Legislator Case Law & Legislation
85/2018 AI generated

Supreme Court allows appeal against appellate court's burden of proof error in unjust enrichment case.

Case Number 85/2018
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court allowed the appeal against the Thessaloniki Court of Appeals' decision to reject the appellant's claim for unjust enrichment. The appellant argued the lower court incorrectly shifted the burden of proof regarding the authenticity of a handwritten note and the withdrawal of funds from the company's account. The court found the appellate court erred by failing to recognize the handwritten note as full proof of the husband's declaration, thus improperly requiring the appellant to prove the withdrawal without sufficient evidence.

Legislator headnote

AI generated

Articles 321, 322, 324, 331, 332 of the Code of Civil Procedure; The principle of res judicata binds courts and parties, but the burden of proof must be correctly allocated, and a handwritten note by a party constitutes full proof of their declaration unless contested.

Keywords

AI generated
unjust enrichment burden of proof res judicata handwritten note appellate review civil procedure evidence allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 559 number 16 of the Code of Civil Procedure
Articles 321, 322, 324, 331 and 332 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176 and 183 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 85 / 2018 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 85/2018

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αντώνιο Ζευγώλη, Ιωσήφ Τσαλαγανίδη, Γεώργιο Κοντό και Μιλτιάδη Χατζηγεωργίου -Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως, Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, εκπροσωπήθηκε δε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ευθύμιο Καυκόπουλο με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: Χ. χήρας Π. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Φαλαγκαράκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14-6-2006 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αλεξανδρούπολης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 60/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 134/2014 του Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30-1-2016 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η υπ' αριθμ. 134/2014 απόφαση του Εφετείου Θράκης, η οποία εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία και με την οποία απορρίφθηκε η από 20-7-2010 έφεση της αναιρεσείουσας και έγινε δεκτή η από 23-5-2011 αντίθετη έφεση. Οι εφέσεις αυτές στρέφονταν κατά της υπ' αριθμ. 60/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, που είχε δεχθεί εν μέρει κατ' ουσίαν την από 14-6-2006 αγωγή της αναιρεσίβλητης, με την οποία αυτή ζητούσε να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα να της καταβάλει ποσό 104.955,87 ευρώ, κατά το οποίο πλούτισε αδικαιολόγητα εις βάρος της, καθώς και ποσό 89.047,56 ευρώ για νόμιμους τόκους του ποσού αυτού.

Κατά το άρθρο 559 αριθμός 16 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης επιτρέπεται και αν το δικαστήριο κατά παράβαση του νόμου δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο. Από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 331 και 332 Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις των πολιτικών δικαστηρίων αποτελούν δεδικασμένο, το οποίο, εφόσον πρόκειται για δικαίωμα, που έχει ήδη κριθεί μεταξύ των ιδίων προσώπων για το ίδιο αντικείμενο της βασιζόμενης στην ίδια νομική και ιστορική αιτία διαφοράς, δεσμεύει τόσο τους διαδίκους και τα αναφερόμενα στα άρθρα 325-329 του αυτού Κώδικα άλλα πρόσωπα, όσο και τα πολιτικά δικαστήρια, τα οποία δεν μπορούν να επανακρίνουν εκείνο που έχει ήδη κριθεί.

Το δεδικασμένο εκτείνεται και επί του κριθέντος οριστικώς δικονομικού ζητήματος. Ως τέτοιο με την έννοια της διατάξεως του άρθρου 322 παρ. 1 β Κ.Πολ.Δ. νοείται κυρίως η απόρριψη της αγωγής, ως απαράδεκτης, λόγω ελλείψεως μιας ή περισσοτέρων διαδικαστικών προϋποθέσεων, που αναφέρονται είτε στους διαδίκους, είτε στο δικαστήριο, είτε στο αντικείμενο της δίκης είτε στο εισαγωγικό έγγραφο της δίκης (ορισμένο της αγωγής).

Εξάλλου, η απόφαση, που απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, δεν λύει το ζήτημα της υπάρξεως ή όχι του ουσιαστικού δικαιώματος, του οποίου έγινε επίκληση. Έτσι, το δικαίωμα αυτό εξακολουθεί να είναι νομικά αμφισβητήσιμο και μετά την απόρριψη της αγωγής. Τούτο δε, διότι η δέσμευση από το δεδικασμένο καταλαμβάνει το συγκεκριμένο λόγο απορρίψεως της αγωγής, με την έννοια ότι σε περίπτωση ασκήσεως νέας όμοιας αγωγής με την προηγούμενη, ήτοι αγωγής που εμφανίζει την ίδια δικονομική έλλειψη, το δικαστήριο θα απορρίψει αυτή, ως απαράδεκτη, λόγω δεδικασμένου περί την έλλειψη της εν λόγω διαδικαστικής προϋποθέσεως, χωρίς να ερευνήσει αν ορθώς ή εσφαλμένως έκρινε το προηγούμενο δικαστήριο.

Αντίθετα, εφόσον με τη δεύτερη αγωγή συμπληρωθεί η έλλειψη της διαδικαστικής προϋποθέσεως, δεν ισχύει πλέον το δεδικασμένο και είναι επιτρεπτή η άσκηση εκ νέου της αγωγής. Η απόρριψη της αγωγής, όμως, από δικαστήριο της ουσίας ως μη νόμιμης, αντί αόριστης, δημιουργεί για τον ενάγοντα δυσμενές δεδικασμένο, καθόσον το δεδικασμένο αυτό, που καταλαμβάνει την ουσία της διαφοράς (άρθρα 322, 324 ΚΠολΔ), αποκλείει πλέον την επανεξέτασή της, ενώ αντίθετα το δεδικασμένο από την απόρριψη της αγωγής, ως αόριστης, περιορίζεται στο δικονομικό αυτό ζήτημα και η διαφορά μπορεί να εισαχθεί ξανά στο δικαστήριο για ουσιαστική κρίση (ΑΠ 817/2013).

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τους αριθμούς 14 και 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την επίκληση ότι το Εφετείο εσφαλμένα δεν απέρριψε, ως απαράδεκτη, την υπό κρίση αγωγή της αναιρεσίβλητης, αν και υπήρχε δεδικασμένο, ως προς το ζήτημα αυτό, από την αμετάκλητη ήδη 76/2005 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αλεξανδρούπολης, η οποία, ερευνώντας την όμοια κατά περιεχόμενο προγενέστερη από 5-5-2004 αγωγή της αναιρεσίβλητης, με κύρια βάση την απόδοση των καταβληθέντων από την αναιρεσίβλητη ποσών με τη σύμβαση δανείου και επικουρικά με βάση τις διατάξεις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού, την είχε απορρίψει.

Όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο απέρριψε την προβληθείσα από την αναιρεσείουσα ένσταση υπάρξεως δεδικασμένου, δεχόμενο ότι με την προαναφερθείσα τελεσίδικη απόφαση απορρίφθηκε η προγενέστερη αγωγή της αναιρεσείουσας "κατά μεν την κύρια βάση της ως ουσιαστικά αβάσιμη λόγω ακυρότητας της σύμβασης δανείου, κατά δε την επικουρική βάση ως μη νόμιμη, διότι δεν γινόταν στην αγωγή επίκληση της σύμβασης δανείου..." και ότι "..η αγωγή αυτή ...ως προς την επικουρική βάση της του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ανεξαρτήτως αν χαρακτηρίσθηκε ως μη νόμιμη, απορρίφθηκε ως αόριστη, διότι δεν περιείχε κατά την κρίση του Δικαστηρίου εκείνου, τα αναγκαία κατά νόμο στοιχεία, ήτοι δεν γινόταν επίκληση ακυρότητας της σύμβασης δανείου.

Επομένως από την απόφαση αυτή δεν παράχθηκε δεδικασμένο για το, με την ένδικη αγωγή, αχθέν σε κρίση ουσιαστικό δικαίωμα απόδοσης του αδικαιολόγητου πλουτισμού της εναγομένης". Με βάση δε τις παραδοχές αυτές απέρριψε το σχετικό λόγο έφεσης της αναιρεσείουσας κατά της όμοιας απορριπτικής κρίσης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου.

Κρίνοντας έτσι το Εφετείο δεν υπέπεσε στις αναιρετικές πλημμέλειες του άρθρου 559 αριθμ. 14 και 16 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι ο εσφαλμένος χαρακτηρισμός της επικουρικής βάσης της προγενέστερης αγωγής της αναιρεσείουσας ως μη νόμιμης αντί του ορθού ως αόριστης, όπως ανελέγκτως έκρινε περί αυτού το εφετείο (δεδομένου ότι δεν προσκομίζεται η ως άνω τελεσίδικη απόφαση),δεν δημιουργεί δυσμενές δεδικασμένο μεταξύ των διαδίκων που αποκλείει την επανάσκηση της αγωγής, σύμφωνα με όσα εκτέθηκαν στη νομική σκέψη που προηγήθηκε και, κατά συνέπεια, ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη το άρθρου 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, ως εσφαλμένη εφαρμογή των ορισμών του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης, που θεμελιώνει λόγο αναίρεσης, νοείται η παρά τους ορισμούς του άρθρου 338 ΚΠολΔ κατανομή του (υποκειμενικού) βάρους απόδειξης, που προϋποθέτει την έκδοση παρεμπίπτουσας απόφασης περί αποδείξεως.

Τέτοια απόφαση δεν εκδίδεται, μετά την κατάργηση του άρθρου 341 ΚΠολΔ, με το άρθρο 5 του ν. 2195/2001, από τα δικαστήρια της ουσίας, ενώπιον των οποίων, σύμφωνα με το άρθρο 270 παρ. 7 ΚΠολΔ, όπως αντικαταστάθηκε με το αρθρ. 12 του ν. 2915/2001 και τυγχάνει εφαρμογής και στη δευτεροβάθμια δίκη (αρθρ. 524 παρ. 1 ΚΠολΔ), η οριστική απόφαση εκδίδεται με βάση τα αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι έχουν προσκομίσει και τις αποδείξεις που έχουν διεξαχθεί στο ακροατήριο.

Ωστόσο, μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης, με τις ανωτέρω διατάξεις του ν. 2915/2001, οπότε η έννοια του υποκειμενικού βάρους απόδειξης απώλεσε τη σημασία της, ο αναιρετικός έλεγχος από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, περιορίζεται πλέον μόνο όταν παραβιάζεται το αντικειμενικό βάρος απόδειξης, το οποίο καθορίζει το διάδικο που φέρει τις συνέπειες της μη πλήρους απόδειξης των κρίσιμων για τη θεμελίωση του ισχυρισμού του περιστατικών.

Για τον ουσιαστικό έλεγχο του λόγου αυτού προϋποτίθεται ότι, λόγω της εσφαλμένης κατανομής, απορρίφθηκε ο πραγματικός ισχυρισμός του διαδίκου ως αναπόδεικτος από έλλειψη ή ανεπάρκεια των αποδείξεων (ΑΠ 658/2014, 567/1984), ενώ έπρεπε να γίνει δεκτός. Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 445, 457 παρ. 1, 2 και 3 και 458 ΚΠολΔ συνάγεται, ότι η επίκληση και προσκομιδή ιδιωτικού εγγράφου προς απόδειξη ουσιώδους ισχυρισμού, εμπεριέχει ισχυρισμό του διαδίκου ως προς τη γνησιότητα του εγγράφου.

Ο αντίδικος έχει την υποχρέωση να δηλώσει αμέσως αν αναγνωρίζει ή αρνείται τη γνησιότητα της υπογραφής του εγγράφου. Σε περίπτωση αρνήσεως, ο διάδικος, που επικαλείται το ιδιωτικό έγγραφο, έχει την υποχρέωση να αποδείξει τη γνησιότητα, με κάθε αποδεικτικό μέσο. Εφ' όσον η γνησιότητα αναγνωρισθεί ή αποδειχθεί, το ιδιωτικό έγγραφο αποτελεί πλήρη απόδειξη ως προς το ότι η δήλωση, που περιέχει, προέρχεται από τον εκδότη του.

Ως προς το ζήτημα αυτό, της προέλευσης, δηλαδή, της δηλώσεως από τον εκδότη του εγγράφου, παράγεται αμάχητο τεκμήριο, το οποίο δεν μπορεί να ανατραπεί παρά μόνο με την προσβολή του εγγράφου ως πλαστού (ΚΠολΔ 460, 461, 463, βλ. ΑΠ 1254/2010). Αντίθετα, ως προς την αλήθεια του περιεχομένου της δηλώσεως, επιτρέπεται ανταπόδειξη, ακόμη και χωρίς να προσβληθεί το έγγραφο ως πλαστό.

Ειδικότερα, εάν το ιδιωτικό έγγραφο περιέχει απόδειξη λήψης ορισμένου ποσού, ο αντίδικος του διαδίκου που το επικαλείται διατηρεί τη δυνατότητα να αποδείξει ότι το περιεχόμενο του δεν είναι αληθινό. Διότι, στην πραγματικότητα, ως προς το γεγονός της καταβολής, η δήλωση λήψης ποσού, αποτελεί εξώδικη ομολογία, η οποία εκτιμάται ελεύθερα από το δικαστήριο και μπορεί να ανακληθεί, όταν δεν ανταποκρίνεται στην αλήθεια (ΚΠολΔ 352 παρ.2, 354, βλ.

ΑΠ 646/2009). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε την εξ αδικαιολογήτου πλουτισμού ύπαρξη απαίτησης της ενάγουσας (και ήδη αναιρεσίβλητης) κατά της εναγομένης (και ήδη αναιρεσείουσας) εταιρείας, προερχόμενη από σύμβαση ακύρου δανείου που είχε χορηγήσει η ίδια και ο αποβιώσας σύζυγος της στην εναγομένη ύψους 65.597,42 ευρώ, έναντι της οποίας συμψήφισε, κατ' αποδοχή ως βάσιμης εν μέρει σχετικής ένστασης της αναιρεσείουσας, ανταπαίτηση αυτής, δεχόμενο ειδικότερα ανελέγκτως ότι αποδείχθηκαν τα κατωτέρω περιστατικά: "Περαιτέρω η εναγομένη νόμιμα και παραδεκτά ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου πρότεινε σε μερικό συμψηφισμό της αξίωσης της ενάγουσας το συνολικό ποσό των 34.519,948 δραχμών ή 101,305,79 ευρώ.

Σε σχέση με την ένσταση αυτή...την οποία επαναφέρει και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου με αντίστοιχο λόγο έφεσης, αποδείχθηκε ότι πράγματι διατηρεί κατά της ενάγουσας ανταπαίτηση συνολικού ύψους 72.184,89 ευρώ. Ειδικότερα, όπως προκύπτει από την από 5-11-1999 εκτίμηση οικονομικής κατάστασης της εναγομένης εταιρίας, στην οποία γίνεται αποτίμηση του ενεργητικού και παθητικού της εναγομένης και την οποία υπογράφει η ενάγουσα και ο λογιστής Δ.

Τ., αναφέρεται στο κεφάλαιο "τελικό ποσό καθαρής θέσης" ότι στο ποσοστό 37,84% των μετοχών του Π. Α. και της ενάγουσας αναλογεί κεφάλαιο 81.492.867 δραχμών, μείον ποσά απολήψεων 17.735.000 και 6.862.000 δραχμών, ήτοι συνολικά 24.597.000 δραχμών και ήδη 72.184,89 ευρώ. Από το έγγραφο αυτό, που υπογράφει και η ενάγουσα, προκύπτει συνεπώς ότι αυτή και ο σύζυγός της έλαβαν το ανωτέρω συνολικό ποσό, το οποίο δεν έχει σχέση με το μισθό- ως λογιστή- του Π.

Α. και τις αποζημιώσεις τους ως μελών του ΔΣ.... Ειδικότερα αποδείχθηκε ότι από το παραπάνω ποσό, μέρος αυτού, ύψους 21.896.627 δραχμών ή 64.260,09 ευρώ προκύπτει ότι καταβλήθηκε στο ζεύγος Α. και από τα παρακάτω στοιχεία: το ποσό των 6.862.000 δραχμών, που αναφέρεται ως ποσό απόληψης στην ως άνω από 5-11- 1999 εκτίμηση οικονομικής κατάστασης της εναγομένης εταιρίας, προκύπτει ότι έλαβε πράγματι το ζεύγος Α.

και από τα αναλυτικά Καθολικά Τεταρτοβαθμίων των ετών 1998 και 1999, που προσκομίζει η εναγομένη, στα οποία εμφαίνεται ότι στην εταιρεία τηρούνταν λογαριασμός με αριθμό ... στο όνομα του Π. και Χ. Α. και ότι μέχρι 31-12-1998 οι ανωτέρω είχαν λάβει από το έτος 1991 μέχρι το έτος 1998 το συνολικό ποσό των 6.862.627 δραχμών ή 20.139,77 ευρώ, πέραν της δικαιούμενης αποζημίωσής τους στο ΔΣ της εταιρείας, που ανερχόταν στο ποσό των 140.000 δραχμών μηνιαίως.

Το ίδιο ποσό, που φέρεται με την αιτιολογία "Αμοιβές" στο καθολικό του έτους 1998, αναγράφεται και στο καθολικό έτους 1999, στο λογαριασμό 35 του ζεύγους Α. στη στήλη της χρέωσης. Επίσης η εναγομένη προσκομίζει και α) την με αριθμό …/24-3-1999 απόδειξη της εναγομένης, από την οποία προκύπτει ότι η ενάγουσα έλαβε έναντι λογαριασμού το ποσό του 1.000.000 δραχμών, ποσό που αναγράφεται και στη στήλη της χρέωσης του λογαριασμού … του ζεύγους Α.

στο αναλυτικό καθολικό έτους 1999 και β) την με αριθμό …/6-3-1998 απόδειξη της εναγομένης, από την οποία προκύπτει ότι ο σύζυγος της ενάγουσας Π. Α. έλαβε "επί αποδόσει λογαριασμού (δοσοληπτικός λογαριασμός μετόχων)" το ποσό των 9.834.000 δραχμών, ποσό που αναγράφεται και στη στήλη της χρέωσης του λογαριασμού ... του ιδίου στο αναλυτικό καθολικό έτους 1998, αλλά και στο από 1-9-1998 ιδιόχειρο σημείωμα δίπλα από το όνομα του Π.

Α., που σύμφωνα με την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης γράφηκε από τον ίδιο (Π. Α.). Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η εναγομένη πλήρωσε στις 3-11-1998, 2-12-1998, 4-1-1999 και 26-3-1999, τέσσερις επιταγές ποσού 600.000, 650.000, 1.200.000 και 1.750.000 δραχμών, αντίστοιχα, που αφορούσαν προσωπικές δαπάνες του ζεύγους Α. .... προκύπτει συνεπώς και από τα ανωτέρω αυτά στοιχεία, σε συνδυασμό με την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, ότι το ζεύγος Α.

έλαβε το συνολικό ποσό των 21.896.627 (6.862.627 + 1.000.000 + 9.834.000 + 4.200. 000) δραχμών. Για τα λοιπά δε ποσά, που προτείνει προς συμψηφισμό η εναγομένη, ύψους 12.359.321, 88.000, 88.000 και 88.000 δραχμών, το Δικαστήριο δεν μπορεί να συναγάγει ασφαλή συμπεράσματα για το ότι πράγματι λήφθηκαν από το ταμείο της εταιρείας από το ζεύγος Α., μόνο από το ανωτέρω αναφερόμενο σημείωμα και την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, αφού δεν προκύπτουν και από κάποιο άλλο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο, όσα δε αντίθετα υποστηρίζει η τελευταία με τον σχετικό λόγο της έφεσής της και τις προτάσεις της, είναι απορριπτέα ως αβάσιμα.

Έτσι από το συνολικό αυτό ποσό των 24.597.000 δραχμών και ήδη 72.184,89 ευρώ, ως ποσό απολήψεως από το ζεύγος Α., πρέπει να συμψηφιστεί έναντι της αξίωσης της ενάγουσας ποσό 45.115,56 ευρώ, που αντιστοιχεί στο ποσοστό της ενάγουσας στο μετοχικό κεφάλαιο και στο ποσοστό της ίδιας (2/8) ως εξ αδιαθέτου κληρονόμου του συζύγου της, που αντιστοιχεί στη μετοχική συμμετοχή του θανόντος συζύγου της, ενώ δεν υπάρχει έδαφος συμψηφισμού για το ποσό που αντιστοιχεί σε ποσοστό 6/8 επί των μετοχών του Π.

Α., για το οποίο νομιμοποιούνται οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι (κόρες του) Μ. και Χ. Α. και συνεπώς απομένει υπόλοιπο 20.481,86 ευρώ, καταβλητέο στην ενάγουσα από την εναγομένη". Με τις παραδοχές του αυτές το Εφετείο, εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της αποδείξεως, διότι, εφόσον η αναιρεσίβλητη δεν αμφισβήτησε την γνησιότητα του από 1-9-1998 ιδιόχειρου σημειώματος του θανόντος συζύγου της Π.

Α., το οποίο και το Εφετείο, κατά τις παραδοχές του, αναγνώρισε ως γνήσιο, τούτο αποτελεί, σύμφωνα με όσα προαναφέρθηκαν, πλήρη απόδειξη ότι η δήλωση που περιέχει, περί απολήψεως από το ταμείο της αναιρεσείουσας και των ποσών των 12.359,321, 88.000, 88.000 και 88.000 δραχμών, που πρότεινε προς συμψηφισμό η τελευταία, προέρχεται από τον εκδότη του, δηλαδή το σύζυγο της αναιρεσίβλητης Π.

Α.. Στη συνέχεια όμως το Εφετείο, αποδεχόμενο ότι "δεν μπορεί να συνάγει ασφαλή συμπεράσματα για το ότι πράγματι λήφθηκαν από το ταμείο της εταιρείας από το ζεύγος Α. (τα προαναφερόμενα ποσά) μόνο από το ανωτέρω αναφερόμενο ιδιόχειρο σημείωμα και την κατάθεση του μάρτυρα της εναγομένης, αφού δεν προκύπτουν και από κάποιο άλλο έγγραφο αποδεικτικό στοιχείο...", προέβη στην απόρριψη της ένστασης συμψηφισμού ως προς τα προαναφερθέντα ποσά που πρότεινε η αναιρεσείουσα, λόγω της εσφαλμένης κατανομής του βάρους αποδείξεως της αλήθειας των περιστατικών αυτών, τα οποία έκρινε αναπόδεικτα λόγω ελλείψεως και ανεπάρκειας αποδείξεων, μετακυλίοντας έτσι τελικά στην αναιρεσείουσα το βάρος αποδείξεως αυτών και όχι στην αναιρεσίβλητη, η οποία μπορούσε να ανταποδείξει την αναλήθεια του περιεχομένου της δηλώσεως του συζύγου της.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 13 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλονται αντίστοιχες αιτιάσεις, είναι βάσιμος.

Κατά συνέπεια πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, παρελκούσης πλέον της έρευνας του πρώτου λόγου αυτής και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο όμως από δικαστές άλλους από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να διαταχθεί η απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα και να επιβληθούν σε βάρος της ηττηθείσας αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 134/2014 απόφαση του Εφετείου Θράκης.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Διατάζει την απόδοση του κατατεθέντος παραβόλου στην αναιρεσείουσα.

Επιβάλλει σε βάρος της αναιρεσίβλητης τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσείουσας, το ποσό των οποίων ορίζει σε τρεις χιλιάδες (3000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 30 Μαΐου 2017.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 15 Ιανουαρίου 2018.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ