Supreme Court dismisses appeal due to procedural failure to prove which party expedited the hearing.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal against the Regional Court of Ioannina regarding a property dispute. The appellant argued the lower court erred in examining specific appeal grounds, but the court focused on procedural requirements. Since the opposing parties expedited the hearing without the appellant's participation, the appellant failed to prove service of the summons, rendering the appeal inadmissible.
Legislator headnote
AI generatedArticles 568(4) and 576(1)-(2) of the Code of Civil Procedure; If a party fails to appear and the opposing party expedites the hearing without proof of service, the appeal is inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 860 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 860 /2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Ιωάννη Φιοράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 5η Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ΝΠΔΔ και Πρωτοβαθμίου Οργανισμού Τοπικής Αυτοδιοίκησης με την επωνυμία "ΔΗΜΟΣ …"
Της Περιφερειακής Ενότητας Ιωαννίνων της Περιφέρειας Ηπείρου, όπως διαμορφώθηκε αυτή με το "Πρόγραμμα …", που εδρεύει στην ... και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του καταργηθέντος Δήμου ... και αυτού ως καθολικού διαδόχου της καταργηθείσας κοινότητας ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Γεώργιο Πατρικουνάκο.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Α. συζ. Ε. Τ., το γένος Π.-Π. Σ., 2.Ε. Τ. του Ε., 3. Π. Τ. του Ε., 4. Μ. συζ. Κ. Κ. το γένος Π.-Π. Σ., η οποία ενεργεί ατομικά και μετά του 5. Κ. Κ., ως ασκούντες την γονική μέριμνα των ανηλίκων τέκνων τους α. Ε. Κ. του Κ. και β. Γ. Κ. του Κ., κατοίκων ... οι οποίοι δεν παραστάθηκαν.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-6-1993 αγωγή των 1ης και 4ης ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 288/1995 προδικαστική και 225/2007 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου, 53/2010 του Εφετείου Ιωαννίνων.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείον με την από 28-6-2010 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Φιοράκης, ανέγνωσε την από 28-3-2017 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, και να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 568 παρ. 4 και 576 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης δεν εμφανισθεί κάποιος από τους διαδίκους, είτε αυτός είναι ο αναιρεσείων είτε ο αναιρεσίβλητος, εξετάζεται ποιός από αυτούς επισπεύδει τη συζήτηση της υπόθεσης. Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από τον διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανισθεί ο αντίδικός του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση το αποδεικτικό επίδοσης της σχετικής κλήσης προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον αντίδικο του διαδίκου που εμφανίστηκε, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που του επιδόθηκε (είτε αυτοτελής είτε με την αίτηση αναίρεσης και την πράξη ορισμού δικασίμου).
Αν δεν προκύπτει ποιός από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Στην προκειμένη περίπτωση τη συζήτηση της από 28-6-2010 αίτησης αναίρεσης κατά της υπ’ αριθ. 53/2010 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων επισπεύδουν οι αναιρεσίβλητοι, καθόσον όπως προκύπτει από την από 5-1-2017 επισημείωση της δικαστικής επιμελήτριας Ιωαννίνων Χ.
Τ.-Ξ. επί του προσκομιζομένου με επίκληση από τον αναιρεσείοντα αντιγράφου της προαναφερόμενης αίτησής του, με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς εμφάνιση στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης (5-4-2017), την οποία υπογράφει η παραστάσα ως πληρεξούσια δικηγόρος των αναιρεσιβλήτων στην ενώπιον του Εφετείου δίκη, επιδόθηκε νομότυπα στον αναιρεσείοντα.
Κατά τη δικάσιμο αυτή, οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, πλην όμως, ως επισπεύδοντες τη συζήτηση, πρέπει να δικασθούν σαν να ήταν παρόντες και να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία τους (άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει ότι λόγος αναίρεσης για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται αν αυτός δεν εφαρμόστηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόστηκε ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα έννοια διαφορετική από την αληθινή.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ’ ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση και τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών στη διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Εξάλλου, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 118 αριθ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι στο αναιρετήριο έγγραφο πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατή η διαπίστωση, αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔ θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση.
Διαφορετικά ο αναιρετικός λόγος απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως ως αόριστος, χωρίς να είναι επιτρεπτή η συμπλήρωση των στοιχείων που λείπουν με παραπομπή σε άλλα έγγραφα και χωρίς να αρκεί η απλή μνεία του αριθμού του άρθρου 559 ΚΠολΔ που τον προβλέπει, ούτε η επανάληψη του κειμένου της σχετικής διάταξης χωρίς τον προσδιορισμό των αναγκαίων στοιχείων που απαιτούνται κατ’ αυτήν για να στοιχειοθετηθεί ο συγκεκριμένος λόγος.
Ειδικότερα ως προς τον προβλεπόμενο από τον αριθμό 1 του ανωτέρω άρθρου λόγο, πρέπει να αναφέρεται ενάριθμα ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας δικαίου, οι παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης που θεμελίωσαν την κρίση του δικαστηρίου για τη βασιμότητα ή μη της αγωγής ή του ισχυρισμού και η έννομη συνέπεια που καταγνώσθηκε βάσει αυτών, καθώς και το νομικό σφάλμα, δηλαδή που ακριβώς εντοπίζεται η παράβαση, κατά την ερμηνεία ή την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα δικαίου.
Ως εκ τούτου ο δεύτερος αναιρετικός λόγος κατά το σκέλος που με αυτόν ψέγεται η προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία παραβίαση ουσιαστικής διάταξης νόμου από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστος εφόσον στο αναιρετήριο δεν αναφέρεται ενάριθμα ο φερόμενος ως παραβιασθείς κανόνας δικαίου και το νομικό σφάλμα κατά την προεκτεθείσα έννοια.
Κατά τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης ιδρύεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Πράγματα υπό την έννοια της διάταξης αυτής είναι οι ασκούντες ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που, υπό την προϋπόθεση νόμιμης πρότασής τους, θεμελιώνουν ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, καθώς και ο λόγος έφεσης που περιέχει παράπονο κατά της κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε ισχυρισμός του εκκαλούντος ή έγινε δεκτός ισχυρισμός του εφεσίβλητου.
Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (ΟλΑΠ 25/2003). Περαιτέρω κατά τον αριθμό 9 του ίδιου άρθρου (559 ΚΠολΔ), αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο άφησε αίτηση αδίκαστη.
Ως "αίτηση" νοείται κάθε αυτοτελής αίτηση, με την οποία ζητείται η παροχή έννομης προστασίας, υπό οποιαδήποτε νόμιμη μορφή αυτής που δημιουργεί αντίστοιχη εκκρεμοδικία, τέτοια δε είναι ιδίως η της αγωγής, ανταγωγής, κυρίας παρέμβασης, αυτοτελούς πρόσθετης παρέμβασης, ανακοπής, τριτανακοπής και κάθε ενδίκου μέσου (Ολ ΑΠ 25/2003).
Ο λόγος απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν από την επισκόπηση της απόφασης από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δικαστήριο εξέτασε και απέρριψε την αίτηση δικαστικής προστασίας. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η ίδια η απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις.
Η αντίφαση μεταξύ των διατάξεων πρέπει να εντοπίζεται στο διατακτικό της ίδιας απόφασης και δεν αρκεί η ύπαρξη αντίφασης στο αιτιολογικό της απόφασης αυτής ή μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της. Ειδικότερα η αντίφαση στο διατακτικό δημιουργεί τον προαναφερόμενο λόγο αναίρεσης όταν προκαλείται τέτοια αοριστία, ώστε να εμποδίζεται η δημιουργία εκτελεστότητας της απόφασης ή η πρόκληση της σκοπούμενης διάπλασης ή η ύπαρξη βεβαιότητας στις σχέσεις των διαδίκων με το δεδικασμένο (ΟλΑΠ 13/1995).
Η πλημμέλεια αυτή του δικαστηρίου της ουσίας προτείνεται για πρώτη φορά στον Αρειο Πάγο, αφού πρόκειται για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2β ΚΠολΔ). Τέλος, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή κατάστασης που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται ακόμη οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ’ αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, τείνουσα στην ανατροπή της διαμορφωθείσας κατάστασης υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και διατηρηθείσας για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των από την ανωτέρω διάταξη διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, αλλ’ αρκεί και η εξ αιτίας της επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του για την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 7/2002, ΟλΑΠ 8/2001).
Στην προκειμένη περίπτωση: Α) με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η από τους αριθμούς 1 και 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τον προταθέντα παραδεκτώς από την τότε εναγόμενη Κοινότητα, προς απόκρουση της ένδικης αγωγής στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμό της καταχρηστικής άσκησης της αγωγικής αξίωσης, τον οποίο επανέφερε νομοτύπως ο καθολικός διάδοχός της αναιρεσίβλητος Δήμος, ως εκκαλών, με τις προτάσεις του στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και ο οποίος στηρίζεται, πλην άλλων, "στο γεγονός ότι από το έτος 1980, οπότε οι αντίδικοί του αναιρεσίβλητοι μαζί με τον δικαιοπάροχό τους, ξεκίνησαν την ανέγερση της οικοδομής τους στο όμορο [προς το επίδικο] ακίνητο, δεν συμπεριέλαβαν το επίδικο τμήμα, ενώ από τα προηγούμενα έτη δεν προέβαιναν σε καμία πράξη θεμελιωτική νομής ή κατοχής επ’ αυτού".
Πέραν του ότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης ο σχετικός λόγος έφεσης που αφορούσε την εν λόγω προβληθείσα, καταλυτική της αγωγής, ένσταση απορρίφθηκε από το Εφετείο, ο ανωτέρω ισχυρισμός, όπως αυτολεξεί παρατίθεται, δεν είναι νόμιμος, κατά τα προεκτεθέντα, εφόσον μόνη η μακροχρόνια αδράνεια των εναγόντων, και αν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στη δικαιοπάροχο του αναιρεσείοντος Κοινότητα ότι δεν υφίσταται στο πρόσωπό τους το δικαίωμα κυριότητας επί του επιδίκου ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλ’ απαιτείται να συντρέχουν και να προσδιορίζονται προσθέτως ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από την προηγηθείσα συμπεριφορά των δικαιούχων, οι οποίες και δεν αναφέρονται από τον αναιρεσείοντα, χωρίς προδήλως να αρκεί ο ισχυρισμός ότι το επίδικο τμήμα δεν εντάχθηκε στην ανεγερθείσα οικοδομή τους.
Β) Με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, κατά το σχετικό σκέλος του, προβάλλεται η από τον αριθμό 9 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση ότι το Εφετείο επιδίκασε πλέον του αιτηθέντος, διότι ενώ με την προσβαλλόμενη απόφασή του "αναγνωρίζει τους αναιρεσίβλητους ως συγκυρίους εξ αδιαιρέτου του επιδίκου και δη τμήματος οικοπέδου 120,38 τ.μ.
κατά συνολικό ποσοστό 562,58/1000, ήτοι τους αναγνωρίζει συγκυρίους σε 67,72 τ.μ., υποχρεώνει τον αναιρεσείοντα να τους αποδώσει 164,60/1000, ήτοι 11,14 τ.μ.". Όπως όμως προκύπτει από την επισκόπηση του εισαγωγικού δικογράφου της από 20-6-1993 σχετικής αγωγής και της προσβαλλόμενης απόφασης, με την πρώτη εζητείτο να αναγνωρισθούν οι τότε ενάγουσες συγκύριες κατά συνολικό ποσοστό 562,62/1000 επί εδαφικού (επιδίκου) τμήματος 150 τ.μ.
και να υποχρεωθεί η αρχική εναγόμενη Κοινότητα να τους το αποδώσει, ενώ με την δεύτερη αναγνωρίζονται μεν οι νυν αναιρεσίβλητοι συγκύριοι στο αυτό εξ αδιαιρέτου ποσοστό, αλλά υποχρεώνεται ο αναιρεσίβλητος διάδοχος της αρχικής εναγομένης να αποδώσει μικρότερο ποσοστό (164,60/1000) και όχι ολόκληρο το επίδικο ακίνητο, χωρίς να γίνεται σ’ αυτήν (απόφαση) οποιαδήποτε μνεία για εμβαδόν 67,72 ή 11,14 τ.μ.
Συνεπώς ο λόγος αυτός κατά το σχετικό σκέλος του είναι αβάσιμος. Γ) Με τους πρώτο, δεύτερο και τέταρτο λόγους αναίρεσης, κατά το σχετικό σκέλος τους, προβάλλεται η από τον αριθμό 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ αιτίαση διότι η προσβαλλόμενη απόφαση περιέχει αντιφατικές διατάξεις, ειδικότερα δε κατά τον πρώτο λόγο, το επίδικο ακίνητο αποτελεί τμήμα μείζονος ενιαίας έκτασης που προέρχεται από γενόμενη το έτος 1992 συνένωση πλειόνων ομόρων ακινήτων και συνεπώς τούτο (επίδικο) ήταν πλέον ανύπαρκτο κατά την άσκηση της σχετικής από 20-6-1993 αγωγής, η δε προσβαλλόμενη απόφαση είναι ανεπίδεκτη εκτέλεσης.
Εξ αυτών οι μεν δεύτερος και τέταρτος λόγοι είναι αόριστοι, εφόσον δεν γίνεται καμία ειδική αναφορά σε συγκεκριμένες αντιφάσεις στο διατακτικό (και όχι μεταξύ αιτιολογιών και διατακτικού) της προσβαλλόμενης απόφασης, ο δε πρώτος λόγος είναι αβάσιμος, δοθέντος ότι όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση του εισαγωγικού δικογράφου της από 20-6-1993 αγωγής, σ’ αυτήν αναφέρεται ότι "προ έτους περίπου [δηλαδή από 20-6-1992 περίπου] οι αντίδικοι [εναγόμενοι], προκειμένου να ανεγείρουν πολυώροφη οικοδομή κατά το σύστημα της αντιπαροχής σε γειτονικό, όμορο προς το ακίνητό μας οικόπεδο, περιέλαβαν στα σχέδιά τους και εμφάνισαν στην αρμόδια πολεοδομική υπηρεσία ως δικό τους και τμήμα της ιδιοκτησίας μας, εκτάσεως 150 τ.μ. [επίδικο]", δηλονότι οι ενάγοντες άσκησαν την αγωγή τους, όταν εκδηλώθηκε η εκ μέρους των αντιδίκων τους προσβολή της κυριότητάς τους επί του [αυτοτελούς] επιδίκου τμήματος.
Δ) Με τον πρώτο και τέταρτο αναιρετικούς λόγους κατά το σχετικό σκέλος τους προβάλλεται, η από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια διότι το Εφετείο δεν ερεύνησε αφενός τον πρώτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος, με τον οποίο παραπονείται διότι το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν απέρριψε την κατά της δικαιοπαρόχου του αγωγή ως αόριστη, εφόσον με αυτήν "διεκδικήθηκε αυτοτελές και ανύπαρκτο πλέον ακίνητο και όχι ποσοστά εξ αδιαιρέτου επ’ αυτού και σε κάθε περίπτωση δεν ασκήθηκε η αγωγή και κατά των άλλων πλέον συγκυρίων" και αφετέρου τον τρίτο λόγο της έφεσής του, με τον οποίο παραπονείται διότι "ενώ στο αιτιολογικό της γίνεται δεκτό ότι η αγωγή πρέπει να γίνει δεκτή μόνο για ποσοστό 164,60/1000 των 120 Μ2 εξ αδιαιρέτου και αυτό μόνο για 562,18/1000 των εφεσιβλήτων, στο διατακτικό τον υποχρεώνει να αποδώσει στους εφεσίβλητους [αναιρεσίβλητους] 164,60/1000 εξ αδιαιρέτου επί του όλου ακινήτου των 120 Μ2", ενώ αντιθέτως τούτο (Εφετείο) ερεύνησε και έκανε δεκτό τον ίδιο (δεύτερο) λόγο έφεσης, προβληθέντα από τους αναιρεσίβλητους, με αποτέλεσμα αφενός να γίνει δεκτή η έφεση των τελευταίων και ν’ απορριφθεί η έφεση του αναιρεσείοντος και αφετέρου να καταδικασθεί ο τελευταίος, ως ηττηθείς, στα δικαστικά έξοδα των αντιδίκων του.
Ως προς μεν τον πρώτο αναιρετικό λόγο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο ερεύνησε τον περί αοριστίας λόγο έφεσης και, κρίνοντας την αγωγή επαρκώς ορισμένη, τον απέρριψε ως αβάσιμο. Ως προς δε τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, όπως προκύπτει από την επιτρεπτή επισκόπηση τόσον της υπ’ αριθ. 225/2007 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, όσο και των δυο κατ’ αυτής αντιθέτων εφέσεων, οι προαναφερόμενοι λόγοι έφεσης δεν είναι ταυτόσημοι, καθόσον με τον μεν γενόμενο δεκτό δεύτερο λόγο της έφεσης των αναιρεσιβλήτων εζητείτο να υποχρεωθεί ο αναιρεσείων να αποδώσει στους ενάγοντες, κατά το συνολικό ποσοστό συγκυριότητάς τους που ανερχόταν σε 562,18/1000, ποσοστό 164,60/1000 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου, ενώ με τον τρίτο λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος εζητείτο επικουρικώς να εξαφανισθεί η εκκαλουμένη απόφαση διότι περιήχοντο αντιφάσεις μεταξύ του αιτιολογικού και του διατακτικού της και ν’ απορριφθεί η αγωγή των αντιδίκων του, αίτημα το οποίο προδήλως, αφού ερευνήθηκε, απορρίφθηκε σιγή από το, δεχθέν τ’ αντίθετα, Εφετείο, το οποίο απέρριψε στο σύνολο της την έφεση του αναιρεσείοντος και δέχθηκε εν μέρει την έφεση των αναιρεσιβλήτων.
Συνεπώς, αμφότεροι οι, ως άνω, αναιρετικοί λόγοι είναι αβάσιμοι.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω πρέπει ν’ απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28-6-2010 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ’ αριθ. 53/2010 απόφασης του Εφετείου Ιωαννίνων.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 3 Μαΐου 2017 .
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 23 Μαΐου 2017
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ