Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds due to lack of party acceleration and invalid res judicata claim.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Rhodes, ruling the request inadmissible. The appellant argued the lower court erred in fact-finding and failed to recognize a prior res judicata decision regarding property ownership. The court rejected these claims, stating the appeal was procedurally flawed because neither party accelerated the hearing as required by law, and the alleged res judicata did not impact the current case's outcome.
Legislator headnote
AI generatedArt. 576 C.P.D.; Art. 321, 695 C.P.D.; Art. 559 C.P.D.: An appeal is inadmissible if neither party accelerates the hearing, and a claim of res judicata is rejected if the prior decision did not have substantive influence on the current trial's result.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 860 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 860/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 1η Δεκεμβρίου 2010, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Φ. συζ. Σ. Π., το γένος Κ. Π., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μιχαηλίδη.
Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: 1. Α. Β. του Β., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κυριάκο Τσέλιο, 2. Μ. χας Κ. Π., το γένος Ν. Π., κατοίκου ..., 3. Ά. χας Κ. Λ., το γένος Μ. Χ., κατοίκου ..., 4. Ι. Μ. Χ., κατοίκου ..., (ως δικαιοπάροχων των 3ης και 4ου του αρχικού αναιρεσίβλητου Μ. Ι. Χ.) 5. Ρ. συζ. Μ. Μ., το γένος Κ. Π., κατοίκου ..., 6. Π. Κ. Π., κατοίκου ..., και 7. Ν. Κ. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-11-1988 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου και την από 28-9-1989 κύρια παρέμβαση της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ρόδου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 88/1990 πράξη, 154/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 16/2007 του Εφετείου Δωδεκανήσου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 2-4-2007 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 1257/2008 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από17-12-2009 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτρης Μαζαράκης ανέγνωσε την από 17-4-2008 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου τούτου Αρεοπαγίτη Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του πρώτου αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή, κατά το άρθρο 576 ΚΠολΔ, αν κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί ή δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, εξετάζεται αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση της υποθέσεως. Και αν μεν η συζήτηση επισπεύδεται από το διάδικο που εμφανίστηκε και δεν εμφανίστηκε ο αντίδικός του, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση αποδεικτικό επιδόσεως της σχετικής κλήσεως προς συζήτηση, αν δε η συζήτηση επισπεύδεται από τον απολειπόμενο διάδικο, πρέπει να προσκομίζεται με επίκληση η κλήση που επιδόθηκε.
Αν δεν προκύπτει ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη. Στην προκείμενη περίπτωση, φέρεται προς συζήτηση η από 2-4-2007 αίτηση για αναίρεση της 16/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου. Όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως αυτού του Δικαστηρίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο (της 1-12-2010), και κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου οι δεύτερη, τρίτη, τέταρτος, πέμπτη, έκτος και έβδομος των αναιρεσιβλήτων Μ.
Π., Ά. Λ., Ι. Χ., Ρ. Μ., Π. Π. και Ν. Π. δεν εμφανίστηκαν, ούτε κατέθεσαν έγγραφη δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ η αναιρεσείουσα, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ιωάννη Μιχαηλίδη και επισπεύδει τη συζήτηση, προσκομίζει τις από 26-7-2010 δώδεκα (12) εκθέσεις επιδόσεως του γραμματέα του Δήμου Καρπάθου Ι.
Π., σύμφωνα με το άρθρο 122 παρ. 3 του ΚΠολΔ, ελλείψει δικαστικού επιμελητή, από τις οποίες προκύπτει ότι, μετά την έκδοση της 1257/2008 απόφασης αυτού του δικαστηρίου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση της υποθέσεως κατά την αρχική δικάσιμο της 7-5-2008, ακριβές αντίγραφο της αίτησης αναίρεσης, καθώς και ακριβές αντίγραφο της από 17-12-2009 κλήσεως της αναιρεσείουσας με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την αμέσως πιο πάνω δικάσιμο (της 1-12-2010), επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως με επιμέλεια της αναιρεσείουσας στους ανωτέρω αναιρεσιβλήτους.
Επομένως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων αυτών, σαν να ήταν και αυτοί παρόντες (άρθρο 576 παρ.2 ΚΠολΔ).
Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 149 αριθ. 4 ΚΠολΔ, όπως αυτό ίσχυε πριν την κατάργησή του με το άρθρο 1 παρ.3 του ν.2915/2001, η οποία όριζε ότι το δικαστήριο, όταν δικάζει την ουσία της υπόθεσης, μπορεί, ύστερα από αίτηση διαδίκου που υποβάλλεται με τις προτάσεις, να χορηγήσει σε κάθε περίπτωση νέα προθεσμία διεξαγωγής των αποδείξεων έως έξι μήνες, προκύπτει ότι η χορήγηση ή μη από το δικαστήριο που δικάζει την ουσία της υπόθεσης νέας προθεσμίας διεξαγωγής των αποδείξεων απόκειται στην κυριαρχική κρίση αυτού, η οποία είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη.
Συνεπώς, ο πρώτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι απέρριψε αναιτιολόγητα το αίτημα της αναιρεσείουσας για την χορήγηση νέας προθεσμίας διεξαγωγής αποδείξεως για να εξετάσει τους νομίμως γνωστοποιηθέντες μάρτυρές της, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.
Επειδή, κατά τις διατάξεις του άρθρου 368 Κ.Πολ.Δ "Το δικαστήριο μπορεί να διορίσει ένα ή περισσότερους πραγματογνώμονες, αν κρίνει, ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν για να γίνουν αντιληπτά ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 1). "Το δικαστήριο οφείλει να διορίσει πραγματογνώμονες, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος και κρίνει πως χρειάζονται ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης" (παρ. 2).
Εκ τούτων συνάγεται, ότι η συμπλήρωση των αποδείξεων με τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης εναπόκειται στην κυριαρχική και μη ελεγχόμενη αναιρετικώς κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο ελευθέρως εκτιμά την ανάγκη της χρησιμοποίησης του αποδεικτικού αυτού μέσου, με εξαίρεση την περίπτωση, κατά την οποία κάποιος από τους διαδίκους ζητήσει τη διεξαγωγή πραγματογνωμοσύνης και το δικαστήριο κρίνει ότι χρειάζονται όχι απλώς "ειδικές" γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, όπως αναφέρεται στο μεταγλωτισμένο στη δημοτική κείμενο του άνω άρθρου 368 παρ. 2 ΚΠολΔ, αλλά "ιδιάζουσες" τέτοιες γνώσεις, όπως αναφέρεται στο υπερισχύον, κατά το άρθρο 36 παρ. 3 εδάφιο τελευταίο του ν. 1406/1983, κείμενο της καθαρεύουσας της εν λόγω διάταξης, οπότε οφείλει, στην περίπτωση αυτή, να διορίσει πραγματογνώμονα ή πραγματογνώμονες.
Επομένως, εάν δεν υπάρχει παραδοχή του δικαστηρίου ότι πρόκειται για ζητήματα που απαιτούν, για να γίνουν αντιληπτά, ιδιάζουσες γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, η μη λήψη υπόψη ισχυρισμού του διαδίκου για ανάγκη διενέργειας πραγματογνωμοσύνης ή η απόρριψη, ρητώς ή σιωπηρώς, σχετικού αιτήματος αυτού, δεν δημιουργεί λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 559 ΚΠολΔ.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το δεύτερο μέρος του, από τον αριθμό 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως εκτιμάται λόγο της αναιρέσεως, προβάλλεται αιτίαση κατά της προσβαλλομένης αποφάσεως για το λόγο, ότι δέχθηκε την αγωγή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και απέρριψε την κυρία παρέμβαση της αναιρεσείουσας, χωρίς να διατάξει πραγματογνωμοσύνη, προς προσδιορισμό της ακριβούς θέσεως του διεκδικουμένου ακινήτου, απορρίπτοντας το σχετικό αίτημα της αναιρεσείουσας, με την κρίση, ότι για το ζήτημα της άσκησης πράξεων νομής στα διεκδικούμενα τμήματα "δεν απαιτούνται ειδικές γνώσεις της επιστήμης ή της τεχνικής".
Κατά συνέπεια, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, από τις διατάξεις των άρθρων 339 και 352 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δικαστική ομολογία, που αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον εκείνου που ομολόγησε, είναι εκείνη που έγινε ενώπιον του δικαστηρίου που δικάζει την υπόθεση ή του εντεταλμένου δικαστή, ενώ κάθε άλλη ομολογία, όπως και εκείνη που έγινε στα πλαίσια άλλης δίκης (πολιτικής ή ποινικής), είναι εξώδικη και εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τον δεύτερο, κατά το τρίτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια από τον αριθμό 12 άρθρο 559 του ΚΠολΔ, δηλαδή ότι παραβιάσθηκαν οι ορισμοί των ως άνω διατάξεων των άρθρων 339 και 352 του ΚΠολΔ, ως προς την αποδεικτική δύναμη της δηλώσεως του ενάγοντος - πρώτου των αναιρεσιβλήτων, που είχε περιληφθεί στα με αριθμό 48/1985 πρακτικά της δίκης ασφαλιστικών μέτρων περί νομής ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καρπάθου, μεταξύ των διαδίκων, με την οποία ο τελευταίος είχε αναφέρει ότι είχαν καταληφθεί από τον πατέρα της αναιρεσείουσας 1.600 τ.μ και όχι 1532,62 τ.μ.
και 5.888,10 τ.μ. όπως έγινε δεκτό από την προσβαλλομένη απόφαση, και ότι συνεπεία τούτων το Εφετείο, έπρεπε να δεχθεί τον ουσιώδη αυτό ισχυρισμό της αναιρεσείουσας, ως προς την έκταση που είχε καταληφθεί, σύμφωνα με το περιεχόμενο της ως άνω δηλώσεως, η οποία κατά τους ισχυρισμούς της αποτελούσε δικαστική, και όχι εξώδικη, ομολογία.
Το Εφετείο όμως, με το να εκτιμήσει την δήλωση αυτή του πρώτου των αναιρεσιβλήτων, που έγινε, κατά τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας, στα πλαίσια δίκης ασφαλιστικών μέτρων νομής μεταξύ των διαδίκων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καρπάθου, ελευθέρως, μετά από συνεκτίμησή της με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, ως εξώδικη ομολογία, δεν υπέπεσε στην από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ.
πλημμέλεια και ο παραπάνω λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Επειδή, ο λόγος αναίρεσης του άρθρου 559 αριθ. 12 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα δύναμη αποδείξεως μικρότερη ή μεγαλύτερη από εκείνη, που δεσμευτικά γι' αυτό, καθορίζει ο νόμος και δεν θεμελιώνεται ο λόγος, αυτός όταν το δικαστήριο, εκτιμώντας ελεύθερα τις αποδείξεις, όπως έχει δικαίωμα από το νόμο (άρθρο 340 ΚΠολΔ), αποδίδει σε ορισμένα αποδεικτικά μέσα, που κατά το νόμο έχουν την ίδια αποδεικτική δύναμη με άλλα, μεγαλύτερη βαρύτητα ή αξιοπιστία.
Εξάλλου, από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 340 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η αξιοπιστία των μαρτύρων και η εκτίμηση των όσων καταθέτουν ανήκει στην κυριαρχική και ανέλεγκτη εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, το οποίο, εκτιμώντας τις αποδείξεις, μπορεί να αποδώσει σε καταθέσεις κάποιων μαρτύρων μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία από καταθέσεις άλλων μαρτύρων.
Στην προκείμενη περίπτωση, με τους πρώτο, κατά το δεύτερο μέρος του, και τρίτο, κατά το δεύτερο μέρος του, λόγους της αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, κατ' εκτίμηση του περιεχομένου τους, η από το άρθρο 559 αριθ. 12 πλημμέλεια, ότι το Δικαστήριο προσέδωσε μεγαλύτερη βαρύτητα και αξιοπιστία στην κατάθεση του μάρτυρα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων και όχι στην κατάθεση του Μ.
Λ. του Κ., που είχε εξετασθεί ενώπιον του Ειρηνοδικείου Καρπάθου, κατά την εκδίκαση της από 12-11-1984 αιτήσεως ασφαλιστικών μέτρων περί νομής του πρώτου των αναιρεσιβλήτων κατά του πατέρα της αναιρεσείουσας. Οι λόγοι αυτοί είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι η εκτίμηση των καταθέσεων των μαρτύρων και εν γένει των ισοδυνάμων αποδεικτικών μέσων ανήκει στην κυριαρχική εξουσία του δικαστηρίου της ουσίας, η οποία δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Επειδή, από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να σχηματίσει την κρίση του για το αποδεικτικό πόρισμα αναφορικά με τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων, που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και έχουν ανάγκη απόδειξης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων τα έγγραφα και τις ένορκες βεβαιώσεις που κομίζονται είτε προς άμεση απόδειξη είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Δεν είναι πάντως αναγκαίο να γίνεται ειδική μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Η παράβαση της ανωτέρω υποχρέωσης του δικαστηρίου της ουσίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης. Στην περίπτωση αυτή αρκεί να βεβαιώνεται στην απόφαση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, ώστε να μη καταλείπεται καμία αμφιβολία, ότι το δικαστήριο έλαβε και αυτά υπόψη του.
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 226 παρ. 2, 270 παρ.1 και 2, 341 παρ. 1, 2 και 3, και 524 παρ.1 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν πριν το ν. 2915/2001, προκύπτει ότι επί υποθέσεως δικαζομένης ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου κατά την τακτική διαδικασία, αν ο Πρόεδρος με πράξη του, που καταχωρίζεται στο πρωτότυπο και στα αντίγραφα της αγωγής, ορίσει, ότι η απόδειξη θα διεξαχθεί σύμφωνα με το άρθρο 341 ΚΠολΔ, τότε ένορκες βεβαιώσεις μαρτύρων ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, ληφθείσες για να χρησιμεύσουν ως αποδεικτικό μέσο στη δίκη αυτή, δεν λαμβάνονται υπόψη, ως μη παραδεκτά αποδεικτικά μέσα, ούτε στον πρώτο βαθμό ούτε στο δεύτερο, ουδέ καν για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Η ένορκη βεβαίωση όμως που δόθηκε στα πλαίσια άλλης δίκης δεν αποτελεί μεν ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο στις περιπτώσεις που έχει εκδοθεί, κατά τα ανωτέρω, προδικαστική απόφαση, αλλά δεν στερείται παντελώς αποδεικτικής αξίας, διότι εκτιμάται, εφόσον συγχωρείται η εμμάρτυρη απόδειξη, ως έγγραφο, προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.
Στην προκείμενη περίπτωση, με το δεύτερο, κατά το πρώτο μέρος του, λόγο της αναίρεσης προβάλλεται η από τον αριθ. 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, διότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τα προσκομισθέντα με επίκληση από την αναιρεσείουσα έγγραφα ενώπιον του Εφετείου με τις προτάσεις της τής συζήτησης, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ήτοι:
α) την από 12-11-1984 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων του ενάγοντος - πρώτου αναιρεσιβλήτου κατά του πατέρα της αναιρεσείουσας για την αναγνώριση της νομής αυτού επί εκτάσεως 1.600 τ.μ., β) την με αριθμό 48/1985 απόφαση ασφαλιστικών μέτρων του Ειρηνοδικείου Καρπάθου, που εκδόθηκε επί της ως άνω αιτήσεως, γ) τα με αριθμό 48/1985 πρακτικά του ιδίου ως άνω δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της ανωτέρω αιτήσεως, και ιδίως την διαλαμβανομένη στα πρακτικά αυτά ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Μ.
Λ., δ) την με αριθμό ... ένορκη βεβαίωση του Μ. Λ. του Ι. ενώπιον της συμβολαιογράφου Καρπάθου Χριστίνας Καρύδα - Παπανικήτα, που δόθηκε ενόψει της ως άνω αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, ε) το από 6-10-1906 προικοσυμβόλαιο προς την Ρ. Π. (γιαγιά της αναιρεσείουσας, και στ) το με αριθμό ... συμβόλαιο γονικής παροχής του συμβολαιογράφου Καρπάθου Ηλία Λαδή, και έτσι, το Εφετείο κατέληξε σε εσφαλμένο συμπέρασμα ως προς τον ουσιώδη ισχυρισμό της αναιρεσείουσας σχετικά με την κυριότητα της αναιρεσείουσας επί του επιδίκου.
Ο ερευνώμενος αυτός αναιρετικός λόγος είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, αφού, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση βεβαίωση, κατά την οποία τα περιστατικά που έγιναν δεκτά από το πιο πάνω Δικαστήριο ως αποδεικνυόμενα αναφορικά με τους ισχυρισμούς των διαδίκων αποδείχθηκαν, μεταξύ άλλων και "από όλα γενικώς και χωρίς εξαίρεση τα έγγραφα, που νόμιμα επικαλούνται και οι διάδικοι", σε συνδυασμό και με το γεγονός ότι στο αιτιολογικό της απόφασης δεν υπάρχει κανένα απολύτως στοιχείο, από το οποίο να μπορεί να δημιουργηθεί αμφιβολία για το αν το Εφετείο έλαβε υπόψη του και τα παραπάνω έγγραφα, δεν καταλείπεται καμιά αμφιβολία, ότι το εν λόγω Δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, ως προς τους κρίσιμους ισχυρισμούς των διαδίκων, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε και τα έγγραφα αυτά, μεταξύ των οποίων και την αμέσως πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά.
Επειδή, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 321 και 695 ΚΠολΔ σαφώς προκύπτει, ότι το πηγάζον από απόφαση ασφαλιστικών μέτρων προσωρινό δεδικασμένο παύει να ισχύει, εφόσον το δικαστήριο της κυρίας δίκης κρίνει θετικώς, ή αρνητικώς επί της ουσίας της υποθέσεως και δεν μπορεί να προταθεί στην κυρία αυτή δίκη.
Επομένως, η προσβαλλομένη απόφαση, η οποία σιγή απέρριψε τον ισχυρισμό της αναιρεσείουσας περί υπάρξεως δεδικασμένου στην προκειμένη κυρία δίκη από την 48/1985 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καρπάθου, η οποία απέρριψε την από 12-11-1984 αίτηση ασφαλιστικών μέτρων νομής (για το αυτό ακίνητο) του πρώτου αναιρεσιβλήτου, λόγω ελλείψεως επικειμένου κινδύνου, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια ούτε του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, ότι δηλαδή παρά το νόμο δεν δέχθηκε, ότι υπάρχει δεδικασμένο από την ως άνω απόφαση, ούτε του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, ότι δεν έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό αυτού περί δεδικασμένου, γιατί ο ισχυρισμός αυτός και μόνον δεν έχει, σύμφωνα με αυτά που προεκτέθηκαν, oυσιώδη επιρροή στην έκβαση της προκειμένης δίκης, ο δε επί των εδαφίων αυτών του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αντιστοίχως, ερειδόμενος τρίτος, κατά το πρώτο μέρος του, λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή, οι λοιποί λόγοι αναίρεσης υπό την επίκληση των πλημμελειών από τους αριθμούς 1, 9, 10, 13 και 17 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αόριστοι, διότι δεν εξειδικεύονται στο αναιρετήριο συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν τις επικαλούμενες στους λόγους αυτούς αναιρετικές πλημμέλειες.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 2-4-2007 αίτηση της Φ. συζ. Σ. Π. για αναίρεσης της 16/2007 αποφάσεως του Εφετείου Δωδεκανήσου.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του παριστάμενου πρώτου αναιρεσιβλήτου Α. Β., τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 8 Φεβρουαρίου 2011. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του την 1η Ιουνίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ