Legislator Case Law & Legislation
85/2017 AI generated

Supreme Court allows appeal against civil court error in applying Byzantine law on easement rights.

Case Number 85/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the second ground of the appeal regarding a civil dispute over easement rights on a property. The appellants argued that a right was acquired through a public will and subsequent transfer without requiring payment of an annual fee, contrary to the lower court's rejection. The court found the lower court erred in law by demanding more evidence than necessary to establish the easement under Byzantine-Roman law principles. Consequently, the decision was remitted for retrial by a different panel of judges.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1)(a) and 580(3) of the Code of Civil Procedure; The lower court erred in law if it rejects a claim based on Byzantine-Roman law by requiring more evidence than the law demands for its foundation.

Keywords

AI generated
easement rights Byzantine law civil procedure error remittal for retrial annual fee requirement public will property dispute

Cited Legislation

AI generated
Articles 62, 73, 286 et seq. and 313 of the Code of Civil Procedure
Article 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
Article 495(4) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183 and 191(2) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 85 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 85/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Οκτωβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων:1) Δ. Κ. του Τ. και 2)Τ. Κ. του Δ., κατοίκων ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Ιωάννου Μαύρου

Των αναιρεσίβλητων: 1) Ε. συζ. Ε. Μ. το γένος Μ. Ρ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, 2)Α. συζ. Ι. Κ., το γένος Μ. Ρ., κατοίκου ..., 3)Κ. συζ. Γ. Τ., το γένος Μ. Ρ., κατοίκου ... 4) Ε. Ρ. του Μ., κατοίκου ..., 5)Κ. συζ. Α. Κ., το γένος Μ. Ρ., κατοίκου ..., 6)Κ. Μ., κατοίκου ..., 7)Σ. Μ. του Κ., κατοίκου ... 8)Α. Μ. του Κ., κατοίκου ..., που παραστάθηκαν δια του πληρεξούσιου δικηγόρου Εμμανουήλ Τσαλικίδη, ο οποίος δήλωσε ότι η 1η αναιρεσίβλητη απεβίωσε και συνεχίζουν τη δίκη οι λοιποί αναιρεσίβλητοι-κληρονόμοι της.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 24-9-2007 αγωγή, των ήδη αναιρεσίβλητων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Νάξου.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 45/2008 του ίδιου Δικαστηρίου, 62/2009 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, που δίκασε κατόπιν έφεσης, έκρινε αναρμόδιο καθύλην το Ειρηνοδικείο Νάξου και παρέπεμψε στο ίδιο Δικαστήριο την υπόθεση προς εκδίκαση, 33/2011 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου ως Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και 113/2013 του Εφετείου Αιγαίου.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την 6-6-2014 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Πέτρος Σαλίχος, ανέγνωσε την από 21-9-2016 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του δεύτερου, κατά το πρώτο μέρος, λόγου της αίτησης αναίρεσης και την απόρριψη των υπόλοιπων λόγων αυτής.

Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 62, 73, 286 επ. και 313 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος διάδικος αποβιώσει κατά τη διάρκεια της δίκης και μέχρι το τέλος της προφορικής συζητήσεως μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση και εφόσον τηρηθούν οι νόμιμες διατυπώσεις, μεταξύ των οποίων είναι και εκείνη της γνωστοποίησης του θανάτου στον αντίδικο του αποβιώσαντος, επέρχεται διακοπή της δίκης και όλες οι διαδικαστικές πράξεις που επιχειρούνται μέχρι τη νόμιμη επανάληψη της διαδικασίας λογίζονται άκυρες.

Αν δεν γίνει η γνωστοποίηση του θανάτου δεν επέρχεται διακοπή της δίκης, η δε απόφαση που εκδίδεται είναι υποστατή και μπορεί να προσβληθεί με το ένδικο μέσο της αναίρεσης. Σε περίπτωση που ο διάδικος αποβιώσει μετά το πέρας της προφορικής συζήτησης μετά την οποία εκδίδεται η οριστική απόφαση ή πολύ περισσότερο μετά την έκδοση της τελευταίας, όταν δηλαδή δεν υφίσταται πλέον εκκρεμής δικαστικός αγών, δεν υπάρχει στάδιο εφαρμογής των διατάξεων περί διακοπής της δίκης.

Σε κάθε περίπτωση τα ένδικα μέσα που ασκούνται κατά της οριστικής αποφάσεως, άρα και η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απευθύνονται, σύμφωνα με το άρθρο 558 ΚΠολΔ., κατά των καθολικών διαδοχών (κληρονόμων) του αποβιώσαντος, απευθυνόμενα δε κατ’ αυτού είναι άκυρα, υπό την προϋπόθεση ότι ο αναιρεσείων διάδικος είχε λάβει γνώση του θανάτου του αντιδίκου του με οποιονδήποτε τρόπο, ώστε να διαπιστώσει τους κληρονόμους του και να απευθύνει κατ’ αυτών την αναίρεση.

Επομένως, η αναίρεση που απευθύνεται κατά αποβιώσαντος, χωρίς όμως να γνωρίζει το θάνατο ο αναιρεσείων, δεν είναι άκυρη και η συζήτησή της χωρεί νομίμως με τους κληρονόμους του αποβιώσαντος, οι οποίοι καλούνται προς τούτο ή εμφανίζονται κατά τη συζήτηση με την ιδιότητα αυτή στη θέση του αναιρεσιβλήτου και προβάλλουν υπεράσπιση επί της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 31/2009).

Περαιτέρω, η ακυρότητα αυτή, ως αναγόμενη στην έλλειψη της κατά το άρθρο 62 εδ. α’ ΚΠολΔ διαδικαστικής προϋπόθεσης της ικανότητας να είναι κάποιος διάδικος, λαμβάνεται υπόψη από το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως (άρθρο 73 ΚΠολΔ.), εφόσον από τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους στοιχεία προκύπτουν οι προϋποθέσεις αυτής, δηλονότι o προηγηθείς της άσκησης της αναίρεσης θάνατος του αναιρεσιβλήτου και η κατά την άσκηση αυτής γνώση του γεγονότος τούτου από τον αναιρεσείοντα.

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Στις 22-6-2009 απεβίωσε στη Νάξο η Α. χήρα Μ. Ρ., πρώτη εκ των αρχικώς εναγόντων, κληρονομηθείσα από τους ήδη αναιρεσίβλητους. Η από 1-6-2011 έφεση των εναγομένων - ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ’ αριθμ. 33/2011 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Νάξου, που έκανε δεκτή κατ’ ουσία την από 24-9-2007 αγωγή των αρχικώς εναγόντων, ασκήθηκε κατά των κληρονόμων της ως άνω αποβιώσασας - ήδη αναιρεσίβλητων, όπως τούτο συνομολογείται από τους τελευταίους.

Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθμ. 113/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου, που την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατ’ αυτής ασκήθηκε η ένδικη από 6-6-2014 αίτηση αναίρεσης, κατά την εκφώνηση της οποίας από τη σειρά του πινακίου, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο, η πρώτη αναιρεσίβλητη Ε.

συζ. Ε. Μ., το γένος Μ. Ρ., δεν εμφανίστηκε, ούτε κατέθεσε δήλωση ότι δε θα παραστεί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, σύμφωνα με τα άρθρα 242 παρ. 2 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ. Ο πληρεξούσιος δικηγόρος των αναιρεσίβλητων Ε. Τ. δήλωσε προφορικά στο ακροατήριο του Δικαστηρίου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, ότι η πρώτη αναιρεσίβλητη απεβίωσε μετά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και κληρονομήθηκε από τους λοιπούς αναιρεσίβλητους-κληρονόμους της- οι οποίοι συνεχίζουν και για εκείνη τη διακοπείσα δίκη.

Ο θάνατος της προαναφερόμενης πρώτης των αναιρεσίβλητων δεν αποδεικνύεται από τα προσκομιζόμενα έγγραφα, ήτοι την οικεία ληξιαρχική πράξη θανάτου και το αντίστοιχο πιστοποιητικό πλησιέστερων συγγενών του Δημάρχου Νάξου. Περαιτέρω, από την υπ’ αριθμ. .../4-7-2016 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Νάξου Δ.

Ν. Μ., προκύπτει ότι αντίγραφο της παραπάνω αίτησης αναίρεσης με πράξη ορισμού της αναφερόμενης στην αρχή της αποφάσεως δικασίμου και κλήση προς συζήτηση της υπόθεσης επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στην πρώτη αναιρεσίβλητη Ε. σύζ. Ε. Μ., το γένος Μ. Ρ., από τους αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση αυτής.

Συνεπώς πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης παρά την απουσία της (576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.).- Το αναγνωριζόμενο από το προϊσχύσαν βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο δικαίωμα της επιφάνειας είναι, σύμφωνα με τις διατάξεις ν.

ΙΙ (43.18), ν. 3 παρ. 7

ΙΙ (43.17), ν. 9 παρ.4

ΙΙ (39.2), το εμπράγματο δικαίωμα με το οποίο παρέχεται στο φορέα του (επιφανειούχο) εξουσία να έχει οικοδομή σε ξένο έδαφος, την οποία χρησιμοποιεί και συλλέγει τους καρπούς της, αντί πληρωμής ετήσιου τελέσματος στον κύριο του εδάφους. Η σύσταση του παραπάνω εμπράγματου δικαιώματος μπορούσε να γίνει με σύμβαση (συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή), κληροδοσία (με διάταξη τελευταίας βουλήσεως) και χρησικτησία, η οποία έπρεπε να είχε συμπληρωθεί πριν την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), ενόψει του ότι, σύμφωνα με το άρθρο 64 του ΕισΝΑΚ, εφαρμόζονται από την εισαγωγή του οι διατάξεις του ΑΚ για τη χρησικτησία, η οποία είχε αρχίσει πριν και δεν είχε συμπληρωθεί, αλλά μόνο για τα από αυτόν αναγνωριζόμενα εμπράγματα δικαιώματα της κυριότητας και των δουλειών (Α.Π. 510/1982).

Περαιτέρω, ο επιφανειούχος οφείλει να καταβάλλει το συμφωνηθέν ετήσιο τέλεσμα, το οποίο καλείται εδαφονόμιο, μόνο εάν οριστεί η καταβολή του δια της συστατικής πράξεως. Το εδαφονόμιο ήταν μεν συνήθης αλλά όχι απαραίτητος όρος της επιφανείας και κατά τούτο η καταβολή του δεν αποτελεί ουσιώδες στοιχείο της σύστασης του εν λόγω δικαιώματος.

Εξάλλου, η νομική αοριστία της αγωγής ή της ένστασης, δηλαδή εκείνη που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που πρέπει να εφαρμοστεί, ελέγχεται ως παράβαση από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ., αν το δικαστήριο της ουσίας, για την κρίση του ως προς το νόμω βάσιμο της αγωγής ή της ένστασης, αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα ο νόμος απαιτεί, για τη θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος, είτε αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα στοιχεία (Α.Π.1631/2009).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των προτάσεων των αναιρεσειόντων ως εναγομένων στο πρωτόδικο Δικαστήριο, αυτοί αμυνόμενοι κατά της ένδικης αρνητικής αγωγής πρόβαλαν, επικουρικά, τον ισχυρισμό ότι έχουν δικαίωμα επιφάνειας στο κτίσμα του λινοστασίου, το οποίο (δικαίωμα) συνέστησε ο απώτερος κοινός δικαιοπάροχος των διαδίκων Ε.

Δ. με την προαναφερθείσα δημόσια διαθήκη του υπέρ της θυγατέρας του Ι., καθώς η αληθής βούληση του ως άνω διαθέτη ήταν να προσπορίσει στη θυγατέρα του το ισχυρό υπό το βυζαντινορρωμαϊκό δίκαιο περιορισμένο εμπράγματο δικαίωμα χρήσης και εκμετάλλευσης κτίσματος επί αλλότριου ακινήτου με τη μορφή επιφάνειας - ενοικοδόμησης, επικαλούμενοι ότι ο τελευταίος συνέστησε με την εν λόγω διαθήκη υπέρ αυτής χωριστή συγκυριότητα ή δικαίωμα επιφάνειας κατά τα 5/8 ιδανικά μερίδια επί του ως άνω κτίσματος και ότι από το θάνατο του κοινού τους δικαιοπαρόχου, το έτος 1935, η προαναφερόμενη θυγατέρα του μέχρι το 1945, που πέθανε, νεμόταν το λινοστάσιο, ασκώντας σ’ αυτό τις πράξεις νομής, που προσιδίαζαν στη φύση και τον προορισμό του, έκτοτε δε ο πρώτος εξ αυτών, ο οποίος στη συνέχεια το 1993 μεταβίβασε τη ψιλή συγκυριότητα δυνάμει συμβολαίου γονικής παροχής στον υιό του δεύτερο αναιρεσείοντα, παρακρατώντας για τον εαυτό του το δικαίωμα επικαρπίας.

Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο τον ισχυρισμό αυτόν τον απέρριψε ως μη νόμιμο. Περαιτέρω, οι αναιρεσείοντες ως εκκαλούντες, όπως προκύπτει από το δικόγραφο της έφεσης, τον ίδιο ισχυρισμό, με τα ίδια πραγματικά περιστατικά, επανέφεραν στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με σχετικό λόγο. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε ότι ο ισχυρισμός αυτός δεν είναι νόμιμος και ορθά απορρίφθηκε ως τέτοιος από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο.

Πλην, όμως, ο ισχυρισμός αυτός, κατά το μέρος που θεμελιώθηκε στον παράγωγο τρόπο, δηλαδή στην κτήση του εν λόγω δικαιώματος από τη δικαιοπάροχο των αναιρεσειόντων Ι. Δ. δυνάμει της ως άνω δημόσιας διαθήκης του πατέρα της Ε. Δ. και την εν συνεχεία μεταβίβαση του εν λόγω δικαιώματος προς αυτούς, σύμφωνα με τα προεκτιθέμενα, ήταν νόμιμος, καθόσον δεν απαιτείτο οι αναιρεσείοντες να εκθέτουν, για τη σύσταση του εν λόγω δικαιώματος, ότι αυτό συμφωνήθηκε αντί πληρωμής ετήσιου τελέσματος στον κύριο του εδάφους.

Επομένως, το Εφετείο, με τις κρίσεις του αυτές, στις οποίες στήριξε την απόρριψη, ως μη νόμιμου, του επικουρικά προβληθέντος ισχυρισμού περί δικαιώματος επιφανείας επί του επίδικου ακινήτου των αναιρεσίβλητων, έσφαλε κατά την εκτίμηση του νόμω βασίμου του καταλυτικού της αγωγικής αξίωσης ως άνω ισχυρισμού, επειδή αξίωσε περισσότερα στοιχεία από όσα αναφέρονται για τη θεμελίωση του ίδιου ισχυρισμού, σύμφωνα με την ίδια νομική σκέψη, και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ., δηλαδή της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προδιαληφθεισών ουσιαστικού δικαίου διατάξεων του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με τον οποίο προβάλλεται η πιο πάνω, από τον αριθμό 1 εδ. α’ του άρθρου 559 ΚΠολΔ., αναιρετική πλημμέλεια, είναι παραδεκτός και βάσιμος και γι’ αυτό πρέπει να γίνει δεκτός και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση. Στη συνέχεια, πρέπει να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο Δικαστήριο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ.) και να διαταχθεί η επιστροφή στους αναιρεσείοντες του κατατεθέντος απ’ αυτούς παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ.) Τέλος, οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττηθέντες διάδικοι, πρέπει να καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.-

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την υπ’ αριθμ. 113/2013 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αιγαίου.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο, ως άνω, Δικαστήριο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, πλην αυτών, που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.- Διατάσσει την επιστροφή του κατατεθέντος παραβόλου στους αναιρεσείοντες.

Καταδικάζει τους αναιρεσίβλητους στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, την οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2016.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιανουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ