Legislator Case Law & Legislation
860/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on collective bargaining terms and property rights under ECHR Protocol 1.

Case Number 860/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against a lower court ruling that upheld a collective agreement modification reducing employee age limits. The appellant argued this violated constitutional proportionality and ECHR property rights, but the court found collective agreements can modify terms even detrimentally without specific contractual incorporation clauses. Consequently, the court rejected the claim that the change constituted an unlawful deprivation of property or a violation of the principle of favorability.

Legislator headnote

AI generated

Art. 25 para. 3 Constitution; Art. 1 Protocol 1 ECHR; Collective agreements may modify employment terms detrimentally without specific contractual incorporation; Proportionality principle applies only to legislative review, not direct judicial control of administrative acts.

Keywords

AI generated
collective bargaining modification principle of favorability property rights deprivation proportionality principle employment contract terms ECHR Protocol 1 constitutional review scope

Cited Legislation

AI generated
Art. 25 para. 3 of the Constitution
Art. 1 para. 1 of Protocol No. 1 to the ECHR
Art. 1 of the First Additional Protocol to the ECHR
Law 53/1974
Law 1876/1990
Art. 281 of the Civil Code
Art. 559 para. 1 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 860 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:

Οι όροι με ισχύ νόμου εφαρμοζόμενου κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού.- Οι όροι εργασίας που ρυθμίζονται από ΣΣΕ, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη ΣΣΕ.- Στη περίπτωση αυτή πρόκειται περί διαδοχής ΣΣΕ, όπου η νεότερη ΣΣΕ μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης ΣΣΕ τόσο υπέρ όσο και σε βάρος των εργαζομένων, καθόσον επί διαδοχής ΣΣΕ ισχύει η αρχή της διαδοχής τάξεων και δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής της αρχής της ευνοίας υπέρ των μισθωτών.- Μόνο εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκε ειδικά ότι οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ θα αποτελούν όρους της ατομικής αυτής συμβάσεως, ανεξαρτήτως του αν οι όροι αυτοί θα εξακολουθούν να έχουν κανονιστική ισχύ, τότε οι όροι αυτοί, εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό, δεν μπορούν να μεταβληθούν από νεότερη ΣΣΕ, η οποία περιέχει κανονιστικούς όρους δυσμενέστερους για το μισθωτό από εκείνους της καταργηθείσας ΣΣΕ.- Με το π.δ. 156/1994 επιβάλλεται σε κάθε εργοδότη η υποχρέωση να ενημερώνει τον εργαζόμενο σχετικά με τους όρους της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης.- Η υποχρέωσηενημέρωσης αφορά την ήδη υπάρχουσα νομική κατάσταση της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης και δεν δημιουργεί νέα κατάσταση ή νέα συμφωνία.- Η αρχή της αναλογικότητας που καθιερώνεται από το άρθρο 25 του Συντάγματος δεν εφαρμόζεται απευθείας από το δικαστήριο, παρά μόνο για τον έλεγχο συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου.- Με τη διάταξη του άρθρου 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας.- Στην έννοια της περιουσίας περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα, οι απαιτήσεις, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς.- Τέτοιες ενοχικές αξιώσεις είναι κατά το ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις του εργατικού δικαίου.

Αριθμός 860/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη, Ανδρέα Δουλγεράκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 20 Απριλίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Τριβουρέα. Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Λένη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-7-2006 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 496/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 5886/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-9-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 31-3-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τις διατάξεις των άρθρων 1 παρ. 2 ν. 3789/1957, 12 παρ. 4 ν. 1767/1988, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 3 ν. 2224/1994, συνάγεται ότι οι όροι του με ισχύ νόμου εφαρμοζόμενου κανονισμού εργασίας αποτελούν υποχρεωτικό περιεχόμενο της συμβάσεως εργασίας του μισθωτού και, συνεπώς, η σύμβαση εργασίας μισθωτού ο οποίος προσχωρεί σε τέτοιο κανονισμό περιέχει κάθε όρο που προβλέπεται στον τελευταίο (ΟλΑΠ 42/2002).

Το πεδίο εφαρμογής του κανονισμού εργασίας καλύπτει όλους τους απασχολούμενους στην επιχείρηση ή εκμετάλλευση για την οποία κάθε φορά πρόκειται. Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Οργανισμού της Υπηρεσίας της " Εθνικής Τράπεζας τη Ελλάδος Α.Ε." , που καταρτίσθηκε από το διοικητικό συμβούλιο αυτής και κυρώθηκε με το β.δ.

της 17/26.9.1953, κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 του ν.δ. 2510/1953, δημοσιεύθηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α 267/26.9.1953) και έχει ισχύ νόμου, η μετά του προσωπικού της Τράπεζας σύμβαση εργασίας λύεται, εκτός από άλλους αναφερόμενους σ' αυτό λόγους, και 1) δια του θανάτου του υπαλλήλου, 2) δια καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας κατά τα υπό της εργατικής νομοθεσίας οριζόμενα, σε κάθε δε περίπτωση με την συμπλήρωση των κάτωθι οριζομένων ορίων ηλικίας α) του 62ου έτους δια τους Διευθυντάς, Υποδιευθυντάς, Συμπράττοντας Υποδιευθυντάς και Τμηματάρχας, β)...

γ)... δ)... . Σύμφωνα με το άρθρο 33 του ισχύοντος από 12-3-2001 νέου Κανονισμού Εργασίας της ως άνω Τράπεζας, ο οποίος καταρτίσθηκε κατά τις διατάξεις του Ν. 1876/1990, με την από 9-3-2001 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που συνήφθη μεταξύ των νομίμων εκπροσώπων της αναιρεσείουσας και της συνδικαλιστικής οργανώσεως του προσωπικού του Συλλόγου Υπαλλήλων της Εθνικής Τραπέζης Ελλάδος, κατατέθηκε νόμιμα στην αρμόδια Επιθεώρηση Εργασίας με αριθμό 5|12-3-2001 και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου (αρθρ. 2 παρ. 6, 7 παρ. 1 και 8 παρ. 3 του Ν. 1876/1990), η σύμβαση εργασίας με το προσωπικό της Τράπεζας λύεται με το θάνατο του υπαλλήλου, την έγγραφη παραίτηση του, η οποία και επιφέρει τη λύση της συμβάσεως, χωρίς να απαιτείται αποδοχή ή συγκατάθεση της Τράπεζας και με καταγγελία της συμβάσεως εργασίας από την Τράπεζα για σπουδαίο λόγο, σε κάθε περίπτωση δε, η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας.

Επακολούθησε, όμως, η από 5-6-2002 Επιχειρησιακή Συλλογική Σύμβαση Εργασίας, που καταρτίστηκε μεταξύ της άνω Τράπεζας και του Συλλόγου Υπαλλήλων της Ε.Τ.Ε. και κατατέθηκε στην αρμόδια επιθεώρηση εργασίας στις 7-6-2002 με αριθμό 12/7-6-2002, με την οποία τροποποιήθηκε το ανωτέρω άρθρο 33 του νέου Κανονισμού, στο οποίο, σχετικά με τη λύση της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων της Τράπεζας, ορίζεται πλέον ότι "Σε κάθε περίπτωση η λύση επέρχεται αυτοδικαίως με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας και 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας.

Σε περίπτωση κατά την οποία ο καταλαμβανόμενος από το όριο ηλικίας των 58 ετών δεν συμπληρώνει 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας, τότε η σύμβαση δεν λύνεται και παρατείνεται μέχρι τη συμπλήρωση 35 ετών συντάξιμης υπηρεσίας, με ανώτατο χρονικό όριο στην περίπτωση αυτή τη συμπλήρωση από τον υπάλληλο του 62ου έτους της ηλικίας του.".

Περαιτέρω, από το σύνολο των διατάξεων του Ν. 1876/1990 συνάγεται ότι, οι όροι εργασίας που ρυθμίζονται από ΣΣΕ, μπορούν να τροποποιηθούν με νεότερη ΣΣΕ, η οποία ρητά ή σιωπηρά αντικαθιστά προγενέστερη του αυτού είδους και πεδίου ισχύος. Στη περίπτωση αυτή πρόκειται περί διαδοχής ΣΣΕ, όπου η νεότερη ΣΣΕ μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης ΣΣΕ τόσο υπέρ όσο και σε βάρος των εργαζομένων, καθόσον επί διαδοχής ΣΣΕ ισχύει η αρχή της διαδοχής τάξεων και δεν υπάρχει πεδίο εφαρμογής της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, που προκύπτει από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του Ν. 1876/1990, κατά την οποία οι όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας που αποκλίνουν από τους κανονιστικούς όρους των ΣΣΕ είναι επικρατέστεροι εφόσον παρέχουν μεγαλύτερη προστασία στους εργαζομένους.

Μόνο εάν με την ατομική σύμβαση εργασίας συμφωνήθηκε ειδικά ότι οι κανονιστικοί όροι ΣΣΕ θα αποτελούν όρους της ατομικής αυτής συμβάσεως, ανεξαρτήτως του αν οι όροι αυτοί θα εξακολουθούν να έχουν κανονιστική ισχύ, τότε οι όροι αυτοί, εφόσον είναι ευνοϊκότεροι για το μισθωτό, δεν μπορούν να μεταβληθούν από νεότερη ΣΣΕ, η οποία περιέχει κανονιστικούς όρους δυσμενέστερους για το μισθωτό από εκείνους της καταργηθείσας ΣΣΕ (ΑΠ 1437/2006).

Συνακόλουθα, οι ρυθμίσεις κανονισμών εργασίας, οι οποίοι ανήκουν στο δυνατό περιεχόμενο επιχειρησιακών ΣΣΕ (άρθρο 2 παρ. 6 ν. 1876/1990), μπορούν να συμπληρώνονται ή να συγκεκριμενοποιούνται με νεότερες ρυθμίσεις προερχόμενες από τις ίδιες ή και διαφορετικές πηγές. Αν πρόκειται για σχέση του κανονισμού με νεότερη ρύθμιση που προέχεται από πηγή που ανήκει στην ίδια ιεραρχική βαθμίδα και ρυθμίζει διαφορετικά τα ίδια θέματα, τότε εφαρμόζεται η αρχή της διαδοχής των τάξεων, οπότε η νεότερη ρύθμιση διαδέχεται την παλαιότερη, ακόμη και αν είναι δυσμενέστερη εκείνης.

Τέλος, προς εναρμόνιση της ελληνικής εργατικής νομοθεσίας με την οδηγία 91/553 του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης εκδόθηκε το π.δ. 156/1994, με το οποίο επιβάλλεται σε κάθε εργοδότη η υποχρέωση να ενημερώνει τον εργαζόμενο σχετικά με τους όρους της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης. Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το άρθρο 2 παρ. 2 του ως άνω π.δ., η ενημέρωση αυτή πρέπει να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα:

α) τα στοιχεία ταυτότητας των συμβαλλομένων, β) τον τόπο παροχής της εργασίας, την έδρα της επιχείρησης ή τη διεύθυνση κατοικίας του εργοδότη, γ) τη θέση ή την ειδικότητα του εργαζομένου, τον βαθμό του, την κατηγορία της απασχόλησης του καθώς και το αντικείμενο της εργασίας του, δ) την ημερομηνία της έναρξης της σύμβασης ή της σχέσης εργασίας και τη διάρκεια αυτής, αν καταρτίζεται για ορισμένο χρόνο, ε) τη διάρκεια της αδείας με αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος, καθώς και τον τρόπο και χρόνο χορήγησης της, στ) το ύψος της αποζημίωσης που οφείλεται και τις προθεσμίες που πρέπει να τηρούν εργοδότης και εργαζόμενος, σύμφωνα με την ισχύουσα νομοθεσία, σε περίπτωση λύσεως της σύμβασης εργασίας με καταγγελία, ζ) τις πάσης φύσεως αποδοχές που δικαιούται ο εργαζόμενος και την περιοδικότητα καταβολής τους, η) τη διάρκεια της κανονικής ημερήσιας και εβδομαδιαίας απασχόλησης του εργαζομένου, θ) αναφορά της συλλογικής ρύθμισης που έχει εφαρμογή και καθορίζει τους ελάχιστους όρους αμοιβής του εργαζομένου.

Η πληροφόρηση για τα στοιχεία των περιπτώσεων ε', στ', ζ' και η' μπορεί να γίνεται και με παραπομπή στις ισχύουσες διατάξεις της Εργατικής Νομοθεσίας. Το παραπάνω π.δ. δεν έχει ως σκοπό να επιβάλλει στον εργοδότη οποιουδήποτε νέους όρους και συνθήκες εργασίας ή οποιαδήποτε μεταβολή των υφισταμένων, αλλά καθιερώνει απλά υποχρέωση του εργοδότη να ενημερώνει τον εργαζόμενο για τους ισχύοντες όρους και συνθήκες εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται είτε από τον νόμο είτε από την ατομική συμφωνία μεταξύ εργοδότη και εργαζομένου.

Η υποχρέωση ενημέρωσης αφορά την ήδη υπάρχουσα νομική κατάσταση της σύμβασης ή της εργασιακής σχέσης και δεν δημιουργεί νέα κατάσταση ή νέα συμφωνία. Ενόψει αυτού, χωρίς την ύπαρξη ειδικής συμφωνίας μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, με την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ, μόνη η έγγραφη ενημέρωση του εργαζομένου, κατά τις διατάξεις του π.δ. 156/1994, για τις ισχύουσες κατά το χρόνο της ενημέρωσης συλλογικές ρυθμίσεις, στις οποίες περιλαμβάνεται και η ΣΣΕ που ενσωματώνει τον Οργανισμό Προσωπικού του εργοδότη, δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους της συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης του μισθωτού, αφού η ενημέρωση αυτή δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόταση- του εργοδότη για κατάρτιση συμβάσεως και συνεπακόλουθα δεν νοείται η κατάρτιση οιασδήποτε συμβάσεως με την από τους εργαζόμενους αποδοχή της παραπάνω ενημέρωσης.

Με την εκτέλεση, δηλαδή, εκ μέρους του εργοδότη των όσων επιβάλλουν οι διατάξεις του π.δ. 156/1994, γίνεται απλώς ενημέρωση του εργαζομένου για τους ισχύοντες όρους , που διέπουν τη σύμβαση ή σχέση εργασίας, όπως αυτοί καθορίζονται ήδη από το νόμο και την ατομική σύμβαση, και δεν επέρχεται κάποια μεταβολή στη συγκεκριμένη σύμβαση ή τη σχέση εργασίας από μόνη την ενέργεια αυτή.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο κατά την ανέλεγκτη επί της ουσίας κρίση του δέχθηκε, όπως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση, τα ακόλουθα: Ο ενάγων προσλήφθηκε από την εναγομένη στις 8-10-1965 με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας και υπηρέτησε σ' αυτήν ως υπάλληλος του Κλάδου Κυρίου Προσωπικού, εξελιχθείς μέχρι του βαθμού του Διευθυντή, αποχώρησε δε από την υπηρεσία του στις 31-12-2005.Οι εργασιακές σχέσεις του ενάγοντος ρυθμίζονταν αρχικά από τον Οργανισμό Υπηρεσίας της εναγομένης και σύμφωνα με αυτόν ο ενάγων θα αποχωρούσε από την υπηρεσία του την 1-1-2010, γι' αυτό και η σύμβαση του ήταν ορισμένου χρόνου.

Ο ενάγων δεν επικαλείται με την αγωγή του ότι με την προσχώρηση του στον Οργανισμό Υπηρεσίας της εναγομένης, ο προαναφερόμενος όρος περί αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής του σχέσης με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του κατέστη και όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του. Μάλιστα με την προσθήκη των προτάσεων του που κατέθεσε στο Εφετείο διευκρινίζει ρητά ότι πουθενά στην αγωγή ή στις προτάσεις του δεν υποστήριξε ότι οι διατάξεις του προϊσχύσαντος Οργανισμού αποτέλεσαν αυτόματα όρους της ατομικής σύμβασης εργασίας του.

Ο παραπάνω Οργανισμός Υπηρεσίας της εναγομένης καταργήθηκε αναδρομικά από 12-3-2001, οπότε άρχισε να ισχύει ο νέος κανονισμός εργασίας και προσωπικού της τράπεζας, το άρθρο 33 του οποίου τροποποιήθηκε με την από 5-6-2002 ΕΣΣΕ και με βάση τη νέα πλέον ρύθμιση η σύμβαση εργασίας του ενάγοντος έληγε αυτοδικαίως την 1-1-2006, αφού τότε θα είχε συμπληρώσει το 58° έτος της ηλικίας του (γεννήθηκε το έτος 1947) και 39 έτη συντάξιμης υπηρεσίας.

Ενόψει αυτού ο ενάγων με την από 2-6-2005 αίτηση του προς τη Διοίκηση της εναγομένης ζήτησε να παραταθεί η παραμονή του στην υπηρεσία μέχρι τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του , πλην όμως η εναγομένη απέρριψε το αίτημα του. Ομοίως, η εναγομένη απέρριψε και νέο αίτημα του ενάγοντος, το οποίο αυτός υπέβαλε με την από 3-10-2005 αίτηση του, με την οποία ζήτησε την παράταση της παραμονής του επί δυο έτη, ήτοι μέχρι 31-12-2007.

Κατόπιν της νέας αυτής άρνησης της εναγομένης ο ενάγων κατέθεσε κατ' αυτής ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών αίτηση ασφαλιστικών μέτρων, με την οποία ζήτησε να απαγορευθεί στην εναγομένη, μέχρι την έκδοση απόφασης επί της αίτησης του, να το απομακρύνει από την υπηρεσία την 1-1-2006, εκδόθηκε δε από τον Πρόεδρο Πρωτοδικών σχετική προσωρινή διαταγή, η οποία όμως, ανακλήθηκε κατά τη συζήτηση της αίτησης ασφαλιστικών μέτρων στις 23-1-2006 μετά από αίτηση της εναγομένης.

Κατόπιν αυτού, στις 24-1-2006, η εναγομένη τον διέγραψε από τη δύναμη του προσωπικού της τράπεζας, γεγονός το οποίο γνωστοποίησε με έγγραφο της στον ενάγοντα στις 26-1-2006. Σύμφωνα με τα παραπάνω ο ενάγων αποχώρησε από την υπηρεσία του λόγω λύσης της σύμβασης εργασίας του με τη συμπλήρωση του 58ου έτους της ηλικίας του.

Εγκύρως, με την από 5-6-2002 ΕΣΣΕ, αντικαταστάθηκε το άρθρο 33 του (νέου) Κανονισμού εργασίας και προσωπικού της εναγομένης και μειώθηκε το προβλεπόμενο όριο ηλικίας για την αυτοδίκαιη λύση της συμβάσεως εργασίας των υπαλλήλων της εναγομένης από το 62° στο 58° έτος. Ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο κανονιστικός όρος του άρθρου 26 του προϊσχύσαντος Οργανισμού της εναγομένης ή του άρθρου 33 του νέου Κανονισμού, οι οποίοι όριζαν ως όριο της αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής σχέσης των υπαλλήλων της τράπεζας το 62° έτος της ηλικίας τους, είχε καταστεί και όρος τη ατομικής συμβάσεως του ενάγοντος.

Ουδόλως αποδείχθηκε ότι στην αρχική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος υπήρξε ειδική συμφωνία μεταξύ αυτού και της εναγομένης για ενσωμάτωση των κανονιστικών όρων του ως άνω Οργανισμού στην ατομική σύμβαση εργασίας του, ούτε και αργότερα καταρτίστηκε μεταξύ των ανωτέρω συμβαλλομένων άλλη ατομική, γραπτή ή προφορική, σύμβαση με παρόμοιο περιεχόμενο.

Ισχυρίζεται, όμως, ο ενάγων ότι όρος του προϊσχύσαντος Οργανισμού περί αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής του σχέσης με συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του, κατέστη όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του με τη γνωστοποίηση σ' αυτόν από την εναγομένη με τα από 10-3-1996 και 23-1-1998 έγγραφα της των ουσιωδών όρων της ατομικής σύμβασης του, σύμφωνα με το π.δ. 156/1994, και την αποδοχή εκ μέρους του των πιο πάνω όρων, στους οποίους περιλαμβανόταν και η διάρκεια της ορισμένου χρόνου σύμβασης του με τη ρητή παραπομπή στο άρθρο 26 του παραπάνω προϊσχύσαντος Οργανισμού.

Όμως, αν δεν υφίσταται αυτόματη ενσωμάτωση των όρων του Κανονισμού Εργασίας στην ατομική σύμβαση εργασίας (πράγμα το οποίο αρνείται ο ενάγων) ή αν δεν υφίσταται ειδική και ρητή συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού, με την οποία να γίνεται ρητή παραπομπή σε συγκεκριμένο Κανονισμό Εργασίας ή στους κανονιστικούς όρους ορισμένης ΣΣΕ, μόνη η έγγραφη ενημέρωση του εργαζομένου, κατά τις διατάξεις του π.δ. 156/1994, για τις ισχύουσες κατά το χρόνο της ενημέρωσης ρυθμίσεις, και η αποδοχή αυτών, δεν καθιστά αυτοδικαίως τους όρους του ισχύοντος Κανονισμού Εργασίας ή συγκεκριμένης ΣΣΕ και όρους της ατομικής σύμβασης του μισθωτού.

Εξάλλου, ούτε και ο όρος 33 του νέου Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης, που καταρτίστηκε με την από 9-3-2001 ΕΣΣΕ, κατέστη όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του ενάγοντος, αφού οι κανονιστικές διατάξεις του καταρτισθέντος με συλλογική σύμβαση κανονισμού δεν ενσωματώνονται εκ του νόμου σ' αυτήν αλλά επενεργούν έξωθεν έχοντας άμεση και αναγκαστική ισχύ επί των ατομικών συμβάσεων εργασίας, ενώ δεν αποδείχθηκε και η ύπαρξη σχετικής ειδικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων.

Μετά την άνω αντικατάσταση του άρθρου 33 του Κανονισμού Εργασίας της εναγομένης έπαυσε η ισχύς του σχετικού κανονιστικού όρου που καθόριζε ως όριο της αυτοδίκαιης λύσης της σύμβασης εργασίας των υπαλλήλων της το 62° έτος της ηλικίας τους και επομένως η ατομική σύμβαση εργασίας του ενάγοντος, εφόσον δεν είχε ειδικά συμφωνηθεί η λύση αυτής με τη συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του, κατελήφθη πλέον από τη νέα ρύθμιση της από 5-6-2002 ΕΣΣΕ, με την οποία το ανωτέρω όριο μειώθηκε στο 58° έτος.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο, αφού έκρινε ότι με την άνω αναφερόμενη γνωστοποίηση των ουσιωδών όρων εργασίας του ενάγοντος είχε γίνει ρητή παραπομπή στο άρθρο 26 του προϊσχύσαντος Οργανισμού Υπηρεσίας της εναγομένης και δέχθηκε την αγωγή ως προς την κύρια βάση της ως ουσιαστικά βάσιμη, εσφαλμένα το νόμο ερμήνευσε και εφάρμοσε και τις αποδείξεις εκτίμησε.

Με βάση τις ανωτέρω παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο έσφαλε στην εφαρμογή του νόμου, με το να κρίνει ότι με την ως άνω αναφερόμενη γνωστοποίηση των ουσιωδών όρων εργασίας του ενάγοντος είχε γίνει ρητή παραπομπή στο άρθρο 26 του προϊσχύσαντος Οργανισμού Υπηρεσίας της εναγομένης.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 680 §2 ΑΚ, 7 §2 ν. 1876/1990, 3 §1 π.δ. 156/1994, 3 §1 της οδηγίας 91/533/Ε.Ο.Κ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, διέλαβε δε στην απόφαση του επαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον προκείμενο αναιρετικό έλεγχο. Καμιά αντίφαση δεν υπάρχει στην παραδοχή του Εφετείου ότι δεν καταρτίστηκε ειδική συμφωνία μεταξύ των διαδίκων για την ισχύ του άρθρου 26 του Οργανισμού Υπηρεσίας της εναγομένης στη σύμβαση του ενάγοντος και στην παραδοχή "ο ενάγων, ισχυρίζεται, ότι όρος του προϊσχύσαντος Οργανισμού περί αυτοδίκαιης λύσης της εργασιακής του σχέσης με συμπλήρωση του 62ου έτους της ηλικίας του, κατέστη όρος της ατομικής σύμβασης εργασίας του με τη γνωστοποίηση σ' αυτόν από την εναγομένη με τα από 10-3-1996 και 23-1-1998 έγγραφα της των ουσιωδών όρων της ατομικής σύμβασής του, σύμφωνα με το π.δ. 156/1994, και την αποδοχή εκ μέρους του των πιο πάνω όρων, στους οποίους περιλαμβανόταν και η διάρκεια της ορισμένου χρόνου σύμβασης του με τη ρητή παραπομπή στο άρθρο 26 του παραπάνω προϊσχύσαντος Οργανισμού", αφού, όπως αναφέρθηκε στη μείζονα πρόταση, η άνω ενημέρωση δεν μπορεί να θεωρηθεί ως πρόταση του εργοδότη για κατάρτιση συμβάσεως και συνεπακόλουθα δεν νοείται η κατάρτιση οιασδήποτε συμβάσεως με την από τους εργαζόμενους αποδοχή της παραπάνω ενημέρωσης.

Επομένως, οι αντίθετοι από το άρθρο 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και τέταρτος λόγοι του αναιρετηρίου είναι αβάσιμοι. Περαιτέρω, ο αναιρεσείων με το δεύτερο λόγο της αίτησης του αποδίδει στην προσβαλλομένη απόφαση ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, που αφορούν τους κανόνες ερμηνείας των δικαιοπραξιών.

Ειδικότερα, μέμφεται αυτός την ως άνω απόφαση για το λόγο ότι, μολονότι δέχθηκε εμμέσως πλην σαφώς την ύπαρξη ερμηνευτικού κενού ή αμφιβολίας ως προς το περιεχόμενο των από 10-3-1996 και 23-1-1998 εγγράφων της εναγομένης σχετικά με το αν ενσωματώνουν στην ατομική σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος κανονιστικούς όρους με τη ρητή παραπομπή που περιέχουν σε αυτούς ή αν τα ως άνω έγγραφα αποτέλεσαν ενημερωτικά έγγραφα χωρίς έννομες συνέπειες, προέβη σε ερμηνεία του περιεχομένου των ως άνω εγγράφων και έκρινε αναιτιολόγητα ότι τα ως άνω έγγραφα είχαν απλό ενημερωτικό χαρακτήρα, χωρίς όμως να προσφύγει στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ.

Πλην, ο λόγος αυτός και ως προς τα δύο μέρη του, από τους αριθμούς αντίστοιχα 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το δικαστήριο της ουσίας δεν δέχθηκε ότι τα ως άνω έγγραφα περιέχουν ειδική συμφωνία των διαδίκων για την ισχύ συγκεκριμένου κανονιστικού όρου, δηλαδή εκείνου του άρθρου 26 του Οργανισμού Υπηρεσίας της αναιρεσίβλητης, με τη ρητή παραπομπή σ' αυτόν αλλά, αντιθέτως, ανέλεγκτα εκτίμησε το περιεχόμενο των ως άνω εγγράφων και έκρινε ότι η προαναφερόμενη ενημέρωση του αναιρεσείοντος αφορούσε απλώς τη γνωστοποίηση σ' αυτόν της υπάρχουσας νομικής κατάστασης της συμβάσεως του.

II. Κατά το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ, παραμόρφωση του περιεχόμενου εγγράφου, που συνεπάγεται αναίρεση της αποφάσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει στο έγγραφο περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πραγματικά διαλαμβάνεται σ' αυτό και όχι όταν, μετά από εκτίμηση του περιεχομένου του, όπως είναι πραγματικά, οδηγείται σε κρίση, ανέλεγκτη κατά το άρθρο 561 §1 ΚΠολΔ, διαφορετική από εκείνη την οποία αυτός που προβάλλει ότι παραμορφώθηκε το περιεχόμενο του θεωρεί ως σωστή.

Γενικά ο πιο πάνω λόγος αναιρέσεως συντρέχει όταν έγινε σφάλμα στην ανάγνωση του εγγράφου, με την παραδοχή ως περιεχομένων σ' αυτό περιστατικών κατάδηλα διαφορετικών από εκείνα που πραγματικά διαλαμβάνονται και όχι όταν υπάρχει σφάλμα στην εκτίμηση του περιεχομένου του, το οποίο αναγνώσθηκε ορθά για την συναγωγή αποδεικτικού συμπεράσματος.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η από το άρθρο 559 αρ. 20 ΚΠολΔ αιτίαση, γιατί το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο των παραπάνω από 10-3-1996 και 23-1-1998 εγγράφων της εναγομένης με την κρίση του ότι αυτά δεν ενσωματώνουν στην ατομική σύμβαση εργασίας του αναιρεσείοντος κανονιστικούς όρους με τη ρητή παραπομπή που περιέχουν σε αυτούς αλλά αποτέλεσαν ενημερωτικά έγγραφα χωρίς έννομες συνέπειες.

Όμως, με το λόγο αυτό αναιρέσεως δεν προβάλλονται περιστατικά που να μπορούν να στηρίξουν αναίρεση με βάση τη διάταξη που προαναφέρθηκε, αλλά πλήττεται η ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Εφετείου κατά την εκτίμηση των ανωτέρω εγγράφων, αποδιδόμενου στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλματος ως προς την εκτίμηση του περιεχομένου και όχι σφάλματος ως προς την ανάγνωση του.

Συνεπώς, ο λόγος αυτός αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

III. Κατά την διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, η οποία έχει έντονο τον χαρακτήρα κανόνα δημόσιας τάξης, απαγορεύεται η καταχρηστική άσκηση του δικαιώματος, τούτο δε διακηρύσσεται και με την διάταξη του άρθρου 25 παρ. 3 του Συντάγματος, το οποίο αναφέρεται αδιακρίτως σε κάθε δικαίωμα. Περαιτέρω, ορίζεται στο άρθρο 25 παρ. 1 του ισχύοντος Συντάγματος ότι "Τα δικαιώματα του ανθρώπου ως ατόμου και ως μέλους του κοινωνικού συνόλου και η αρχή του κοινωνικού κράτους δικαίου τελούν υπό την εγγύηση του Κράτους...

Οι κάθε είδους περιορισμοί που μπορούν κατά το Σύνταγμα να επιβληθούν στα δικαιώματα αυτά πρέπει να προβλέπονται είτε απευθείας από το Σύνταγμα είτε από το νόμο, εφόσον υπάρχει επιφύλαξη υπέρ αυτού και να σέβονται την αρχή της αναλογικότητας". Η αρχή αυτή δεν εφαρμόζεται απευθείας από το δικαστήριο, παρά μόνο για τον έλεγχο συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου (ΟλΑΠ 6/2009).

Εξάλλου, με το άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως για την προστασία των δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των θεμελιωδών ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε (μαζί με τη Σύμβαση) με το Ν.Δ. 53/1974 και έχει, σύμφωνα με το άρθρο 28 παρ. 1 του Συντάγματος, αυξημένη έναντι των κοινών νόμων ισχύ, ορίζεται, ότι "παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον δικαιούται σεβασμού της περιουσίας του.

Ουδείς δύναται να στερηθεί της περιουσίας αυτού, ειμή δια λόγους δημοσίας ωφελείας και υπό τους προβλεπόμενους υπό του νόμου και των γενικών αρχών του διεθνούς δικαίου όρους. Αι προαναφερόμεναι διατάξεις δεν θίγουν το δικαίωμα παντός Κράτους όπως θέσει εν ισχύι νόμους ους ήθελε κρίνει αναγκαίους προς ρύθμισιν της χρήσεως αγαθών συμφώνως προς το δημόσιο συμφέρον ή προς εξασφάλισιν της καταβολής φόρων ή άλλων εισφορών ή προστίμων".

Με τη διάταξη αυτή κατοχυρώνεται ο σεβασμός της περιουσίας του προσώπου, το οποίο μπορεί να τη στερηθεί μόνο για λόγους δημόσιας ωφέλειας. Στην έννοια της περιουσίας, κατά την ερμηνεία της διατάξεως αυτής, σύμφωνη και προς το ανωτέρω άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, πρέπει να θεωρηθεί ότι περιλαμβάνονται και τα ενοχικά περιουσιακά δικαιώματα και ειδικότερα, οι απαιτήσεις, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον, έως την προσφυγή στο δικαστήριο, δίκαιο ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικώς.

Τέτοιες ενοχικές αξιώσεις είναι κατά το ελληνικό δίκαιο και οι απαιτήσεις του εργατικού δικαίου. Στην προκειμένη περίπτωση, ο αναιρεσείων, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της ένδικης αγωγής, ισχυρίστηκε σ' αυτή με επικουρική βάση ότι η εναγομένη προέβη στη μείωση του ορίου ηλικίας κατά κατάχρηση της ελευθερίας της για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας, αφού 1) αυτή μεθόδευσε την πρόωρη λύση της συμβάσεως εργασίας του καταστρατηγώντας τις διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, 2) η συγκεκριμένη ρύθμιση παραβιάζει την αρχή της αναλογικότητας, καθόσον με αυτή ελάχιστοι υπάλληλοι της αποχώρησαν από την υπηρεσία τους, ενώ η εναγομένη θα μπορούσε να επιτύχει την απομάκρυνση περισσότερων με εθελούσια έξοδο, 3) ο παράλογος μικροοικονομικός χαρακτήρας του 58ου έτους ως ορίου ηλικίας και οι εγγενείς αδυναμίες της ρύθμισης θα οδηγήσουν σύντομα στην αντικατάσταση της και 4) η ως άνω ρύθμιση προσβάλλει, επίσης, το νόμιμο δικαίωμα προσδοκίας του για τη συνταξιοδότηση του την 1-1-2010.

Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση του έκρινε ότι η ανωτέρω επικουρική βάση της ένδικης αγωγής, με αυτό το περιεχόμενο, είναι μη νόμιμη, δεδομένου ότι νόμιμα και έγκυρα αντικαταστάθηκε με την από 5-6-2002 ΕΣΣΕ το άρθρο 33 του (νέου) Κανονισμού εργασίας και προσωπικού της εναγομένης, ο οποίος καταρτίστηκε με την από 9-3-2001 ΕΣΣΕ, και μειώθηκε το προβλεπόμενο όριο ηλικίας για την αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων εργασίας των υπαλλήλων της εναγομένης από το 62° στο 58° έτος, αφού οι όροι εργασίας που ρυθμίζει η συλλογική σύμβαση εργασίας μπορούν να τροποποιούνται με νεότερη συλλογική σύμβαση του ίδιου επιπέδου, η οποία μπορεί να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης ΣΣΕ ακόμη και σε βάρος των εργαζομένων.

Το γεγονός ότι με την από 9-3-2001 ΕΣΣΕ ορίστηκε ως όριο για την αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων εργασίας των υπαλλήλων της εναγομένης το 62° έτος, δεν μπορεί να αποδοθεί σε μεθόδευση της εναγομένης προ καταστρατήγηση των διατάξεων του ν. 1876/90 και ειδικότερα της αρχής της εύνοιας, αφού, σε περίπτωση που πράγματι υπήρχαν ευνοϊκότεροι όροι στις ατομικές συμβάσεις εργασίας αυτών, αυτοί θα υπερίσχυαν των τυχόν δυσμενέστερων όρων τόσο του νέου Κανονισμού όσο και της τροποποιητικής αυτού από 5-6-2002 ΕΣΣΕ.

Εξάλλου, ενόψει του ότι η μείωση του ορίου ηλικίας για την αυτοδίκαιη λύση των συμβάσεων εργασίας των υπαλλήλων της εναγομένης επήλθε με συλλογική σύμβαση εργασίας αλλά και της υπάρχουσας δυνατότητας η νεότερη συλλογική σύμβαση να τροποποιεί τους όρους εργασίας της παλαιότερης ακόμη και σε βάρος των εργαζομένων, με την ένδικη ρύθμιση, η οποία έχει γενικό και απρόσωπο χαρακτήρα, δεν παραβιάστηκε η αρχή της αναλογικότητας, ακόμη και εάν πράγματι ελάχιστα άτομα αποχώρησαν με τη συγκεκριμένη ρύθμιση, δεδομένου ότι η εφαρμογή προγράμματος εθελούσιας εξόδου, που κατά τον ενάγοντα όφειλε να εφαρμόσει η εναγομένη, εναπόκειται αποκλειστικά στη διακριτική ευχέρεια του εργοδότη, αλλά ούτε και αποσβέστηκε περιουσιακό ενοχικό δικαίωμα του ενάγοντος και ειδικότερα περιουσιακού χαρακτήρα απαίτηση αυτού, η οποία να είχε γεννηθεί κατά το ελληνικό δίκαιο και για την οποία να υπήρχε νόμιμη προσδοκία να ικανοποιηθεί δικαστικά, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς.

Επομένως, η συγκεκριμένη ρύθμιση δεν έγινε κατά κατάχρηση της ελευθερίας για τη σύναψη συλλογικών συμβάσεων εργασίας, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων. Πρέπει, λοιπόν, και η επικουρική βάση της αγωγής να απορριφθεί. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως τις διατάξεις των άρθρων 25 παρ. 3 του Συντάγματος, 281 ΑΚ και 1 παρ. 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, όπως αβασίμως υποστηρίζει ο αναιρεσείων με το πρώτο μέρος, από τον αριθ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, του πέμπτου και έβδομου λόγων αναιρέσεως.

Οι ίδιοι λόγοι αναιρέσεως κατά το δεύτερο μέρος τους, με το οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απαράδεκτοι, αφού η ίδρυση λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό αυτό προϋποθέτει κατ' ουσίαν έρευνα της αγωγής και δεν ιδρύεται σε περίπτωση απόρριψης αυτής ως μη νόμιμης.

Τέλος, ενόψει του ότι, κατά τα εκτεθέντα στη μείζονα πρόταση, η αρχή της αναλογικότητας δεν εφαρμόζεται απευθείας από το δικαστήριο, παρά μόνο για τον έλεγχο συνταγματικότητας νόμων που περιορίζουν δικαιώματα του ανθρώπου, δεν ιδρύεται, σε περίπτωση παραβιάσεως της αρχής αυτής λόγος αναιρέσεως και, συνεπώς, ο έκτος λόγος του αναιρετηρίου, από τους αριθ. 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 12-9-2008 αίτηση του ... για αναίρεση της υπ' αριθμ. 5886/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 4 Μαΐου 2010.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 18 Μαΐου 2010.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ