Legislator Case Law & Legislation
860/2023 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment for procedural error regarding unexamined claim basis.

Case Number 860/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final appellate judgment regarding a commercial damages claim. The appellant argued the lower court failed to examine a specific claim basis concerning unfair commercial practices, which the first-instance court had implicitly rejected without explicit ruling. The court held that the appellate court correctly dismissed this argument because the appellant did not appeal that specific portion of the first-instance decision, rendering the alleged procedural error inadmissible.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 577 of the Code of Civil Procedure; An appeal based on a procedural error regarding an unappealed portion of a first-instance judgment is inadmissible if the appellant did not specifically appeal that portion.

Keywords

AI generated
appeal admissibility procedural error unexamined claim basis implicit rejection Code of Civil Procedure commercial damages unfair practices

Cited Legislation

AI generated
Articles 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 1 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 106, 176, 183, 189 paragraph 1 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 860 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 860/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Οκτωβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ε. Ε. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Παναγόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "...", η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Βασίλειο Στυλιάρα και Ιωάννη Μπόμπο με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18/12/2014 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και προσώπων που δεν είναι διάδικοι στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο ...ς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10145/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 884/2019 του Τριμελούς Εφετείου ...ς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 5/5/2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 5-5-2021 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ .../2021, ΕΑΚ .../2021, Αριθ. Δικ ...), προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, 884/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου ...ς, το οποίο δεχόμενο την από 19-1-2017 έφεση της ήδη αναιρεσίβλητης κατά της 10.145/2016 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς, που είχε δεχθεί ως προς τον ήδη αναιρεσείοντα, την από 18-12-2014 αγωγή αποζημίωσης αυτού κατά της αναιρεσίβλητης, αφού εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση και δίκασε επί της ένδικης αγωγής, απέρριψε αυτήν ως ουσιαστικά αβάσιμη. Σημειώνεται ότι η αγωγή ασκήθηκε και από τους μη διαδίκους εν προκειμένω, Ι. Ε., Α. Ε. και Κ. Ε., οι οποίοι παραιτήθηκαν από το δικόγραφό της και ως προς τους οποίους η δίκη επί της αγωγής κηρύχθηκε καταργημένη με την οριστική απόφαση. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 495, 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την έννοια του άρθρ. 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ` αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).

Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ` επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ` αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ` ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και την υπαγωγή αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση (ΑΠ 24/2015).

Έτσι, με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής ή των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΑΠ 1947/2006). Παράλληλα κατά την έννοια του λόγου αναίρεσης από τον αριθμό 19 του αρθρ. 559 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υπάρχει, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 26/2004, 1/1999).

Αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στη θεμελίωση ή στην κατάλυση του επίδικου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1266/2011).

Από τις διατάξεις των άρθρων 298, 299, 300, 330 και 914 ΑΚ προκύπτει ότι, η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση περιουσιακής ζημίας και, ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου, μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της, περιουσιακού ή μη χαρακτήρα, ζημίας. Παράνομη είναι κατ'αρχήν η συμπεριφορά που αντίκειται σε απαγορευτικό ή επιτακτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.

Για την κατάφαση όμως της παρανομίας δεν απαιτείται παράβαση συγκεκριμένου κανόνα δικαίου, αλλά αρκεί η αντίθεση της συμπεριφοράς στο γενικότερο πνεύμα του δικαίου ή στις επιταγές της έννομης τάξης. Έτσι, παρανομία συνιστά και η παράβαση της γενικής υποχρέωσης πρόνοιας και ασφάλειας, στο πλαίσιο της συναλλακτικής και γενικότερα της κοινωνικής δραστηριότητας των ατόμων, δηλαδή η παράβαση της, κοινωνικώς επιβεβλημένης και εκ της θεμελιώδους δικαιϊκής αρχής της συνεπούς συμπεριφοράς απορρέουσας, υποχρέωσης λήψης ορισμένων μέτρων επιμέλειας, για την αποφυγή πρόκλησης ζημίας σε έννομα αγαθά τρίτων προσώπων.

Η παράλειψη, ως όρος της αδικοπραξίας συντρέχει, όταν υπήρχε ιδιαίτερη νομική υποχρέωση προφύλαξης του προσβληθέντος δικαιώματος ή συμφέροντος και αποτροπής του ζημιογόνου αποτελέσματος. Τέτοια νομική υποχρέωση μπορεί να προκύψει, είτε από δικαιοπραξία, είτε από ειδική διάταξη νόμου, είτε από την αρχή της καλής πίστεως, όπως αυτή διαμορφώνεται, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη, που απορρέει από τα άρθρα 281 και 288 ΑΚ (ΑΠ 342/2021, ΑΠ 1182/2021, ΑΠ 1185/2021).

Είναι δυνατό μια ζημιογόνος ενέργεια, πράξη ή παράλειψη, με την οποία παραβιάζεται η σύμβαση, να θεμελιώνει συγχρόνως και ευθύνη από αδικοπραξία. Τούτο συμβαίνει, όταν η ενέργεια αυτή, καθ' εαυτή και χωρίς την προϋπάρχουσα συμβατική σχέση, θα ήταν παράνομη, ως αντίθετη στο γενικό καθήκον, που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, να μην προκαλεί κανένας υπαίτια ζημία σε άλλον (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 1406/2021, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1228/2019).

Περαιτέρω, αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε, αντικειμενικά, να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων και χωρίς τη μεσολάβηση άλλου περιστατικού, το συγκεκριμένο επιζήμιο αποτέλεσμα (ΟλΑΠ 18/2004).

Η πρόκληση βλάβης στην περιούσια ορισμένου προσώπου, η οποία συνδέεται προς τις παρεχόμενες από την τράπεζα επενδυτικές υπηρεσίες, συνιστά όρο θεμελιώσεως της αστικής ευθύνης της τελευταίας σε καταβολή αποζημιώσεως λόγω αδικοπραξίας, εφόσον επιπλέον υφίστανται και οι υπόλοιπες προϋποθέσεις υπαγωγής της συγκεκριμένης βιοτικής σχέσης στους κανόνες των ως άνω διατάξεων.

Προϋποθέσεις θεμελιώσεως της ανωτέρω μορφής ευθύνης απαιτούν την ύπαρξη σχέσης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ των παρεχομένων υπηρεσιών με το επελθόν ζημιογόνο αποτέλεσμα, καθώς και υπαίτια εκδήλωση παράνομης συμπεριφοράς, μέσω της οποίας εκ μέρους της τράπεζας, που παρέχει τις υπηρεσίες, παραβιάζονται οι συναλλακτικές της υποχρεώσεις, όπως το ειδικότερο περιεχόμενο αυτών στην συγκεκριμένη περίπτωση, προσδιορίζεται σύμφωνα με τους κανόνες των άρθρων 281, 288 ΑΚ.

Ειδικότερη μορφή παραβιάσεως των κανόνων αυτών αποτελεί η εκ μέρους της Τράπεζας παράλειψη εκπλήρωσης των υποχρεώσεων εκτίμησης των συμφερόντων του πελάτη, διαφώτισης, παροχής συμβουλευτικής καθοδήγησης και προειδοποίησης αυτού. Υπό την έννοια αυτή, οι συγκεκριμένες συναλλακτικές υποχρεώσεις παραβιάζονται, μεταξύ άλλων, και στις περιπτώσεις που παραλείπεται η παροχή όσων πληροφοριών είναι απαραίτητες στο.

συγκεκριμένο αποδέκτη των επενδυτικών υπηρεσιών, προκειμένου αυτός να είναι σε θέση να αντιληφθεί την μορφή της προτεινόμενης σε αυτόν τοποθετήσεως των κεφαλαίων του και κυρίως να κατανοήσει όσους κινδύνους συνδέονται με την ζημιογόνο για τον ίδιο εξέλιξη αυτής, ώστε, έχοντας ενημερωθεί σχετικώς, ακολούθως να αξιολογήσει ο ίδιος τις επιβλαβείς συνέπειες της συγκεκριμένης επενδυτικής επιλογής και ο ίδιος επίσης να αποφασίσει, εάν θα την επιχειρήσει, παρέχοντας τη σχετική εντολή στην αντισυμβαλλομένη αυτού τράπεζα (ΑΠ 342/2021, ΑΠ 2212/2014).

Εξάλλου, με τις πρώτη, τρίτη, τέταρτη και έβδομη αρχές του Κώδικα Δεοντολογίας των Ε.Π.Ε.Υ., που κυρώθηκε με το άρθρο μόνο της υπ' αριθ. 12263/β.500/11-4-1997 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας (ΦΕΚ Β/ 340/24-4-1997), η οποία εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 7 παρ.1 του Ν. 2396/1996, (τα άρθρα 1-31 του οποίου καταργήθηκαν ήδη από 1-11-2007, με το άρθρο 85 του Ν. 3606/2007), ορίσθηκαν τα ακόλουθα:

Πρώτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα καλυπτόμενα πρόσωπα θα λαμβάνουν κάθε ενδεικνυόμενο μέτρο και θα ενεργούν, κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να διασφαλίζεται η εύρυθμη λειτουργία της αγοράς."... Τρίτη αρχή: "Οι εταιρείες που κατά το νόμο παρέχουν επενδυτικές υπηρεσίες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να ενημερώνονται σχετικά με την οικονομική κατάσταση, τους στόχους και την εμπειρία των πελατών τους στον τομέα των επενδύσεων, ούτως ώστε να παρέχουν τις κατάλληλες επενδυτικές συμβουλές.".

Τέταρτη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα θα γνωστοποιούν στους πελάτες τους όλες τις απαραίτητες και χρήσιμες πληροφορίες στα πλαίσια των διαπραγματεύσεων τους με αυτούς." ...Έβδομη αρχή: "Οι εταιρείες και τα απασχολούμενα από αυτές φυσικά και νομικά πρόσωπα οφείλουν να λειτουργούν μέσα στα πλαίσια της νομοθεσίας που ρυθμίζει την άσκηση των δραστηριοτήτων τους, έτσι ώστε να προστατεύονται τα συμφέροντα των πελατών τους και να εξασφαλίζεται η ομαλή λειτουργία της αγοράς".

Σύμφωνα, επομένως, με τις διατάξεις του καταργηθέντος, σήμερα, Κανονισμού αυτού Δεοντολογίας των Εταιριών Παροχής Επενδυτικών Υπηρεσιών (ΚΔ...), ο οποίος τύγχανε εφαρμοστέος, κατά τον χρόνο συνομολόγησης της επίδικης σύμβασης, κύρια υποχρέωση της τράπεζας, κατά την παροχή επενδυτικών συμβουλών, είναι, (εκτός των όσων προελέχθηκαν), κατ' αρχήν, η παροχή ορθών και πλήρων συμβουλών.

Η ενημέρωση θα πρέπει να γίνεται με τρόπο, εύλογα κατανοητό και με τη μέγιστη δυνατή σαφήνεια, πράγμα που σημαίνει ότι η τράπεζα οφείλει να λαμβάνει υπόψη της, την οικονομική κατάσταση, τους στόχους, τη μόρφωση, τις γνώσεις και την εμπειρία του επενδυτή για το αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6 ΚΔ...). Επίσης, οι συμβουλές θα πρέπει να είναι προσαρμοσμένες τόσο στο πρόσωπο του πελάτη όσο και στο αντικείμενο της επενδύσεως (άρθρο 6.1 ΚΔ...).

Σύμφωνα με την αρχή της καταλληλότητας, η τράπεζα οφείλει να παρέχει προσαρμοσμένες στο πρόσωπο του πελάτη (κατάλληλες) συμβουλές. Η έκταση του καθήκοντος παροχής συμβουλών συμπροσδιορίζεται και από τα προσωπικά στοιχεία του πελάτη, ώστε θα πρέπει, στο πλαίσιο της παροχής της συμβουλής, να ληφθούν υπόψη το επίπεδο γνώσης, η ηλικία, το επάγγελμα, η οικογενειακή, οικονομική και περιουσιακή κατάσταση, η επενδυτική του εμπειρία, ο επενδυτικός στόχος και η προθυμία διακινδύνευσης (άρθρο 6.2 ΚΔ...).

Ο δεύτερος πόλος, στον οποίο οφείλει να προσαρμόζεται η διαδικασία της επενδυτικής συμβουλής, είναι το αντικείμενο της επένδυσης. Εδώ, εντάσσονται πληροφορίες, που αφορούν, γενικά, την αγορά, πληροφορίες για το αντικείμενο της επένδυσης, για την οικονομική κατάσταση και την φερεγγυότητα του εκδότη των προτεινομένων τίτλων.

Οι συμβουλές του παρέχοντος επενδυτικές υπηρεσίες θα πρέπει να είναι θεμελιωμένες σε επιμελή έρευνα. Η τράπεζα και κάθε ... οφείλει να προμηθεύεται τις πλέον επίκαιρες πληροφορίες για την απόδοση, τη ρευστότητα και την ασφάλεια της προτεινόμενης επενδύσεως. Ιδιαίτερα, αυξημένο είναι το καθήκον της τράπεζας ή της ...

για έρευνα ή ενημέρωση στις περιπτώσεις ιδιαίτερα επικίνδυνων ή πολύπλοκων επενδύσεων. Αυτό δεν σημαίνει ότι η τράπεζα πρέπει να αποτρέψει τον επενδυτή από μία επικίνδυνη επένδυση, αλλά οφείλει να καταστήσει, σε αυτόν, συνειδητό τον κίνδυνο, στον οποίο εκτίθεται. Στόχος των εν λόγω υποχρεώσεων, που βαραίνουν τις τράπεζες ή τις ..., δεν είναι η επιτυχία της επένδυσης, αλλά η εκ μέρους τους καταβολή κάθε δυνατής επιμέλειας για την εκπλήρωση της υποχρέωσης ενημέρωσης, διαφώτισης, έρευνας και παροχής κατάλληλης συμβουλής.

Με βάση, επομένως, τις διατάξεις του εν λόγω νόμου, δημιουργούνται, ενδεικτικά, ζητήματα ευθύνης μιας τράπεζας, αν δεν εφιστά εγγράφως την προσοχή του επενδυτή στους κινδύνους συγκεκριμένων επενδυτικών επιλογών του, αν δεν πραγματοποιεί, με την κατάλληλη υποστήριξη των εξειδικευμένων συμβούλων της, τεχνική ανάλυση της μελλοντικής κίνησης των κινητών αξιών, που περιλαμβάνει στο προτεινόμενο επενδυτικό πρόγραμμα, αν δεν ενημερώνει με, απολύτως σαφή, τρόπο τον επενδυτή, ως προς τις αποδόσεις των προτεινομένων για επένδυση τίτλων (άρθρο 6 ΚΔ...).

Η παράβαση των προβλεπομένων στις διατάξεις του εν λόγω Κανονισμού Δεοντολογίας ... συνιστά παρανομία, υπό την έννοια της διάταξης του άρθρου 914 ΑΚ. Επομένως, εφόσον η εν λόγω παρανομία, διαπραχθείσα με υπαιτιότητα, επιφέρει αιτιωδώς ζημία στον επενδυτή, υποχρεώνει την παρανομούσα τράπεζα σε αποζημίωση.

Άλλωστε, συναφές περιεχόμενο έχει και ο μεταγενέστερα εκδοθείς Ν. 3606/2007, όπως τροποποιήθηκε με το Ν. 3756/2009, με τον οποίο μεταφέρθηκε στο ελληνικό νομικό σύστημα η κοινοτική Οδηγία 2004/39/ΕΚ, γνωστή ως ..., η οποία αντικατέστησε την Οδηγία 93/22/ΕΟΚ (ΑΠ 354/2022, ΑΠ 459/2021, ΑΠ 1228/2019, ΑΠ 1350/2018, ΑΠ 244/2016). Επίσης, από τις διατάξεις του άρθρου 8 του ν. 2251/1994, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 10 παρ. 3 ν. 3587/2007, προκύπτει ότι η ευθύνη του παρέχοντος υπηρεσίες, ο οποίος, κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, μπορεί να είναι και Τράπεζα, έναντι του πελάτη της ή άλλου με αυτή συμβεβλημένου προσώπου, μπορεί να είναι είτε ενδοσυμβατική είτε αδικοπρακτική, ανεξάρτητα από προϋφιστάμενη ενοχική σχέση μεταξύ παρέχοντος τις υπηρεσίες και ζημιωθέντος (ΑΠ 1028/2015).

Ως εκ τούτου θεμελιώνεται αστική ευθύνη σε αποζημίωση τόσο λόγω αδικοπραξίας όσο και λόγω παροχής τραπεζικών επενδυτικών υπηρεσιών, εφόσον ο αντισυμβαλλόμενος της Τράπεζας χαρακτηρίζεται ως καταναλωτής, σύμφωνα με την ρύθμιση του άρθρου 1 παρ. 3 του ν. 2251/1994.

Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το Εφετείο δέχθηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο πρώτος ενάγων, Ε. Ε., γεννήθηκε στη ... το έτος 1951, κατοικεί στη Βέροια, είναι ήδη συνταξιούχος και μέχρι τη συνταξιοδότησή του ασχολείτο με το εμπόριο φρούτων και λαχανικών, ενώ υπήρξε επί σειρά ετών επίσημος αντιπρόσωπος αυτοκινήτων εργοστασίων κατασκευής ...

και ... στο νομό ... και ειδικότερα μέχρι το φθινόπωρο του έτους 2005..., όσον αφορά δε το μορφωτικό του επίπεδο είναι απόφοιτος Λυκείου. Περαιτέρω, ο πρώτος ενάγων υπήρξε ιδρυτικό μέλος της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "...", συμμετείχε στο μετοχικό κεφάλαιο αυτής με ποσοστό 4,40%, κατέχοντας 330.000 μετοχές σε σύνολο 7.500.000 μετοχών, εκλέχθηκε δε ως νέο μέλος του ΔΣ αυτής σε αντικατάσταση και για το υπόλοιπο της θητείας του παραιτηθέντος μέλους, Γ.

Κ. (βλ. σχ. ΦΕΚ 1439/18-2-2003, τεύχος ανωνύμων εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης"), ενώ με το από 20-12-2004 πρακτικό του ΔΣ της ως άνω εταιρίας, ο πρώτος ενάγων εκλέχθηκε μη εκτελεστικό μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου αυτής, με πενταετή θητεία (βλ. σχ. ΦΕΚ 132/11-1-2005, τεύχος ανωνύμων εταιρειών και εταιρειών περιορισμένης ευθύνης").

Η εταιρία με την επωνυμία "...", όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο και επικαλούμενο από την εναγομένη τραπεζική εταιρία ενημερωτικό δελτίο, αποτελεί εταιρία ειδικού σκοπού και διέπεται από τις διατάξεις των άρθρων 1 -16 του Ν. 1969/1991 "Περί Εταιριών Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου, Αμοιβαίων Κεφαλαίων κλπ", διατάξεις εκσυγχρονισμού και εξυγίανσης της Κεφαλαιαγοράς, όπως ισχύει σήμερα, καθώς και του Ν. 2190/1920.

Το αντικείμενο της Εταιρίας είναι αποκλειστικώς η διαχείριση χαρτοφυλακίου κινητών. Περαιτέρω, η Εταιρία κατατάσσεται, σύμφωνα με τη Στατιστική Ταξινόμηση των Κλάδων Οικονομικής Δραστηριότητας (...) της Ε.Σ.Υ.Ε., στην κατηγορία 652 "Άλλοι Ενδιάμεσοι Χρηματοπιστωτικοί Οργανισμοί" και ειδικότερα στην κατηγορία 652.9 "Άλλες Δραστηριότητες Ενδιάμεσων Χρηματοπιστωτικών Οργανισμών κ.α.κ".

Ακόμη, ως εταιρία επενδύσεων χαρτοφυλακίου η ανωτέρω εταιρία υπόκειται στον κώδικα δεοντολογίας Α.Ε.Δ.Α.Κ και Εταιριών Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου (απόφαση Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ...), ενώ, η εταιρία συστάθηκε τον Μάρτιο του 2000, με την υπ' αριθμό ... πράξη της συμβολαιογράφου Α. Φ.. Σ. - Π.. Έλαβε άδεια λειτουργίας από το Διοικητικό Συμβούλιο της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς στη συνεδρίασή του της 25-2-2000 (

Αριθμός Απόφασης Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς ...) και την 31-3-2000 έλαβε άδεια σύστασης κατόπιν της έγκρισης του Καταστατικού της με την υπ' αριθμόν ... απόφαση του Υφυπουργού Ανάπτυξης, ο σκοπός δε της εταιρίας, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Καταστατικού της, περιγράφεται ως εξής: 1. Η αποκλειστική διαχείριση χαρτοφυλακίου κινητών αξιών κατά την έννοια του Ν. 1961/1991, όπως ισχύει εκάστοτε. 2.

Η εταιρία δύναται να συνεργάζεται με επιχειρήσεις που επιδιώκουν παρερφερείς σκοπούς ή δραστηριοποιούνται εν γένει στον τομέα της κεφαλαιαγοράς, καθώς και να συμμετέχει σε αυτές, τηρώντας τις διατάξεις της νομοθεσίας για τις εταιρίες επενδύσεων χαρτοφυλακίου. Τα διαθέσιμα της Εταιρίας τοποθετούνται αποκλειστικά:

α) Σε κινητές αξίες εισηγμένες στην κύρια και παράλληλη αγορά χρηματιστηρίου αξιών κράτους - μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων. β) Σε κινητές αξίες που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε άλλη εποπτευόμενη αγορά κράτους - μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εφόσον η αγορά αυτή λειτουργεί κανονικά, είναι αναγνωρισμένη και ανοικτή στο κοινό.

γ) Σε κινητές αξίες εισηγμένες στην κύρια και παράλληλη αγορά χρηματιστηρίου αξιών κράτους μη μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων ή σε κινητές αξίες που αποτελούν αντικείμενο διαπραγμάτευσης σε άλλη αγορά κράτους μη μέλους των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, εφόσον η αγορά αυτή λειτουργεί κανονικά, είναι αναγνωρισμένη και ανοικτή στο κοινό ...

δ) Σε τίτλους μεριδίων ελληνικών αμοιβαίων κεφαλαίων, σε τίτλους μεριδίων κοινοτικών αμοιβαίων κεφαλαίων, που πληρούν τις προϋποθέσεις της οδηγίας της ΕΟΚ 85/611 και σε τίτλους μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων τρίτου εκτός Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων κράτους, που πληρούν τις προϋποθέσεις της πιο πάνω Οδηγίας. ε) Σε νεοεκδιδόμενες κινητές αξίες...

στ) Σε άλλες κινητές αξίες..., ζ) Σε κινητά και ακίνητα πράγματα που εξυπηρετούν τις άμεσες λειτουργικές ανάγκες της Εταιρίας..., η) Σε μετρητά και τραπεζικές καταθέσεις. θ) Σε παράγωγα χρηματοοικονομικά προϊόντα κατά την έννοια της απόφασης 8Α/164/20-7-1999 της Επιτροπής Κεφαλαιαγοράς, σύμφωνα με τις διατάξεις της αποφάσεως αυτής, όπως εκάστοτε ισχύει.

Η συνεργασία του πρώτου ενάγοντος με την εναγομένη τραπεζική εταιρία ξεκίνησε το έτος 2002 στο υποκατάστημά της στην πόλη της ..., όπου τοποθέτησε τα χρήματά του σε καταθετικό λογαριασμό, ενώ, στη συνέχεια, εξαιτίας των μεγάλων χρηματικών ποσών που είχε καταθέσει, παραπέμφθηκε από τους υπαλλήλους της εναγομένης στο τμήμα ιδιωτικών τραπεζικών εργασιών (...) του υποκαταστήματός της, που βρίσκεται επί της οδού ...

στη ..., προκειμένου να του παρέχονται πληροφορίες για περισσότερες επενδυτικές δυνατότητες και ευκαιρίες από το εκεί εξειδικευμένο προσωπικό της. Στις ...-2003 υπέγραψε για λογαριασμό του ιδίου, αλλά και ως πληρεξούσιος των: Ι. Ε., Α. Ε. και Κ. Ε., την υπ' αριθ. ...2003 σύμβαση, με την οποία παρασχέθηκε στην εναγομένη η εντολή και πληρεξουσιότητα να εκτελεί, κατόπιν αντίστοιχης εντολής, την απόκτηση στο όνομα, μεταξύ άλλων, και του ιδίου (ενάγοντος) μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και κάθε είδους κινητών αξιών.

Ειδικότερα, δυνάμει της εν λόγω συμβάσεως: 2. Οι πελάτες (ο πρώτος ενάγων και οι προαναφερόμενοι αντιπροσωπευόμενοι από αυτόν) παρείχαν στην Τράπεζα την εντολή, πληρεξουσιότητα και εξουσιοδότηση, όπως η Τράπεζα ενεργεί τις ακόλουθες πράξεις: α) Με χρέωση του οριζομένου εκάστοτε στην αντίστοιχη εντολή ενός από τους ανωτέρω χρηματικού λογαριασμού των πελατών και, εφόσον επαρκούν τα υπάρχοντα σ' αυτόν χρήματα, εκτελεί, χωρίς κανένα έλεγχο εκ μέρους της, κάθε εντολή των Πελατών, διδόμενη με οποιονδήποτε τρόπο για κατάθεση επ' ονόματί τους χρημάτων στην Τράπεζα ή σε άλλη τράπεζα, για απόκτηση επ' ονόματί τους μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων, για αγορά επ' ονόματί τους κάθε άλλου είδους κινητών αξιών και για συμμετοχή επ' ονόματί τους στην κάλυψη της έκδοσης τέτοιων κινητών αξιών, παραλαμβάνει δε τις κινητές αξίες, β) Με πίστωση του οριζόμενου εκάστοτε στην αντίστοιχη εντολή ενός από τους ανωτέρω χρηματικού λογαριασμού των Πελατών, εκτελεί, χωρίς κανένα έλεγχο εκ μέρους της, κάθε εντολή των Πελατών, διδόμενη με οποιονδήποτε τρόπο, για ανάληψη επ' ονόματί τους χρημάτων από κατάθεση της Τράπεζας επ' ονόματί τους στην Τράπεζα ή σε άλλη τράπεζα, για αίτηση επ' ονόματί τους περί εξαγοράς μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και για πώληση επ' ονόματί τους κάθε άλλου είδους κινητών αξιών, γ) Εκτελεί χωρίς κανένα έλεγχο εκ μέρους της, κάθε εντολή των Πελατών, διδόμενη με οποιονδήποτε τρόπο, για άσκηση δικαιωμάτων μετατροπής ομολόγων σε μετοχές, παραλαμβάνει δε τις μετοχές, δ) Εισπράττει κάθε χρηματική απαίτηση απορρέουσα από τις ανωτέρω κινητές αξίες (εκτός εάν πρόκειται για χρεωστικούς τίτλους υποκείμενους σε ανανέωση και οι Πελάτες έχουν δώσει στην Τράπεζα προ της εκάστοτε λήξεως εντολή με οποιονδήποτε τρόπο για ανανέωση) και πιστώνει με τα αντίστοιχα ποσά έναν, επιλεγόμενο εκάστοτε από την Τράπεζα μεταξύ των τηρουμένων στο αντίστοιχο νόμισμα, από τους ανωτέρω χρηματικό λογαριασμό τους, ε) Χρεώνει οποιονδήποτε, κατά την ελεύθερη κρίση της, από τους ανωτέρω χρηματικό λογαριασμό των Πελατών με οποιοδήποτε ποσόν της οφείλεται ως αμοιβή της κατά τα κατωτέρω, καθώς και με όλα γενικώς τα έξοδα και τις δαπάνες (περιλαμβανομένων των λόγω φόρων, τελών κλπ), που γίνονται ή θα γίνουν με αιτία ή αφορμή την παρούσα σύμβαση και την εκτέλεσή της, στ) Προβαίνει σε κάθε πράξη συναφή προς τις ανωτέρω εργασίες και υπογράφει κάθε σχετικό με αυτές έγγραφο, κατά δε την παρ. 4 της εν λόγω συμβάσεως, από τις ανωτέρω πράξεις σε καμιά περίπτωση και για κανέναν λόγο δεν θα μπορεί να γεννηθεί ευθύνη της Τράπεζας, κάθε σχετικού κινδύνου αναλαμβανομένου αποκλειστικά από τους Πελάτες.

Από το προεκτεθέν περιεχόμενο της ως άνω συμβάσεως ουδόλως προκύπτει ο ισχυρισμός του πρώτου ενάγοντος ότι μεταξύ του ιδίου και της εναγομένης καταρτίστηκε σιωπηρά σύμβαση με αντικείμενο την παροχή επενδυτικών συμβουλών, δυνάμει της οποίας η εναγομένη ανέλαβε, μέσω των υπαλλήλων της, ως βοηθών εκπληρώσεως, να παρέχει συμβουλές στον ενάγοντα για χρηματοπιστωτικά ζητήματα, δοθέντος ότι, αφενός μεν ο ίδιος ήταν έμπειρος επενδυτής, όπως τούτο προκύπτει από τη συμμετοχή του στην ως άνω εταιρία επενδύσεων, αφετέρου δε στην εν λόγω σύμβαση ουδεμία αναφορά γίνεται είτε σε παροχή επενδυτικών συμβουλών εκ μέρους της εναγομένης είτε σε διαχείριση χαρτοφυλακίου από αυτήν, αλλά, αντίθετα η τελευταία εντέλλεται ρητά να προβαίνει στις οριζόμενες από τον ενάγοντα επενδύσεις.

Έτσι, στο πλαίσιο της εν λόγω σύμβασης, ο ενάγων υπέγραψε στη ... τις κάτωθι εντολές: α) την από ...-2004 εντολή για αγορά ομολόγου εκδόσεως της ..., ονομαστικής αξίας 600.000 ευρώ, λήξεως ..., το οποίο αγοράστηκε έναντι τιμήματος 610.258,33 ευρώ, ήτοι σε ποσοστό 100,50% της ονομαστικής του αξίας και β) την από ...-2004 εντολή για αγορά ομολόγου εκδόσεως του ..., ονομαστικής αξίας 54.000 δολαρίων ΗΠΑ, λήξεως ... (3/11/14), το οποίο αγοράστηκε έναντι τιμήματος 55.738,13 δολαρίων ΗΠΑ, ήτοι σε ποσοστό 102,30% της ονομαστικής του αξίας.

Τα ως άνω ομόλογα αποτελούσαν κατά τον πρώτο ενάγοντα επενδυτική ευκαιρία, δεδομένου ότι δεν θα ήταν διαθέσιμα για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα στην αγορά και προσέφεραν υψηλότερες αποδόσεις σε σχέση με ό,τι ο τελευταίος είχε επιλέξει στο παρελθόν και, συγκεκριμένα, 6 - 6,5% επιτόκιο για τον πρώτο χρόνο, ανά εξάμηνο και στη συνέχεια με μέσο όρο επιτοκίου 3%, όταν το επιτόκιο των προθεσμιακών καταθέσεων ανερχόταν γύρω στο 4,5% (βλ.

σχ. καταθέσεις μαρτύρων). Τα αποκτηθέντα από τον πρώτο ενάγοντα προαναφερόμενα προϊόντα φέρουν τον χαρακτήρα ..., ήτοι ομόλογα ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας, τα οποία ήταν διαπραγματεύσιμα για ιδιώτες επενδυτές στη δευτερογενή αγορά. Οι τίτλοι αυτοί, οι οποίοι εκδίδονται ως ονομαστικά ή ανώνυμα αξιόγραφα, στο πλαίσιο συνάψεως ενός ομολογιακού δανείου, παρέχουν στον κομιστή - ο οποίος καταβάλει στον εκδότη κατά την κτήση τους την ονομαστική τους αξία - δικαίωμα απολήψεως των συμφωνημένων, σε υψηλά επίπεδα, τόκων, όχι, όμως, και το βασικό δικαίωμα να ζητήσει από τον εκδότη την επιστροφή της καταβεβλημένης αξίας του σε κάποιο απώτερο χρόνο λήξης τους.

Ο κομιστής, δηλαδή, ενός τέτοιου ομολόγου δεν δικαιούται σε παράδοση - επιστροφή του ομολόγου στον εκδότη του προς τον σκοπό είσπραξης της ονομαστικής του αξίας μετά τη λήξη μιας συμφωνηθείσας διάρκειας ή οποτεδήποτε. Ο εκδότης, αντιθέτως, διατηρεί το δικαίωμα της μονομερούς ανακλήσεως του ομολόγου, κατ' ελεύθερη αυτού βούληση.

Οι τίτλοι αυτοί χαρακτηρίζονται ως υβριδικοί, καθώς παρουσιάζουν ομοιότητες τόσο με τα ομόλογα των ομολογιακών δανείων, όσο και με τις προνομιούχες μετοχές χωρίς δικαίωμα ψήφου, χωρίς, ωστόσο, να ταυτίζονται με κανένα εκ των δύο. Οι εν λόγω τίτλοι, οι οποίοι δεν ενσωματώνουν παράγωγα, δεν αποτελούν σύνθετα χρηματοοικονομικά μέσα, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην άνω μείζονα σκέψη, καίτοι είναι πολύπλοκοι στη σύλληψή τους.

Στην προκειμένη περίπτωση, στην περιγραφή του αγορασθέντος επ' ονόματι και για λογαριασμό του ενάγοντος κτηθέντος επενδυτικού προϊόντος του ... αναγράφεται ως λήξη ... (…/11/14). Εντούτοις, η ύπαρξη ημερομηνίας λήξεως, όπως σημειώθηκε αμέσως παραπάνω, αντιβαίνει στην ίδια τη φύση των τίτλων ατελεύτητης ή αόριστης διάρκειας (... bonds), όπως εν προκειμένω, και αποτελεί μόνο την κατά τη βούληση του εκδότη πρώτη πιθανή ημερομηνία ανάκλησης, το οποίο γνώριζε ο πρώτος ενάγων, τόσο από την επιβεβαίωση συναλλαγής, την οποία έλαβε και αναγραφόταν σε αυτήν ως ημερομηνία λήξεως του τίτλου η …-11-2014, όσο και από τις από ...

τριμηνιαίες συγκεντρωτικές θέσεις πελάτη, στις οποίες τα ως άνω επενδυτικά προϊόντα αναφέρονται ως υβριδικά ομόλογα/Διηνεκή Ομόλογα, μεταφρασμένου του όρου ... σε διηνεκή (βλ. υπ' αριθ. 69, 70 και 71 σχετικών της εναγομένης), παρά τα αντιθέτως ισχυριζόμενα από τον ίδιο. Αποδείχθηκε, ακόμη, ότι πριν το επίδικο χρονικό διάστημα, ήτοι πριν από το έτος 2004, ο πρώτος ενάγων είχε ήδη προβεί σε σωρεία επενδύσεων, όπως αγορά μετοχών στο ελληνικό χρηματιστήριο, αγορά προθεσμιακών καταθέσεων, αγορά αμοιβαίων κεφαλαίων διαφόρων κατηγοριών, ήτοι τόσο ελληνικά όσο και ξένα, ομολογιακού τύπου, διαχείρισης διαθεσίμων, χαμηλού δηλαδή ρίσκου, αλλά και μεικτά, καθώς και τραπεζικά ομόλογα (βλ.

σχ. κατάθεση μάρτυρα ανταπόδειξης, σελ. 20 πρακτικών).

Συνεπώς, το επενδυτικό προφίλ του ενάγοντος, ο οποίος διέθετε εμπειρία και μεγάλη οικονομική επιφάνεια, ως προς το αποτέλεσμα των σκοπουμένων επενδύσεων, αντιστοιχεί σε αυτό του επενδυτή, που είναι διατεθειμένος να προβεί σε τουλάχιστον μεσαίου κινδύνου επενδύσεις, προκειμένου να αποκομίσει υψηλότερα δυνατά οφέλη με την ανάπτυξη του κεφαλαίου του μακροπρόθεσμα, όπως, επίσης, αποδείχθηκε ότι ο ενάγων δεν τελούσε υπό την πεπλανημένη εντύπωση ότι τα χρήματα, τα οποία θα διέθετε για την κτήση των ως άνω επενδυτικών προϊόντων, θα παρέμεναν στη σφαίρα επιρροής της εναγομένης ή ότι η τελευταία θα παρείχε την οποιασδήποτε φύσεως εγγύηση για το κεφάλαιο, δεδομένου ότι αυτός (ενάγων) ήταν πεπειραμένος επενδυτής και σε θέση να αντιληφθεί όλες τις ιδιότητες του εν λόγω προϊόντος, λόγω της μακρόχρονης εμπειρίας του στον τομέα των επενδύσεων και του μεγέθους της επενδύσεώς του, ενώ εξ ουδενός αποδεικτικού μέσου προέκυψε ότι δόθηκε τέτοια εγγύηση.

Σημειωτέον δε ότι από τις ανωτέρω αναφερόμενες επενδυτικές του κινήσεις καταδεικνύεται σαφώς η διάθεσή του να επενδύσει τα χρήματά του, διαπνεόμενος από την αποδοχή να ρισκάρει, προκειμένου να αποκομίσει το μέγιστο δυνατό κέρδος, διότι, εάν δεν διακατεχόταν από την αντίστοιχη διάθεση, θα διατηρούσε την ασφαλέστερη όλων και όντως μηδενικού ρίσκου προθεσμιακή κατάθεση, χωρίς να επιδιώκει να τοποθετήσει μέρος των χρημάτων του σε ποικιλία επενδυτικών προϊόντων.

Εξάλλου, ο ενάγων, εάν επρόκειτο για συντηρητικό καταθέτη - επενδυτή, όπως ισχυρίζεται, όταν, κατά τα αναφερόμενα στο δικόγραφο της αγωγής του, τα έτη 2008 και 2009, παρατήρησε ότι η απόδοση της επένδυσής του ήταν μειωμένη, θα προέβαινε στη ρευστοποίησή της μόνο και μόνο από το φόβο, που καταβάλλει τον συντηρητικό επενδυτή, να περισώσει έστω και μέρος του κεφαλαίου του, τέτοια δε εντολή δεν προκύπτει ότι δόθηκε από αυτόν (ενάγοντα) πριν τον Ιανουάριο του έτους 2012, οπότε εξαγόρασε το υπό στοιχείο (β) ομόλογο έναντι ποσοστού περί 40% της ονομαστικής του αξίας, λαμβάνοντας το ποσό των 24.300 δολαρίων ΗΠΑ, ενώ είχε καταβάλει, όπως προαναφέρθηκε, το ποσό των 55.738,13 δολαρίων ΗΠΑ, ζημιωθείς κατά το ποσό των 31.438,13 δολαρίων ΗΠΑ, ήτοι 23.006,08 ευρώ, με την ισοτιμία κατά το χρόνο επέλευσης της ζημίας.

Το ίδιο δε συνέβη το Δεκέμβριο του έτους 2012 με το έτερο υπό στοιχείο (α) ομόλογο, το οποίο εξαγόρασε έναντι ποσοστού 60% της ονομαστικής αξίας του, λαμβάνοντας το ποσό των 360.000 ευρώ έναντι του ποσού των 610.258,33 ευρώ, που είχε καταβάλει για την αγορά του, ήτοι με ζημία 250.258,33 ευρώ. Από την εκτίμηση των προαναφερομένων αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών συνάγεται ότι ο ενάγων είχε πλήρη επίγνωση των παραμέτρων της εξαγοράς των επίμαχων ομολόγων, για τις οποίες ενημερώθηκε.

Ειδικότερα, ο ενάγων συγκαταλέγεται στους έμπειρους επενδυτές, υπό την έννοια ότι, αποδείχθηκε ότι είχε εξειδικευμένες επενδυτικές γνώσεις, καθώς η χρόνια ενασχόλησή του με τις επιχειρήσεις, τις τραπεζικές συναλλαγές, αλλά κυρίως η συμμετοχή του στην ως άνω ανώνυμη εταιρία επενδύσεων χαρτοφυλακίου του είχαν προσδώσει μια ανάλογη εμπειρία, συγκριτικά μεγαλύτερη και πληρέστερη από ενός απλού καταθέτη, καθώς αυτός, εκτός από τις απλές και προθεσμιακές καταθέσεις, είχε επενδύσει στο παρελθόν σε μετοχές και αμοιβαία κεφάλαια, προϊόντα δηλαδή, που χαρακτηρίζονται ως υψηλού ρίσκου.

Ο ισχυρισμός λοιπόν του ενάγοντος, κατά τον οποίο παραπλανήθηκε, ως προς τα εν λόγω προϊόντα από την εναγομένη δεν είναι βάσιμος, αφού αυτός γνώριζε τις ιδιότητες αυτών, ενώ από τις επενδυτικές κινήσεις, στις οποίες προέβη, καταδεικνύεται η διάθεσή του να διασπείρει τα κεφάλαιά του σε διάφορα ποικίλου χαρακτήρα επενδυτικά προϊόντα.

Πρέπει μάλιστα να επισημανθεί ότι, ο ενάγων, ακόμη και αν αποδεικνυόταν βάσιμη η αιτίαση περί μη ενημέρωσης για τις ιδιότητες των εν λόγω τίτλων κατά την υπογραφή των συμβάσεων, σε κάθε περίπτωση, έλαβε γνώση του γεγονότος αυτού, τουλάχιστον από το έτος 2007, καθώς από τότε υπήρχε σαφής αναφορά της ένδειξης ...

στις μηνιαίες ενημερωτικές επιστολές, που λάβαινε, ως προελέχθη. Με βάση τα ανωτέρω, η συμπεριφορά της εναγομένης δεν κρίνεται ότι αντίκειται στις εκτιθέμενες στη μείζονα σκέψη διατάξεις, όπως, επίσης, δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη υπαιτιότητας και εντεύθεν ευθύνης της εναγομένης για την απώλεια των χρημάτων του ενάγοντος από την εξαγορά των επίδικων ομολόγων.

Με βάση τα δεδομένα αυτά, ήτοι ότι η εναγομένη τήρησε τις αναγκαίες διατυπώσεις και συναλλακτικές ορθές πρακτικές αναφορικά με την κατάρτιση των επιδίκων συμβάσεων αγοράς των επιδίκων τίτλων, αποδεικνύεται ότι η ζημία, που υπέστη ο ενάγων, δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά της εναγομένης. Ελλείπει, επομένως, η ύπαρξη υπαιτιότητας και εντεύθεν ευθύνης εκ μέρους της εναγομένης για την απώλεια των χρημάτων του ενάγοντος.

Σε κάθε περίπτωση, η ζημία που υπέστη ο ενάγων δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά της εναγομένης, αλλά οφείλεται σε εξωτερικό παράγοντα, ήτοι την πτώση της αξίας των επενδυτικών προϊόντων. Επιπλέον, αποδείχθηκε ότι ο πρώτος ενάγων δεν ήταν καταναλωτής, κατά την έννοια του Ν. 2251/1994, αφού διέθετε τη γνώση και την εμπειρία της αγοράς και σημαντική οικονομική επιφάνεια, ασχολείτο συστηματικά με προϊόντα και συναλλαγές υψηλής οικονομικής αξίας, όντας μέλος της ως άνω ανώνυμης εταιρίας επενδύσεων χαρτοφυλακίου και επομένως, η κρίση ότι αυτός είναι καταναλωτής είναι καταχρηστική, καθόσον ο ανωτέρω συναλλασσόμενος υπερβαίνει κατά πολύ το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή και δεν είναι απαραίτητα το αδύνατο μέρος της συγκεκριμένης συναλλαγής, σε κάθε περίπτωση δε, έστω και εάν θεωρείτο αυτός καταναλωτής, ήταν επαρκώς ενημερωμένος σχετικά με τον κίνδυνο που έφεραν τα επενδυόμενα προϊόντα.

Συνεπώς, στην προκειμένη περίπτωση δεν δύναται να εφαρμοστεί το άρθρο 8 του Ν. 2251/1994, καθώς τα αληθή πραγματικά περιστατικά αποκλείουν την εφαρμογή του...". Με βάση τις πιο πάνω παραδοχές το Εφετείο, αφού δέχθηκε κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη απόφαση, κράτησε και δίκασε την ένδικη αγωγή, την οποία απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη.

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών, αναφορικά με τα επικαλούμενα από τον αναιρεσείοντα ζητήματα (α) της μη προσήκουσας ενημέρωσής του από την αναιρεσίβλητη, προ της σύναψης της επίδικης σύμβασης και της εντολής αγοράς των δύο επίδικων ομολόγων ατελεύτητης διάρκειας, (β) της φύσης (και ιδίως της λήξης) και λειτουργίας τους και των ενδεχόμενων κινδύνων που ενείχε η αγορά τους, καθώς και της επενδυτικής εμπειρίας του, αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφασή του με συνοπτική, αλλά πλήρη και σαφή αιτιολογία, το πόρισμα στο οποίο κατέληξε περί αυτών (ζητημάτων), με βάση τα πραγματικά γεγονότα που δέχθηκε ως αποδειχθέντα και τα οποία, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη μείζονα σκέψη της παρούσας, στηρίζουν επαρκώς το απορριπτικό της ένδικης αγωγής διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασής του, χωρίς να απαιτείται για την πληρότητα της αιτιολογίας (αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα) η παράθεση και άλλων, πλέον των όσων διέλαβε αιτιολογιών.

Ειδικότερα, το Εφετείο, με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο των εφαρμοσθέντων κανόνων δικαίου, δέχθηκε, μετ' εκτίμηση όλων των αποδεικτικών στοιχείων, μεταξύ άλλων, και τα εξής: (α) Ότι μεταξύ των διαδίκων καταρτίστηκε η από …-…-2003 σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών, δυνάμει της οποίας ο αναιρεσείων παρέσχε την αναιρεσίβλητη την εντολή να εκτελεί επ' αμοιβή, κατόπιν αντίστοιχης εντολής του, χωρίς κανένα έλεγχο εκ μέρους της (αναιρεσίβλητης), αγορά για απόκτηση στο όνομά του (αναιρεσείοντος) μεριδίων αμοιβαίων κεφαλαίων και κάθε άλλου είδους κινητών αξιών και όχι, όπως ισχυρίστηκε ο αναιρεσείων σιωπηρά σύμβαση παροχής επενδυτικών συμβουλών, δυνάμει της οποίας η αναιρεσίβλητη ανέλαβε, μέσω των προστηθέντων της, να του παρέχει συμβουλές για χρηματοπιστωτικά προϊόντα. (β) Ότι στο πλαίσιο της άνω σύμβασης και κατόπιν σχετικών εντολών του αναιρεσείοντος αγοράστηκαν τα δύο επίδικα ομόλογα, η αγορά των οποίων αποτελούσε γι' αυτόν επενδυτική ευκαιρία, λόγω της υψηλότερων αποδόσεών τους σε σχέση με εκείνες των προηγούμενων επενδύσεών του. (γ) Ότι ο αναιρεσείων ήταν έμπειρος επενδυτής, καθόσον υπήρξε ιδρυτικό μέλος της συσταθείσας το έτος 2000 ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας με την επωνυμία "...", εκλέχθηκε ως νέο μέλος του ΔΣ αυτής το έτος 2003 και μη εκτελεστικό μέλος του ΔΣ αυτής το έτος 2004, η οποία είχε ως αντικείμενο αποκλειστικά τη διαχείριση κινητών αξιών. (δ) Ότι ο αναιρεσείων ήταν γνώστης της φύσης και λειτουργίας των επίδικων ομολόγων ατελεύτητης διάρκειας, περί των οποίων είχε εξειδικευμένες γνώσεις λόγω της συμμετοχής του στην ως άνω εταιρεία επενδύσεων, καθώς και των παραμέτρων εξαγοράς τους, για τις οποίες ενημερώθηκε από την αναιρεσίβλητη, ότι γνώριζε από την επιβεβαίωση συναλλαγής τους ότι αυτά ήταν "..." χωρίς ημερομηνία λήξεως, καθώς και ότι η αναγραφόμενη σ' αυτά ημερομηνία λήξεως αποτελούσε μόνο την κατά τη βούληση του εκδότη πρώτη πιθανή ημερομηνία ανάκλησης αυτών.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το υπό στοιχείο Α σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 281, 288, 330, 914 ΑΚ και των αρχών (τρίτης, τέταρτης και έβδομης) του Κώδικα Δεοντολογία ..., λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών ως προς τα ανωτέρω ζητήματα, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και κατά το σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον τέτοιες δεν συνιστούν (α) η παραδοχή ότι ο αναιρεσείων μέχρι τη συνταξιοδότησή του ασχολείτο με το εμπόριο φρούτων και λαχανικών, επί σειρά ετών (μέχρι το έτος 2005) ήταν αντιπρόσωπος αυτοκινήτων, είχε μορφωτικό του επίπεδο απόφοιτου λυκείου και το 2005 εκλέχθηκε μη εκτελεστικό μέλος του ΔΣ της παραπάνω χρηματιστηριακής εταιρείας, καθώς και η παραδοχή ότι ήταν έμπειρος επενδυτής με γνώση για τη φύση των επίδικων ομολόγων, όπως τούτο προκύπτει από τη συμμετοχή του στην εν λόγω εταιρεία και διότι πριν το έτος 2004 είχε προβεί σε σωρεία επενδύσεων (αγορά μετοχών, προθεσμιακών καταθέσεων, αμοιβαίων κεφαλαίων διαφόρων κατηγοριών, ελληνικών και ξένων, ομολογιακού τύπου, διαχείρισης διαθεσίμων, αλλά και μεικτά και τραπεζικά ομόλογα), (β) η παραδοχή ότι το επενδυτικό προφίλ του αναιρεσείοντος, ο οποίος διέθετε εμπειρία και μεγάλη οικονομική επιφάνεια αντιστοιχεί με αυτό του επενδυτή που είναι διατεθειμένος να προβεί σε τουλάχιστον μεσαίου κινδύνου επενδύσεις, προκειμένου να αποκομίσει τα υψηλότερα δυνατά οφέλη με την ανάπτυξη του κεφαλαίου του, καθώς και η παραδοχή ότι διαπνεόταν από την αποδοχή να ρισκάρει, προκειμένου να αποκομίσει το μέγιστο δυνατό κέρδος και (γ) η παραδοχή ότι από τους υπαλλήλους της αναιρεσίβλητης παραπέμφθηκε στο τμήμα ...

για να του παρέχουν πληροφορίες για περισσότερες επενδυτικές δυνατότητες και ευκαιρίες, καθώς και η παραδοχή ότι ήταν πεπειραμένος επενδυτής λόγω της μακροχρόνιας εμπειρίας του στον τομέα των επενδύσεων. Τούτο διότι, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης, το Εφετείο ρητά και με σαφήνεια δέχθηκε, ότι ο αναιρεσείων ήταν έμπειρος επενδυτής λόγω της συμμετοχής του ως ιδρυτικού μέλους και μέλους του ΔΣ της ανωτέρω αναφερόμενης χρηματιστηριακής εταιρείας και η παραδοχή αυτή, σε συνδυασμό και με τα άλλα πραγματικά περιστατικά που ανελέγκτως δέχθηκε, στηρίζει το απορριπτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε.

Επίσης, έτσι που έκρινε το Εφετείο αναφορικά με το ζήτημα της έλλειψης αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης και της ζημίας που υπέστη ο αναιρεσείων, δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 914 και 298 ΑΚ, αφού με βάση τις ανωτέρω παραδοχές του, η αναιρεσίβλητη τήρησε όλες τις αναγκαίες διατυπώσεις και συναλλακτικές πρακτικές αναφορικά με την εκτέλεση των εντολών του αναιρεσείοντος προς αγορά των επίδικων ομολόγων και η συμπεριφορά της δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 914, 298 και του Κώδικα Δεοντολογίας ..., η δε ζημία του αναιρεσείοντος δεν συνδέεται αιτιωδώς με τη συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης, αλλά οφείλεται σε εξωτερικό παράγοντα και συγκεκριμένα στην πτώση της αξίας των επενδυτικών προϊόντων.

Επομένως, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το υπό στοιχείο Β, κύριο σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων, αποδίδοντας στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Παράλληλα με τις ανωτέρω παραδοχές, το Εφετείο δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, εξαιτίας ανεπαρκών αιτιολογιών αναφορικά με το ανωτέρω ουσιώδες ζήτημα (της έλλειψης αιτιώδους συνάφειας), αφού εξέθεσε στην προσβαλλόμενη απόφαση με συνοπτική, αλλά πλήρη και σαφή αιτιολογία ότι η συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης δεν κρίνεται αντισυμβατική και παράνομη, αφού δεν αντίκειται στις ανωτέρω διατάξεις και ότι η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα ζημία είναι αποτέλεσμα της πτώσης της αξίας των επίδικων ομολόγων και δεν συνδέεται αιτιωδώς με αντισυμβατική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης.

Συνεπώς, ο επικουρικά προβαλλόμενος πρώτος λόγος αναίρεσης, κατά το υπό στοιχείο Β (επικουρικό) σκέλος του, με το οποίο ο αναιρεσείων μέμφεται την προσβαλλομένη, προβάλλοντας πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, για εκ πλαγίου παραβίαση των ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων λόγω ανεπαρκών αιτιολογιών είναι αβάσιμος.

Ακόμη, έτσι που έκρινε το Εφετείο, αναφορικά με το ζήτημα ότι ο αναιρεσείων δεν ετύγχανε καταναλωτής, δεν παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 8 του Ν. 2251/1994 με εσφαλμένη εφαρμογή, καθόσον, όπως δέχθηκε, η γνώση και εμπειρία του περί την χρηματιστηριακή αγορά, ενόψει της ιδιότητάς του ως μέλους της ανωτέρω ανώνυμης χρηματιστηριακής εταιρείας και η ενασχόλησή του με χρηματιστηριακά προϊόντα υψηλής οικονομικής αξίας υπερβαίνουν το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή - επενδυτή και δεν ήταν απαραίτητα το αδύνατο μέρος των επίδικων συναλλαγών, ενώ περαιτέρω, διέλαβε συνοπτική, αλλά σαφή και επαρκή αιτιολογία για το ανωτέρω ζήτημα και, συνεπώς, ο τέταρτος (επικουρικός) λόγος κατά το πρώτο σκέλος του, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, παραμόρφωση υπάρχει όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος (εσφαλμένη ανάγνωση), αποδίδει, δηλαδή, ύστερα από εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου αποδεικτικού, σύμφωνα με τα άρθρα 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, περιεχόμενο προφανώς διαφορετικό εκείνου που πραγματικά έχει και, κατά προφανή παρανόηση, δέχεται ως μνημονευόμενα σε αυτό πραγματικά περιστατικά, τα οποία, όμως, είναι καταδήλως διάφορα των πράγματι διαλαμβανομένων στο έγγραφο, ακολούθως δε στηριζόμενο αποκλειστικά στο ίδιο έγγραφο ή κυρίως σε αυτό, οδηγείται σε ουσιαστική κρίση βλαπτική για τον επικαλούμενο τον πιο πάνω αναιρετικό λόγο.

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας, εκτιμώντας το έγγραφο ως αποδεικτικό μέσο, δεν υποπίπτει σε διαγνωστικό σφάλμα, αλλά αναγιγνώσκοντας το περιεχόμενο του εγγράφου αυτού, όπως πραγματικά έχει, προβαίνει σε εκτίμηση του αληθινού περιεχομένου του, δηλαδή σε αποδεικτική αξιολόγησή του και συνάγει εξ αυτού, έστω και εσφαλμένα, αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ορθό ο αναιρεσείων, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 1251/2020, ΑΠ 42/2020, ΑΠ 224/2020, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 1305/2019).

Εξάλλου, για να θεμελιωθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης θα πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει απλώς συνεκτιμήσει μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο αναφορικά με το πόρισμα, στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη αποδεικτικού γεγονότος, διότι στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του (Ολ ΑΠ 1/1999, ΑΠ 1252/2021, ΑΠ 827/2020, ΑΠ 1093/2020, ΑΠ 1181/2019, ΑΠ 59/2019).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο (επικουρικό) λόγο αναίρεσης, ο αναιρεσείων προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι στην επιβεβαίωση συναλλαγής της από ...-2004 εντολής προς αγορά του ομολόγου εκδόσεως της ... αναγράφεται ως λήξη η ...-2049 και όχι η …-…-2014, όπως δέχθηκε η προσβαλλομένη κατά παραμόρφωση του εγγράφου αυτού.

Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι το Εφετείο δεν στήριξε το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο ως άνω έγγραφο, αλλά το συνεκτίμησε μαζί με τα άλλα αποδεικτικά μέσα (καταθέσεις μαρτύρων, έγγραφα), χωρίς να εξάρει αυτό αναφορικά με το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε σχετικά με το ζήτημα ότι ο αναιρεσείων ήταν γνώστης της φύσης και της λειτουργίας των επίδικων ομολόγων.

Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, ήτοι οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, με τους οποίους ορίζεται, αφενός, ότι, κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και αφετέρου, ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται, όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Ειδικότερα, η παραβίαση των ως άνω ερμηνευτικών κανόνων υφίσταται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, είτε προσέφυγε στους ερμηνευτικούς αυτούς κανόνες προς συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, μολονότι, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, δέχθηκε, ότι η δικαιοπραξία είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας είτε παρέλειψε να προσφύγει στους ίδιους ερμηνευτικούς καvόvες, καίτοι ανέλεγκτα, επίσης, διαπίστωσε την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, οι οποίες έχριζαν έτσι κατάλληλης συμπλήρωσης ή ερμηνείας με εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Προσφυγή πάντως στις διατάξεις αυτές υπάρχει, ακόμη και αν αυτές δεν κατονομάζονται ρητά στην απόφαση, εφόσον από το περιεχόμενο αυτής προκύπτει ότι το δικαστήριο, αναζητώντας την αληθινή βούληση των συμβαλλομένων, προσέφυγε τελικά στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ. Η διαπίστωση, εξάλλου, από το δικαστήριο της ουσίας κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία δεν είναι αναγκαίο να αναφέρεται ρητά στην απόφασή του, αλλά αρκεί να προκύπτει και έμμεσα από αυτή, όπως συμβαίνει όταν, παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης στην απόφαση, το δικαστήριο της ουσίας προβαίνει σε συμπλήρωση ή ερμηνεία της δικαιοπραξίας, γεγονός που αποκαλύπτει ακριβώς ότι αντιμετώπισε κενό ή ασάφεια στις δηλώσεις βουλήσεως των δικαιοπρακτούντων, που το ανάγκασαν να καταφύγει στη συμπλήρωση ή ανάλογα στην ερμηνεία τους (ΑΠ 123/2021, ΑΠ 242/2021, ΑΠ 896/2019, ΑΠ 847/2017).

Συνακόλουθα, ο ανωτέρω λόγος αναιρέσεως δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας ως προς την βούληση των μερών και ως εκ τούτου δεν προσφύγει στους ειρημένους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ για την ανεύρεση της βουλήσεώς τους (ΑΠ 1120/2014).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο (επικουρικό) λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διότι παρά την έλλειψη σχετικής διαπίστωσης προέβη σε ερμηνεία της επίδικης με αριθμό ...2003 σύμβασης, συσχετίζοντας τους όρους της με στοιχεία εκτός αυτής (το γεγονός ότι ήταν έμπειρος επενδυτής) και δέχθηκε ότι μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης δεν καταρτίστηκε σιωπηρώς σύμβαση παροχής επενδυτικών υπηρεσιών.

Από το προπαρατιθέμενο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν διαπίστωσε αμέσως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στην επίδικη σύμβαση, αφού, όπως ρητά και με σαφήνεια δέχθηκε, από το περιεχόμενο της σύμβασης δεν προκύπτει η κατάρτιση μεταξύ των διαδίκων σιωπηράς σύμβασης επενδυτικών συμβουλών και, επομένως, δεν είχε υποχρέωση να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, τους οποίους και δεν παραβίασε ευθέως με την μη προσφυγή του σ' αυτούς, καθόσον δεν ήταν εφαρμοστέοι, η δε αναφορά σ' αυτήν (απόφαση) ότι ο αναιρεσείων ήταν έμπειρος επενδυτής έγινε για να καταδειχθεί το ρίσκο που αναλάμβανε αυτός με την αγορά των επίδικων ομολόγων και δεν συνδέεται με την κρίση της περί μη σύναψης σιωπηράς σύμβασης επενδυτικών συμβουλών μεταξύ των διαδίκων.

Συνεπώς, ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο ο αναιρεσείων υποστηρίζει τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο στήριξε το απορριπτικό του πόρισμα περί της ιδιότητας του αναιρεσείοντος ως καταναλωτή σε δύο αιτιολογίες, μια κύρια και μια επικουρική.

Σύμφωνα με την πρώτη αιτιολογία, "η κρίση ότι ο αναιρεσείων είναι καταναλωτής είναι καταχρηστική, καθόσον αυτός υπερβαίνει κατά πολύ το πρότυπο του μέσου αποταμιευτή και δεν είναι απαραίτητα το αδύνατο μέρος της συγκεκριμένης συναλλαγής", ενώ με τη δεύτερη (επικουρική) αιτιολογία απόρριψης δέχθηκε ότι "σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν θεωρείτο αυτός καταναλωτής, ήταν επαρκώς ενημερωμένος σχετικά με τον κίνδυνο, που έφεραν τα επενδυόμενα προϊόντα".

Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο σκέλος του τέταρτου λόγου αναίρεσης ο αναιρεσείων, προβάλλοντας πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και συγκεκριμένα ισχυρισμό ότι η εκ μέρους του αναιρεσείοντος επίκληση της ιδιότητας του καταναλωτή είναι καταχρηστική, χωρίς τέτοιος ισχυρισμός να έχει προταθεί από την αναιρεσίβλητη, ούτε ενώπιον του πρωτοβάθμιου, ούτε στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο.

Από το περιεχόμενο, όμως, του πιο πάνω αναιρετικού λόγου προκύπτει ότι με αυτόν προσβάλλεται μόνο η πρώτη (κύρια) ως άνω αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι και η δεύτερη (επικουρική), η οποία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης και, συνεπώς, ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής.

Εξάλλου, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της ένδικης αγωγής, με αυτήν ο αναιρεσείων πρόβαλε ως αυτοτελή λόγο ευθύνης της αναιρεσίβλητης την εκ μέρους της παραβίαση του άρθρου 9α του Ν. 2251/1994, που θεσπίστηκε με το άρθρο 12 του Ν. 3587/2007 (ΦΕΚ Α' 152/10-7-2007) περί χρησιμοποίησης αθέμιτων εμπορικών πρακτικών από την αναιρεσίβλητη.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έκρινε νόμιμη και αυτή τη βάση της αγωγής, χωρίς, ωστόσο, να την ερευνήσει κατ' ουσίαν, αφού, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της 10145/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου ...ς, ουδεμία κρίση περιλαμβάνει περί επίδειξης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, στο πλαίσιο της επίδικης σύμβασης συμπεριφοράς τέτοιας που να εμπίπτει στο πραγματικό αθέμιτων εμπορικών πρακτικών, απορρίπτοντας, με τον τρόπο αυτό, σιωπηρά το σχετικό αγωγικό αίτημα.

Ως εκ τούτου το Εφετείο, δεχόμενο ως κατ' ουσίαν βάσιμη την έφεση της αναιρεσίβλητης εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση μόνο ως προς τις γενόμενες από αυτήν δεκτές βάσεις της αγωγής, τις οποίες αφορούσαν οι λόγοι έφεσης (αδικοπρακτική συμπεριφορά της αναιρεσίβλητης λόγω παραβίασης των διατάξεων του άρθρου 6 Κώδικα Δεοντολογίας ...

και άρθρου 8 Ν. 2251/1994), ενώ δεν είχε εξουσία να εξετάσει την ως άνω απορριφθείσα σιωπηρά παραπάνω βάση της αγωγής, καθώς ως προς αυτήν δεν μεταβιβάστηκε η υπόθεση στο Εφετείο, αφού ο αναιρεσείων δεν άσκησε έφεση κατά του μέρους αυτού της πρωτόδικης απόφασης. Ενόψει αυτών, ο πέμπτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 8 και 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τις αιτιάσεις, αντίστοιχα, ότι δεν έλαβε υπόψη τον παραπάνω αγωγικό ισχυρισμό του περί χρησιμοποίησης εκ μέρους της αναιρεσίβλητης αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και επιπλέον ότι άφησε αδίκαστη τη παραπάνω αίτησή του είναι απαράδεκτος.

Επίσης, με τον ίδιο αναιρετικό λόγο, ο αναιρεσείων, προβάλλοντας πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559, μέμφεται την προσβαλλομένη ότι παραβίασε εκ πλαγίου την ως άνω διάταξη του άρθρου 9α του Ν. 2251/1994, διότι δεν περιλαμβάνει καμία αιτιολογία για την σιωπηρή απόρριψη της ως άνω αγωγικής βάσης. Ο λόγος αυτός, ο οποίος δεν προβάλλεται επικουρικά, είναι απαράδεκτος, διότι η προσβαλλόμενη με αυτόν αιτίαση αντιφάσκει με τις προβαλλόμενες με τον ίδιο λόγο ανωτέρω αιτιάσεις, αφού δεν είναι δυνατό η ως άνω απόφαση να μην έλαβε υπόψη και να άφησε αδίκαστη την παραπάνω βάση της αγωγής και συγχρόνως να την απέρριψε σιωπηρά.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος, προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείσουσας, σύμφωνα με το σχετικό αίτημα της τελευταίας, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις της (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 5-5-2021 αίτηση (ΓΑΚ .../2021, ΕΑΚ .../2021, Αριθ. Δικ. ...) για αναίρεση της 884/2019 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου ...ς. ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην ... στις 4 Μαρτίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην ... σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 6 Ιουνίου 2023.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ