Legislator Case Law & Legislation
85/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against final judgment awarding employees better severance than statutory minimum.

Case Number 85/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by twenty employees against the Athens Court of Appeal's final judgment. The employees argued that the lower court failed to compare their received severance with the statutory minimum under Law 3198/1955, claiming the award was insufficient. The court ruled that the employees had voluntarily accepted a severance package significantly exceeding the legal minimum, thereby waiving their right to claim the statutory amount. Consequently, the appeal was rejected as baseless, and the appellants were ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Art. 8 Law 3198/1955; Art. 559(1) Code of Civil Procedure: Where an employee voluntarily accepts a severance payment exceeding the statutory minimum, they cannot subsequently claim the statutory amount, and an appeal based on alleged non-comparison of benefits is inadmissible.

Keywords

AI generated
severance pay statutory minimum voluntary acceptance waiver of rights appeal dismissal labor law legal costs

Cited Legislation

AI generated
Art. 8 Law 3198/1955
Art. 559(1) Code of Civil Procedure
Art. 6 Law 2112/1920
Art. 11(a) Law 544/1937
Art. 10(b) Law 16/1920

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 85 / 2009 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 85/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Σπυρίδωνα Κολυβά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρήστο Αλεξόπουλο, Αντώνιο Αθηναίο, Γρηγόριο Κουτσόπουλο και Δημήτριο Μουστάκα, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 25 Νοεμβρίου 2008, με την παρουσία και της Γραμματέως Σουζάνας Κουφιάδου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων : 1) Χ1, κατοίκου ......, έως και 20) Χ20, κατοίκου ......, τους οποίους εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος τους Αλέξανδρος Στρίμπερης με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε", που εδρεύει στην ...... και εκπροσωπείται νόμιμα, την οποία εκπροσώπησε ο πληρεξούσιος δικηγόρος της Κωνσταντίνος Λένης.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25.04.2005 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 49/2007 οριστική του ίδιου δικαστηρίου και 2950/2007 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 24.05.2007 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μουστάκας ανέγνωσε την από 14.11.2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της ένδικης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 8 εδ. α' του ν.3198|1955, "μισθωτοί, συνδεόμενοι διά σχέσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου διαρκείας, συμπληρώσαντες δεκαπενταετή υπηρεσίαν παρά τω αυτώ εργοδότη, υπό την έννοιαν του άρθρου 6 του ν. 2112|1920 ή το υπό του οικείου ασφαλιστικού οργανισμού προβλεπόμενον όριον ηλικίας, εν ελλείψει δε τοιούτου, το 65ο έτος της ηλικίας τους, αποχωρούντες της υπηρεσίας, τη συγκαταθέσει του εργοδότου, δικαιούνται του ημίσεως της υπό του ν. 2112, όπως αυτός τροποποιήθηκε, οριζόμενης αποζημιώσεως, διά την περίπτωσιν απροειδοποιήτου καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, υπολογιζομένης βάσει των παρ. 1 και 2 του άρθρου 5 του παρόντος".

Για την εφαρμογή, επομένως, της διατάξεως αυτής, απαιτούνται να συντρέχουν οι εξής προϋποθέσεις:α) σχέση εργασία αορίστου χρόνου, β)συμπλήρωση δεκαπενταετούς υπηρεσίας στον ίδιο εργοδότη ή συμπλήρωση του από τον οικείο ασφαλιστικό οργανισμό προβλεπομένου ορίου ηλικίας, για συνταξιοδότηση και, σε περίπτωση έλλειψης τέτοιου, του 65ου έτους της ηλικίας και γ) αποχώρηση από την υπηρεσία, με τη συγκατάθεση του εργοδότη.

Εφόσον συντρέξουν οι προϋποθέσεις αυτές, ο μισθωτός δικαιούται το ήμισυ της αποζημιώσεως του ν. 2112 ή του β.δ του 1920. Εξάλλου, όπως προκύπτει από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648, 669, 672 και 673 ΑΚ, σύμβαση εργασίας ορισμένου χρόνου υπάρχει και όταν από τον κανονισμό ή τον οργανισμό λειτουργίας των υπηρεσιών του εργοδότη προβλέπεται η αυτοδίκαιη αποχώρηση του υπαλλήλου από την υπηρεσία, με τη συμπλήρωση του καθοριζομένου ορίου ηλικίας.

Αν, όμως, με τον κανονισμό έχουν παράλληλα προβλεφθεί περιπτώσεις πρόωρης λύσης της σύμβασης, τότε ενυπάρχει σ' αυτόν διαλυτική αίρεση, αν δε αυτή πληρωθεί, η σύμβαση μεταπίπτει εξ αρχής σε αορίστου χρόνου (Ολ. Α.Π.1110|1986). Περαιτέρω, κατά τη διάταξη της παρ.1 του άρθρου 5 του ν. 435|1976, με την οποία αντικαταστήθηκε τα β'εδ.

του άρθρου 8 ν. 3198|1955, που είχε προστεθεί με την παρ. 4 του άρθρου 8 ν.δ.3789|1957, "μισθωτοί εν γένει, υπαγόμενοι εις την ασφάλισιν οιουδήποτε ασφαλιστικού οργανισμού, δια την χορήγησιν συντάξεως, συμπληρώσαντες ή συμπληρούντες τας προς χορήγησιν πλήρους συντάξεως γήρατος προϋποθέσεις, δύνανται, εάν έχουν την ιδιότητα του υπαλλήλου, να αποχωρήσουν της εργασίας των ή να απομακρύνωνται ταύτης παρά του εργοδότου των, λαμβάνοντες εις τα περιπτώσεις ταύτας, οι μεν επικουρικώς ησφαλισμένοι το 40%, οι δε μη ησφαλισμένοι επικουρικώς, το 50% υπό του ν. 2112|1920 οριζομένης αποζημιώσεως, για την περίπτωση της απροειδοποιήτου καταγγελίας", κατά δε την διάταξη της παρ. 3 του ίδιου άρθρου, "τυχόν ευνοϊκότεροι για τους μισθωτούς όροι, περιεχόμενοι σε άλλες διατάξεις, συλλογικές συμβάσεις εργασίας, κανονισμούς ή ατομικές συμβάσεις εργασίας, κατισχύουν των διατάξεων της παρ. 1 του παρόντοςς".

Η τελευταία αυτή διάταξη, η οποία απηχεί τη γενικότερη αρχή του εργατικού δικαίου (άρθρα 680 ΑΚ, 3 παρ. 1 ν. 3239|1955, 7 παρ. 2 ν.1876|1990, 8 παρ. 1 ν.2112|1920) της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, έχει ανάλογη εφαρμογή και στην περίπτωση του εδαφ. Α'του άρθρου 8 ν. 3198|1955, το οποίο, όπως από το ανωτέρω άρθρο 5 του ν. 435|76 προκύπτει, έχει ως σκοπό να διευκολύνει την αποχώρηση και ανανέωση του προσωπικού των επιχειρήσεων και εκμεταλλεύσεων, κατά την έννοια δε της διατάξεως αυτής, ως "ευνοϊκότεροι όροι" νοούνται όλες οι προϋποθέσεις λειτουργίας της συμβάσεως, οι οποίες τέθηκαν υπέρ του μισθωτού, είτε ανάγονται στο ύψος της αποζημιώσεως, λόγω καταγγελίας της είτε στο ίδιο το δικαίωμα καταγγελίας (Ολ.ΑΠ. 26|1992).

Από τις διατάξεις αυτές καθώς και τη διάταξη του άρθρου 361 Α.Κ., προκύπτει ότι, αν με την ατομική σύμβαση εργασίας ή με μεταγενέστερη συμφωνία μεταξύ εργοδότη και μισθωτού συμφωνήθηκε η λύση της εργασιακής σχέσεως με ευνοϊκότερους όρους ως προς τις προϋποθέσεις και το ύψος της αποζημιώσεως από τους προβλεπόμενους στο άρθρο 8 του Ν. 3198|1955, τότε αυτοί κατισχύουν και δεν εφαρμόζεται η διάταξη του ως άνω άρθρου, ο δε μισθωτός δεν δικαιούται να αξιώσει αθροιστικώς, πέρα από τη συμφωνηθείσα και την από το άρθρο αυτό προβλεπόμενη αποζημίωση, εκτός εάν έχει συμφωνηθεί το αντίθετο.

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 26 του Οργανισμού Υπηρεσίας της Εθνικής Τραπέζης της Ελλάδος, που καταρτίσθηκε από το Δ.Σ. αυτής και κυρώθηκε με το Β.Δ. της 17|26-9-1953, κατ'εφαρμογήν του άρθρου 1 του Ν.Δ. 2510|1953, δημοσιεύθηκε δε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως (ΦΕΚ Α' 267|26-9-1953) και, συνεπώς, έχει ισχύ νόμου, η μετά του προσωπικού της Τραπέζης σύμβαση εργασία λύεται, εκτός από άλλους αναφερόμενους σ' αυτό λόγους και 1) διά του θανάτου του υπαλλήλου, 2) διά καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, κατά τα υπό της εργατικής νομοθεσίας προβλεπόμενα, σε κάθε δε περίπτωση με την συμπλήρωση των κάτωθι οριζομένων ορίων ηλικίας:α) του 62ου έτους για τους διευθυντές, υποδιευθυντές, συμπράττοντες υποδιευθυντές και τμηματάρχες , β)..., γ)..., δ)... .

Επίσης, στο ίδιο άρθρο (26) του εν λόγω Κανονισμού ορίζεται και ότι "οι προ της συμπληρώσεως του ως άνω ορίου ηλικίας απολυόμενοι, διά καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας, δικαιούνται και της κατά νόμον αποζημιώσεως". Στην προκειμένη περίπτωση, με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, έγιναν ανελέγκτως δεκτά τα εξής: "Ότι οι εκκαλούντες προσλήφθηκαν από την εφεσίβλητη (και ήδη αναιρεσίβλητη) ανώνυμη τραπεζική εταιρία, με την επωνυμία "Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε.", με Σύμβαση εξαρτημένης εργασίας κατά τις αναφερόμενες ημερομηνίες καιπροσχώρησαν στον κανονισμό εργασίας αυτής.

Με την υπ' αριθ. ...... Υπηρεσιακή Εγκύκλιο της Διεύθυνσης Προσωπικού της εφεσίβλητης καθορίστηκαν λεπτομερώς οι όροι εθελούσιας αποχώρησης από την υπηρεσία όσων είχαν θεμελιώσει δικαίωμα άμεσης λήψης σύνταξης μέχρι την 31-12-2004. Οι παροχές που θα μπορούσαν να έχουν οι μετέχοντες στο εν λόγω πρόγραμμα εθελουσίας εξόδου ήσαν οι παρακάτω :

Α) Προαγωγή στον επόμενο βαθμό του Κλάδου στον οποίο ανήκουν, υπό την απαραίτητη προϋπόθεση ότι αυτοί (οι μετέχοντες) έχουν συμπληρώσει την 1-7-2004 τον απαιτούμενο προς προαγωγή, κατά τον ισχύοντα Κανονισμό Εργασίας, χρόνο στον κατεχόμενο βαθμό. Η εν λόγω προαγωγή θα χορηγείτο με χρόνο ισχύος (valeur) την 1-7-2004, εκτός και επιπλέον των προβλεπόμενων από τον Κανονισμό Εργασίας οργανικών θέσεων.

Της ανωτέρω παροχής (προαγωγής) εξαιρούντο οι κατέχοντες βαθμό Υποδιευθυντή Α1 του Κλάδου Κύριου Προσωπικού και Αρχιμηχανικού της κατηγορίας .Μηχανικών του Κλάδου Τεχνικού Προσωπικού. Β) Αποζημίωση, κατά περίπτωση, ως εξής : 1) σε όσους θα συμπλήρωναν το 58° έτος της ηλικίας και 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα μέχρι 31-12-2005, το 20% της δικαιούμενης, κατά τον Κανονισμό του Ταμείου Αυτασφαλείας, εφάπαξ παροχής με ελάχιστο ποσό 30.000 ευρώ} 2) σε όσους θα συμπλήρωναν το 58ο έτος της ηλικίας τους κα. 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα μέχρι 31-12-2007, το 80% της δικασμένης, κατά τον Κανονισμό του Ταμείου Αυτασφαλείας, εφάπαξ παροχής με ελάχιστο ποσό 40.000 ευρώ, γ) σε όσους θα συμπλήρωναν το 58ο έτος της ηλικίας και 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα μέχρι 31-12-2009, το 100% της δικαιούμενης κατά τον Κανονισμό του Ταμείου Αυτασφαλείας, εφάπαξ παροχής με ελάχιστο ποσό 50.000 ευρώ, δ) σε όσους θα συμπλήρωναν το 58ο έτος της ηλικίας και 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα από 31-12-2013, το 100% της δικαιούμενης κατά τον Κανονισμό του Ταμείου Αυτασφαλείας, εφάπαξ παροχής με ελάχιστο ποσό 60.000 ευρώ, ε) σε όσους θα συμπλήρωναν το 58ο έτος της ηλικίας και 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα από31-12-2013 και μετά, το 100% της δικαιούμενης κατά τον Κανονισμό του Ταμείου Αυτασφαλείας, εφάπαξ παροχής με ελάχιστο ποσό 70.000 ευρώ.

Αντίστοιχη με την ως άνω αποζημίωση θα ελάμβαναν και όσοι υπάλληλοι θα συμπλήρωναν 35 έτη συντάξιμης υπηρεσίας στην Τράπεζα κατά τις προαναφερόμενες ημερομηνίες, έχοντας όμως ήδη υπερβεί το 58ο έτος της ηλικίας τους. Επίσης, όσοι από τους υπαλλήλους υπάγονταν στις ρυθμίσεις αυτές, δεν ήταν όμως ασφαλισμένοι στο Ταμείο Αυτασφαλείας Προσωπικού Ε.Τ.Ε.

ή δεν είχαν δικαίωμα να λάβουν εφάπαξ παροχή ελλείψει επαρκούς χρόνου ασφάλισης σ' αυτό, θα λάμβαναν ως αποζημίωση το προβλεπόμενο ως ελάχιστο ποσό της κατηγορίας στην οποία αντίστοιχα υπάγονταν. Τέλος οι καθαρίστριες, οι οποίες δικαιούντο άμεσης λήψης σύνταξης μέχρι την 31-12-2004, ανεξαρτήτως χρόνου συμπληρώσεως των ανωτέρω ορίων, θα λάμβαναν ως αποζημίωση το ποσό των 20.000 ευρώ, εφόσον ήταν πλήρους απασχόλησης ή των 10.000 ευρώ, εφόσον ήταν μερικής απασχόλησης.

Περαιτέρω, η ίδια Εγκύκλιος στο Κεφ. Α' παρ. 3 όριζε ότι η παροχή που θα λάβουν οι αποχωρούντες υπάλληλοι, σύμφωνα με τους όρους αυτής, συνιστούσε αποζημίωση για τη λύση της σχέσεως εργασίας τους, με συνέπεια οι αποχωρούντες κατ' εφαρμογή της εγκυκλίου αυτής "δεν θα δικαιούνταν καμίας άλλης, εκτός της μίας και μόνον εκ των προβλεπόμενων στον όρο 1 της παρούσης, παροχών και, ενδεικτικά, ούτε την αποζημίωση του άρθρου 8 του ν. 3198/1955, ούτε την αποζημίωση που προβλέπει η από 14-12-1988 απόφαση της Διοικήσεως, όπως ισχύει και εφαρμόζεται".

Οι αναιρεσείοντες έκαναν χρήση της ως άνω ευχέρειας και κατέθεσαν προς τη Διεύθυνση Προσωπικού της εφεσίβλητης χωριστές δηλώσεις τους, με τις οποίες δήλωσαν ότι, έχοντας τις σχετικές προϋποθέσεις, επιθυμούσαν να υπαχθούν στις προβλεπόμενες από την ως άνω απόφαση (εγκύκλιο) ρυθμίσεις. Προς τούτο δε κατήγγειλαν μονομερώς τη σύμβαση εργασίας τους με την Τράπεζα, ώστε, εφόσον γίνει αποδεκτή η παραίτηση τους από την υπηρεσία, να ολοκληρωθεί η λύση της σχέσεως εργασίας τους την 1-11-2004 και να επέλθουν οχ προβλεπόμενες από την ως άνω απόφαση συνέπειες.

Ειδικότερα όλοι δήλωσαν ότι επιθυμούσαν να λάβουν το προβλεπόμενο από την ανωτέρω απόφαση χρηματικό ποσό αποζημίωσης, ενώ ρητά δήλωσαν ότι "η ως άνω επιλεγείσα παροχή συνιστά την αποζημίωσή τους για τη λύση της σύμβασης εργασίας τους και καμιά άλλη αξίωση δεν είχαν κατά της Τράπεζας για το λόγο αυτό".

Οι πιο πάνω δηλώσεις έγιναν δεκτές από την εφεσίβλητη και έτσι, μετά τη λύση της σχέσεως εργασίας τους την 1-11-2004, καταβλήθηκαν σ' αυτούς, σύμφωνα με την επιλογή τους, οι ως άνω προβλεπόμενες αποζημιώσεις και συγκεκριμένα τα εξής ποσά : α) σε καθένα από τους πρώτη, δεύτερη, τρίτη, πέμπτη, έβδομη, όγδοη, δωδέκατη, δέκατη τρίτη, δέκατο τέταρτο, δέκατη πέμπτη, δέκατη όγδοη, δέκατη ένατη και εικοστή το ποσό των 70.000 ευρώ, β) σε καθένα από τους τέταρτη, έκτο, ενδέκατη και δέκατη έβδομη το ποσό των 60.000 ευρώ, γ) στον ένατο το ποσό των 51.072,34 ευρώ, δ) στο δέκατο έκτο το ποσό των 50.000 ευρώ και ε) στη δέκατη το ποσό των 20.000 ευρώ.

Με την υπό κρίση αγωγή τους οι εκκαλούντες-ενάγοντες ισχυρίζονται ότι εκτός από την πιο πάνω παροχή, έπρεπε να λάβουν και την προβλεπόμενη από τη διάταξη του άρθρου 8 του ν. 3198/1955 αποζημίωση. Πλην όμως από τα ως άνω αποδεικτικά μέσα ουδόλως αποδείχθηκε η βασιμότητα του ισχυρισμού τους αυτού. Τούτο δε διότι οι όροι εξόδου από την εργασία τους, που περιέχονται στην ανωτέρω Υπηρεσιακή Εγκύκλιο περί παροχής κινήτρων για την εθελουσία αποχώρηση προσωπικού, ήσαν ευνοϊκότεροι των διατάξεων που επικαλούνται για την καταβολή σ' αυτούς της ως άνω αποζημιώσεως, γεγονός που δεν αμφισβητούν και οι ίδιον Συνεπώς, η ανωτέρω επιλογή αυτών να λάβουν την προαναφερόμενη υπέρτερη παροχή, τους στερεί το δικαίωμα να λάβουν και την προβλεπόμενη από τις παραπάνω διατάξεις αποζημίωση του Ν. 3198/1955, αφού υπάρχει ταυτότητα ως προς το αντικείμενο και το σκοπό των εν λόγω δύο παροχών, αφενός και αφετέρου οι ενάγοντες δεν επικαλούνται ούτε αποδεικνύεται ύπαρξη αντίθετης συμφωνίας, για δικαίωμα δηλαδή αυτών, να αξιώσουν αθροιστικά, πέρα από τη συμφωνηθείσα και την από το άρθρο αυτό προβλεπόμενη αποζημίωση".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε την έφεση των τότε εκκαλούντων και ήδη αναιρεσειόντων κατά της υπ' αριθμ.49|2007 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η από 25-4-2005 αγωγή των εναγόντων-αναιρεσειόντων, πρώην υπαλλήλων της Εθνικής Τράπεζας και με την οποία (αγωγή) ζητούν να τους καταβληθεί, πέραν της αποζημιώσεως, που προβλέφθηκε από την ως άνω απόφαση (και η οποία τους καταβλήθηκε) και η αποζημίωση, η προβλεπόμενη από το άρθρο 8 του Ν. 3198|1955.

Έτσι κρίνοντας το Εφετείο, ορθά το νόμο εφήρμοσε και ειδικότερα τις προαναφερθείσες διατάξεις, τις σχετικές με την αποζημίωση των αποχωρούντων από την εργασία υπαλλήλων ιδιωτικού δικαίου, τις οποίες, συνεπώς, δεν παραβίασε, όπως αντίθετα υποστηρίζουν οι αναιρεσείοντες, με τον πρώτο λόγο της ένδικης αναιρέσεώς τους, στηριζόμενος στη διάταξη του άρθρο 559 περ. 1 Κ.

Πολ. Δικ. και ο οποίος, συνεπώς, είναι απορριπτέος. Και μπορεί μεν, κατά τις διατάξεις των άρθρων 8 ν.2112|1920, 11 α.ν.544|1937 και 10 β.δ.16|18-7-1920, να απαγορεύεται και θεωρείται άκυρη η παραίτηση του μισθωτού από την αξίωση αποζημίωσης, που δικαιούται να λάβει από τον εργοδότη, λόγω της απόλυσής του, άσχετα εάν η απόλυση έγινε κατά την διάρκεια της σύμβασης εργασίας ή μετά την καταγγελία αυτής, πλην, στην προκειμένη περίπτωση, δεν συντρέχει κάτι τέτοιο, αφού, με την ως άνω απόφαση, με βάση την οποία απεχώρησαν οι αναιρεσείοντες από την εργασία τους, προβλέφθηκε (και καταβλήθηκε) αποζημίωση, η οποία, μάλιστα, υπερκαλύπτει την από το άρθρο 8 ν. 3198|1955 προβλεπόμενη αποζημίωση (για τους περισσοτέρους ανέρχεται, σχεδόν στο διπλάσιο και για ορισμένους από αυτούς υπερβαίνει το διπλάσιο αυτής), οι ίδιοι δε οι ενάγοντες δήλωσαν και αποδέχθηκαν ότι η παροχή αυτή, συνιστά την αποζημίωσή τους, για τη λύση της σύμβασης εργασίας τους".

Δεν έχομε, επομένως, στην κρινόμενη περίπτωση παραίτηση των ως άνω μισθωτών από του δικαιώματός τους, να λάβουν την από το νόμο προβλεπόμενη αποζημίωσή, λόγω καταγγελίας των συμβάσεων εργασίας τους, αλλά, αντίθετα, ευνοϊκότερη γι' αυτούς ρύθμιση, σχετικά με το ύψος της αποζημιώσεως αυτής, την οποίαν και έλαβαν.

Επειδή, ο δεύτερος, επικουρικά προβαλλόμενος, λόγος της κρινόμενης αναίρεσης, στηριζόμενος στο άρθρο 559 περ. 19 Κ.Πολ.Δικ., σύμφωνα με τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση πάσχει κατά τις αιτιολογίες της και ειδικότερα από ανεπάρκεια αιτιολογιών, καθόσον αφορά τη σκέψη της, περί ευνοϊκότερης προσφοράς εκ μέρους της αναιρεσιβαλλομένης, για το λόγο ότι "δεν γίνεται σύγκριση των ως άνω παροχών της, αφενός και αφετέρου της νομίμου αποζημιώσεως, της προβλεπόμενης από το άρθρο 8 ν.3198|1955", είναι απορριπτέος, ως αβάσιμος, δοθέντος ότι αναλυτικά αναφέρεται στην προσβαλλόμενη απόφαση το ποσό, που έλαβε, ως αποζημίωση, για την ανωτέρω αιτία κάθε ενάγων-μισθωτός και το οποίο είναι σαφώς υπέρτερο αυτού, που ζητούν με την ένδικη αγωγή τους οι αναιρεσείοντες, κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση αναφερόμενα.

Μετά από αυτά, πρέπει να απορριφθεί η ένδικη αναίρεση, ως ουσιαστικά αβάσιμη και να καταδικασθούν οι αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, κατά το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24-5-2007 αίτηση των Χ1, κ.λπ., για αναίρεση της υπ' αριθμ. 2950|2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, εκ χιλίων διακοσίων (1.200) ευρώ.-

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 16 Δεκεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 13 Ιανουαρίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ