Supreme Court dismisses bank's appeal due to lack of legal interest after debt was already paid by the fund.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the Bank of Greece's appeal against a court ruling that favored a former employee. The bank argued it needed to overturn the decision to prevent future lawsuits, but the court found the debt had already been fully paid by the fund to the bank. Consequently, the court ruled that the bank lacked the legal interest required to pursue the appeal.
Legislator headnote
AI generatedArticles 577, 68, 73 and 556 of the Code of Civil Procedure; Legal interest in an appeal must exist at the time of filing and during the hearing, and facts occurring after the decision cannot create a new basis for appeal if the underlying obligation has been extinguished.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 85 / 2010 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Περίληψη:
Έννομο συμφέρον για την άσκηση και συζήτηση αιτήσεως αναιρέσεως (άρθρ. 556, 68 και 73 του ΚΠολΔ). Κρίνεται και με περιστατικά που επήλθαν μετά την έκδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως.
Αριθμός 85/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
B2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μίμη Γραμματικούδη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Βασίλειο Λυκούδη, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Σαράντη Δρινέα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Νοεμβρίου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας υπό την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θεμιστοκλή Μερσίνη.
Του αναιρεσιβλήτου: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χαράλαμπο Κάπο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28-12-2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1428/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 3725/2008 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 3-11-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης, Σαράντης Δρινέας ανέγνωσε την από 26-10-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου και τρίτου λόγου αναιρέσεως και την απόρριψη του δευτέρου. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψη της πρωτίστως ως απαράδεκτη, διότι η αναιρεσείουσα Τράπεζα έχει ικανοποιηθεί πλήρως και ως εκ τούτου εξέλιπε το έννομο συμφέρον της να προσβάλει την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, καθένας δε των διαδίκων την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή κατά το άρθρ. 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναιρέσεως και κατά την παράγραφο 2 του ίδιου άρθρου αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νομίμως και εμπροθέσμως ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. Προϋπόθεση για το παραδεκτό της αναίρεσης, κατά το άρθρ. 68, 73 και 556 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αποτελεί και η ύπαρξη έννομου συμφέροντος του αναιρεσείοντος, η οποία ερευνάται και αυτεπαγγέλτως, αρκεί να προκύπτει η έλλειψη αυτή από τα στοιχεία της δικογραφίας, χωρίς να είναι απαραίτητο το εκ του λόγου αυτού απαράδεκτο να προτείνεται με τις προτάσεις που κατατίθενται στην προθεσμία του άρθρ. 570 παρ. 1 του ίδιου κώδικα.
Το έννομο συμφέρον του διαδίκου που νικήθηκε ή νίκησε για την άσκηση αναιρέσεως πρέπει να υπάρχει τόσο κατά τον χρόνο ασκήσεως όσο και κατά τον χρόνο της συζητήσεώς της, η ύπαρξη δε αυτού μπορεί να κριθεί και με βάση γεγονότα που επήλθαν μετά την προσβαλλόμενη απόφαση, τα οποία είτε αναιρούν την ύπαρξη της βλάβης είτε αποκλείουν την επέλευσή της.
Η έλλειψη του έννομου συμφέροντος έχει ως συνέπεια την απόρριψη της αναιρέσεως ως απαράδεκτης. Στην προκείμενη περίπτωση προβάλλει ο αναιρεσίβλητος ότι εξέλιπε το έννομο συμφέρον της αναιρεσείουσας για την άσκηση και συζήτησης της κρινόμενης αιτήσεως αναιρέσεως για τους ακόλουθους λόγους: Η αναιρεσείουσα είχε παρέμβει προσθέτως υπέρ του εναχθέντος από τον αναιρεσίβλητο "Ταμείου Αντασφάλισης Προσωπικού της Τράπεζας της Ελλάδος" στην κατ' έφεση δίκη (μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση) θεμελιώνοντας το έννομο συμφέρον της για την άσκηση της πρόσθετης παρέμβασης στο ότι τυχόν ευδοκίμηση της αγωγής του αναιρεσιβλήτου κατά του υπερού η πρόσθετη παρέμβαση Ταμείου, με την οποία (αγωγή) ζητούσε να υποχρεωθεί το τελευταίο να του καταβάλει το ποσό των 18.715.700 δρχ. (=54.925,16 ευρώ) για διαφορά της εφάπαξ αποζημιώσεως που εδικαιούτο μετά την αποχώρησή του από την Τράπεζα, θα είχε σοβαρή συνέπεια για την τελευταία, δοθέντος ότι αυτή είχε καταβάλει το επίδικο ποσό στον αναιρεσίβλητο οικειοθελώς, υπό μορφή άτοκου δανείου, επιστρεπτέου στην περίπτωση που για οποιαδήποτε αιτία θα αναγνωρισθεί το δικαίωμά του να λάβει τη διαφορά αυτή, με συνέπεια ο αναιρεσίβλητος να έχει εισπράξει αδικαιολόγητα δύο φορές το ίδιο ποσό (μία από την αναιρεσείουσα και μία από το Ταμείο) και να είναι αναγκασμένη η πρώτη να στραφεί δικαστικώς κατ' αυτού και να ζητήσει την επιστροφή του ποσού που είχε καταβάλει.
Μετά όμως την επίδοση της προσβαλλόμενης αποφάσεως, που επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κάμει δεκτή την αγωγή του αναιρεσιβλήτου, το Ταμείο, με εντολή του τελευταίου κατέβαλε ολόκληρο το πιο πάνω ποσό στην αναιρεσείουσα σε εξόφληση της ισόποσης οφειλής του εκ της χορηγήσεως του άτοκου δανείου.
Η κρινόμενη δε αίτηση αναιρέσεως, που κατατέθηκε την 6-11-2008, ασκήθηκε μετά την απόδοση του οφειλόμενου ως άνω ποσού στην αναιρεσείουσα, όπως προκύπτει από την με ημερομηνία 17-10-2008 και αυθημερώς επιδοθείσα εξώδικη δήλωση του Ταμείου προς τον αναιρεσίβλητο, στην οποία εκτός άλλων αναφέρεται επί λέξει ότι το ποσό των 54.925,16 ευρώ "με την από 6/10/2008 επιστολή σας προς το Ταμείο μας εζητήσατε να μην το καταβάλουμε σ' εσάς αλλά να το παρακρατήσουμε και το αποδώσουμε στην Τράπεζα της Ελλάδος εις εξόφληση ισόποσης οφειλής σας προς αυτήν, σύμφωνα με σχετική διάταξη του κανονισμού του Ταμείου μας.
Το ποσό αυτό έχουμε ήδη αποδώσει στην Τράπεζα της Ελλάδος και κατά συνέπεια ουδεμία οφειλή μας υφίσταται πλέον έναντί σας για το ποσό αυτό". Η αναιρεσείουσα με τις προτάσεις της ομολογεί την καταβολή του εν λόγω ποσού κατά τα προεκτεθέντα εκ μέρους του Ταμείου για λογαριασμό του αναιρεσιβλήτου και επομένως, κατόπιν αυτού δεν υπάρχει έννομο συμφέρον για την άσκηση και τη συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως.
Υποστηρίζει βεβαίως η αναιρεσείουσα ότι εξακολουθεί να έχει έννομο συμφέρον για την εξαφάνιση της προσβαλλόμενης αποφάσεως για να μην αποτελέσει αφορμή ασκήσεως παρόμοιων αγωγών κατά του Ταμείου εκ μέρους και άλλων απελθόντων, όπως και ο αναιρεσίβλητος υπαλλήλων της, οι οποίοι δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι στην περίπτωση ευδοκίμησης των αγωγών τους θα επιστρέψουν στην Τράπεζα το ποσό που θα λάβουν από το Ταμείο, εκτός του ότι δημιουργείται και θέμα ηθικής τάξεως, που έχει σχέση με τη κύρος και την αξιοπιστία της Τράπεζας, η οποία παρά την οικειοθελή καταβολή της συγκεκριμένης διαφοράς της εφάπαξ αποζημιώσεως στους απελθόντες υπαλλήλους της προς αποφυγή εμπλοκής των σε δικαστικούς αγώνες, εμφανίζεται εν τέλει ότι δεν μπόρεσε να τους αποτρέψει.
Τα επικαλούμενα αυτά περιστατικά δεν θεμελιώνουν το απαιτούμενο άμεσο έννομο συμφέρον για τη συνέχιση της προκείμενης κατ' αναίρεση δίκης, η οποία αποφαίνεται δεσμευτικά μόνο για τους συγκεκριμένους διαδίκους και δεν αρκεί το γεγονός ότι ενδέχεται να προκύψει μελλοντικά συναφής διαφορά μεταξύ της προσθέτως παρεμβαίνουσας και κάποιου τρίτου για το ίδιο νομικό ζήτημα.
Επομένως, η και αυτεπαγγέλτως ερευνώμενη ένσταση του αναιρεσιβλήτου περί ελλείψεως έννομου συμφέροντος είναι ουσία βάσιμη και η αίτηση αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 3-11-2008 αίτηση της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ" για αναίρεση της 3725/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 7 Δεκεμβρίου 2009. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 19 Ιανουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ