Supreme Court dismisses appeal for lack of legal basis, citing insufficient reasoning on contract termination effects.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellants' request to overturn the Court of Appeal's decision regarding a labor dispute. The appellants argued the lower court distorted evidence and failed to consider specific dates on a payment receipt, claiming the reasoning was insufficient. The court rejected these claims, ruling that the lower court's primary reasoning regarding the automatic limitation of contract termination effects independently supported the dismissal of the claim, rendering the alleged errors irrelevant.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1) No. 19 of the Code of Civil Procedure; Art. 566(1) and 577(3) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on insufficient or contradictory reasoning is inadmissible if the unchallenged reasoning alone sufficiently supports the operative part of the judgment.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 860 / 2008 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 860/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Λοβέρδο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βασίλειο Ρήγα, Δημήτριο Δαλιάνη, Ιωάννη Σπυρίδωνα Τέντε και Γεώργιο Χρυσικό, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Ιανουαρίου 2008, με την παρουσία και της γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "....... ΕΠΕ", που εδρεύει στη .......Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) Χ2, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Γεώργιος Μαραζιώτης.
Της αναιρεσιβλήτου: Εταιρίας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "...... ΕΠΕ", που εδρεύει στο ....... Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Ιωάννης Δαμοράκης.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Νοεμβρίου 2001 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4036/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 8239/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15 Μαρτίου 2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Χρυσικός ανέγνωσε την από 13 Ιανουαρίου 2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παράγραφος 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή του (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική, αιτιολογία (Ολ.
ΑΠ 1/1999). Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες.
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Ολ. ΑΠ 861/1984). Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς, και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.
Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε στο πλαίσιο της ερευνώμενης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 19 να επιδέχεται αυτή μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς επιχειρήματα των διαδίκων, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών με αριθ. 8239/2005 έγιναν δεκτά τα ακόλουθα ως προς τους λόγους της έφεσης της πρώτης αναιρεσείουσας που αφορούσαν την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της αντικειμενικά στο ίδιο από 28-11-2001 δικόγραφο σωρευθείσας αγωγής της για την καταβολή:
α) δαπανών που διενήργησε σε εκτέλεση εντολής προς αυτήν της αναιρεσίβλητης και β) αμοιβής συμφωνημένης από καταρτισθείσες ασφαλιστικές συμβάσεις εκ μέρους της αναιρεσίβλητης με τη μεσολάβηση της πρώτης αναιρεσείουσας ως ασφαλιστικής συμβούλου: "Η πρώτη των εναγόντων εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, που είναι συμφερόντων του δευτέρου από αυτούς, έχει αντικείμενο εργασιών όπως και ο δεύτερος επαγγέλλεται την παροχή υπηρεσιών ασφαλιστικού συμβούλου προς μεγάλες επιχειρήσεις.
Οι υπηρεσίες τους περιλαμβάνουν τη μελέτη των ασφαλιστικών αναγκών των πελατών τους (καθορισμός ασφαλιστικών κινδύνων και επιλογή προσφορότερων τρόπων καλύψεως αυτών), καθώς και την έρευνα της ασφαλιστικής αγοράς για την επιλογή των συμφερότερων οικονομικών όρων, τη διαπραγμάτευση όρων και ασφαλίστρων ή εκπτώσεων ή προσφορών με ελληνικές ή αλλοδαπές ασφαλιστικές εταιρείες για λογαριασμό των πελατών τους και τη σύνταξη των τελικών και έτοιμων προς υπογραφή συμβάσεων μεταξύ των πελατών τους και των ασφαλιστικών εταιρειών.
Κατά το έτος 1996 η πρώτη ενάγουσα άρχισε να συνεργάζεται με την πρώτη από τις παρακάτω εταιρείες του ομίλου Επιχειρήσεων ......., ο οποίος τότε αποτελείτο από τις ανώνυμες εταιρείες με τις επωνυμίες "Χιουντάϊ Ελλάς ΑΒΕΕ", "Auto Deal ABEE", "Auto Point Α.Ε.". Με την πρώτη κατάρτισε στις .... την, περιληφθείσα στο με ίδια ημεροχρονολογία μεταξύ τους καταρτισθέν συμφωνητικό, σύμβαση παροχής ασφαλιστικών συμβούλων.
Με βάση τη σύμβαση αυτή η εντολέας Α.Ε. ανέθεσε στην αντισυμβαλλόμενη της σύμβουλο ΕΠΕ και η τελευταία ανέλαβε την υποχρέωση να παρέχει στην πρώτη τις πιο κάτω υπηρεσίες: Προσδιορισμός των αναγκών ασφαλιστικής καλύψεως της εντολέα της. Σχεδιασμός της στρατηγικής της ασφαλιστικής καλύψεως της εντολέα.
Έρευνα ασφαλιστικής αγοράς, συλλογή, ανάλυση και διαπραγμάτευση προσφορών ασφαλίσεως της εντολέα. Διαπραγμάτευση και έλεγχος όρων ασφαλιστηρίων και εκπροσώπηση της εντολέα της κατά το διακανονισμό ζημιών της εντολέα, προερχομένων από ασφαλιστικούς κινδύνους. Η αμοιβή της ενάγουσας συμφωνήθηκε σε ποσοστό 10 % των καθαρών ασφαλίστρων.
Όπως προκύπτει με σαφήνεια από το κείμενο της συμβάσεως αυτής, η εν λόγω σύμβαση αφορούσε...... αποκλειστικά και μόνο στην αντισυμβαλλόμενη της και εντολέα αυτής...... άνω ανώνυμη εταιρεία......
Κατά το χρονικό διάστημα που απαιτείται για την εξόφληση του τιμήματος οι πωλητές παραπέμπουν τους πελάτες τους σε ασφαλιστικές εταιρείες της επιλογής τους, παρότι μέχρι την ολοσχερή εξόφληση του τιμήματος κύριος του πωλούμενου αυτοκινήτου εξακολουθούσε να παραμένει ο πωλητής. Το θέμα αυτό οδήγησε την άνω εταιρεία (HYUNDAI ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ) στην απόφαση να ιδρύσει ασφαλιστικό πρακτορείο, για να φροντίζει για την ασφάλιση των αυτοκινήτων, των οποίων παρακρατείτο η κυριότητα.
Έτσι...... συστάθηκε η εναγόμενη Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης που καταχωρήθηκε στο με αριθμό ...... (Τευχ. ΑΕ και ΕΠΕ) Φ.Ε.Κ., διαχειριστές αυτής οι μη εταίροι α) Γ1 (σύζυγος του δευτέρου των εναγόντων) και β)...... ...... από τις αρχές Ιουλίου 1999...... μέχρι τις 15.01.2000...... ο δεύτερος των εναγόντων, με τη βοήθεια της πρώτης των εναγόντων εταιρείας, της οποίας ο ίδιος ήταν διαχειριστής και νόμιμος εκπρόσωπός της, ανέλαβε τη στέγαση, οργάνωση και λειτουργία της εναγομένης εταιρείας, απασχολώντας προς τούτο προσωπικό της πρώτης ενάγουσας......
και καλύπτοντας τα σχετικά έξοδα. Έτσι, για την εκτέλεση των εργασιών της εναγομένης...... απασχόλησε προσωπικό της πρώτης ενάγουσας και συγκεκριμένα τη Γ1. που ήταν και συνδιαχειρίστρια της εναγομένης εταιρείας, το γιο του ........ και τον ασφαλιστή Ζ1..... Κατ' αυτό τον τρόπο ενεργώντας η πρώτη ενάγουσα υποβλήθηκε σε δαπάνες για την αμοιβή του Ζ1, απασχόληση γραμματέα, δαπάνες τηλεφώνων, αλληλογραφίας και λοιπά σχετικά έξοδα.
Όμως η πρώτη των εναγόντων ΕΠΕ, με δραστηριότητα την παροχή υπηρεσιών ασφαλιστικού συμβούλου, αποτελεί αυτόνομη οικονομική μονάδα, έχει δική της επαγγελματική στέγη, απασχολώντας δικό της προσωπικό και ενεργώντας στο δικό της όνομα και για δικό της λογαριασμό, σε σχέση με το πιο πάνω αντικείμενο της δραστηριότητάς της.
Στην προκείμενη δε περίπτωση προσέφερε τις παραπάνω υπηρεσίες της για το δεύτερο των εναγόντων, προκειμένου αυτός να αντεπεξέλθει στις υποχρεώσεις του έναντι της εναγομένης, που απέρρεαν από το από ...... ιδιωτικό συμφωνητικό. Το γεγονός της χρησιμοποιήσεως από τον δεύτερο ενάγοντα των άνω υπηρεσιών του προσωπικού της πρώτης ενάγουσας δεν μπορούσε η εναγομένη να το γνωρίζει και δεν την αφορούσε, ούτε αυτή έδωσε στην πρώτη τέτοια εντολή και κατά συνέπεια δεν είναι υπόχρεη να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα οποιαδήποτε δαπάνη, στην οποία αυτή υποβλήθηκε πραγματοποιώντας έξοδα ή για αμοιβή του προσωπικού της για την εργασία τους στην εναγομένη.
Εξ άλλου, η εναγόμενη σύμφωνα με τον όρο α' περ. γγ' του μεταξύ αυτής και του δεύτερου των εναγόντων από ...... ιδιωτικού συμφωνητικού είχε αναλάβει την οικονομοτεχνική υποστήριξη του τελευταίου κατά την εκτέλεση των όρων της μεταξύ τους συμβάσεως. Με βάση τον παραπάνω όρο αυτή (η εναγομένη) είχε αναλάβει να καλύψει όλες τις δαπάνες, τις οποίες θα πραγματοποιούσε ο αντισυμβαλλόμενός της, δεύτερος των εναγόντων, για την εκπλήρωση των συμβατικών του υποχρεώσεων, όχι όμως τέτοιες δαπάνες, που ισχυρίζεται ότι πραγματοποίησε η πρώτη ενάγουσα, δεδομένου ότι μεταξύ αυτής και της εναγομένης δεν καταρτίσθηκε τέτοια σύμβαση......
δεν αποδείχθηκε εξ άλλου, ότι τις αναφερόμενες από την πρώτη ενάγουσα δαπάνες, αυτή εκτέλεσε κατ' εντολή της εναγομένης εταιρείας, ούτε επίσης ότι η διάθεση προσωπικού της πρώτης προς εκτέλεση των όρων της συμβάσεώς της με το δεύτερο ενάγοντα, έγινε κατ' εντολή της εναγομένης και έτσι η τελευταία δεν οφείλει να καταβάλει στην πρώτη ενάγουσα τα αιτούμενα με την αγωγή της ποσά κατά τις περί εντολής διατάξεις, όπως αβάσιμα η τελευταία ισχυρίζεται......
αποδείχθηκε, ότι η από ..... σύμβαση της πρώτης των εναγόντων με τη μη διάδικο εταιρεία "HYUNDAI ΕΛΛΑΣ ΑΒΕΕ" είχε αντικείμενο ανεξάρτητο από τον επιδιωκόμενο από την εναγομένη εταιρεία σκοπό και, με τη σύσταση της (1999), η τελευταία ποτέ δεν υπεισήλθε στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις που απορρέουν από την άνω σύμβαση, παράλληλα με την αντισυμβαλλόμενη της πρώτης ενάγουσας, ως άνω μη διάδικο εταιρεία ή και άλλη του ομίλου επιχειρήσεων ........., όπως αβάσιμα η ενάγουσα εταιρεία ισχυρίζεται.
Και τούτο διότι η σχέση συνεργασίας συμφωνήθηκε αποκλειστικά ανάμεσα στις άνω εταιρείες με την προεκτεθείσα σύμβαση και είχε αποκλειστικό σκοπό την υπό καλύτερους όρους ασφάλιση των πολλών ιδιόκτητων κτιρίων της αντισυμβαλλόμενης άνω μη διαδίκου εταιρείας, η οποία είναι η αποκλειστική εισαγωγέας των αυτοκινήτων HYUNDAI στην Ελλάδα.
Επίσης, ανεξάρτητα αν η σχέση συνεργασίας της πρώτης ενάγουσας με την από ...... σύμβαση παροχής ασφαλιστικών συμβουλών αφορούσε αρχικά και τη δεύτερη και στη συνέχεια και τις πιο πάνω άλλες δύο εταιρείες του ομίλου ......, το αιτούμενο από την πρώτη ενάγουσα...... ποσό των 10.622.105 δραχμών, που προέκυψε από τη μείωση του κόστους των ασφαλίστρων για τις άνω εταιρείες του ομίλου, δεν αποδείχθηκε ότι έχει σχέση με την εναγόμενη.
Η έρευνα της αγοράς, στην οποία αναφέρεται η πρώτη των εναγόντων, αφορούσε ασφαλίσεις ακινήτων και μεταφορές εμπορευμάτων των άνω τριών εταιρειών του εν λόγω Ομίλου, ως προς τους ανωτέρω ασφαλιστικούς κινδύνους, εξακολουθούν να είναι ασφαλισμένες στην ασφαλιστική εταιρεία "......." που ήταν ασφαλισμένες και πριν από τη σύσταση της εναγομένης......
Επίσης, κατά παραδοχή ως και κατ' ουσίαν βάσιμου του υποβληθέντος από την εναγομένη...... ισχυρισμού περί ελλείψεως ενεργητικής νομιμοποιήσεως της πρώτης των εναγόντων προς την άσκηση της αγωγής της κατά της εναγομένης, πρέπει να απορριφθεί ως κατ' ουσία αβάσιμη και η αγωγή αυτής". Από τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση και δη την απαιτούμενη αιτιολογία, γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ κανόνων ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 361, 713, 722, 681 επ.
Α.Κ. 1, 6 παρ. 1 του Ν. 1569/1985 και 90 του Εμπ. Ν. τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων. Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει η πρώτη αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που την αφορά, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Εξ άλλου, ο ίδιος λόγος της αναίρεσης κατά την σ'αυτόν κατά το δεύτερος σκέλος του περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή ανεπάρκεια και αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα της ανυπαρξίας:
α) της εντολής της αναιρεσίβλητης προς την πρώτη αναιρεσείουσα για τη διενέργεια των αγωγικών δαπανών, και β) συμβατικού πλαισίου μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης για την παροχή εκ μέρους της πρώτης υπηρεσιών ασφαλιστικού συμβούλου προς τη δεύτερη, και τα αντίστοιχα περί του αντιθέτου επιχειρήματα της πρώτης αναιρεσείουσας, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, για την ανυπαρξία συμβατικής σχέσης:
α) εντολής μεταξύ της πρώτης αναιρεσείουσας και της αναιρεσίβλητης και β) μίσθωσης έργου μεταξύ των ίδιων διαδίκων παροχής υπηρεσιών ασφαλιστικού συμβούλου, με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του άρθ. 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων της πρώτης αναιρεσείουσας, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
ΙΙ. Ο λόγος αναίρεσης του αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ δίδεται όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν, ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής ως "πράγματα" θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και άρα στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή λόγου έφεσης όχι δε οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων (Ολ.ΑΠ 3/1997).
Εξ άλλου, δεν στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν το δικαστήριο έλαβε υπόψη προταθέντα ισχυρισμό (πράγμα) και τον απέρριψε ευθέως για οποιοδήποτε λόγο τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.ΑΠ 12/1997), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Ολ.ΑΠ 11/1996).
Με τον δεύτερο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το μέρος του που αφορά την πρώτη αναιρεσείουσα, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του τον αγωγικό ισχυρισμό της πρώτης αναιρεσείουσας, που στήριξε την επικουρική βάση της αγωγής της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αλλά και είχε αποτελέσει περιεχόμενο της έφεσής της.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και απορριπτέος, γιατί όπως και το Εφετείο με ειδική σκέψη (βλ. β' σελίδα 3ου φύλου) έκρινε, αλλά και προκύπτει από την κατ' άρθρ. 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (αγωγής, απόφασης πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και έφεσης), το πιο πάνω αγωγικό επικουρικό αίτημα από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, καίτοι απορρίφθηκε σιωπηρά από την υπ' αριθ. 4036/2004 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, και δεν ερευνήθηκε μετά την απόρριψη της κύριας βάσης, όπως είχε υποχρέωση, δεν μεταβιβάσθηκε στο Εφετείο με την από 21-10-2004 έφεση των αναιρεσειόντων σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 522 του ΚΠολΔ, και δεν ήταν ερευνητέο με την έννοια του "πράγματος" από την προσβαλλόμενη απόφαση.
ΙΙΙ. Κατά τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.
ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005). Κατά δε τη διάταξη του αρθρ. 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, ο λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης, ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό τα περιστατικά που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, που αποκλείει την εφαρμογή τους, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.
Α.Π. 30/1997 και 28/1997). Από τη διάταξη δε του άρθρου 561 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφ' όσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί ή εφ' όσον η εκτίμηση τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ.
είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, εκ του περιεχομένου του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερόμενες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφ' όσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 16 παρ. 1 του ν. 1569/1985, όπως τούτο αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ. 24 του ν. 2496/1997, "ασφαλιστικός σύμβουλος είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο μελετά την αγορά, παρουσιάζει και προτείνει λύσεις ασφαλιστικής κάλυψης των αναγκών των πελατών με ασφαλιστικές συμβάσεις για λογαριασμό των ασφαλιστικών επιχειρήσεων ή ασφαλιστικών πρακτόρων ή μεσιτών ή συντονιστών ασφαλιστικών συμβούλων για την πρόσκτηση εργασιών.
Η σχέση που συνδέει τον ασφαλιστικό σύμβουλο με τους ως άνω είναι σύμβαση έργου. Ο ασφαλιστικός σύμβουλος δεν έχει δικαίωμα υπογραφής ασφαλιστηρίων ούτε εκπροσώπησης ασφαλιστικής επιχείρησης ή ασφαλιστικού πράκτορα ή μεσίτη. Κάθε αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη". Κατά δε τη διάταξη του πρώτου εδαφίου του άρθρου 4 παρ. 4 του ως άνω νόμου 1569/1985 όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 36 παρ. 8 του Ν. 2496/1997, και η οποία σύμφωνα με το άρθρο 36 παρ. 25 του ν. 2496/1997, εφαρμόζεται αναλόγως, αν η ασφαλιστική επιχείρηση καταγγείλει την σύμβασή της με τον ασφαλιστικό σύμβουλο χωρίς σπουδαίο λόγο, καταβάλλει σ' αυτόν για χρονικό διάστηκα μέχρι τρία έτη από την καταγγελία την προμήθεια που αναλογεί στην παραγωγή του.
Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 700 Α.Κ., που εφαρμόζεται και στη σύμβαση έργου που υπογράφει ο ασφαλιστικός σύμβουλος με την εταιρεία, "ο εργοδότης έχει δικαίωμα έως την αποπεράτωση του έργου να καταγγείλει οποτεδήποτε τη σύμβαση.
Αν γίνει καταγγελία που λύνει τη σύμβαση για το μέλλον, οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή (όχι με την έννοια της αποζημίωσης), αφαιρείται όμως από αυτήν η δαπάνη που εξοικονομήθηκε από τη ματαίωση της σύμβασης......". Η διάταξη αυτή περιέχει κανόνα ενδοτικού δικαίου, και γι'αυτό είναι ισχυρή η συμφωνία των μερών, με την οποία ορίζεται ρύθμιση διαφορετική από εκείνη της διάταξης.
Δηλαδή, με τις αντίθετου περιεχομένου συμφωνίες, μπορεί να περιορίζεται το δικαίωμα του εργοδότη από το άρθρο 700 του Α.Κ. ή ακόμη, να καταλύεται, δηλαδή να χωρεί έγκυρη εκ των προτέρων παραίτηση του εργοδότη από το δικαίωμα της καταγγελίας ή να παραχωρούνται περισσότερα δικαιώματα στον εργοδότη, όπως απαλλαγή από καταβολή της αμοιβής, ή να περιορίζεται η υποχρέωση σε ορισμένο ποσοστό, δηλαδή να χωρεί έγκυρη παραίτηση εκ των προτέρων του εργολάβου από ολόκληρη την αμοιβή που δικαιούται ή από μέρος αυτής.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Αθηνών με αριθ. 8239/2005, έγιναν δεκτά τα ακόλουθα ως προς τους λόγους της έφεσης του δεύτερου αναιρεσείοντος, που αφορούσαν την απόρριψη από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο της αντικειμενικά στο ίδιο από 28.11.2001 δικόγραφο σωρευθείσας αγωγής του, για την καταβολή της συμφωνημένης αμοιβής του ως ασφαλιστικού συμβούλου για όλο το έτος 2001 (μετά την καταγγελία της σύμβασης από την αναιρεσίβλητη εργοδότιδα) κατά τη διάταξη του άρθρου 700 του Α.Κ.: "Στη συνέχεια, ο δεύτερος των άνω συνδιαχειριστών της εναγομένης εταιρείας, ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτής κατάρτισε στις ....
με το δεύτερο των εναγόντων σύμβαση, που περιλήφθηκε στο με ίδια ημεροχρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό, δυνάμει της οποίας οι με αυτή συμβαλλόμενοι συμφώνησαν να συνεργασθούν με τους παρακάτω όρους: α) η εναγομένη εταιρία θα διέθετε: αα) το πελατολόγιο των ασφαλισμένων, ββ) το δίκτυο πωλήσεων, γγ) οικονομοτεχνική υποστήριξη και δδ) την οικονομική διοίκηση, β) ο Χ2 (β' ενάγων) θα αναλάμβανε την οργάνωση των ασφαλιστικών πωλήσεων, γ) η διάρκεια της συνεργασίας συμφωνήθηκε αορίστου χρόνου και θα δύναται να καταγγελθεί εγγράφως, ελευθέρως από οποιοδήποτε των συμβαλλομένων μερών, αζημίως και για τις δυο πλευρές, τα δε αποτελέσματα της καταγγελίας θα επέρχονται ένα (1) μήνα μετά τη νόμιμη επίδοση αυτής, δ) ο Χ2 (β' ενάγων) με κανένα λόγο συνδέεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας με τη συμβαλλόμενή του εταιρία, αλλά τυγχάνει ελεύθερος επαγγελματίας αμειβόμενος από την εταιρία με αποδείξεις παροχής υπηρεσιών, ε) η αμοιβή του θα ανέρχεται σε ποσοστό 20% επί των ετησίων καθαρών κερδών της (εναγομένης) εταιρίας, όπως αυτά θα προκύπτουν από τον ετήσιο ισολογισμό, πλέον του αναλογούντος ΦΠΑ, και η εκκαθάριση θα γίνεται την τελευταία ημέρα κάθε ημερολογιακού έτους.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι σε εκτέλεση της από ..... συμβάσεώς του με την εναγομένη, ο δεύτερος των εναγόντων κατέστρωσε το επιχειρηματικό σχέδιο έτους 2000 της πρώτης, το οποίο αυτή εκτέλεσε με πλήρη επιτυχία και, με βάση τα πραγματοποιηθέντα κέρδη αυτής, όπως αυτά προέκυψαν από τον οριστικό ισολογισμό της για το έτος αυτό, η τελευταία κατέβαλε στο δεύτερο των εναγόντων ως αμοιβή του, που είχε συμφωνηθεί, μαζί με τον επ' αυτής από 18% ΦΠΑ, συνολικά 22.096.179 δραχμές.
Στη συνέχεια, από το μήνα Νοέμβριο 2000 ο αυτός ενάγων ετοίμασε και κατέθεσε στην εναγομένη το επιχειρηματικό σχέδιο αυτής για το έτος 2001, το οποίο η τελευταία παρέλαβε και αποδέχθηκε. Το σχέδιο αυτό προέβλεπε κατά το έτος 2001 πραγματοποίηση αυξημένων πωλήσεων και κερδών ύψους 214.600.000 δραχμών. Με βάση την πρόβλεψη αυτή, η συνολική συμβατική αμοιβή του δεύτερου ενάγοντος για το άνω έτος, θα ανερχόταν στο ποσό των (214.600.000 Χ 20 % αμοιβή + 18 % ΦΠΑ επ' αυτής =) 50.645.600 δραχμών.
Έναντι της αμοιβής αυτού η εναγομένη με το 06/2001 τιμολόγιο παροχής υπηρεσιών κατέβαλε στις 31-3-2001 στο δεύτερο ενάγοντα έναντι των υπηρεσιών του για το χρονικό διάστημα Ιανουαρίου - Φεβρουαρίου 2001 μαζί με τον από 18% ΦΠΑ, συνολικά 4.037.960 δραχμές. Στη συνέχεια όμως η εναγομένη, όπως προς τούτο είχε δικαίωμα με βάση τον όρο γ' της μεταξύ αυτής και του δεύτερου ενάγοντος από ......
συμβάσεως, με την από 4-4-2001 εξώδικη δήλωση - καταγγελία της, που επιδόθηκε στον άνω αντισυμβαλλόμενό της στις 11-4-2001 (βλ. την ..... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών, .......), κατήγγειλε τη μεταξύ τους σχέση συνεργασίας, τα αποτελέσματα δε της καταγγελίας επήλθαν στις 11-5-2001, δηλαδή, ένα μήνα από την επίδοση αυτής στον ενάγοντα, όπως με τον αυτό όρο της μεταξύ τους συμβάσεως είχε συμφωνηθεί.
Μετά από αυτά, οι ενάγοντες με την από 10-10-2001 εξώδικη πρόσκληση - δήλωση -διαμαρτυρία τους, που διαβιβάστηκε με FAX στις 20-10-2001 στην εναγομένη, διαμαρτυρήθηκαν για την, κατ' αυτούς, κακόπιστη και καταχρηστική καταγγελία της συμβάσεως της με το δεύτερο από αυτούς και την κάλεσαν, μέσα σε πέντε (5) εργάσιμες ημέρες, να καταβάλει στην πρώτη το ποσό των 19.457.105 δραχμών, πλέον του επ' αυτού ΦΠΑ, και να παραδώσει στο δεύτερο από αυτούς τα αναγκαία για τον προσδιορισμό της αμοιβής του στοιχεία, σύμφωνα με τον όρο Σ' του μεταξύ τους συμφωνητικού.
Η εναγομένη με την από 15-11-2001 εξώδικη απάντησή της, που επιδόθηκε στις 27-11-2001 στους ενάγοντες (βλ. τις .... και .... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, .........), αρνήθηκε ότι είχε συνεργαστεί με την πρώτη ενάγουσα, καθώς και την προς αυτή οποιαδήποτε οφειλή της, και, ως προς τα αιτούμενα από το δεύτερο ενάγοντα στοιχεία, δήλωσε προς αυτόν ότι ουδέποτε αρνήθηκε να του καταβάλει την αναλογούσα αμοιβή του για το χρονικό διάστημα από 1-1-2001 μέχρι τις 11-5-2001, η οποία θα προέκυπτε κατά το κλείσιμο του ισολογισμού του έτους 2001, οπότε και θα του υπέβαλε τα απαιτούμενα προς έλεγχο της έγγραφα.
Στη συνέχεια, ενόψει συζητήσεως της από 17-5-2002 αιτήσεως του δεύτερου των εναγόντων κατά της εναγομένης ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με αίτημα τη λήψη ασφαλιστικών μέτρων προς εξασφάλιση της από 136.779,57 ευρώ αμοιβής του για την άνω αιτία, η τελευταία κατέβαλε στο δεύτερο των εναγόντων το ποσό των 43.334,24 ευρώ, καθώς επίσης παρέδωσε σε αυτόν και λεπτομερή ανάλυση του ποσού αυτού, το οποίο προέκυψε με βάση τον τελικό ισολογισμό της, έτους 2001.
Συγκεκριμένα, όπως αποδεικνύεται από τη μετ' επικλήσεως από τους διαδίκους προσκομιζόμενη από ..... απόδειξη εισπράξεως του άνω ποσού, που φέρει τη μη αμφισβητούμενη από το δεύτερο ενάγοντα υπογραφή του, αυτός "εισέπραξε από το δικηγόρο Αθηνών, Ιωάννη Μ. Δαμοράκη, ενεργούντα για λογαριασμό της ΕΠΕ με την επωνυμία ".........
ΕΠΕ" το ποσό των 43.334,24 ευρώ, εις πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της αφορώσας αυτόν αμοιβής από την ανωτέρω εταιρία, για το πεντάμηνο από 1-1-2001 έως 31-5-2001", όπως ακριβώς σε αυτή αναφέρεται. Από τη μετ' επικλήσεως από την εναγομένη προσκομιζόμενη ανάλυση της αμοιβής, προκύπτει ότι τα κέρδη ισολογισμού της 31-12-2001, ανέρχονταν στο ποσό των 201.311.313 δραχμών, γεγονός που και ο ενάγων συνομολογεί.
Έτσι, ο δεύτερος των εναγόντων για το έτος 2001 και μέχρι την επέλευση στις 11-5-2001 των αποτελεσμάτων της καταγγελίας, δικαιούται ανάλογης για το χρονικό αυτό διάστημα αμοιβής, η οποία σύμφωνα με τη σύμβαση ανέρχεται στο ποσό των (201.311.313 Χ 20 % = 40.262.262 δραχμές για όλο το έτος: 12=3.355.188 δρχ. κάθε μήνα Χ 4 μήνες δηλ.
Ιανουάριος έως Απρίλιος = 13.420.752 + 11 ημέρες Μαΐου 1.230.235,6 δρχ. =) 14.650.987 δρχ. ή 42.996,29 ευρώ. Στο ποσό αυτό πρέπει να προστεθεί ο από 18% ΦΠΑ οπότε η άνω αμοιβή του β' ενάγοντος ανέρχεται στα 17.288.162 δραχμές ή 50.735,62 €. Από το ποσό αυτό, αφού αφαιρεθεί η από 4.037.960 δραχμές ή 11.850,21 ευρώ αμοιβή που έλαβε ο άνω ενάγων (όπως και αυτός ομολογεί), από την εναγομένη στις 31-3-2001, απομένει υπόλοιπο αυτής (50.735,62 - 11.850,21=) 38.885,41 ευρώ, που δικαιούται αυτός λάβει.
Όμως, κατά τα άνω λεχθέντα, έλαβε από την εναγομένη, πλέον του άνω ποσού, αμοιβή για τους πέντε (5) πρώτους μήνες έτους 2001 ανερχόμενη στο ποσό των 43.334,24 ευρώ προς πλήρη και ολοσχερή εξόφλησή της, από την άνω αιτία, αμοιβής του. Όπως δε στην αρχή της παρούσας σκέψεως έχει λεχθεί, η διάταξη της ΑΚ 700 είναι ενδοτικού δικαίου και έτσι, είναι ισχυρή η συμφωνία των μερών, με την οποία ορίζεται ρύθμιση διαφορετική από εκείνη της ΑΚ 700.
Κατά συνέπεια, ενώ επί καταγγελίας μισθώσεως έργου κατά την ΑΚ 700 από τον εργοδότη οφείλεται στον εργολάβο η συμφωνημένη αμοιβή, στην προκειμένη περίπτωση τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν ότι η μεταξύ τους σύμβαση μπορεί να καταγγελθεί αζημίως και για τις δύο πλευρές και τα αποτελέσματα της καταγγελίας θα επέρχονται ένα μήνα μετά την επίδοση στον αντισυμβαλλόμενο της έγγραφης καταγγελίας.
Έτσι, ο εργολάβος δεύτερος των εναγόντων δικαιούται στην περίπτωση αυτή να λάβει την αμοιβή του για το χρονικό διάστημα μέχρι τις 11-5-2001, που επήλθαν τα αποτελέσματα της καταγγελίας της συμβάσεως, και όχι όλη την αμοιβή, δηλαδή, για όλο το έτος 2001, όπως αβάσιμα αυτός ισχυρίζεται".
Το Εφετείο, με το να απορρίψει με τις ανωτέρω σκέψεις τους αντίστοιχους λόγους της έφεσης του δεύτερου αναιρεσείοντος, κατά της ομοίως κρινάσης πρωτόδικης απόφασης, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή που ο δεύτερος αναιρεσείων είχε ασκήσει κατά της αναιρεσίβλητης για μέρος της αμοιβής του για το έτος 2001, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε, τις εφαρμοσθείσες ως άνω ουσιαστικές διατάξεις των άρθ. 681, 700 και 361 του Α.Κ., 4 παρ. 4, 16 παρ. 1 και 3 του Ν. 1569/1985, καθόσον τα ανελέγκτως πιο πάνω δεκτά γενόμενα ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά της καταγγελίας της σύμβασης παροχής υπηρεσιών ασφαλιστικού συμβούλου εκ μέρους της εργοδότιδας αναιρεσίβλητης και του συμφωνημένου εκ των προτέρων περιορισμού της αμοιβής που θα εδικαιούτο ο δεύτερος αναιρεσείων για την καταγγελία αυτή και μέχρι ένα μήνα μετά από αυτήν, πληρούν το πραγματικό των νομικών εννοιών της καταγγελίας και του συμβατικού περιορισμού της αμοιβής του δεύτερου αναιρεσείοντος εργολάβου και δικαιολογούν την απόρριψη της αγωγής του για την αμοιβή του μετά την 31-5-2001, εφόσον άλλωστε και κατά τις πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλομένης, η αξίωση του δευτέρου αναιρεσείοντος για καταβολή της ετήσιας κάθε φορά ποσοστιαίας αμοιβής του στο σύνολο των ετήσιων λογιστικών αποτελεσμάτων της αναιρεσίβλητης, δεν είχε εξαρτηθεί κατά τη συμφωνία των μερών μόνο από την εκ μέρους του εκ των προτέρων, στο τέλος του προηγουμένου έτους, κατάστρωση του επιχειρηματικού της σχεδίου, αλλά και από την εκ μέρους της αναιρεσίβλητης εκτέλεση του ίδιου σχεδίου με πλήρη επιτυχία στο σύνολό του, όπως συνέβη και κατά το έτος 2001.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζονται με τον πρώτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το μέρος του που αφορά τον δεύτερο αναιρεσείοντα, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 1 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Από τις ίδιες πιο πάνω παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα προκύπτει ότι έχει νόμιμη βάση, και δη την απαιτούμενη αιτιολογία γιατί καλύπτεται χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις και με πληρότητα και σαφήνεια, χωρίς να χρειαζόταν οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω παραδοχή, το πραγματικό των εφαρμοστέων εδώ πιο πάνω κανόνων ουσιαστικού δικαίου τους οποίους η προσβαλλόμενη απόφαση δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία η παράθεση και άλλων.
Επομένως, τα όσα αντίθετα υποστηρίζει ο δεύτερος αναιρεσείων με τον τέταρτο λόγο του αναιρετηρίου, κατά το μέρος που τον αφορά, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθ. 19 του άρθ. 559 του ΚΠολΔ κρίνονται αβάσιμα και απορριπτέα, όπως και ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης.
Εξ άλλου, ο ίδιος τέταρτος λόγος της αναίρεσης κατά το μέρος της που αφορά το δεύτερο αναιρεσείοντα κατά την σ' αυτόν περιλαμβανόμενη αιτίαση από τις διατάξεις των άρθρων 559 αριθ. 19 και 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ ότι υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την εκτίμηση των αποδείξεων, που αφορούν το ίδιο πιο πάνω προαναφερόμενο κρίσιμο ζήτημα, του, εκ των προτέρων περιορισμού συμβατικά της αμοιβής που θα εδικαιούτο ο δεύτερος αναιρεσείων ασφαλιστικός σύμβουλος για την περίπτωση καταγγελίας από τη διάταξη του άρθ. 700 του Α.Κ., της μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης σύμβασης παροχής υπηρεσιών του, και τα αντίστοιχα επιχειρήματα της αναιρεσίβλητης, και τα περί του αντιθέτου επιχειρήματα του δεύτερου αναιρεσείοντος, που έχουν σχέση με το τελικό αποδεικτικό πόρισμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο και βρίσκονται κατά τον τελευταίο σε αντίθεση με την παραδοχή της προσβαλλόμενης, ότι ζήτησε το υπόλοιπο της αμοιβής του, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού κατά τα προεκτιθέμενα, το από τις αποδείξεις πόρισμα εκτίθεται με σαφήνεια, πειστικότητα και κατά λογική ακολουθία τρόπο στην προσβαλλόμενη απόφαση, όπου εκτίθεται και ότι τα αποτελέσματα της καταγγελίας κατά ρητή συμβατική πρόβλεψη θα επέρχονταν ένα μήνα μετά την επίδοση στον δεύτερο αναιρεσίβλητο της καταγγελίας της αναιρεσίβλητης με ανάλογο περιορισμό και της ετήσιας αμοιβής του με τον ίδιο δε λόγο κατά τα λοιπά, εκ του περιεχομένου του οποίου δεν συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από εκείνες του 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, πλήττεται πλέον, μέσω των προαναφερομένων επιχειρημάτων του δευτέρου αναιρεσείοντος, η ουσία αποκλειστικά της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο.
IV. Εάν η προσβαλλόμενη απόφαση έχει δύο ισοδύναμες επάλληλες αιτιολογίες, οι οποίες στηρίζουν αυτοτελώς η κάθε μία το διατακτικό της, εφόσον η μία αιτιολογία από αυτές δεν πλήττεται τελεσφόρως ειδικά με λόγο αναίρεσης, η αναίρεση που πλήττει την άλλη αιτιολογία θ' απορριφθεί ως αλυσιτελής κατ' άρθρο 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ, εφόσον η μη πληττόμενη τελεσφόρως αιτιολογία στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης (Ολ.
Α.Π.25/1994). Στην προκειμένη περίπτωση, με την προσβαλλόμενη απόφαση έγιναν δεκτά και τα ακόλουθα: Πρέπει επίσης να λεχθεί ότι και στην περίπτωση ακόμη που θεωρηθεί ότι δικαιούται μεγαλύτερης από αυτή αμοιβής, τα αναφερόμενα στην άνω από 19-6-2002 απόδειξη ότι έλαβε το άνω ποσό "σε πλήρη και ολοσχερή εξόφληση της αφορώσας αυτόν οφειλής", δεν αποτελούν μη επιτρεπτή κατά νόμο παραίτηση από δικαιούμενης αμοιβής του, όπως αυτό συμβαίνει στη σύμβαση εργασίας κατά την ΑΚ 679, που είναι άκυρη τέτοια συμφωνία από τον εργαζόμενο.
Κατόπιν αυτών, ο δεύτερος των εναγόντων αφού αποδείχθηκε ότι έχει λάβει την αμοιβή του για το άνω διάστημα από την εναγομένη και μάλιστα, μεγαλύτερη εκείνης που δικαιούται να λάβει (ως αμοιβή του) από την τελευταία, έχει εξοφληθεί πλήρως για την αιτούμενη από αυτόν αμοιβή. Κατά συνέπεια, αφού γίνει δεκτός ως και κατ' ουσίαν βάσιμος ο κατ' ένσταση (ΑΚ 416) πρωτόδικα υποβληθείς και επαναλαμβανόμενος με τις προτάσεις της στο Δικαστήριο αυτό, ισχυρισμός της εναγομένης περί εξοφλήσεως της αμοιβής του δεύτερου ενάγοντος, πρέπει να απορριφθεί η αγωγή του τελευταίου κατ' αυτής ως ουσιαστικά αβάσιμη.
Με τον δεύτερο και τρίτο λόγους του αναιρετηρίου κατά το μέρος του που αφορά τον δεύτερο αναιρεσείοντα, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 20 και 8 αντίστοιχα του αρθ. 559 του Κ.Πολ.Δ. καθόσον αφορά την προαναφερθείσα επάλληλη αιτιολογία της και ειδικότερα για το ότι το Εφετείο: "α) παραμόρφωσε το περιεχόμενο της από ......
εξοφλητικής απόδειξης με το να δεχθεί επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από το πραγματικό περιεχόμενό του, και β) ότι δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν, ότι δηλαδή η απόδειξη αυτή, αναφερόταν στο από 1-1-2001 έως 31-5-2001 χρονικό διάστημα και όχι σε όλο το έτος 2001". Η ορθή όμως κατά νόμο πρώτη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης που προαναφέρθηκε, για έγκυρο συμβατικό εκ των προτέρων προσδιορισμό μεταξύ των διαδίκων των αποτελεσμάτων της κατά το άρθρο 700 του Α.Κ.
καταγγελία εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, και τον αντίστοιχο περιορισμό των αποτελεσμάτων της, με άμεση επίδραση και στις αξιώσεις του δεύτερου αναιρεσείοντος για την αμοιβή του, σε χρόνο μέχρις ενός μηνός μετά την καταγγελία, στηρίζει αυτοτελώς και ισοδύναμα το απορριπτικό διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης, και δεν πλήττεται τελεσφόρως με το αναιρετήριο, αφού όλες οι σχετικές αιτιάσεις κρίνονται αβάσιμες και απορριπτέες, ώστε οι πιο πάνω δύο λόγοι του αναιρετηρίου κρίνονται απορριπτέοι ως αλυσιτελείς.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 15.3.2006 αίτηση των: 1)........ ΕΠΕ" και 2) Χ1, για αναίρεση της υπ' αριθ. 8239/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσίβλητων, την οποία ορίζει σε χίλια εκατόν οκτακόσια (1800) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Φεβρουαρίου 2008.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 17 Απριλίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ