕΙ την υπόθεση κατά το αναιρούμενο μέρος της προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλο δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσίβλητο στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων τριακοσίων (2.300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 19 Μαρτίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ