Legislator Case Law & Legislation
859/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on labor contract termination due to lack of procedural representation and unfounded moral damages claim.

Case Number 859/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a labor court decision regarding the termination of an employment contract. The appellant argued for moral damages and procedural reversal, but the court found the appeal baseless because the lower court had already thoroughly examined the facts of the personal insult claim. Furthermore, the court rejected the request to reinstate the case due to the appellant's failure to provide valid power of attorney for the hearing.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 63, 104 of the Code of Civil Procedure; Article 559 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court has fully and clearly examined the substantive conditions for the claimed relief, and procedural defects like lack of representation do not justify overturning a decision that has already addressed the core merits.

Keywords

AI generated
labor contract termination moral damages claim power of attorney procedural representation appeal dismissal personal insult court costs

Cited Legislation

AI generated
Article 94 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 63 of Law 4509/2017
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 559 numbers 1(a) and 19 of the Code of Civil Procedure
Article 579 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 565 paragraph 2
Articles 176, 183 and 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 859 / 2024 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 859/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους δικαστές, Ιωάννα Μαργέλλου-Μπουλταδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη (κωλυομένης της Αντιπροέδρου Μαριάνθης Παγουτέλη), Ελένη Χροναίου, Μαλαματένια Κουράκου Ελπίδα Σιμιτοπούλου και Μαρία-Μάριον Δερεχάνη, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο κατάστημά του, την 2 Μαΐου 2023, με την παρουσία και της Γραμματέως Ελένης Τσιουρή, για να δικάσει την υπόθεση, μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Νομικού Προσώπου Ιδιωτικού Δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας", όπως εκπροσωπείται νόμιμα, που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και παραστάθηκε δια των πληρεξουσίων δικηγόρων Έλλης-Δέσποινας Βενέδικτου και Ελευθερίας Τσίτα, που ανακάλεσαν την δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) παράστασή τους και κατέθεσαν προτάσεις Της αναιρεσίβλητης: Μ. Ρ. του Δ., κατοίκου ..., που παραστάθηκε δια δηλώσεως (ΚΠολΔ 242 παρ.2) της πληρεξουσίας δικηγόρου Μαρίας Λεμονάκη, η οποία κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 17-10-2014 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν η 644/2015 οριστική απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και, κατόπιν ασκήσεως εφέσεως, η 78/2021 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης. Την αναίρεση της τελευταίας, ζητά το αναιρεσείον με την από 4-6-2021 αίτησή του και τους από 6-12-2021 πρόσθετους λόγους αυτής.

Εκδόθηκε η 1213/2022 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία διέταξε την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης. Την υπόθεση επανέφερε για εκ νέου συζήτηση το αναιρεσείον με την από 28-9-2022 κλήση του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Εισηγήτρια ορίσθηκε η Αρεοπαγίτης Ελένη Χροναίου. Οι πληρεξούσιες του αναιρεσείοντος ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στα δικαστικά έξοδα.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 94 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο, κατά δε το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται μόνο με συμβολαιογραφική πράξη ή με προφορική δήλωση, που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Με το άρθρο 63 του Ν. 4509/2017 (ΦΕΚ Α' 201/22.12.2017) προστέθηκε εδάφιο στην τελευταία αυτή διάταξη της παρ. 3 του άρθρου 96 του ΚΠολΔ, με το οποίο ορίσθηκε ότι ειδικά για τις εργατικές διαφορές, η πληρεξουσιότητα (ενώπιον του Αρείου Πάγου) μπορεί να δίνεται και με ιδιωτικό έγγραφο, το οποίο φέρει βεβαίωση του γνησίου της υπογραφής του διαδίκου από Κέντρο Εξυπηρέτησης Πολιτών ή οποιαδήποτε άλλη δημόσια ή δημοτική αρχή.

Εξάλλου, κατά το άρθρο 104 του ΚΠολΔ, για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο, θεωρείται ότι υπάρχει η πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο, απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Κατά δε το δεύτερο εδάφιο της τελευταίας αυτής διάταξης, το δικαστήριο εξετάζει και αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας, καθώς και την υπέρβασή της. Από τον συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι, εάν εκείνος που επισπεύδει τη συζήτηση απουσιάζει ή παρίσταται, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, αυτός θεωρείται δικονομικά απών και κηρύσσεται άκυρη η κλήση αυτού, με την οποία εμφανίζεται ως επιμελούμενος τη συζήτηση, με αποτέλεσμα να μην χωρεί εφαρμογή της τελευταίας διάταξης για συζήτηση της υπόθεσης από τον Άρειο Πάγο, σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι (Ολ.

Α.Π. 39/2005, Ολ. Α.Π. 9/2003, Α.Π. 536/2020). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 254 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, η οποία εφαρμόζεται και επί της διαδικασίας της κατ' αναίρεση δίκης, συμφώνως προς τη διάταξη του άρθρου 573 παρ. 1 ιδίου Κώδικα, προκύπτει ότι ο Άρειος Πάγος δύναται να διατάξει την επανάληψη της συζήτησης της υπόθεσης, η οποία έχει κηρυχθεί περαιωμένη, όταν κατά την μελέτη της υπόθεσης ή τη διάσκεψη παρουσιάζονται κενά ή αμφίβολα σημεία, που χρήζουν συμπλήρωση ή επεξήγηση.

Βάσιμος λόγος επανάληψης της συζήτησης συντρέχει, κατ' εφαρμογή της εν λόγω διάταξης και προκειμένου να προσκομισθούν τα αναγκαία έγγραφα, ώστε να ερευνηθεί η εγκυρότητα της εκπροσώπησης ορισμένου διαδίκου και της χορηγηθείσας, προς τον παραστάντα, ως πληρεξούσιο δικηγόρο αυτού, πληρεξουσιότητα (Α.Π. 1321/2021, Α.Π. 954/2020, Α.Π. 676/2020, Α.Π. 711/2019, Α.Π. 356/2019) .

Στο Π.Δ/μα 432/18-11-1987 (ΦΕΚ Α' 204/23-11-1987) με τίτλο "Σύσταση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας", που εκδόθηκε σε εφαρμογή και εκτέλεση των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 25 του ν. 1514/1985, ορίζονται τα εξής: Άρθρο 5. Όργανα Διοίκησης : Όργανα διοίκησης του Ι.Τ.Ε. είναι:

α) Το Διοικητικό Συμβούλιο, β) Οι Διευθυντές των Ινστιτούτων και της Κεντρικής Διεύθυνσης. Άρθρο 6. Διοικητικό Συμβούλιο. "1. Το Ι.Τ.Ε. διοικείται από το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.) που είναι το ανώτατο όργανο αυτού. 2. Αρμοδιότητες: Οι αρμοδιότητες του Δ.Σ. είναι : α) ... β) ... γ) ... δ) ... ε) ... στ) Ο ορισμός αναπληρωτή Δ/ντή σε κάθε Ινστιτούτο του Ι.Τ.Ε., ύστερα από εισήγηση του αντίστοιχου Διευθυντή ζ) ...

η) ... θ) ... ι) Η άσκηση κάθε άλλης αρμοδιότητας σχετικής με τη διοίκηση και λειτουργία του Ι.Τ.Ε., η οποία δεν ανατίθεται σε άλλο όργανο, ια) Η δυνατότητα μεταβίβασης στον Δ/ντή της Κ.Δ. και στους διευθυντές των Ινστιτούτων του Ι.Τ.Ε. αρμοδιοτήτων αυτού, εκτός από εκείνες που προβλέπονται στις πιο πάνω περιπτώσεις, υπό στοιχεία α, β, γ και ε. ...

Άρθρο 7. Διευθυντές Ινστιτούτων και Κ.Δ. του Ι.Τ.Ε. : "1. ... 2. Αρμοδιότητες: Ο Διευθυντής της Κ.Δ. προΐσταται της Κεντρικής Δ/νσης του Ι.Τ.Ε., επιμελείται για την εκτέλεση των αποφάσεων του Δ.Σ., ρυθμίζει θέματα που ανακύπτουν στις, μεταξύ των Ινστιτούτων του Ι.Τ.Ε., σχέσεις και με την επιφύλαξη της ειδικής πιο πάνω ρύθμισης για τα λειτουργούντα στην Πάτρα και Θεσσαλονίκη Ινστιτούτα, εκπροσωπεί το Ι.Τ.Ε.

στα δικαστήρια και στις εξώδικες σχέσεις του, εκτός αν το Δ.Σ. ορίσει αλλιώς. Σε περίπτωση απουσίας, κωλύματος ή έλλειψης του Δ/ντή της Κ.Δ., τις αρμοδιότητες αυτού ασκεί ο Πρόεδρος ή ο Αντιπρόεδρος του Δ.Σ. Οι Διευθυντές των Ινστιτούτων του Ι.Τ.Ε. προΐστανται των υπηρεσιών των Ινστιτούτων που διευθύνουν και εφόσον δεν προβλέπεται στο παρόν διάταγμα ή δεν ορίζεται από το Δ.Σ.

διαφορετικά, ασκούν, κατ' ανάλογη εφαρμογή των διατάξεων του άρθρου 11 παρ. 2 του Ν. 1514/85, όλες τις εκεί προβλεπόμενες αρμοδιότητες, που αφορούν αποκλειστικά σε θέματα των Ινστιτούτων και του προσωπικού τους, εκτός από την αρμοδιότητα δικαστικής και εξώδικης εκπροσώπησης. Ειδικώς, οι Δ/ντές των Ινστιτούτων, που λειτουργούν σε πόλεις εκτός της έδρας, εκπροσωπούν το Ι.Τ.Ε.

στα δικαστήρια και στις εξώδικες σχέσεις, υπογράφοντες και τις αναγκαίες συμβάσεις για υποθέσεις και θέματα, που αφορούν αποκλειστικά στα Ινστιτούτα που διευθύνουν. 3 ... ". Εξάλλου, στο άρθρο 5 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του αναιρεσείοντος νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας" (ΦΕΚ Β' 1584/31-7-2009), που εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 14770/22-07-2009 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β' 1584/31-7-2009), όπως αυτός τροποποιήθηκε (ΦΕΚ Β' 2193/31-12-2010) και ίσχυε κατά τον κρίσιμο στην υπόθεση χρόνο, ορίζονται τα εξής : "1.

Το Ι.Τ.Ε. διοικείται από το Διοικητικό Συμβούλιο (Δ.Σ.), που είναι το ανώτατο όργανο αυτού. Το Δ.Σ. αποφασίζει για όλα τα θέματα που αφορούν τη διοίκηση του Ι.Τ.Ε. 2. ...", ενώ στο άρθρο 6 παρ. 5, ορίζονται τα εξής : "5. Αρμοδιότητες : Ο Διευθυντής της Κ.Δ. προΐσταται της Κεντρικής Δ/νσης του Ι.Τ.Ε., επιμελείται για την εκτέλεση των αποφάσεων του Δ.Σ., ρυθμίζει θέματα, που ανακύπτουν στις μεταξύ των Ινστιτούτων του Ι.Τ.Ε.

σχέσεις και με την επιφύλαξη της ειδικής πιο κάτω ρύθμισης, για τα λειτουργούντα στην Πάτρα και Ιωάννινα Ινστιτούτα, εκπροσωπεί το Ι.Τ.Ε., στα δικαστήρια και στις εξώδικες σχέσεις του, εκτός εάν το Δ.Σ. ορίσει άλλως. Σε περίπτωση απουσίας, κωλύματος ή έλλειψης του Δ/ντή της Κ.Δ., τις αρμοδιότητες αυτού ασκεί ο Πρόεδρος και σε περίπτωση απουσίας, κωλύματος ή έλλειψης αυτού, ο Αντιπρόεδρος του Δ.Σ.

Οι Διευθυντές των Ινστιτούτων του Ι.Τ.Ε. προΐστανται των υπηρεσιών των Ινστιτούτων που διευθύνουν και, εφόσον δεν προβλέπεται στον παρόντα κανονισμό ή δεν ορίζεται από το Δ.Σ. διαφορετικά, ασκούν τις παρακάτω αρμοδιότητες, που αφορούν αποκλειστικά σε θέματα των Ινστιτούτων και του προσωπικού τους, εκτός από την αρμοδιότητα δικαστικής και εξώδικης εκπροσώπησης.

α. Την σύνταξη του ερευνητικού και αναπτυξιακού προγράμματος του Ινστιτούτου. β. Την εκτέλεση των αποφάσεων πρόσληψης, το διορισμό και γενικά τα θέματα κατάστασης και πειθαρχίας του προσωπικού. γ. Την κατάρτιση του προϋπολογισμού, απολογισμού, ισολογισμού και τη σχετική εισήγηση στο Ε.Σ.Ι. δ. Την προώθηση της εφαρμογής και παραγωγικής αξιοποίησης των αποτελεσμάτων της έρευνας ή την αξιοποίησή τους από όργανα λήψης αποφάσεων στο δημόσιο ή ιδιωτικό τομέα.

ε. Για κάθε άλλο θέμα, σχετικό με τη διοίκηση και λειτουργία του Ινστιτούτου, πλην της έγκρισης του προϋπολογισμού, απολογισμού και ισολογισμού. στ. Ειδικώς, οι Δ/ντές των Ινστιτούτων, που λειτουργούν σε πόλεις εκτός της έδρας, εκπροσωπούν το Ι.Τ.Ε. στα δικαστήρια και στις εξώδικες σχέσεις, υπογράφοντες και τις αναγκαίες συμβάσεις, για υποθέσεις και θέματα, που αφορούν αποκλειστικά στα Ινστιτούτα που διευθύνουν.

Επίσης, οι εν λόγω Διευθυντές έχουν την αρμοδιότητα να υπογράφουν συμβάσεις για θέματα που αφορούν το Ινστιτούτο τους, καθώς και να εγκρίνουν τις αποφάσεις για τις μετακινήσεις του προσωπικού του Ινστιτούτου. ζ. Οι Διευθυντές των Ινστιτούτων δύνανται σε ετήσια βάση να ενημερώνουν τους Ερευνητές και Εργαζόμενους για την πορεία των Ινστιτούτων, με κατάλληλα μέσα, 6. ... 7. ... 8. ... ".

Στην προκειμένη περίπτωση, κατά τη συζήτηση της υπό κρίση από 04-06-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 14/04-06-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 929/2021 αίτηση αναίρεσης και των από 06-12-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 136/06-12-2021, δια ιδίου δικογράφου ασκηθέντων πρόσθετων λόγων αναίρεσης, κατά της με αριθμό 78/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, αρχική δικάσιμος της οποίας ορίσθηκε η 11-01-2022, το αναιρεσείον - ασκούν πρόσθετους λόγους αναίρεσης νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας", εκπροσώπησαν οι Δικηγόροι Αθηνών, Έλλη Α.

Βενέδικτου και Ελευθερία Ν. Τσίτα, οι οποίες προσκόμισαν, προς απόδειξη της πληρεξουσιότητας αυτών, ακριβές αντίγραφο του με αριθμό 3523/04-06-2021 ειδικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Ηρακλείου Κρήτης Ευθυμίας Στυλ. Κουντάκη. Με το πληρεξούσιο αυτό, η Η. Γ. του Κ., η οποία ενεργεί ως Αναπληρώτρια Διευθύντρια του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας, διορισθείσα δυνάμει της με αριθμό 376/27-6/22-05-2018 απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος και ως νόμιμος εκπρόσωπος αυτού, δυνάμει του με αριθμό 454/33-06/03-06-2021 πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου αυτού, τα οποία, κατά τη σχετική περικοπή του πληρεξουσίου, προσαρτώνται στην πράξη της ως άνω Συμβολαιογράφου, χορηγεί στις προαναφερόμενες δικηγόρους την ειδική εντολή και πληρεξουσιότητα και το δικαίωμα, ενεργώντας από κοινού ή εκάστη χωριστά, μεταξύ των άλλων εντολών, να παραστούν και να εκπροσωπήσουν το αναιρεσείον ενώπιον του Αρείου Πάγου.

Επειδή, όμως, δεν προσκομίστηκε το μνημονευόμενο ως άνω πρακτικό συνεδρίασης του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος, παρ' ότι τυγχάνει τούτο αναγκαίο, προκειμένου να ερευνηθεί το κύρος της χορηγηθείσας, κατ' εξαίρεση αντιπροσωπευτικής εξουσίας του αναιρεσείοντος, προς την Αναπληρώτρια Διευθύντρια του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας Η.

Γ. του Κ., που απορρέει από τον προαναφερθέντα Εσωτερικό Κανονισμό του, όπως διορίσει, εκτός των άλλων τις Δικηγόρους Έλλη Α. Βενέδικτου και Ελευθερία Ν. Τσίτα προς εκπροσώπησή του, ενώπιον του Αρείου Πάγου και οι οποίες παραστάθηκαν ως πληρεξούσιες δικηγόροι του, κατά τη συζήτηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής, το παρόν Δικαστήριο μετά από νομική ανάπτυξη των διατάξεων των άρθρων 94 παρ. 1, 96 παρ. 1 και 3, 104 παρ. 1, 254 παρ. 1 εδ.

α' του ΚΠολΔ και 6 παρ. 5 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του αναιρεσείοντος, εξέδωσε με τη με αριθμό 1213/2022 μη οριστική απόφασή του, με την οποία διέταξε, κατ' άρθρο 254 παρ. 1 εδ. α' του ΚΠολΔ, την επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζήτησης της υπόθεσης, προκειμένου να προσκομισθεί, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος το προαναφερόμενο έγγραφο.

Ήδη, με την από 28-09-2022 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης ΚΛ 170/29-09-2022 κλήση του αναιρεσείοντος, φέρεται προς περαιτέρω συζήτηση, η ως άνω αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, για το παραδεκτό της άσκησης των οποίων και για την πρόσληψη των ως άνω πληρεξουσίων δικηγόρων του, προσκομίζει και επικαλείται :

Α) το με αριθμό 376/27-6/22-6-2018 Απόσπασμα Πρακτικού του Διοικητικού Συμβουλίου, με το οποίο ορίστηκε ως Αναπληρώτρια Διευθύντρια του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (Ι.Μ.Β.Β) του Ι.Τ.Ε., η Η. Κ.. Γ., συνεργαζόμενη ερευνήτρια - Μέλος ΔΕΠ του Ινστιτούτου και Β) το με αριθμό 454/33-06/03-06-2021 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι το Διοικητικό Συμβούλιο, μετά από εισήγηση του Διευθυντή του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του Ι.Τ.Ε.

και έπειτα από διαλογική συζήτηση, μεταξύ των μελών του, αποφάσισε ομόφωνα, την παροχή ειδικής εξουσιοδότησης και τον διορισμό, ως ειδικών πληρεξουσίων, αντιπροσώπων και αντικλήτων του Ι.Τ.Ε., μεταξύ άλλων, των δικηγόρων Αθηνών Έλλης Βενεδίκτου του Αχιλλέα και Ελευθερίας Τσίτα του Νικολάου, στις οποίες παρείχε τις ειδικές εντολές, πληρεξουσιότητες και δικαιώματα, όπως, αντί και για λογαριασμό του Ιδρύματος, ενεργώντας από κοινού ή ο καθένας χωριστά : "1.

Ασκήσουν στο Μονομελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης αίτηση του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας κατά της Μ. Ρ. του Δ. (ήδη αναιρεσίβλητης), ενώπιον του Αρείου Πάγου, για την αναίρεση της υπ' αριθμ. 78/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, 2. Προβούν σε όλες τις απαραίτητες ενέργειες για τον προσδιορισμό της ασκηθείσας πιο πάνω αίτησης αναίρεσης, ενώπιον του Αρείου Πάγου, 3.

Εκπροσωπήσουν και παραστούν για λογαριασμό του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας, ενώπιον του αρμόδιου Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, κατά την εκδίκαση της ως άνω αίτησης αναίρεσης του Ιδρύματος κατά της Μ. Ρ. του Δ. και κατά της υπ' αριθμ. 78/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, κατά τη δικάσιμο που θα προσδιοριστεί προς συζήτηση ή σε κάθε μεταγενέστερη δικάσιμο, μετά από αναβολή ή διακοπή ή παραπομπή της υπόθεσης σε άλλο Τμήμα του ίδιου Δικαστηρίου ή σε άλλο Δικαστήριο, καθώς και σε κάθε τυχόν επανασυζήτησή της. 4.

Συντάξουν καταθέσουν και υπογράψουν, ενώπιον του Αρείου Πάγου, αίτηση του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας κατά της Μ. Ρ. του Δ., για την αναστολή εκτέλεσης και των έννομων συνεπειών της 78/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, ως προς όλες τις διατάξεις της, μετά αιτήματος για χορήγηση σημειώματος προ πάσης εκτέλεσης. 5.

Εκπροσωπήσουν και παραστούν για λογαριασμό του Ι.Τ.Ε., ενώπιον του αρμόδιου Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, σε Συμβούλιο, κατά την εκδίκαση της ως άνω αίτησης αναστολής του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας κατά της Μ. Ρ. του Δ. και κατά της υπ' αριθμ. 78/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, καθώς και κατά την εκδίκαση του αιτήματος προσωρινής διαταγής, κατά τη δικάσιμο που θα προσδιοριστεί ή σε κάθε μεταγενέστερη δικάσιμο, μετά από αναβολή ή διακοπή ή παραπομπή της υπόθεσης σε άλλo Τμήμα του ίδιου Δικαστηρίου ή σε άλλο Δικαστήριο, καθώς και σε κάθε τυχόν επανασυζήτησή της. 6.

Υποβάλλουν πρόσθετους λόγους και σημειώματα, καθώς και προτάσεις και κάθε σχετικό με την υπόθεση αυτή έγγραφο. 7. Παραιτούνται από τις πιο πάνω αιτήσεις ολικά ή μερικά. 8. Διορίζουν άλλους μεταπληρεξούσιους, με τις ίδιες ή λιγότερες εντολές και να τους ανακαλούν νόμιμα. 9. Γενικά να ενεργούν και να πράττουν μέσα στα πλαίσια των πιο πάνω εντολών, ο,τιδήποτε άλλο νόμιμο και αναγκαίο απαιτείται για την ολοκλήρωσή τους".

Τέλος, το Διοικητικό Συμβούλιο του αναιρεσείοντος αποφάσισε και εξουσιοδότησε την ως άνω Αναπληρώτρια του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του Ι.Τ.Ε. Η. Γ. του Κ., να παραστεί ενώπιον συμβολαιογράφου και, ως πληρεξούσια του Ι.Τ.Ε., να υπογράψει την σχετική περί χορήγησης ειδικής πληρεξουσιότητας συμβολαιογραφική πράξη διορισμού των πιο πάνω Δικηγόρων, με τις ως άνω εντολές.

Με βάση τις διατάξεις και ρυθμίσεις του κανονιστικού πλαισίου του Ιδρύματος, όπως αναλυτικά αναπτύχθηκαν παραπάνω συνάγεται ότι η δικαστική και εξώδικη εκπροσώπηση αυτού, ανήκει, κατ' αρχήν, στον Διευθυντή της Κεντρικής Διεύθυνσης και Πρόεδρο του Διοικητικού Συμβουλίου και όχι στους Διευθυντές των Ινστιτούτων (με εξαίρεση τους διευθυντές Ινστιτούτων που λειτουργούν εκτός της έδρας του Ι.Τ.Ε.).

Ωστόσο, με ρητή διάταξη, προβλέπεται ότι το Διοικητικό Συμβούλιο, μπορεί να αποφασίσει διαφορετικά και, ως εκ τούτου, μπορεί να ορίσει τρίτο πρόσωπο να εκπροσωπήσει δικαστικώς το αναιρεσείον. Στην προκειμένη δε περίπτωση αποδεικνύεται ότι το Διοικητικό Συμβούλιο του αναιρεσείοντος, το οποίο αποτελεί το ανώτατο όργανο διοίκησης και αποφασίζει για κάθε θέμα, που αφορά τη διοίκηση και λειτουργία του Ιδρύματος και για κάθε ενέργεια που σχετίζεται με την εκπλήρωση των σκοπών του, βάσει του π.δ/τος 432/1987 και του Κανονισμού λειτουργίας του, με το με αριθμό 454/33-06/03-06-2021 πρακτικό, νομότυπα εξουσιοδότησε, ως είχε αρμοδιότητα, την Η.

Κ.. Γ., η οποία είχε οριστεί με τη με αριθμό 376/27-6/22-6-2018 Απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος, ως Αναπληρώτρια του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του Ι.Τ.Ε., να παραστεί ενώπιον της Συμβολαιογράφου και, ως πληρεξουσία αυτού, να υπογράψει το ως άνω ειδικό συμβολαιογραφικό πληρεξούσιο διορισμού των Δικηγόρων Αθηνών Έλλης Βενεδίκτου του Αχιλλέα και Ελευθερίας Τσίτα του Νικολάου, στις οποίες παρείχε την εντολή, μεταξύ άλλων, να ασκήσουν αναίρεση και πρόσθετους λόγους κατά της προσβαλλόμενης με αριθμό 78/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης και να εκπροσωπήσουν το αναιρεσείον στον Άρειο Πάγο, κατά τη συζήτηση αυτών.

Επομένως, οι αιτιάσεις της αναιρεσίβλητης περί απαραδέκτου της ένδικης αίτησης αναίρεσης, που υπογράφεται από την Δικηγόρο Αθηνών Έλλη Α. Βενεδίκου και των προσθέτων λόγων αναίρεσης, που συνυπογράφονται από τις Δικηγόρους Αθηνών Έλλη Α. Βενεδίκτου και Ελευθερία Ν. Τσίτα, λόγω έλλειψης της κατά νόμο απαιτούμενης πληρεξουσιότητας των παραπάνω Δικηγόρων, κρίνονται απορριπτέες.

Εξάλλου, ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ότι σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ. 6 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του Ιδρύματος, το Ι.Τ.Ε. έχει οργανωμένο Νομικό Γραφείο, το οποίο παρέχει νομικές υπηρεσίες και γνωμοδοτεί σε θέματα που αφορούν την δραστηριότητα του Ιδρύματος και, μεταξύ άλλων, εκπροσωπεί το Ι.Τ.Ε., ενώπιον των Δικαστηρίων και ότι, ως εκ τούτου, δεν προβλέπεται η ανάθεση δικαστικής εκπροσώπησης αυτού σε δικηγόρους, που δεν ανήκουν στο Νομικό Γραφείο του Ιδρύματος, κρίνεται απορριπτέος, καθόσον ο Εσωτερικός Κανονισμός Λειτουργίας του αναιρεσείοντος δεν αποκλείει την ανάθεση σε εξωτερικούς δικηγόρους συγκεκριμένης υπόθεσης, μείζονος σημασίας και σπουδαιότητας για τα συμφέροντά του, όπως στην προκειμένη περίπτωση, αποφάσισε το Διοικητικό Συμβούλιο αυτού, το οποίο και όρισε τρίτα πρόσωπα, προκειμένου να εκπροσωπήσουν αυτό δικαστικώς, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα.

Επίσης, ο ισχυρισμός της αναιρεσίβλητης ότι το με αριθμό 454/33-6/03-06-2021 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου του Ιδρύματος είναι ανυπόστατο, καθώς δεν φέρει Αριθμό Διαδικτυακής Ανάρτησης (Α.Δ.Α.) και ότι, επομένως, δεν έχει αναρτηθεί στο Πρόγραμμα "Διαύγεια" (άρθρο 76 παρ. 3 του Ν. 4727/2020 "Ψηφιακή Διακυβέρνηση (Ενσωμάτωση στην Ελληνική Νομοθεσία της Οδηγίας (ΕΕ) 2016/2012 και της Οδηγίας (ΕΕ) 2019/1024) - Ηλεκτρονικές Επικοινωνίες (Ενσωμάτωση στο Ελληνικό Δίκαιο της Οδηγίας (ΕΕ) 2018/1972) και άλλες διατάξεις" (ΦΕΚ Α' 184/23-09-2020), αλυσιτελώς προτείνεται, καθώς η αναιρεσίβλητη δεν επικαλείται και, συνακόλουθα δεν αποδεικνύει την ύπαρξη βλάβης από την μη ανάρτηση αυτού στον ως άνω διαδικτυακό τόπο.

Με τις διατάξεις των άρθρων 315 έως 320 του ΚΠολΔ, οι οποίες, σύμφωνα με το άρθρο 573 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, εφαρμόζονται και στη διαδικασία της δίκης για την αναίρεση, ρυθμίζεται η διαδικασία της διόρθωσης και ερμηνείας των δικαστικών αποφάσεων. Ειδικότερα κατά το άρθρο 315 του ΚΠολΔ : "Αν από παραδρομή, κατά τη σύνταξη της απόφασης, περιέχονται λάθη γραφικά ή λογιστικά ή το διατακτικό της διατυπώθηκε κατά τρόπο ελλιπή ή ανακριβώς, το δικαστήριο που την έχει εκδώσει, μπορεί, αν το ζητήσει κάποιος διάδικος ή και αυτεπαγγέλτως να τη διορθώσει με νέα απόφασή του ".

Από τη διάταξη αυτή, η οποία, ως εξαιρετική, υπηρετεί, στα πλαίσια της επιταγής για ασφάλεια δικαίου, τον κύριο σκοπό της δίκης, που είναι η δικαιοσύνη, συνάγεται ότι, είναι δυνατόν να γίνει διόρθωση των σφαλμάτων της απόφασης, που οφείλονται σε ασυμφωνία αυτών που ήθελε το δικαστήριο και εκείνων, που έχουν διατυπωθεί στην απόφαση, έστω και αν, από τη διόρθωση της ανακρίβειας της διατύπωσης, επέρχεται μεταβολή στο διατακτικό, αφού η μεταβολή αυτή, επιτρεπόμενη από το νόμο, δεν ανατρέπει, αλλ' ορθώς διατυπώνει την αληθή δικαιοδοτική βούληση, δεν αποτελεί δε παραβίαση του δεδικασμένου (Ολ.

Α.Π. 29/2004, Ολ. Α.Π. 30/2004, Α.Π 1305/2007, Α.Π. 1259/2002). Η ανακριβής ή ελλιπής, εξάλλου, διατύπωση, η οφειλόμενη σε παραδρομή και ευρισκόμενη σε αναντιστοιχία προς εκείνα που θέλησε το δικαστήριο, πρέπει να προκύπτει είτε από την ίδια την απόφαση, ήτοι από την όλη διάρθρωση της απόφασης και όσα συνέβησαν κατά τη σύνταξή της (Ολ.

Α.Π. 22/2004, Α.Π. 1034/1997), είτε από το συνδυασμό αυτής προς τα πρακτικά του δικαστηρίου ή και τα διαδικαστικά έγγραφα και, ιδίως, προς εκείνα, με τα οποία ζητήθηκε η συγκεκριμένη έννομη προστασία (Α.Π. 1305/2007, Α.Π. 1703/2006). Πρέπει δε η διόρθωση να μη σχετίζεται με την ουσία της υπόθεσης, ούτε να αλλοιώνει την έννοια της απόφασης και να μεταβάλει ή να ανακαλεί το περιεχόμενό της και, έτσι, να οδηγεί, άμεσα ή έμμεσα, σε επανεκτίμηση των αποδείξεων ή επανεξέταση της ουσίας της υπόθεσης.

Τούτο σημαίνει ότι, για τη διαπίστωση του σφάλματος του δικαστηρίου, δεν πρέπει να γίνεται επανεξέταση της ουσίας της διαφοράς, αλλά να προκύπτει αυτό από την απλή επισκόπηση της απόφασης, των πρακτικών ή και των δικογράφων των διαδίκων, ώστε να γίνεται, στη συνέχεια η διόρθωσή της. Κατά συνέπεια, αντικείμενο διόρθωσης, μπορεί να αποτελέσουν μόνο ακούσιες πλημμέλειες, που παρεισέφρησαν κατά τη σύνταξη της απόφασης και όχι διαγνωστικά σφάλματα του δικαστηρίου, που αναφέρονται στην ερμηνεία ή στην εφαρμογή ουσιαστικής διάταξης, καθώς και στην εκτίμηση των αποδείξεων, τα οποία, εφόσον αποδειχθούν, αίρονται μόνο με την προσβολή της απόφασης με ένδικα μέσα (Α.Π. 1479/2019, Α.Π. 359/2017, Α.Π. 318/2018, Α.Π. 1/2015, Α.Π. 1765/2013, Α.Π. 1672/2001).

Η διαδικασία της διόρθωσης υποβάλλεται μόνο με ιδιαίτερο δικόγραφο, το οποίο κατατίθεται στη Γραμματεία του Δικαστηρίου, που εξέδωσε την διορθωτέα απόφαση, είτε και αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση (Α.Π. 43/2007, Α.Π. 962/2007, Α.Π. 143/2002). Η υποβολή του αιτήματος με τις προτάσεις, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή προφορικά, οδηγεί σε απόρριψη της αίτησης, ως απαράδεκτης, λόγω παράβασης της αρχής τήρησης της προδικασίας (πρβλ.

Α.Π. 548/2017, Α.Π. 804/2023). Αρμόδιο για την εκδίκαση της αίτησης διόρθωσης δικαστήριο, είναι το δικαστήριο που εξέδωσε τη διορθωτέα απόφαση (άρθρο 317 παρ. 2 του ΚΠολΔ), το οποίο μάλιστα παραμένει αρμόδιο, έστω και αν εκκρεμεί αναίρεση κατά της διορθωτέας απόφασης, εφόσον η απόφαση δεν εξαφανίστηκε (Α.Π. 962/2007, Α.Π. 143/2002) και έστω εάν το ένδικο μέσο στηρίζεται στην ίδια την παραδρομή, που πρέπει να διορθωθεί (Α.Π. 962/2007) .

Στην προκείμενη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη με τις από 23-03-2023 Συμπληρωματικές προτάσεις της του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, ζητεί τη διόρθωση της με αριθμό 1213/2022 μη οριστικής απόφασης αυτού του Δικαστηρίου, το οποίο, κατά τα παραπάνω αναφερόμενα, διέταξε την επανάληψη της επ' ακροατηρίου συζήτησης της υπόθεσης, προκειμένου να προσκομισθεί, με την επιμέλεια του αναιρεσείοντος, το με αριθμό 454/33-06/03-06-2021 πρακτικό του Διοικητικού Συμβουλίου, επικαλούμενη ότι στο προεισαγωγικό τμήμα της απόφασης και στα πρακτικά, αλλά και στην 4η σελίδα αυτής, εσφαλμένως αναγράφεται ότι το αναιρεσείον : " ...

παραστάθηκε δια δηλώσεως ... ", αντί του ορθού "... εκπροσωπήθηκε ..." για το λόγο ότι, από την εσφαλμένη αυτή αναγραφή, ελλοχεύει ο κίνδυνος να θεωρηθεί ότι το αναιρεσείον παρέστη νομίμως, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στις 11-01-2022, παρότι, κατά την απόφαση, η πληρεξουσιότητα των πιο πάνω δικηγόρων του δεν ήταν δεδομένη, ενώ στην 3η σελίδα της απόφασης αναγράφεται ότι το αναιρεσείον : "...

εκπροσωπείται στα δικαστήρια και στις εξώδικες σχέσεις του από τον Διευθυντή της Κεντρικής Διεύθυνσής του, εκτός αν το Διοικητικό του Συμβούλιο ορίσει άλλως ... ", ενώ το ορθό είναι ότι στο άρθρο 6 παρ. 5 του ως άνω Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του Ι.Τ.Ε. ορίζεται, επί λέξει, ότι : " Ο Διευθυντής της Κ.Δ.

προΐσταται της Κεντρικής Δ/νσης του Ι.Τ.Ε. και επιμελείται για την εκτέλεση των αποφάσεων του Δ.Σ., ρυθμίζει θέματα που ανακύπτουν στις μεταξύ των Ινστιτούτων του Ι.Τ.Ε. σχέσεις και με την επιφύλαξη της ειδικής πιο κάτω ρύθμισης, για τα λειτουργούντα στην Πάτρα και Ιωάννινα Ινστιτούτα, εκπροσωπεί το Ι.Τ.Ε.

στα δικαστήρια και στις εξώδικες σχέσεις του, εκτός αν το Δ.Σ. ορίσει άλλως ...", δηλαδή εσφαλμένως παραλείπεται η φράση : "... και με την επιφύλαξη της ειδικής πιο κάτω ρύθμισης για τα λειτουργούντα στην Πάτρα και Ιωάννινα Ινστιτούτα ", παρότι η φράση αυτή τυγχάνει αναγκαία, καθόσον παραπέμπει στα επόμενα εδάφια της παραγρ. 6 του άρθρου 6 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του αναιρεσείοντος, κατά τα ειδικότερα σχετικώς διαλαμβανόμενα.

Επίσης, στην 5η σελίδα της ως άνω μη οριστικής απόφασης, παραλείπεται η αναγραφή της ιδιότητας της Η. Γ. του Κ. ως Αναπληρώτριας Διευθύντριας "... του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας ...". Ωστόσο, το αίτημα διόρθωσης της ως άνω μη οριστικής απόφασης, που υπέβαλε η αναιρεσίβλητη με τις προτάσεις της, ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, είναι απορριπτέο, πρωτίστως, ως απαράδεκτο, διότι δεν ασκήθηκε με αυτοτελή αίτηση και, συνεπώς δεν τηρήθηκε η νόμιμη προδικασία.

Σε κάθε περίπτωση, εκτός του ότι το ως άνω αίτημα δεν προτάθηκε παραδεκτώς, τα σφάλματα που αποδίδονται στην υπό διόρθωση απόφαση και οι παραλείψεις που ανωτέρω αναφέρονται, δεν οφείλονται σε ακούσιες πλημμέλειες του Δικαστηρίου, οι οποίες παρεισέφρησαν κατά την σύνταξη της απόφασης, ότι δηλαδή το Δικαστήριο, από πρόδηλη παραδρομή, άλλο θέλησε να εκφράσει στην απόφασή του και άλλο εξέφρασε, ώστε να υφίσταται περίπτωση διόρθωσης.

Ειδικότερα, η αίτηση αυτή είναι απαράδεκτη, ελλείψει εννόμου συμφέροντος της αιτούσας, ως προς το πρώτο, δεύτερο και τέταρτο αίτημά της, αφού η προβαλλόμενη ανακρίβεια στο προεισαγωγικό μέρος, στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης και στην 4η σελίδα της υπό διόρθωση απόφασης, δεν ασκεί οποιαδήποτε έννομη επιρροή, ενώ, ομοίως, η προβαλλόμενη παράλειψη στην 5η σελίδα της απόφασης της ιδιότητας της Η.

Γ. του Κ. ως Αναπληρώτριας Διευθύντριας "...του Ινστιτούτου Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας ...", δεν ασκεί οποιαδήποτε έννομη επιρροή, ούτε στηρίζει το διατακτικό της απόφασης και ήταν, επομένως, περιττή, αφού, άλλωστε, η ιδιότητά της αυτή αναγραφόταν σε άλλο σημείο της απόφασης (4η σελίδα, στοίχος 22).

Ωσαύτως, η αίτηση αυτή τυγχάνει απαράδεκτη και κατά το μέρος που ζητείται η διόρθωση της απόφασης, με την αναγραφή στην 3η σελίδα αυτής της φράσης : "... και με την επιφύλαξη της ειδικής πιο κάτω ρύθμισης για τα λειτουργούντα στην Πάτρα και Ιωάννινα Ινστιτούτα ", καθόσον η αιτούμενη διόρθωση δεν αφορά γραφικά ή λογιστικά λάθη της απόφασης και εκφεύγει, ως εκ τούτου, της διαδικασίας της διόρθωσης, που προβλέπεται από την προαναφερόμενη διάταξη του άρθρου 315 του ΚΠολΔ.

Υπό τα δεδομένα αυτά και σύμφωνα με τις νομικές σκέψεις που αναφέρονται στην προεκτεθείσα μείζονα πρόταση της παρούσας, εφόσον η με αριθμό 1213/2022 μη οριστική απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, έχει σαφείς διατυπώσεις, που δεν χρήζουν διόρθωσης, δεν υφίσταται έδαφος εφαρμογής των προαναφερθεισών διατάξεων και, κατά συνέπεια, οι αιτιάσεις της αναιρεσίβλητης πρέπει να απορριφθούν .

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και τους, δια ιδίου δικογράφου, ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης του εναγομένου - εφεσιβλήτου και ήδη αναιρεσείοντος - ασκούν προσθέτους λόγους αναίρεσης, προσβάλλεται η εκδοθείσα, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ.

του ΚΠολΔ), με αριθμό 78/2021 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης, το οποίο δίκασε την από 12-07-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 259/2017 έφεση και τους από 05-11-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 677/2018 πρόσθετους λόγους έφεσης της ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης - καθής οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης Μ.

Ρ. του Δ., κατά της εκδοθείσας, κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ίδια ως άνω ειδική διαδικασία, με αριθμό 644/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, το οποίο είχε απορρίψει, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, την από 17-10-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3339/ΕΓ/127/2014 αγωγή της, με αντικείμενο αξιώσεις από την, μεταξύ αυτής και του εναγομένου, συναφθείσα σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και την καταγγελία αυτής και συγκεκριμένα την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας και τις, εκ της ακυρότητας αυτής, απορρέουσες συναφείς υποχρεώσεις του εναγομένου, την αποδοχή των υπηρεσιών της εκ μέρους του, την επιδίκαση μισθών υπερημερίας και διαφορών αποδοχών που προέκυψαν, λόγω της περικοπής της "αμοιβής αποδοτικότητας ", επικουρικά, δε, για την περίπτωση που ήθελε κριθεί έγκυρη η καταγγελία, τη διαφορά μεταξύ της νόμιμης και καταβληθείσας αποζημίωσης απόλυσης και, τέλος, την επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης.

Με την προσβαλλόμενη απόφαση, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής και, αφού εξαφάνισε στο σύνολό της, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ένδικη αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αναγνώρισε την ακυρότητα της από 21-07-2014 καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, για τους διαλαμβανόμενους στην απόφαση αυτή λόγους, υποχρέωσε το εναγόμενο να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της, σύμφωνα με τους όρους της εργασιακής της σύμβασης, με την απειλή χρηματικής ποινής, ύψους διακοσίων (200,00) ευρώ, για κάθε ημέρα παραβίασης της πιο πάνω υποχρέωσής του, υποχρέωσε το εναγόμενο να της καταβάλει το χρηματικό ποσό των είκοσι χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα οκτώ ευρώ και οκτώ λεπτών (20.838,08), που αντιστοιχεί στους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 23-07-2014 έως 23-03-2015 και, περαιτέρω, αναγνώρισε την υποχρέωση αυτού να της καταβάλει το χρηματικό ποσό των σαράντα μίας χιλιάδων εξακοσίων εβδομήντα έξι ευρώ και δέκα έξι λεπτών (41.676,16), που αντιστοιχεί στους μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 23-03-2015 έως 23-07-2016 και το ποσό των τριών χιλιάδων επτακοσίων δέκα (3.710,00) ευρώ, ως διαφορές αποδοχών, για το από 01-01-2014 έως 22-07-2014 χρονικό διάστημα, όλα δε τα ως άνω χρηματικά ποσά με το νόμιμο τόκο από τότε που έκαστο επιμέρους αγωγικό κονδύλιο κατέστη απαιτητό μέχρι την εξόφληση, καθώς και το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς της, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα που έγινε η επίδοση της αγωγής μέχρι την εξόφληση.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ. 1, 566 παρ. 1 και 144 του ΚΠολΔ), με την κατάθεση στη Γραμματεία του εκδόσαντος την προσβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου, στις 04-06-2021, ήτοι εντός της νόμιμης προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών, από την επίδοση την 01-06-2021, με την επιμέλεια της αναιρεσίβλητης, της προσβαλλόμενης απόφασης, όπως διαλαμβάνεται στο δικόγραφο της αναίρεσης, χωρίς τούτο να αμφισβητείται από αυτήν (άρθρο 261 εδαφ.

β' του ΚΠολΔ). Επίσης, οι δια ιδίου δικογράφου πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, ασκήθηκαν παραδεκτώς, με κατάθεση του οικείου δικογράφου, στη Γραμματεία του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου στις 06-12-2021 και επίδοση αυτού, στις 08-12-2021, στην αναιρεσίβλητη, όπως προκύπτει από τη με αριθμό Β'3559/08-12-2021 έκθεση επίδοσης του αρμόδιου δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας του Εφετείου Ανατολικής Κρήτης Μ.

Ρ., ήτοι περισσότερες από τριάντα (30) ημέρες, πριν από την αναγραφόμενη στο προεισαγωγικό τμήμα της παρούσας απόφασης αρχική δικάσιμο της 11-01-2022 (άρθρο 569 παρ. 2 του ΚΠολΔ). Επομένως, οι διαλαμβανόμενοι στα ως άνω δικόγραφα που ασκήθηκαν παραδεκτώς (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), λόγοι αναίρεσης, πρέπει να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς τις λοιπές προϋποθέσεις του παραδεκτού αυτών.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 297, 298, 299, 573 παρ. 1 και 577 παρ. 1 και 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο (μετέπειτα) αναιρεσείων, μπορεί να αποδεχθεί την προσβαλλόμενη απόφαση, η αποδοχή δε αυτή έχει ως συνέπεια το απαράδεκτο της μετά ταύτα ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος και υποδηλώνει παραίτηση από το δικαίωμα άσκησης αυτής, χωρίς να απαιτείται γι' αυτό η τήρηση ορισμένου τύπου.

Επομένως, η αποδοχή μπορεί να γίνει, είτε με την τήρηση των διατυπώσεων του άρθρου 297 του ΚΠολΔ (με δήλωση, η οποία καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο, το οποίο επιδίδεται στον αντίδικο), είτε σιωπηρά, με πράξεις, από τις οποίες υποδηλώνεται σαφώς η προς τούτο βούληση. Μετά, όμως, από την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, δεν χωρεί σιωπηρή αποδοχή της απόφασης, αλλά μόνον ρητή, δηλαδή, κατά τους διαγραφομένους στο άρθρο 297 του ΚΠολΔ τρόπους, καθόσον η αποδοχή, στην περίπτωση αυτή, υποδηλώνει παραίτηση από την ήδη ασκηθείσα αίτηση αναίρεσης, η οποία δεν μπορεί να γίνει σιωπηρά.

Εξάλλου, δεν συνιστά σιωπηρή αποδοχή της απόφασης η, εκ μέρους του οφειλέτη - [μετέπειτα αναιρεσείοντος] καταβολή του συνόλου των επιδικασθέντων με την προσβαλλόμενη απόφαση χρηματικών ποσών στον δικαιούχο - [μετέπειτα αναιρεσίβλητο], αφού η καταβολή των επιδικασθέντων, έστω και με αναγνωριστική διάταξη, χρηματικών ποσών, γίνεται προδήλως προς αποφυγή των, από τη μη πληρωμή, συνεπειών, ήτοι της αναγκαστικής εκτέλεσης (με την έκδοση διαταγής πληρωμής, επί αναγνωριστικής απόφασης) ή την επιβάρυνση με τόκους υπερημερίας (Α.Π. 113/2016, Α.Π. 1306/2014, Α.Π. 1268/2009, Α.Π. 1003/2008, Α.Π. 880/2007).

Τοιαύτη περίπτωση συντρέχει ασφαλώς οσάκις ο οφειλέτης, που κατέβαλε το σε βάρος του επιδικασθέν χρηματικό ποσό, ρητώς επιφυλάχθηκε του δικαιώματος αυτού να ασκήσει αναίρεση (Ολ. Α.Π. 15/2008, Α.Π. 750/2020). Η αποδοχή δε της απόφασης επάγεται ως δικονομική έννομη συνέπεια, την απόρριψη του ασκηθέντος ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου, ελλείψει εννόμου συμφέροντος, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 68, 73, 556 παρ. 2 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσίβλητη με τις, κατά τη διάταξη του άρθρου 570 παρ. 1 του ΚΠολΔ, από 23-03-2023 Συμπληρωματικές προτάσεις της, ισχυρίζεται ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι αυτής λόγοι, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτοι, καθόσον το αναιρεσείον, κατά το χρονικό διάστημα από την 01-06-2021, οπότε του επιδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση μέχρι την 21-06-2021, αποδέχθηκε, χωρίς επιφύλαξη, την απόφαση αυτή, ως προς όλες τις διατάξεις της.

Ειδικότερα ότι, κατόπιν της επίδοσης στο αναιρεσείον στις 10-06-2021, του με αριθμό 12/2021 πρώτου (Α') εκτελεστού απογράφου της προσβαλλομένης απόφασης, με την κάτωθι αυτού συνταχθείσα από 09-06-2021 επιταγή προς εκτέλεση, που αφορά τις καταψηφιστικές διατάξεις αυτής, με την οποία επιτάχθηκε να της καταβάλει το συνολικώς επιδικασθέν με την απόφαση κεφάλαιο των τριάντα επτά χιλιάδων εκατόν ογδόντα οκτώ ευρώ και τριάντα πέντε λεπτών (37.188,35), το οποίο αντιστοιχεί, μεταξύ άλλων, σε μισθούς υπερημερίας του χρονικού διαστήματος από 23-07-2014 έως 23-03-2015, τόκους υπερημερίας από 23-07-2014 μέχρι 09-06-2021 και επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη, ποσού τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ, με την από 14-06-2021 Εξώδικη Δήλωση - Πρόσκλησή του, δήλωσε, χωρίς καμία επιφύλαξη, ότι της κατέβαλε το ως άνω χρηματικό ποσό, μείον των νομίμων κρατήσεων και στις 15-06-2021 κατέβαλε στον τραπεζικό της λογαριασμό, που τηρεί στην Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος, το καθαρό ποσό των τριάντα μίας χιλιάδων εκατόν εξήντα επτά ευρώ και εξήντα πέντε λεπτών (31.167,65) και την προσκάλεσε να παρέχει τις υπηρεσίες της, η ίδια δε στις 16-06-2021 αποδέχθηκε την πρόσκλησή του αυτή.

Επίσης, στις 18-06-2021 συμμορφούμενο πλήρως με τα επιτασσόμενα στην επιδοθείσα από 15-06-2021 επιταγή προς πληρωμή, κάτωθι του με αριθμό 218/2021 πρώτου (Α') εκτελεστού απογράφου της με αριθμό 219/2021 Διαταγής Πληρωμής του Δικαστού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που αντιστοιχούσε στις αναγνωριστικές διατάξεις της προσβαλλόμενης απόφασης, της κατέβαλε, χωρίς καμία επιφύλαξη, συνολικά το καθαρό χρηματικό ποσό των εξήντα εννέα χιλιάδων εξακοσίων ενενήντα έξι ευρώ και εξήντα ενός λεπτών (69.696,61) και με την από 21-06-2021 Εξώδικη δήλωσή του, δήλωσε εκ νέου ότι συνεχίζει να αποδέχεται την προσφορά των υπηρεσιών της, με επιφύλαξη και προσωρινώς, μέχρι την έκδοση απόφασης από τον Άρειο Πάγο, επί της από 07-06-2021 αίτησης αναστολής, που συζητήθηκε στις 22-06-2021.

Από το γεγονός, όμως, της εκ μέρους της αναιρεσίβλητης είσπραξης των τελεσιδίκως επιδικαθέντων χρηματικών ποσών, δεν μπορεί, χωρίς την τήρηση του τύπου του άρθρου 297 του ΚΠολΔ, να συναχθεί σιωπηρά αποδοχή της απόφασης, εκ μέρους του αναιρεσείοντος, αφού η καταβολή των επιδικασθέντων ως άνω χρηματικών ποσών, έγινε μετά την άσκηση της αναίρεσης, προδήλως, προς αποφυγή των δυσμενών αποτελεσμάτων από την εκτέλεση της απόφασης και, ως εκ τούτου, δεν μπορεί να ερμηνευτεί ως αναγνώριση του αβασίμου της αναίρεσης.

Επομένως ο περί απαραδέκτου της ασκηθείσας αίτησης αναίρεσης και των προσθέτων λόγων αυτής ισχυρισμός της αναιρεσιβλήτου, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, εφόσον η αίτηση αναίρεσης και οι πρόσθετοι λόγοι αυτής είναι παραδεκτοί (άρθρο 577 παρ. 1 του ΚΠολΔ), πρέπει να ερευνηθούν, περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και την βασιμότητα των λόγων τους (άρθρο 577 παρ. 3 του ΚΠολΔ) .

Κατά το άρθρο 672 εδ. α' του Α.Κ., καθένα από τα μέρη έχει την δυνατότητα να καταγγείλει την εργασιακή σύμβαση οποτεδήποτε, χωρίς να τηρήσει προθεσμία, εφόσον υφίσταται σπουδαίος προς τούτο λόγος. Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 672 εδ. α' του Α.Κ., " σπουδαίο λόγο " καταγγελίας αποτελούν εκείνα τα γεγονότα, ή και ένα ακόμη μεμονωμένο γεγονός ή ορισμένη συμπεριφορά, εξαιτίας των οποίων δεν είναι δυνατόν, κατ` αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, να αξιωθεί η συνέχιση της σύμβασης από ένα των συμβαλλομένων, ανεξάρτητα από την προέλευσή τους και την ύπαρξη ή ανυπαρξία πταίσματος και γενικότερα υπαιτιότητας του αντισυμβαλλόμενου (Α.Π. 908/2017, Α.Π. 935/2013, Α.Π. 1573/2009, Α.Π. 1360/2009, Α.Π. 1047/2008), για τον προσδιορισμό δε του σπουδαίου λόγου, την κρίση δηλαδή αν συντρέχουν τέτοια περιστατικά, συνεκτιμώνται οι συγκεκριμένες περιστάσεις, όπως το είδος της εργασίας και η φύση της επιχείρησης, ενώ τα περιστατικά αυτά, που συνιστούν σπουδαίο λόγο, μπορεί να είναι τυχαία ή να οφείλονται σε ανώτερη βία, χωρίς να ενδιαφέρει, στην σφαίρα ποίου από τα συμβαλλόμενα μέρη γεννήθηκαν.

Τέτοιος σπουδαίος λόγος, ειδικότερα, συντρέχει για τον εργοδότη, σε περίπτωση παράβασης των συμβατικών υποχρεώσεων του μισθωτού (άρθρο 673 του Α.Κ.), καθώς και όταν, λόγω της συμπεριφοράς του εργαζομένου, επήλθε κλονισμός της σχέσης εμπιστοσύνης μεταξύ των συμβαλλομένων, αλλά και σε κάθε περίπτωση, που έχει επέλθει τόσο σοβαρή διαταραχή στη συνεργασία τους, ώστε, κατά την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη η συνέχιση της μεταξύ τους σύμβασης να παρίσταται για τον καταγγέλλοντα, κατ` αντικειμενική κρίση, αδύνατη ή εξαιρετικά δυσχερής (Ολ.

Α.Π. 8/2007, Ολ. Α.Π. 21/2004, Ολ. Α.Π. 10/1995 Α.Π. 1448/2019, Α.Π. 1164/2019). Πρέπει να σημειωθεί ότι, όταν ο προβαλλόμενος "σπουδαίος λόγος" καταγγελίας, συνίσταται σε φερόμενες παραβάσεις των συμβατικών υποχρεώσεων, κυρίων και παρεπομένων του εργαζομένου, πρέπει αυτές (παραβάσεις) να συνδέονται με τον κύκλο των αρμοδιοτήτων και καθηκόντων του (πρβλ.

Α.Π. 806/2014). Η έννοια του σπουδαίου λόγου είναι νομική και, ως εκ τούτου, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την ύπαρξη ή μη σπουδαίου λόγου, και δη εάν τα περιστατικά, τα οποία το δικαστήριο της ουσίας εδέχθη ανελέγκτως ως αποδειχθέντα, συγκροτούν ή όχι την έννοια του σπουδαίου λόγου, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, κατά το άρθρο 559 αριθμοί 1 και 19 του ΚΠολΔ (Α.Π. 1037/2019).

Περαιτέρω στο άρθρο 14 του π.δ/τος 432 της 18/23-11-1987 "Σύσταση νομικού προσώπου ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία "Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας (Ι.Τ.Ε.)" (ΦΕΚ Α' 204) ορίζεται ότι : "1. Στο ερευνητικό, τεχνικό (επιστημονικό και μη) διοικητικό και βοηθητικό προσωπικό του Ι.Τ.Ε., έχουν ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις (υποχρεώσεις - δικαιώματα) των άρθρων 16 έως και 25 του ν. 993/1979. 2.

Οι διατάξεις των άρθρων 31 (έννοια πειθαρχικού αδικήματος), 32 (πειθαρχικά αδικήματα), 33 (πειθαρχικές ποινές), 39 (λοιπές πειθαρχικές διατάξεις) του ν. 993/1979, όπως κάθε φορά ισχύουν, για το με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου προσωπικό του δημοσίου, εφαρμόζονται και στο προσωπικό του Ι.Τ.Ε.. Πειθαρχική δικαιοδοσία ασκούν οι πειθαρχικώς Προϊστάμενοι Διευθυντές των Ινστιτούτων της Κ.Δ. (Κεντρικής Διοίκησης) και το Δ.Σ.

του Ι.Τ.Ε.. Οι ερευνητές των βαθμίδων Α', Β', Γ', Δ', υπόκεινται αποκλειστικά στην πειθαρχική δικαιοδοσία του Δ.Σ. του Ι.Τ.Ε.. 3. Στο προσωπικό του Ι.Τ.Ε., έχουν επίσης ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 40 (περιπτώσεις λύσης της σύμβασης εργασίας), 41 (έκπτωση), 42 έως και 46 (απόλυση), 47 και 48 (καταγγελία της σύμβασης εργασίας υπό του Ι.Τ.Ε.

ή του απασχολουμένου), 49 (αποζημίωση). Όπου στις παραπάνω διατάξεις προβλέπεται λήψη απόφασης οργάνων ή υπηρεσιακού συμβουλίου, την απόφαση αυτή λαμβάνει το Δ.Σ. του Ι.Τ.Ε. και δεν δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως ". Επίσης, στο άρθρο 15 του ίδιου π.δ./τος ορίζεται ότι : "Με Εσωτερικό Κανονισμό που καταρτίζεται από το Ι.Τ.Ε.

μέσα σε έξι (6) μήνες από την έναρξη λειτουργίας αυτού και υποβάλλεται για έγκριση στον Υπουργό Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας, ρυθμίζονται τα θέματα αρμοδιοτήτων, καθηκόντων, ειδικοτήτων του κάθε φύσης προσωπικού, η εσωτερική δομή και λειτουργία των Ινστιτούτων και της Κ.Δ., τα της λειτουργίας των συλλογικών οργάνων, ως και κάθε λεπτομέρεια, που είναι αναγκαία για την εύρυθμη και αποδοτική λειτουργία του Ι.Τ.Ε.

και των Ινστιτούτων του, κατ' εφαρμογή των εξουσιοδοτικών διατάξεων του άρθρου 25 παρ. 2 του ν. 1514/1985. Μέχρι την έκδοση του εσωτερικού κανονισμού, τα παραπάνω θέματα μπορούν να ρυθμίζονται με αποφάσεις του Δ.Σ. του Ι.Τ.Ε. ". Εξάλλου, στο άρθρο 73 παρ. 1 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας (Ι.Τ.Ε.), ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ' αριθμ. 14770/22-07-2009 απόφαση του Υπουργού Ανάπτυξης (ΦΕΚ Β' 1584/31-07-2009), ορίζεται : " ΛΥΣΗ ΣΥΜΒΑΣΗΣ ΕΡΓΑΣΙΑΣ 1.

Στο προσωπικό του Ι.Τ.Ε. έχουν, σύμφωνα με το άρθρο 14 του π.δ. 432/1987, ανάλογη εφαρμογή οι διατάξεις των άρθρων 40 (περιπτώσεις λύσης της σύμβασης εργασίας), 41 (έκπτωση), 42 έως και 46 (απόλυση), 47 και 48 (καταγγελία της σύμβασης εργασίας υπό του Ι.Τ.Ε. ή του απασχολουμένου), 49 (αποζημίωση) του ν. 993/1979, όπως κωδικοποιήθηκαν με τις διατάξεις των άρθρων 46 έως 55 του π.δ. 410/1988 και ισχύουν κάθε φορά.

Όπου στις παραπάνω διατάξεις προβλέπεται λήψη απόφασης οργάνων ή υπηρεσιακού συμβουλίου, την απόφαση αυτή λαμβάνει το Δ.Σ. του Ι.Τ.Ε. και δε δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως". Τέλος, κατά το άρθρο 53 του π.δ/τος 410/1988 (άρθρο 47 ν. 993/1979) ορίζεται ότι : "1. Η σύμβαση της εργασίας μπορεί να καταγγελθεί από την υπηρεσία οποτεδήποτε για σπουδαίο λόγο.

Σπουδαίο λόγο αποτελεί, ιδίως : α) Η παράβαση του άρθρου 38 παρ. 1 περιπτ. α' [...], β) η παράβαση καθήκοντος, κατά τον ποινικό κώδικα ή άλλο ειδικό ποινικό νόμο, γ) η αδικαιολόγητη αποχή από την εκτέλεση των καθηκόντων για δεκαπέντε (15) τουλάχιστον κατά συνέχεια ημέρες, δ) η παραβίαση απορρήτων της υπηρεσίας, ε) η διάπραξη μέσα σε ένα έτος, από τότε που έχει τελεστεί αδίκημα, που τιμωρήθηκε τουλάχιστον με πρόστιμο ίσο με τις αποδοχές ενός μήνα, άλλου αδικήματος, που μπορεί να επισύρει την ίδια ποινή, στ) η κατά σύστημα ανάρμοστη συμπεριφορά, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων, ζ) η σοβαρή απείθεια στις νόμιμες εντολές των προϊσταμένων. 2.

Η καταγγελία της σύμβασης εργασίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου αυτού, γίνεται με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου, μετά από σύμφωνη αιτιολογημένη γνώμη του οικείου υπηρεσιακού συμβουλίου. Η λύση της σύμβασης εργασίας επέρχεται από την ανακοίνωση της απόφασης στον απασχολούμενο ".

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 1 εδαφ. α' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο, ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή, όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα, με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

Α.Π. 1/2016, Ολ. Α.Π. 2/2013, Ολ. Α.Π. 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης, ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας, κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση, κ.λ.π., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ή αν, κατά παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Ολ.

Α.Π. 27/1998), καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Στην τελευταία δε περίπτωση, η παραβίαση του κανόνα αυτού ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, αποκλειστικώς και μόνο, με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που δέχεται το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν ή ότι δεν αποδείχθηκαν (Α.Π. 19/2020, Α.Π. 319/2017, Α.Π. 1420/2013) .

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και, ιδίως, αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς, σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 εδ.

α' του Συντάγματος, που επιτάσσει ότι, κάθε δικαστική απόφαση πρέπει να είναι ειδικά και εμπεριστατωμένα αιτιολογημένη, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν, στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία), ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία) - (Ολ.

Α.Π. 1/1999). Ειδικότερα, αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που αναγράφονται σε αυτήν και στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων, που τείνει στη θεμελίωση ή κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας, έτσι, την κρίση της απόφασης, για την υπαγωγή ή μη της συγκεκριμένης ατομικής περίπτωσης, στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Αντίστοιχα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είτε είναι, κατά νόμο, αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι, όμως, όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση των αποδείξεων εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (Ολ.

Α.Π. 15/2006). Το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης, προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα, ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (Α.Π. 109/2020, Α.Π. 269/2020, Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 1266/2017).

Δηλαδή μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε, είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα δε του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές, επί τη βάσει των οποίων διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, ως εκ τούτου, δεν αποτελούν "αιτιολογία", ώστε στο πλαίσιο της διάταξης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, να επιδέχονται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (Α.Π. 317/2022, Α.Π. 1388/2019).

Ούτε, εξάλλου, ιδρύεται ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης του αριθμού 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα, μη συνιστώντα αυτοτελείς ισχυρισμούς, επιχειρήματα των διαδίκων (Α.Π. 1266/2017, Α.Π. 1420/2013). Ο λόγος αυτός αναφέρεται στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού και, κατά συνέπεια, δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, όταν οι επικαλούμενες ανεπάρκειες της αιτιολογίας αναφέρονται στη μείζονα σκέψη της προσβαλλομένης απόφασης, με την οποία η αγωγή (ή η ένσταση ή η αντένσταση), κρίθηκε απορριπτέα ως μη νόμιμη, απαράδεκτη ή αόριστη (Ολ.

Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1410/2017, Α.Π. 701/2011, Α.Π. 121/2009). Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών και ιδιαίτερα του περιεχομένου εγγράφων, εφόσον δεν παραβιάσθηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι αναιρετικά ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, αφού πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (Α.Π. 1388/2019, Α.Π. 573/2018, Α.Π. 967/2015).

Έτι περαιτέρω, λόγος αναίρεσης, που ερείδεται σε εσφαλμένη (ή αναληθή) προϋπόθεση περίπτωση, η οποία συντρέχει όταν με αυτόν υποστηρίζεται ότι η προσβαλλομένη απόφαση δέχθηκε ή δεν δέχθηκε ορισμένα πραγματικά περιστατικά, ενώ από τον έλεγχο αυτής, στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, προκύπτει το αντίθετο, απορρίπτεται ως αβάσιμος, ενώ λόγος αναίρεσης, που πλήττει την αιτιολογία της προσβαλλομένης απόφασης, η οποία δεν επιστηρίζει, κατά το νόμο, το διατακτικό αυτής και έχει τεθεί πλεοναστικά και, ως εκ τούτου, εκ του περισσού, είναι αλυσιτελής και συνακόλουθα απορριπτέος ως απαράδεκτος (Α.Π. 1096/2018).

Τέλος, κατά το άρθρο 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ, που αφορά όλους τους λόγους αναίρεσης, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται : α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο τη ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, να αναφέρεται στο αναιρετήριο, ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης, αν δεν συντρέχει μία, από στην ως άνω διάταξη, εξαιρετικές περιπτώσεις, είχε προταθεί παραδεκτώς και νομίμως στο δικαστήριο, το οποίο εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση. Το γεγονός, εξάλλου, ότι ο ισχυρισμός έπρεπε να ληφθεί αυτεπαγγέλτως υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, δεν έχει σημασία, διότι, στη περίπτωση αυτή, το δικαστήριο παραβίασε μεν το νόμο, όμως, λόγος αναίρεσης δεν μπορεί να ιδρυθεί, αν ο σχετικός ισχυρισμός δεν είχε προταθεί νομίμως από το διάδικο, εκτός αν συντρέχει κάποια από τις εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ (Ολ.

Α.Π. 1/1987, Α.Π. 231/2020, Α.Π. 593/2015, ΑΠ 1521/2010).

Συνεπώς, ο ισχυρισμός αυτός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεώς του, ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να μπορεί να κριθεί, με βάση το αναιρετήριο, αν ο σχετικός ισχυρισμός ήταν παραδεκτός και νόμιμος (Ολ. Α.Π. 15/2000, Α.Π. 1389/2018, Α.Π. 199/2017, Α.Π. 173/2016), εάν δε συντρέχει εξαιρετική περίπτωση των εδαφ. α'-γ' της παρ. 2 του άρθρου 562 ΚΠολΔ, πρέπει να εκτίθεται στο αναιρετήριο η περίπτωση αυτή (Α.Π. 911/2019, Α.Π. 179/2019, Α.Π. 1389/2018 Α.Π. 692/2017) .

Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της δίκης, τα οποία παραδεκτώς επισκοπεί ο Άρειος Πάγος (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), προκύπτουν τα ακόλουθα : Με την από 17-10-2014 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 3339/ΕΓ/127/2014 αγωγή της, που ασκήθηκε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη - καθής οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, εξέθετε ότι είναι βιολόγος, με γνωστικό αντικείμενο τη Μοριακή Βιολογία - Βιοτεχνολογία.

Ότι από την 01-03-1987 έως την 08-04-1996, παρείχε τις υπηρεσίες της στο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον - ασκούν προσθέτους λόγους αναίρεσης νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με την επωνυμία " Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας ", με διαδοχικές συμβάσεις έργου και εργασίας ορισμένου χρόνου. Ότι την 08-04-1996, κατάρτισε με το εναγόμενο σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, σε θέση Ειδικού Λειτουργικού Επιστήμονα (Ε.Λ.Ε.), βαθμίδας Β', υπαγόμενη εργασιακά στο Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (Ι.Μ.Β.Β.).

Ότι, από το Σεπτέμβριο του έτους 1990 έως και το Δεκέμβριο του έτους 1999, εργάστηκε στο εργαστήριο Ενζυμικής Τεχνολογίας του Ι.Μ.Β.Β., ως Υπεύθυνη Έρευνας, Ανάπτυξης, Παραγωγής και Ποιοτικού Ελέγχου της παραγωγικής δραστηριότητας του Ι.Μ.Β.Β., με την ονομασία "Μinotech" και από τον Ιανουάριο του έτους 2000 έως την 22-07-2014, ως Προϊσταμένη, Υπεύθυνη Έρευνας, Ανάπτυξης, Παραγωγής και Ποιοτικού ελέγχου προϊόντων στο παραγωγικό εργαστήριο "ΜΙΝΟΤΕCH biotechnology".

Ότι, κατά τη διάρκεια όλων αυτών των ετών, ανάπτυξε σημαντικό επιστημονικό και ερευνητικό έργο, τα αποτελέσματα του οποίου δημοσιεύθηκαν σε επιστημονικά περιοδικά. Ότι, κατά το χρονικό διάστημα από το Μάιο 1996 έως και το Δεκέμβριο 1998, επινόησε μία τεχνολογία, που αφορούσε την καινοτόμο μέθοδο παραγωγής του ενζύμου ανασυνδυασμένη ΤΑΒ5 Αλκαλική Φωσφατάση (ΤΑΒ5 ΑΡ), χρησιμοποιώντας τον Τ7 κλώνο υπερέκφρασης pN1 και ότι η τεχνολογία αυτή, η εφαρμογή της και το παραγόμενο προϊόν, αποτελούν εφεύρεση, κατά την έννοια του Ν. 1733/1987.

Ότι, αν και τα αποτελέσματα της έρευνάς της δημοσιεύθηκαν σε έγκυρο διεθνές επιστημονικό περιοδικό, το εναγόμενο δεν έδειξε, παρά τις οχλήσεις της, διάθεση εμπορικής εκμετάλλευσης του ανωτέρω προϊόντος. Ότι αρχές του έτους 2008, ανακάλυψε ότι η αμερικανική εταιρεία περιοριστικών ενζύμων και προϊόντων Μοριακής Βιολογίας " New England Biolabs inc " (ΝΕΒ), εμπορευόταν ένα προϊόν της κατηγορίας των αλκαλικών φωσφατασών, για την παραγωγή του οποίου είχε χρησιμοποιήσει το μετασχηματισμένο, με το πλασμίδιο pN1, βακτήριο Ε. coli, που αυτή είχε δημιουργήσει.

Στη συνέχεια η ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι, κατόπιν επισταμένης έρευνάς της, διαπίστωσε ότι το εναγόμενο είχε παραχωρήσει στην ανωτέρω εταιρεία την άδεια εκμετάλλευσης της εφεύρεσής της, χωρίς, ωστόσο, να έχει λάβει την άδειά της. Ότι, επειδή το εναγόμενο αμφισβήτησε ότι το ως άνω ένζυμο και η μέθοδος παραγωγής του συνιστούν εφεύρεση και την πατρότητά της επ' αυτής και προσέβαλε τα απορρέοντα από αυτή δικαιώματά της, άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, την από 09-01-2012 αγωγή της με τα αναφερόμενα εκεί αιτήματά της, η οποία συζητήθηκε στις 19-02-2014.

Ότι, έκτοτε, το εναγόμενο, δια των νομίμων εκπροσώπων του - προϊσταμένων της, μετέβαλε προς το δυσμενέστερο τη συμπεριφορά του έναντί της. Ότι, ειδικότερα, επανειλημμένα της ζητούσαν να τους παραδώσει τα πρωτότυπα των τετραδίων/ημερολογίων των εργασιών της, ότι με την τροποποίηση του οργανογράμματος του εργαστηρίου MINOTECH, την αντικατέστησαν από τη θέση της προϊσταμένης και υπεύθυνης παραγωγής του εργαστηρίου, ότι δεχόταν συχνά απαξιωτική και προσβλητική συμπεριφορά και ότι σε βάρος της το εναγόμενο άσκησε την από 19-12-2013 αγωγή, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης, επικαλούμενο ότι, λόγω των προσβλητικών και δυσφημιστικών ισχυρισμών, που περιέχονταν στην πιο πάνω αγωγή της, είχε προσβληθεί η επαγγελματική πίστη και υπόληψή του.

Ότι επανειλημμένα της ζητούσαν να τους παραδώσει την προσωπική ηλεκτρονική αλληλογραφία της και ότι εξ αφορμής της από αυτήν παραγωγής του ενζύμου μεθυλάσης Μ.BseCI και των οχλήσεων προς το εναγόμενο, για την εμπορική εκμετάλλευσή του, αντιμετώπισε, εκ μέρους, κυρίως, του επιστημονικού υπεύθυνου της δραστηριότητας MINOTECH biotechnology, απαξιωτική, εξυβριστική και προσβλητική συμπεριφορά, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Ότι τον Ιανουάριο του έτους 2014, το εναγόμενο προέβη σε μονομερή μείωση των τακτικών αποδοχών της, κατά το ποσό των πεντακοσίων τριάντα (530,00) ευρώ. Ότι το Διοικητικό Συμβούλιο, με την από 24-5-2014 απόφασή του, αποφάσισε τη μετακίνησή της από το εργαστήριο MINOTECH biotechnology, στη μονάδα πρωτεομικής PROFI/I.M.B.B. και την παροχή της εργασίας της εκεί, από την 1-7-2014.

Ότι, τόσο η μείωση των αποδοχών της, όσο και η μετακίνησή της, συνιστούν μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας της. Ότι, ακολούθως, το εναγόμενο, με την από 22-7-2014 έγγραφη καταγγελία, κατήγγειλε τη σύμβαση εργασίας της, για σημαντικούς λόγους. Ότι η καταγγελία αυτή είναι ανυπόστατη, άλλως άκυρη, διότι δεν προηγήθηκε η αιτιολογημένη γνώμη του οικείου Υπηρεσιακού Συμβουλίου, διότι δεν της καταβλήθηκε ολόκληρη η νόμιμη αποζημίωσή της, σύμφωνα με τις τακτικές αποδοχές της, διότι στην ημερήσια διάταξη της συνεδρίασης της 19-7-2014, κατά την οποία το Διοικητικό Συμβούλιο του εναγομένου αποφάσισε την καταγγελία, δεν περιλαμβανόταν, ως θέμα, η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, διότι τα εκτεθέντα στην καταγγελία πραγματικά περιστατικά, δεν συνιστούν σπουδαίο λόγο καταγγελίας, ούτε συνέτρεχε σπουδαίος λόγος προς τούτο, διότι δεν τηρήθηκε η προβλεπόμενη στον Εσωτερικό Κανονισμό πειθαρχική διαδικασία και δεν κλήθηκε σε προηγούμενη ακρόαση, ούτε επιλέχθηκε άλλο ηπιότερο μέσο και, τέλος, διότι, σε κάθε περίπτωση, η καταγγελία είναι καταχρηστική, κατά τα ειδικότερα εκτιθέμενα στην αγωγή.

Ότι εξαιτίας της ακυρότητας της καταγγελίας, το εναγόμενο, αρνούμενο να αποδεχθεί τις υπηρεσίες της, που εξακολουθεί να του προσφέρει, έχει καταστεί υπερήμερο και, ως εκ τούτου, δικαιούται μισθούς υπερημερίας. Με βάση το ιστορικό αυτό και μετά τον, παραδεκτώς γενόμενο, κατ' άρθρα 223 παρ. 1, 294, 295 παρ. 1 εδ. β' και 297 του ΚΠολΔ, μερικό περιορισμό του αρχικά καταψηφιστικού αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, με σχετική προφορική δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου της, που καταχωρήθηκε στα πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου και περιέχεται στις έγγραφες προτάσεις της, τις οποίες νομότυπα και εμπρόθεσμα κατέθεσε, κατά τη προφορική συζήτηση της αγωγής, ζήτησε, κατά την κύρια βάση αυτής και κατά τις διατάξεις από τη σύμβαση εργασίας :

α) να αναγνωρισθεί ότι είναι ανυπόστατη, άλλως άκυρη, λόγω μη ύπαρξης σπουδαίου λόγου, κατ' άρθρο 672 του Α.Κ., άλλως ως καταχρηστική, η καταγγελία της εργασιακής της σύμβασης, β) να υποχρεωθεί το εναγόμενο, με την απειλή χρηματικής ποινής, να αποδέχεται τις πραγματικώς και προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της και να την απασχολεί, σύμφωνα με τους όρους της σύμβασης εργασίας της, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το χρηματικό ποσό των είκοσι χιλιάδων οκτακοσίων τριάντα οκτώ ευρώ και οκτώ λεπτών (20.838,08) και, περαιτέρω, να αναγνωρισθεί η υποχρέωσή του να της καταβάλει το χρηματικό ποσό των πενήντα επτά χιλιάδων τριακοσίων τεσσάρων ευρώ και εβδομήντα δύο λεπτών (57.304,72), ως αποδοχές υπερημερίας για το από 23-07-2014 έως 23-7-2016 χρονικό διάστημα και επικουρικά να της καταβάλει τα παραπάνω χρηματικά ποσά, ως αποζημίωση με βάση το άρθρο 105 του ΕισΝΑ.Κ., άλλως με βάση τις διατάξεις περί αδικοπραξιών, άλλως κατά τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως, δ) επικουρικά, εφόσον ήθελε κριθεί ως ισχυρή η καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει τη διαφορά, μεταξύ της νόμιμης και της καταβληθείσας αποζημίωσης, δηλαδή το ποσό των είκοσι πέντε χιλιάδων τετρακοσίων εξήντα έξι (25.466,00) ευρώ, με το νόμιμο τόκο από την επομένη ημέρα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας (23-07-2014), άλλως από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση, ε) να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να της καταβάλει το ποσό των τριών χιλιάδων επτακοσίων δέκα (3.710,00) ευρώ, ως διαφορές αποδοχών, που προέκυψαν λόγω παράνομης περικοπής της " αμοιβής αποδοτικότητας ", από τον Ιανουάριο έως και τον Ιούλιο του 2014, με το νόμιμο τόκο από τότε που κάθε επιμέρους κονδύλιο κατέστη απαιτητό και μέχρις ολοσχερούς εξόφλησης και στ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγόμενου να της καταβάλει, το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000,00) ευρώ, ως χρηματική ικανοποίηση, για την αποκατάσταση της ηθικής βλάβης που υπέστη, από την προσβολή της προσωπικότητάς της, επειδή οι συνθήκες, υπό τις οποίες πραγματοποιήθηκε η καταγγελία της εργασιακής της σύμβασης, έπληξαν την επαγγελματική της υπόληψη και αξία, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής έως την εξόφληση.

Επί της υπόθεσης αυτής, η οποία συζητήθηκε κατ' αντιμωλίαν των διαδίκων και κατά την ειδική διαδικασία των εργατικών διαφορών (άρθρα 663 επ. του ΚΠολΔ, όπως αυτά ίσχυαν, ενόψει του χρόνου άσκησης της αγωγής, πριν την τροποποίησή τους από το άρθρο 1 - άρθρο τέταρτο του Ν. 4335/2015 - ΦΕΚ Α' 87/23.07.2015, ισχύον για την ειδική αυτή διαδικασία από 01-01-2016, κατά το άρθρο 1 - άρθρο ένατο του Ν. 4335/2015), το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο εξέδωσε τη με αριθμό 644/2015 οριστική απόφασή του, με την οποία απέρριψε την αγωγή, ως αβάσιμη κατ' ουσίαν, με τις ειδικότερα αναφερόμενες στο κείμενό της αιτιολογίες.

Στη συνέχεια, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, επιλαμβανόμενο της υπόθεσης, μετά την άσκηση της από 12-07-2017 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 259/2017 έφεσης και των από 05-11-2018 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 677/2018 πρόσθετων λόγων έφεσης της ηττηθείσας ενάγουσας - εκκαλούσας και ήδη αναιρεσίβλητης - καθής οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, εξέδωσε την προσβαλλόμενη με αριθμό 78/2021 απόφασή του, με την οποία δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση και τους πρόσθετους λόγους αυτής και, αφού εξαφάνισε στο σύνολό της, κατ' άρθρο 535 παρ. 1 του ΚΠολΔ, την εκκληθείσα απόφαση του πρωτοδίκως δικάσαντος δικαστηρίου, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ένδικη αγωγή, δέχθηκε εν μέρει αυτήν, ως βάσιμη κατ' ουσίαν.

Ειδικότερα, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο δέχθηκε, μετά από την εκτίμηση των προσκομισθέντων με επίκληση από τους διαδίκους αποδεικτικών στοιχείων, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του και κατά το μέρος που ενδιαφέρει τον αναιρετικό έλεγχο, κατ' ακριβή κατά τούτο αντιγραφή, τα εξής ουσιώδη πραγματικά περιστατικά: "Η ενάγουσα [ήδη αναιρεσίβλητη - καθής οι πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης] είναι απόφοιτος του Τμήματος Βιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών, κάτοχος διδακτορικού διπλώματος του Τμήματος Βιολογίας, Τομέα Γενετικής και Μοριακής Βιολογίας του Πανεπιστημίου Πατρών και πτυχιούχος μεταδιδακτορικών σπουδών στη Μοριακή Βιολογία, στο Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του Ιδρύματος Τεχνολογίας και Έρευνας.

Το εναγόμενο [ήδη αναιρεσείον - ασκούν πρόσθετους λόγους αναίρεσης] Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας (Ι.Τ.Ε.), ιδρύθηκε με το π.δ. 432/1987, είναι νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου, μη κερδοσκοπικού κοινωφελούς χαρακτήρα, αποτελεί Ερευνητικό Ίδρυμα, διεπόμενο από το ν. 1514/1985 "Ανάπτυξη της επιστημονικής και τεχνολογικής έρευνας" και εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης.

Εποπτεύεται από τον Υπουργό Βιομηχανίας Ενέργειας και Τεχνολογίας (Υ.Β.Ε.Τ.) (ήδη από τον Υπουργό Ανάπτυξης), ο οποίος ασκεί οικονομικό και διαχειριστικό έλεγχο, καθώς και διοικητικό έλεγχο σχετικά με τη νομιμότητα των πράξεων και ενεργειών των οργάνων διοίκησης αυτού και περιλαμβάνεται στους φορείς, που υπάγονται στο Δημόσιο Τομέα, ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου (ν.π.ι.δ.) δημόσιου χαρακτήρα, που επιδιώκει κοινωφελείς ή άλλους δημόσιους σκοπούς, σύμφωνα με το άρθρο 51 του ν. 1892/1990, που συμπληρώθηκε με τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 6 του ν. 1943/1991 και λειτουργεί υπό τον έλεγχο, την εποπτεία και την εγγύηση του Ελληνικού Κράτους, ως ερευνητικό, επιστημονικό, τεχνολογικό ίδρυμα Δημοσίου συμφέροντος.

Σκοπός του Ι.Τ.Ε. είναι η διεξαγωγή βασικής, ιδιαίτερα, δε, εφαρμοσμένης και τεχνολογικής έρευνας, η ανάπτυξη εφαρμογών και προϊόντων και η παροχή υπηρεσιών, ιδίως στους τομείς : α) Πληροφορικής, β) Ηλεκτρονικής δομής της ύλης και λέιζερ γ) Μοριακής βιολογίας και βιοτεχνολογίας, δ) Υπολογιστικών Μαθηματικών, ε) Θεμάτων της περιοχής της Μεσογείου και της Ιστορίας και του Πολιτισμού των λαών της, στ) Χημικής Μηχανικής και Μεταλλουργίας, ζ) Βιοιατρικής Έρευνας και Τεχνολογίας (άρθρο 3 παρ. 1 του π.δ. 432/1987).

Το Ι.Τ.Ε. αποτελείται, μεταξύ άλλων, από το Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας (Ι.Μ.Β.Β.), που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και είναι αρμόδιο για τα θέματα του τομέα της Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας, έχει δε ως σκοπό του την εκτέλεση βασικής και εφαρμοσμένης έρευνας στη μοριακή βιολογία και τη χρησιμοποίησή της για την ανάπτυξη εφαρμογών βιοτεχνολογίας (άρθρο 4 περ.

γ' του π.δ. 432/1987). Το προσωπικό του Ι.Τ.Ε. διακρίνεται σε ερευνητικό, τεχνικό (επιστημονικό και μη), διοικητικό και βοηθητικό (άρθρο 10 του π.δ. 432/1987). Για την εκτέλεση επιστημονικών και τεχνικών εργασιών υποδομής και λειτουργίας των Ινστιτούτων του Ι.Τ.Ε., την υποστήριξη της έρευνας, την ανάπτυξη της τεχνολογίας, την προσφορά υπηρεσιών προς τρίτους και τη στελέχωση διοικητικών και οικονομικών υπηρεσιών του, μπορεί, ύστερα από προκήρυξη, που γίνεται σύμφωνα με την παρ. 3 του άρθρ. 11 του π.δ. 432/1987, να προσλαμβάνονται, αναλόγως των αναγκών, με σύμβαση ορισμένου ή αορίστου χρόνου, στην οποία ορίζονται και οι καταβαλλόμενες μηνιαίες αποδοχές, μεταξύ άλλων, και Λειτουργικοί Επιστήμονες.

Για την πρόσληψη, σε θέσεις ειδικών λειτουργικών επιστημόνων, απαιτείται διδακτορικό δίπλωμα ή μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών ή μεταπτυχιακή εξειδίκευση, σε ερευνητικό ίδρυμα της ημεδαπής ή αλλοδαπής, που έχουν συνάφεια με τους επιστημονικούς, ερευνητικούς και τεχνολογικούς τομείς του Ινστιτούτου, στο οποίο προσλαμβάνονται (άρθρο 12 του π.δ. 432/1987).

Η ενάγουσα προσλήφθηκε με την από 8-4-1996 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από το εναγόμενο, στη θέση ειδικού λειτουργικού επιστήμονα (Ε.ΛΕ.) Β' βαθμίδας, υπαγόμενη υπηρεσιακώς στο Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του Ι.Τ.Ε. (Ι.Μ.Β.Β.). Σύμφωνα με το άρθρο 12 του ισχύοντος, κατά το χρόνο πρόσληψης της ενάγουσας, από Μαΐου 1995, εσωτερικού κανονισμού λειτουργίας του Ι.Τ.Ε. : " ... 2.

Το αντικείμενο και η φύση των αρμοδιοτήτων των Ε.Λ.Ε., είναι η Τεχνολογική - Επιστημονική έρευνα, τα δε τυπικά και ουσιαστικά προσόντα αντίστοιχα με αυτά των Ερευνητών. Οι Ε.Λ.Ε. εξομοιούνται με τους Ερευνητές του Ιδρύματος, σύμφωνα με το ν. 1848/1989, άρθρο 24, παράγραφος 2. Οι Ε.Λ.Ε. κατατάσσονται σε τέσσερις βαθμίδες :

Α' βαθμίδα (Ε.Λ.Ε. Α'), Β' βαθμίδα (Ε.Λ.Ε. Β'), Γ' βαθμίδα (Ε.Λ.Ε. Γ') και Δ' βαθμίδα (Ε.Λ.Ε. Δ'). Τα ελάχιστα προσόντα που απαιτούνται για κάθε βαθμίδα πρόσληψης Ε.Λ.Ε., καθορίζονται ως εξής : α. Στην βαθμίδα Δ' : Διδακτορικό δίπλωμα ή όπου η φύση του τεχνολογικού κλάδου το απαιτεί, άλλος μεταπτυχιακός τίτλος σπουδών, σε επιστημονικό κλάδο θετικών ή τεχνικών επιστημών ή μεταπτυχιακή εξειδίκευση, σε ειδικό επιστημονικό τομέα, σε ερευνητικό ίδρυμα της ημεδαπής ή της αλλοδαπής.

β. Στην βαθμίδα Γ': Πέρα από τα παραπάνω προσόντα, απαιτείται τεκμηριωμένη ικανότητα σχεδιασμού και εκτέλεσης επιστημονικής /τεχνολογικής έρευνας ή τεχνολογικού έργου, που να καταλήγουν στην κατασκευή πρότυπου προϊόντος, διαδικασίας ή μεθόδου και κατανομής τμημάτων ή φάσεών τους, σε άλλους ειδικούς λειτουργικούς επιστήμονες ή Ερευνητές ή ειδικευμένους επιστήμονες, επίσης, ικανότητα καθοδήγησης ή επίβλεψης άλλων ειδικών λειτουργικών επιστημόνων ή ερευνητών ή ειδικών επιστημόνων και πρωτότυπες δημοσιεύσεις, σε επιστημονικά περιοδικά διεθνούς κύρους ή συγγραφή βιβλίων ευρύτατης αποδοχής από την επιστημονική κοινότητα.

γ. Στην βαθμίδα Β': Πέρα από τα παραπάνω προσόντα, απαιτείται τεκμηριωμένη ικανότητα οργάνωσης και καθοδήγησης τεχνολογικών και αναπτυξιακών προγραμμάτων ή προσφοράς τεχνολογικών υπηρεσιών ή ανάπτυξης και παραγωγής τεχνολογικών προϊόντων, καθώς και ικανότητα συντονισμού και καθορισμού κατευθύνσεων, στην τεχνολογική έρευνα και ανάπτυξη επιμέρους έργων ενός προγράμματος, απαιτείται, επίσης, τεκμηριωμένη ικανότητα προώθησης πρωτοποριακών ιδεών στην επιστήμη, την τεχνολογία και την καινοτομία ανάπτυξης νέων τεχνικών, καθώς και η αποφασιστική συμβολή στην αξιοποίηση των αποτελεσμάτων των ερευνητικών, τεχνολογικών και αναπτυξιακών προγραμμάτων.

Παράλληλα, απαιτούνται πρωτότυπες δημοσιεύσεις, σε επιστημονικά περιοδικά, διεθνώς αναγνωρισμένου κύρους ή συγγραφή βιβλίων, ευρύτατης αποδοχής από την επιστημονική κοινότητα και συγκεκριμένη προσφορά στην πρόοδο της επιστήμης και τεχνολογίας, αναγνωρισμένη από άλλους συναδέλφους του ...". Πριν από τη σύναψη της σύμβασης αυτής, η ενάγουσα είχε συνεργαστεί με το εναγόμενο, αρχικά, δυνάμει της από 1-3-1987 σύμβασης έργου, με την οποία συνεργάστηκε με το Ι.Μ.Β.Β., ακολούθως προσλήφθηκε με τις από 1-3-1989 και 1-3-1991 συμβάσεις εργασίας, ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, στη θέση ειδικού λειτουργικού επιστήμονα Δ' Βαθμίδας και Γ' Βαθμίδας, αντίστοιχα, υπαγόμενη υπηρεσιακώς στο Ι.Μ.Β.Β.

του Ι.Τ.Ε. και, στη συνέχεια, προσλήφθηκε με την από 1-3-1994 σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, ως ειδικός λειτουργικός επιστήμονας Γ' Βαθμίδας, προκειμένου να προσφέρει την εργασία της στο εργαστήριο ενζυμικής τεχνολογίας του Ι.Μ.Β.Β. Εξάλλου, η τελευταία από 8-4-1996 σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου της ενάγουσας, τροποποιήθηκε την 28-12-2001, για να συμπεριλάβει το νομοθετικό πλαίσιο των διατάξεων περί φορέων του ευρύτερου δημοσίου τομέα, ενώ προστέθηκε ο ακόλουθος όρος: " α.

Ο εργαζόμενος στα πλαίσια της υπηρεσιακής του δραστηριότητας και αντίστοιχης αμοιβής, έχει την υποχρέωση να ενεργεί τόσο την διεκπεραίωση τρέχουσας καθημερινής εργασίας, όσο και την ανάπτυξη πρωτότυπης δημιουργικής πνευματικής δραστηριότητας. Ως τέτοια δραστηριότητα εννοείται και κάθε πνευματική δημιουργία (εφευρέσεις, οργάνωση και μεταφορά τεχνογνωσίας, καινοτόμες διαδικασίες, προγράμματα Η/Υ και συναφή), η οποία είναι αυτοτελώς εκμεταλλεύσιμη, με εμπορικό τρόπο.

Τα δικαιώματα, που έχουν σχέση με κάθε είδους πνευματική δημιουργία, κατά τη διάρκεια συμβάσεων με το Ι.Τ.Ε., συμπεριλαμβανομένης και της παρούσας σύμβασης, ανήκουν αποκλειστικά και (ενν. εξ ολοκλήρου) στο Ι.Τ.Ε. και ειδικότερα στο Ινστιτούτο Μοριακής Βιολογίας και Βιοτεχνολογίας του Ι.Τ.Ε., για λογαριασμό του οποίου εργάζεται και παρέχει ο δεύτερος συμβαλλόμενος τις υπηρεσίες του ...

β. Ο εργαζόμενος είναι υποχρεωμένος το αργότερο κατά την ολοκλήρωση της κάθε φύσεως πνευματικής δημιουργίας, να γνωστοποιεί γραπτώς στον άμεσο προϊστάμενό του, ό,τι έχει σχέση με την αντίστοιχη δημιουργία, πριν από την ανακοίνωσή της, σε οποιονδήποτε τρίτο, εκτός ιδρύματος. Ο προϊστάμενος έχει την υποχρέωση, κατόπιν συνεννοήσεως με το Διευθυντή του Ινστιτούτου, να απαντήσει μέσα σε είκοσι ημέρες.

Εάν η θέση του προϊσταμένου του είναι αρνητική, ως προς το ενδιαφέρον κατοχύρωσης δικαιωμάτων εκμετάλλευσης ή και εκμετάλλευσή της, ο εργαζόμενος έχει το δικαίωμα να προσφύγει εγγράφως στην κεντρική διεύθυνση του Ιδρύματος, η οποία είναι υποχρεωμένη να απαντήσει μέσα σε δέκα ημέρες, επίσης, εγγράφως.

Εάν και η θέση της διευθύνσεως είναι τελεσίδικα αρνητική, ως προς το ενδιαφέρον του ιδρύματος, για την κατοχύρωση δικαιωμάτων εκμετάλλευσης ή και την εκμετάλλευση της εν λόγω πνευματικής δημιουργίας, ο εργαζόμενος έχει δικαίωμα να ενεργήσει ελεύθερα, για την εκμετάλλευση της πνευματικής δημιουργίας προς όφελός του, υπό τον όρο ότι η κάθε σχετική ενέργεια δεν θα έχει αποτελέσματα ή βλαπτικές συνέπειες, για τα κάθε φύσεως συμφέροντα του ιδρύματος ".

Από το 1990 έως το τέλος του 1999, η ενάγουσα εργάστηκε στο εργαστήριο ενζυμικής τεχνολογίας του Ι.Μ.Β.Β., ως μέλος της ομάδας " MINOTECH " (παραγωγική δραστηριότητα του Ι.Μ.Β.Β. από το 1987, με σκοπό την παραγωγή και διάθεση προϊόντων μοριακής βιολογίας) και από τον Ιανουάριο 2000, ως υπεύθυνη έρευνας, ανάπτυξης και ποιοτικού ελέγχου προϊόντων, στο παραγωγικό εργαστήριο και εργαστήριο παροχής υπηρεσιών, στον τομέα της Μοριακής Βιοτεχνολογίας και Λειτουργικής Γονιδιωματικής Έρευνας του Ι.Μ.Β.Β., με το διακριτικό τίτλο " MINOTECH BIOTECHNOLOGY " (το οποίο συστήθηκε πλέον και επισήμως, σαν παραγωγικό εργαστήριο και εργαστήριο παροχής υπηρεσιών, στον τομέα της Μοριακής Βιολογίας και της Λειτουργικής Γονιδιωματικής Έρευνας, με το υπ' αριθμ. 154-8/7-6-2003 πρακτικό του Δ.Σ.

του Ι.Τ.Ε. και ανασυγκροτήθηκε με το υπ' αριθμ. 274/18-5/11-4-2013 πρακτικό του Δ.Σ. του Ι.Τ.Ε.), το οποίο παράγει και διαθέτει τόσο στην εγχώρια, όσο και στη διεθνή αγορά, προϊόντα μοριακής βιολογίας, που φέρουν το διακριτικό τίτλο " MINOTECH biotechnology ". Πρέπει να σημειωθεί ότι, σύμφωνα με τον Κανονισμό λειτουργίας του εργαστηρίου αυτού, ο οποίος εγκρίθηκε την 13-6-2003 από το Επιστημονικό Συμβούλιο του Ι.Μ.Β.Β., ακριβές αντίγραφο του οποίου (Α.Π./Ι.Μ.Β.Β. : 3749α /31-3-2012), η ενάγουσα προσκομίζει και στο άρθρο 3 αυτού (Οργάνωση του Εργαστηρίου - Υπευθυνότητες) ορίστηκε ότι : " 3.1.3.

Προϊσταμένη του Εργαστηρίου. Προϊσταμένη του Εργαστηρίου, διορίζεται η Μ. Ρ. Ε.Λ.Ε., με υπευθυνότητες : 1. Την έρευνα και ανάπτυξη νέων προϊόντων. 2. Την εφαρμογή και εύρυθμο λειτουργία του Συστήματος Διασφάλισης Ποιότητας για το εργαστήριο. 3. Τους εσωτερικούς ελέγχους. 4. Την ποιοτική βελτίωση των δραστηριοτήτων, διεκπεραίωση των μη συμμορφούμενων προϊόντων / υπηρεσιών κ.λ.π.

και 5. Την επίβλεψη γενικότερα της εφαρμογής των κανόνων του εργαστηρίου και των μεθόδων ". Η ενάγουσα, κατά το χρονικό διάστημα από τον Σεπτέμβριο του 1997 έως τον Δεκέμβριο του 1998, εργαζόμενη στο εργαστήριο της Ενζυμικής Τεχνολογίας του εναγόμενου, υλοποιώντας μία πειραματική και ερευνητική μεθοδολογία, κλωνοποίησε και πέτυχε την έκφραση του γονιδίου της ΤΑΒ5 ακλαλικής φωσφατάσης, στο βακτήριο Ε.Coli και εν συνεχεία, απομόνωσε το ανασυνδυασμένο ένζυμο από E. Coli, σε ικανοποιητική ποσότητα και υψηλή καθαρότητα, για τις ανάγκες της εργαστηριακής αυτής έρευνας και προέβη στο βιοχημικό χαρακτηρισμό του.

Η ενάγουσα κατασκεύασε ένα ανασυνδυασμένο DNA, χρησιμοποιώντας έναν φορέα κλωνοποίησης και ένα τμήμα DNA, από το γονιδίωμα του ανταρκτικού βακτηρίου ΤΑΒ5, που φέρει το γονίδιο, που κωδικοποιεί το ένζυμο ΤΑΒ5 αλκαλική φωσφατάση και, κατόπιν, προχώρησε στην κλωνοποίησή του, δηλαδή στην εισαγωγή του ανασυνδυασμένου DNA, σε ένα κύτταρο ξενιστή με σκοπό τη δημιουργία πολλαπλών αντιγράφων του εν λόγω γονιδίου.

Έπειτα, απομόνωσε το γονίδιο, σε ικανοποιητική ποσότητα και με τη μέθοδο της αλληλούχισης DNA, τακτοποιήθηκε η νουκλεοτιδική αλληλουχία του γονιδίου της ΤΑΒ5 ΑΡ (phoAgene), η οποία καταχωρήθηκε το Σεπτέμβριο του 1998 στη βάση δεδομένων GenBank / EMBL, με αριθμό καταχώρησης Υ 18016 (Βάση Δεδομένων Νουκλεοτιδικής Αλληλουχίας - Ευρωπαϊκό Ινστιτούτο Βιοπληροφορικής).

Με γνωστά πλέον τα κωδικόνια έναρξης και λήξης του γονιδίου, κατασκεύασε έναν ανασυνδυασμένο φορέα (πλασμιδιακή κατασκευή pN 1), στον οποίο το γονίδιο της ΤΑΒ5 αλκαλικής φωσφατάσης, έχει κλωνοποιηθεί στον πλασμιδιακό φορέα έκφρασης pRsetA, υπό τον έλεγχο του παρορμητή της RNA πολυμεράσης του βακτηριοφάγου Τ7 (Τ7 promoter), για να πετύχει την έκφραση του γονιδίου, δηλαδή την ενεργοποίηση του γονιδίου, ώστε αυτό να παράγει την πρωτεΐνη, την οποία κωδικοποιεί.

Ακολούθως, δημιούργησε τον Τ7 κλώνο υπερέκφρασης pN 1, με την εισαγωγή του φορέα pN 1, στο κατάλληλο για τις συνθήκες υπερέκφρασης βακτηριακό στέλεχος Ε. Coli BI21 (DE 3). Τέλος, προχώρησε στον εντοπισμό, την απομόνωση και τον βιοχημικό χαρακτηρισμό του παραγόμενου σε Ε. Coli ανασυνδυασμένου ενζύμου, με την ονομασία " ανασυνδυασμένη ΤΑΒ5 Αλκαλική Φωσφατάση ".

Την 25-4-2001, με σύμβαση, που καταρτίστηκε μεταξύ του Ι.Μ.Β.Β. και της εταιρείας με την επωνυμία " New England Biolabs (ΝΕΒ) ", η οποία δραστηριοποιείται εμπορικά στον τομέα προϊόντων μοριακής βιολογίας, μεταβιβάστηκε στην τελευταία δείγμα υλικού, που αφορούσε το προϊόν της αλκαλικής φωσφατάσης, από τα ανταρκτικό στέλεχος ΤΑΒ5 (Eur.

J. Biochem. 267, 1230-1238 (2000), με τη χρήση υπερέκφρασης κλώνου Τ7 (ΡΝ1 περιγραφόμενο στη σελίδα 1232), ή παράγωγα αυτού, προκειμένου να το χρησιμοποιήσει, με μη αποκλειστική άδεια χρήσης, για ερευνητικούς και, ακολούθως, εμπορικούς σκοπούς. Επίσης, το εναγόμενο με σύμβαση, που καταρτίστηκε στις 13-3-2003, με την ίδια ως άνω εταιρία, παραχώρησε στην τελευταία το δικαίωμα αποκλειστικής άδειας χρήσης του ανταρκτικού στελέχους ΤΑΒ5 και της παραγωγής, με τη χρήση αυτού, αλκαλικής φωσφατάσης έναντι ετησίου δικαιώματος εκμετάλλευσης, ποσοστού 5%, επί των καθαρών πωλήσεων από τη ΝΕΒ της αλκαλικής φωσφατάσης από το ανταρκτικό στέλεχος ΤΑΒ5, για χρονική περίοδο δέκα (10) ετών, από την πρώτη εμπορική πώληση αυτής ή για τη διάρκεια ζωής οποιουδήποτε διπλώματος ευρεσιτεχνίας των Η.Π.Α.

αποκτηθέν από τη ΝΕΒ, σε σχέση με το εν λόγω ένζυμο οποιαδήποτε περίοδος είναι μεγαλύτερη. Όταν η ενάγουσα πληροφορήθηκε τις ανωτέρω συμβάσεις, ισχυριζόμενη ότι τόσο η μέθοδος παραγωγής του ανασυνδυασμένου ενζύμου της αλκαλικής φωσφατάσης ΤΑΒ5, όπως αυτή δημοσιεύθηκε στο πιο πάνω επιστημονικό περιοδικό όσο και το ίδιο αυτό παραγόμενο προϊόν, συνιστά εφεύρεση, την πατρότητα τους οποίας έχει η ίδια, ζήτησε να συμμετέχει στα έσοδα που αποκόμισε το εναγόμενο, από την παραχώρηση της χρήσης του πιο πάνω ενζύμου από τη ΝΕΒ και όταν οι νόμιμοι εκπρόσωποι του εναγόμενου αρνήθηκαν ότι η μέθοδος παραγωγής και το προϊόν πληρούν τους όρους για να θεωρηθούν ως εφεύρεση, η τελευταία άσκησε κατά του ήδη εναγόμενου και του Β.

Μ., καθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης στο Τμήμα Βιολογίας και τότε επιστημονικού υπεύθυνου του Εργαστηρίου Ενζυμικής Τεχνολογίας του Ι.Τ.Ε. - Ι.Μ.Β.Β. και επιβλέποντα της πιο πάνω ερευνητικής δραστηριότητας, την από 9-1-2012 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10746/395/2012 αγωγή της, ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, οι εκεί εναγόμενοι να άρουν κάθε προσβολή του ηθικού δικαιώματός της, επί της ως άνω εφεύρεσης, να παραλείπουν στο μέλλον κάθε πράξη αμφισβήτησης της πατρότητάς της και των δικαιωμάτων της, επί της ανωτέρω εφεύρεσής της, να της καταβάλουν αποζημίωση, που συνίσταται στη νόμιμη αμοιβή της, που αναλογεί στο ποσοστό 60% επί των κερδών, που αποφέρει η εμπορική εκμετάλλευση της εξαρτημένης εφεύρεσής της από τη ΝΕΒ, ποσό το οποίο δικαιούται να εισπράξει και θα εισέπραττε, κατά τη συνήθη και αναμενόμενη πορεία των πραγμάτων, για τα έτη από 2003 έως και 2010, να υποχρεωθεί το τότε και ήδη εναγόμενο Ι.Τ.Ε.

να παραλείπει στο μέλλον την αποκλειστική εκμετάλλευση της εφεύρεσής της, χωρίς την έγγραφη συναίνεσή της, για το ποσοστό συνιδιοκτησίας της 60% και χωρίς να διασφαλίζει τα νόμιμα δικαιώματά της, επί της απόληψης του ποσοστού 60%, επί των εκάστοτε καθαρών κερδών. Επί της αγωγής αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1001/2015 οριστική απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, με την οποία κρίθηκε ότι η πιο πάνω μέθοδος παραγωγής του ενζύμου και το παραγόμενο προϊόν δεν είναι εφεύρεση και δέχθηκε την αγωγή μόνο ως προς την προσβολή της προσωπικότητας της ενάγουσας, λόγω της αμφισβήτησης της πατρότητάς της, στη συγκεκριμένη επιστημονική εργασία και επιδίκασε, σε βάρος των εκεί εναγόμενων, χρηματική ικανοποίηση υπέρ της ενάγουσας, λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη.

Κατά της απόφασης αυτής οι διάδικοι άσκησαν εκατέρωθεν εφέσεις, επί των οποίων εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1560/2018 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο, αφού εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση δέχθηκε ότι η συγκεκριμένη μέθοδος και το παραχθέν βιολογικό υλικό στερούνται εφευρετικής δραστηριότητας, διότι η ενάγουσα εκτέλεσε γνωστές μεθόδους και πρωτόκολλα κλωνοποίησης υπερέκφρασης και απομόνωσης του συγκεκριμένου ενσήμου (ενν.

ενζύμου) και ότι δεν υπήρξε από τους εκεί εναγόμενους, αμφισβήτηση ή υποτίμηση της συμβολής της, στην ολοκλήρωση του ερευνητικού αυτού έργου, ούτε επήλθε προσβολή της επαγγελματικής αξιοπρέπειάς της και της προσωπικότητάς της και απέρριψε στο σύνολό της την αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής, η ενάγουσα έχει ασκήσει την από 23-2-2020 με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 1928/196/2020 αίτηση αναίρεσης, η οποία εκκρεμεί ενώπιον του Αρείου Πάγου ".

Συνεχίζοντας το Εφετείο, αναφορικά με τον αγωγικό ισχυρισμό περί αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της ένδικης σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα : " Ήδη, όμως, από το χρόνο κατάθεσης της ανωτέρω από 9-1-2012 αγωγής, παρατηρείται μία σημαντική μεταστροφή, προς το δυσμενέστερο, των εργασιακών σχέσεων των διαδίκων, η οποία κλιμακούμενη διήρκησε και μετά τη συζήτηση της αγωγής (την 19-2-2014) και κατέληξε στην καταγγελία, εκ μέρους του εναγόμενου, της εργασιακής σύμβασης της ενάγουσας.

Με την από 21-7-2014 αυτή έγγραφη καταγγελία, υπογεγραμμένη από τον Πρόεδρο του Δ.Σ. του εναγόμενου, η οποία θυροκολλήθηκε την 22-7-2014, λόγω άρνησης της ενάγουσας, ευρισκομένης στο γραφείο της, να την παραλάβει (υπ' αριθμ. 9607/22-7-2014 έκθεση επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Ηρακλείου Ι. Φ.), το εναγόμενο κατάγγειλε από την Τρίτη 22η Ιουλίου 2014, την εργασιακή της σύμβαση αορίστου χρόνου "σύμφωνα με τον Εσωτερικό Κανονισμό του Ι.Τ.Ε., το π.δ. 432/1987, το άρθρο 47 του ν. 993/1979, όπως κωδικοποιήθηκε και ισχύει με το άρθρ. 53 του π.δ. 410/1988 και με τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα (άρθρο 672 επ.

του Α.Κ.), για σπουδαίο λόγο και ιδίως για παράβαση καθήκοντος, μη εκπλήρωση των καθηκόντων και μη εκτέλεση των συμβατικών της υποχρεώσεων, παράβαση των βασικών, ουσιωδών και παρεπόμενων όρων της σύμβασής της, αντισυμβατικής και πλημμελούς συμπεριφοράς, σοβαρής απείθειας, ανταγωνισμού του εργοδότη της, παράβαση υποχρέωσης πίστης και ενημέρωσης αυτού, τα οποία, λαμβανομένης υπόψιν της φύσης του Ι.Τ.Ε., της απαιτούμενης καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, καθιστούν μη δυνατή και μη ανεκτή την περαιτέρω διατήρηση της συμβάσεώς της για το Ι.Τ.Ε.

και αδύνατη την εξακολούθηση της συμβατικής δεσμεύσεώς του ". Η καταγγελία αυτή είχε αποφασισθεί από το Δ.Σ. του εναγόμενου, κατά τη συνεδρίασή του της 19-7-2014, σύμφωνα με τα υπ' αριθμ. 294/20-5/19-7-2014 πρακτικά της οποίας το Δ.Σ. έλαβε την απόφαση αυτή, διότι: " Δεν μπορεί να αποδεχθεί την άρνηση της κ. Μ. Ρ. να συνεχίσει να παρέχει τις υπηρεσίες της και να εκτελεί το υπηρεσιακό της καθήκον στο Ι.Μ.Β.Β./Ι.Τ.Ε.

ως Ε.Λ.Ε. (Β'), σύμφωνα με τις ανάγκες και αποφάσεις της Διοίκησης του Ι.Μ.Β.Β. και του Δ.Σ. του Ι.Τ.Ε., το ισχύον θεσμικό και συμβατικό της πλαίσιο, λαμβάνοντας υπόψιν τους λόγους και όσα άλλα η κ. Μ. Ρ. παρουσίασε στο Ι.Τ.Ε., αφότου ενημερώθηκε και εφεξής και μάλιστα διαπιστώνοντας ότι αφενός δεν συντρέχουν νόμιμοι λόγοι άρνησης και διαμαρτυρίας της, αφετέρου προβλήθηκαν προσχηματικά, μεθοδευμένα, κακόπιστα και καταχρηστικά σε βάρος του Ι.Τ.Ε., ανυπόστατοι αντικειμενικά, επιστημονικά, υπηρεσιακά, δεν μπορεί να ενεργεί σε βάρος του διαθέσιμου λιγοστού προσωπικού και πόρων του, γνωρίζοντας ότι δεν υπάρχουν άλλα περιθώρια εξεύρεσης άλλων καλύτερων λύσεων, τρόπων και έχοντας καταβάλει καλόπιστα κάθε δυνατότητα, για αντιμετώπιση των λειτουργικών αναγκών του, οικονομικών, τεχνικών και θεσμικών δυσχερειών και περιορισμών του, δεν μπορεί να ανεχθεί άλλο την υφιστάμενη και αυξανόμενη ζημία, που δημιουργείται εξαιτίας της άρνησης και λοιπών πράξεων και συμπεριφοράς της κ.

Ρ., ήδη σε βάρος δύο παραγωγικών, σε κατάσταση ανάγκης και κρίσης, δραστηριοτήτων του Ι.Τ.Ε./Ι.Μ.Β.Β. " Minotech" & " Profi " και σε βάρος των άμεσων συμφερόντων του Ι.Τ.Ε. και του Ι.Μ.Β.Β., δεν μπορεί να ανεχθεί άλλο την αλόγιστη και παράλογη και απαράδεκτη τακτική προσβολής έλλειψης πίστης, απείθειας στο πρόσωπό τους, τόσο του Διευθυντή του Ι.Μ.Β.Β., όσο και του Δ.Σ./Ι.Τ.Ε., δεν μπορεί να ανεχθεί άλλο τον, όλως παράνομο, παράλογο και αθέμιτο ανταγωνισμό, που εντελώς παράδοξα, αδικαιολόγητα και καταχρηστικά και παράνομα διενεργεί η κα Μ.

Ρ., αποκρύπτοντας και παρακρατώντας, άρα και υπεξαιρώντας υπηρεσιακά έγγραφα και πληροφορίες, ευαίσθητες και εμπιστευτικές πληροφορίες, τεχνογνωσία, βακτηριακά στελέχη, περιουσιακά στοιχεία, ιδιοκτησίας Ι.Τ.Ε., δεν δύναται να ανεχθεί τέτοιες συμπεριφορές και πράξεις, όπως προαναφέρθηκε, από την κ. Μ.

Ρ., που καθιστά αφενός εμπόδιο στην αποστολή του Ι.Τ.Ε. να παράγει γνώση και ερευνητικά αποτελέσματα, προκειμένου να μπορεί να τα αξιοποιήσει οικονομικά, όπως επιθυμεί, προκειμένου να αυξήσει τους πόρους του και να αντιμετωπίσει τα τρέχοντα οικονομικά προβλήματα ανεπάρκειας εισροών, εκ του κρατικού προϋπολογισμού, τα τελευταία έτη και πληροί τους σκοπούς λειτουργίας του και αφετέρου να προσβάλει την εικόνα του Ι.Τ.Ε.

και της ερευνητικής κοινότητάς του. Με βάση όλους τους ανωτέρω πολύ σοβαρούς λόγους, περιστατικά και συνθήκες .... θεωρεί ως μη ανεκτή και μη επιθυμητή πλέον από το Ι.Τ.Ε. να συνεχίσει στην θέση αυτή, με αυτούς τους όρους και συνθήκες ". Τέτοια πραγματικά περιστατικά, όμως, που να καθιστούν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή από το εναγόμενο - καταγγέλλοντα, την συνέχιση της σύμβασης με την ενάγουσα, ώστε να συνιστούν σπουδαίο λόγο της καταγγελίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 53 του π.δ. 410/1988, το οποίο ισχύει, κατά το άρθρο 73 του Εσωτερικού Κανονισμού του εναγόμενου, σε συνδυασμό με το άρθρο 672 του Α.Κ.

και να δικαιολογούν την καταγγελία της αορίστου χρόνου σύμβασης της ενάγουσας, δεν αποδείχθηκε ότι συνέβησαν. Αντίθετα, αποδείχθηκε η, από το έτος 1987 έως το έτος 2013, ομαλή εργασιακή σχέση των διαδίκων, κατά το οποίο χρονικό διάστημα, το εναγόμενο, ως εργοδότης της ενάγουσας, αναγνώρισε ποικιλοτρόπως την επιστημονική εγκυρότητα, την ερευνητική ικανότητα, την προσήκουσα εργασιακή απόδοση και την επαγγελματική υπευθυνότητα που τη διέκρινε, όπως αυτό αποδεικνύεται όχι μόνο από το γεγονός ότι, από την ίδρυση του εργαστηρίου MINOTECH, το εναγόμενο ανέθεσε στην ενάγουσα τη θέση της Προϊσταμένης, την οποία κατείχε έως τον Ιανουάριο του έτους 2013, αλλά και από την εισήγηση της επιτροπής κρίσης (στην οποία συμμετείχε ο τότε Διευθυντής Ι.Μ.Β.Β.

Γεώργιος Θηραίος, ως Πρόεδρος και ο καθηγητής Β. Μ.), για την προαγωγή της ενάγουσας σε ειδικό Λειτουργικό επιστήμονα Β' βαθμίδας, η οποία τότε εργαζόταν στην ομάδα Ενζυμικής Τεχνολογίας, σύμφωνα με την οποία η ενάγουσα πληρούσε τα τυπικά και ουσιαστικά προσόντα που πιο πάνω έχουν εκτεθεί, για την προαγωγή της, την οποία η επιτροπή πρότεινε ανεπιφύλακτα, λόγω της σημαντικής προσφοράς της.

Η πρώτη ρήξη των σχέσεων των διαδίκων, η οποία σαφώς συνδέεται με την άσκηση της από 9-1-2012 αγωγής της ενάγουσας, προκλήθηκε με την επαναλαμβανόμενη εντολή των προϊσταμένων της ενάγουσας, από το Καλοκαίρι του έτους 2012, να τους παραδώσει τα πρωτότυπα των τετραδίων / ημερολογίων (Lab Notebooks) που τηρούσε και αφορούσαν το χρονικό διάστημα 1997-1998, αναφορικά με την καταγραφή - περιγραφή της καθημερινής εργασίας, που εκτελούσε στο εργαστήριο Ι.Τ.Ε. - Ι.Μ.Β.Β. " Ενζυμική Τεχνολογία ", όπως η εντολή αυτή επαναλήφθηκε με το υπ' αριθμ. 4089/19-9-2012 έγγραφο του τότε Διευθυντή του Ι.Μ.Β.Β.

Β. Π. και με την από 23-4-2014 εξώδικη απάντηση - δήλωση του εναγόμενου στην ενάγουσα. Η τελευταία, απαντώντας στις κλήσεις αυτές, απεύθυνε στο εναγόμενο την 16-5-2013 εξώδικη απάντηση - δήλωση, στην οποία, αφού ανέφερε ότι τα εν λόγω τετράδια / ημερολόγια εργασιών αποδεικνύουν την πατρότητα και τον χρόνο δημιουργίας των πρωτότυπων ερευνητικών αποτελεσμάτων, τα οποία έχουν καταγραφεί σε αυτά, ότι αποτελούν δικό της πρωτότυπο επιστημονικό έργο και ότι είναι ο αποκλειστικός δικαιούχος των δικαιωμάτων επί των κειμένων και αποτελεσμάτων, που έχει καταγράψει σε αυτά, επισήμανε ότι ειδικά το τετράδιο / ημερολόγιο εργασιών, στο οποίο έχει καταγράψει τις επιστημονικές εργασίες του χρονικού διαστήματος από την 29-1-1997 έως την 30-10-2000, περιέχει αποδεικτικά στοιχεία, για την ουσιαστική βασιμότητα της πιο πάνω εκκρεμούσας τότε αγωγής της.

Το ήδη τεταμένο κλίμα, που δημιούργησε η άσκηση της πιο πάνω αγωγής και η διεκδίκηση από την ενάγουσα δικαιωμάτων συνεκμετάλλευσης του πιο πάνω ενζύμου, που θεωρούσε και εξακολουθεί να θεωρεί δική της εφεύρεση, αντανακλάται στις αποφάσεις του Επιστημονικού Συμβουλίου Ι.Μ.Β.Β., στις συνεδριάσεις του της 16-1-2013 και της 3-4-2013, με τις οποίες, στα πλαίσια της ανασυγκρότησης και της καλύτερης λειτουργίας του εργαστηρίου Minotech Biotechnologies, εγκρίθηκε νέο οργανόγραμμα του εργαστηρίου, σύμφωνα με το οποίο η ενάγουσα δεν ήταν πλέον Προϊσταμένη του εργαστηρίου, αλλά στη θέση αυτή ορίστηκε ο Δ.

Δ., ενώ η ενάγουσα περιορίστηκε ως μέλος της ομάδας του εργαστηρίου, στους τομείς της Έρευνας και Ανάπτυξης και του Ποιοτικού Ελέγχου. Στις από τότε συνεχείς διαμαρτυρίες της ενάγουσας, για τη στέρηση του τίτλου της Προϊσταμένης και της Υπεύθυνης του τομέα της, το ενάγον (ενν. εναγόμενο) ισχυρίστηκε ότι η ενάγουσα ουδέποτε είχε οριστεί ως Προϊσταμένη του εργαστηρίου, ούτε ποτέ ήταν υπεύθυνη παραγωγής έρευνας και ανάπτυξης του εργαστηρίου MINOTECH.

Μάλιστα, ο διευθυντής του Ι.Μ.Β.Β. Ν. Τ. σε ηλεκτρονικό μήνυμά του (e-mail) προς την ενάγουσα, που της απέστειλε την 25-6-2014, της επισήμανε ότι ουδέποτε υπήρξε Υπεύθυνη Έρευνας, Ανάπτυξης, Παραγωγής και Ποιοτικού Ελέγχου προϊόντων του εργαστηρίου MINOTECH, ότι απλά στελέχωνε το τμήμα ποιοτικού ελέγχου και τη μονάδα παραγωγής, μαζί με άλλους συναδέλφους της, για τις οποίες δραστηριότητες, υπεύθυνος είναι ο εκάστοτε ορισθείς Επιστημονικός Προϊστάμενος και την καλούσε να αποφεύγει την επίκληση ιδιοτήτων, που δεν της έχουν αποδοθεί.

Όμως, τα ανωτέρω έρχονται σε ευθεία αντίθεση με τον πιο πάνω, από Ιούλιο 2003, εσωτερικό κανονισμό, που εγκρίθηκε από το Ε.Σ.Ι. του Ι.Μ.Β.Β., την 13-6-2003, σύμφωνα με το οποίο, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, Προϊσταμένη του Εργαστηρίου και Υπεύθυνη Έρευνας, Ανάπτυξης και Ποιοτικού Ελέγχου, ορίστηκε η ενάγουσα. Ότι στην ενάγουσα είχαν αποδοθεί οι αρμοδιότητες αυτές, αποδεικνύεται, επιπλέον, κυρίως από την από 13-4-2011 εξώδικη απάντηση - δήλωση του εναγόμενου προς την ενάγουσα, η οποία υπογράφεται από τον τότε Πρόεδρο του Δ.Σ.

του εναγόμενου, ο οποίος στην πρώτη σελίδα της, αφού παραθέτει την εργασιακή πορεία της ενάγουσας (στο) από το έτος 1987, καταλήγει : " Από το 2003 - σήμερα κατέχετε την θέση υπεύθυνης παραγωγής, έρευνας και ανάπτυξης του συσταθέντος τότε εργαστηρίου Ι.Τ.Ε.-Ι.Μ.Β.Β. MINOTECH ". Επιπλέον, το ίδιο αποδεικνύεται από το με χρονολογία 13-1-2011 έγγραφο του εναγόμενου προς την ενάγουσα, το οποίο υπογράφει ο τότε διευθυντής του Ι.Μ.Β.Β.

Β. Π., όπου η ενάγουσα αναφέρεται ως " Υπεύθυνη Εργαστηρίου MINOTECH ", από τα από 29-11-1999 πρακτικά συμβουλίου ποιότητας του Ι.Μ.Β.Β., που φέρουν την υπογραφή του τότε Διευθυντή Αρτέμη Σαιτάκη, στα οποία η ενάγουσα έχει τη θέση της Υ.Ε.Α.Π.Ε. (Υπεύθυνη Έρευνας, Ανάπτυξης και Ποιοτικού Ελέγχου) και από το γεγονός ότι σε εκείνη είχε ανατεθεί η αξιολόγηση του προσωπικού του εργαστηρίου MINOTECH, ως άμεση προϊσταμένη του, σύμφωνα με το από 9-6-2011 ηλεκτρονικό μήνυμα του Συντονιστή Επιτροπής Αξιολόγησης Προσωπικού Ι.Μ.Β.Β., Δ.

Κ. και με το από 17-10-2013 ηλεκτρονικό μήνυμα της Γραμματέα του Ι.Μ.Β.Β. Γ. Χ. προς την ενάγουσα, με το οποίο της απέστειλε τις φόρμες αξιολόγησης του προσωπικού, έχουσα επιλεγεί ως αξιολογήτρια της εργασίας του. Πρέπει να σημειωθεί ότι η ενάγουσα, στην πιο πάνω συρρίκνωση των αρμοδιοτήτων και στην αντικατάστασή της από την πιο πάνω θέση, από άλλους συναδέλφους της, στα πλαίσια της ανασυγκρότησης του εργαστηρίου, δεν θεμελιώνει κάποιο αγωγικό αίτημα εν τούτοις, από αυτή καταδεικνύεται η μεταστροφή προς το δυσμενέστερο των σχέσεων των διαδίκων.

Η μεταστροφή αυτή προκάλεσε και την αντιπαράθεση μεταξύ της ενάγουσας και του από 7-2-2014 επιστημονικού υπευθύνου του εργαστηρίου και Υποδιευθυντή του Ι.Μ.Β.Β., Δ. Κ., η οποία ξεκίνησε με την εντολή του τελευταίου προς την ενάγουσα και τον Δ. Δ., στα μέσα Μαΐου 2014, να συγκεντρώσουν και να του παραδώσουν στοιχεία, σχετικά με τους σημαντικότερους πελάτες, εκτός του Ι.Μ.Β.Β., κυρίως αυτούς που κάνουν το 90% του τζίρου, τα τελευταία πέντε χρόνια, να κάνουν καταγραφή της διαδικασίας παραγωγής των προϊόντων και να μεριμνήσουν για την έκδοση ενός δισέλιδου φυλλαδίου, για την ιστορία και τις προοπτικές της παραγωγικής δραστηριότητας της MINOTECH και στοιχεία, για τις κατ' έτος πωλήσεις κάθε προϊόντος.

Η ενάγουσα, αν και επέδειξε απροθυμία να παραδώσει τα στοιχεία, για την παραγωγική διαδικασία των προϊόντων διότι θεωρούσε ότι με αυτά αποδεικνύεται η απαίτησή της κατά του εναγόμενου, από την εκμετάλλευση του ενζύμου ΤΑΒ5 ΑΡ, εκτέλεσε τις υπόλοιπες εντολές και απέστειλε στο Δ. Κ. τα αρχεία των πωλήσεων, καθώς και τους πελάτες που έκαναν μεγαλύτερο τζίρο (με τα από 28-5-2014 και 30-5-2014 αντίστοιχα ηλεκτρονικά μηνύματα), ενώ από τα με ημερομηνία 30-5-2014 (προς το Δ.

Κ.) και 3-6-2016 (προς τη Δρ. Α. - Ε. Β. της " ... ") ηλεκτρονικά μηνύματά της προκύπτει ότι αμέσως επιμελήθηκε και την έκδοση του φυλλαδίου. Παρά ταύτα, ο Δ. Κ. στο από 30-5-2014 ηλεκτρονικό μήνυμά του προς το Ν. Τ., εξέφρασε την απόλυτη, έως το βαθμό της αγανάκτησης, δυσαρέσκειά του, για την απροθυμία της ενάγουσας να εκτελεί αμέσως τις εντολές του, με τον τρόπο που αυτός επιθυμούσε, αναφερόμενος ότι η ενάγουσα εξακολουθεί να διεκδικεί δικαιώματα από την εκμετάλλευση του ενζύμου, αλλά και να επαναφέρει τη δικαστική αντιδικία της με το εναγόμενο, σχετικά με το ένζυμο " ανασυνδυασμένη ΤΑΒ5 αλκαλική φωσφατάση ".

Μάλιστα, τόσο σε αυτό, όσο και στο από 20-6-2014 ηλεκτρονικό μήνυμά του προς το Ν. Τ., χαρακτήρισε τη συμπεριφορά της ενάγουσας " ιδιαίτερα προκλητική, αυθάδη, άκρως και αδικαιολόγητα ιδιοτελή, εμπαθή και κατ' επανάληψη απείθαρχη ". Εν τούτοις, ανάλογα στοιχεία που αφορούσαν τη λογιστική ανάλυση του εργαστηρίου για τα έτη 2005-2009, τις πωλήσεις του έτους 2010, τις εταιρίες του εξωτερικού, που συνεργαζόταν το εργαστήριο και τον τρέχοντα τιμοκατάλογο, η ενάγουσα είχε, ως υπεύθυνη του εργαστηρίου, συγκεντρώσει και αποστείλει στον τότε διευθυντή του Ι.Μ.Β.Β.

Β. Π., με το από 20-5-2010 ηλεκτρονικό μήνυμά της, ο οποίος, με το από 21-5-2010 απαντητικό ηλεκτρονικό μήνυμά του, την ευχαρίστησε για τα χρήσιμα στοιχεία που του απέστειλε, γεγονός που αποδεικνύει ότι, σε χρόνο που οι σχέσεις των διαδίκων ήταν ομαλές, ανάλογη απείθεια της ενάγουσας, όπως το εναγόμενο ισχυρίζεται στην καταγγελία, δεν υπήρχε.

Επομένως, στην παρατεταμένη αυτή αντιπαράθεση των διαδίκων σχετικά με την παράδοση στο Διευθυντή Ι.Μ.Β.Β., της υπηρεσιακής και προσωπικής αλληλογραφίας της, την οποία έθεσε στη διάθεση των προϊσταμένων της (όπως κατωτέρω θα εκτεθεί) των στοιχείων, ως προς την παραγωγική διαδικασία των παραγόμενων προϊόντων, η μη παράδοση των οποίων, σε κάθε περίπτωση, δεν επέφερε βλάβη στη λειτουργία και στο ερευνητικό έργο του εναγομένου, ακόμα και του αρχείου, που η ενάγουσα είχε δημιουργήσει σε ηλεκτρονική μορφή και αφορούσε το σύνολο της ερευνητικής εργασίας, που είχε πραγματοποιήσει στο εργαστήριο MINOTECH, το οποίο την 24-7-2014, ο διευθυντής του Ι.Τ.Ε.-Ι.Μ.Β.Β.

Ν. Τ., παρέλαβε ανεπιφύλακτα, σε ηλεκτρονική μορφή, δεν μπορούν να στηριχθούν βάσιμα οι, κατά το εναγόμενο, λόγοι της καταγγελίας, για την εκ μέρους της ενάγουσας, κατά σύστημα, ανάρμοστη συμπεριφορά της, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της, για τη σοβαρή απείθεια στις νόμιμες εντολές των προϊσταμένων της και για την πλημμελή και αντισυμβατική συμπεριφορά της.

Ομοίως, παράβαση των καθηκόντων της και των όρων της σύμβασης εργασίας της και απείθεια στις εντολές των προϊσταμένων της, δεν αποτελεί η άρνηση της ενάγουσας να παραδώσει στο εναγόμενο τα πρωτότυπα τετράδια/ημερολόγια, τα οποίο το τελευταίο αβάσιμα ισχυρίζεται ότι ανήκουν σε αυτό. Τούτο διότι η τήρησή τους γινόταν με πρωτοβουλία της ενάγουσας, η οποία κατέγραφε σε αυτά σκέψεις παρατηρήσεις, κρίσεις, αξιολογήσεις και συμπεράσματα των πειραμάτων της και δεν προβλέπονται από τον εσωτερικό κανονισμό του εναγόμενου, δεν φέρουν την σφραγίδα του και δεν αποτελούν ιδιοκτησία του, ούτε χαρακτηρίζονται ως δημόσια έγγραφα, δηλαδή έγγραφα, τα οποία συντάχθηκαν από την ενάγουσα, με προορισμό την εξωτερική τους κυκλοφορία, προς απόδειξη γεγονότων, έναντι πάντων και, επομένως, η άρνησή της να παραδώσει τα πρωτότυπα δεν έχει την έννοια της παράνομης παρακράτησής τους.

Άλλωστε, αντίγραφά τους η ενάγουσα προσκόμισε ενώπιον του Εφετείου αυτού και, επίσης, τόσο ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση της από 20-1-2012 αίτησης ασφαλιστικών μέτρων, που άσκησε κατά του εναγόμενου, όσο και ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά τη συζήτηση της πιο πάνω, από 9-1-2012 αγωγής της.

Η σημαντικότερη προστριβή μεταξύ των διαδίκων, που ουσιαστικά δρομολόγησε τη λύση της εργασιακής σχέση τους, είχε ως αφορμή την, κατ' επανάληψη, διατύπωση της πρότασης της ενάγουσας προς το εναγόμενο, να συνεκμεταλλευθούν το ένζυμο DNA Metyltransferanse M. BseCl, που η ίδια παρήγαγε, στα πλαίσια των ερευνητικών καθηκόντων της, προβάλλοντας δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας της στο ένζυμο αυτό.

Συγκεκριμένα, με το από 20-11-2013 ηλεκτρονικό μήνυμά της, προς το Διευθυντή του Ι.Μ.Β.Β. Δ. (ενν. Ν.) Τ., τον ενημέρωσε για το ενδιαφέρον της αμερικανικής εταιρίας με την επωνυμία ... να προμηθευτεί από το εργαστήριο MINOTECH το πιο πάνω ένζυμο, του υπενθύμισε ότι έχει αποστείλει στη διοίκηση του Ι.Τ.Ε.-Ι.Μ.Β.Β. την υπ' αριθμ.

πρωτ. 4794/20-3-2013 επιστολή, με την οποία αιτήθηκε, μεταξύ άλλων, τη γνωμοδότηση του νομικού γραφείου του Ι.Τ.Ε., για ζητήματα δικαιωμάτων της διανοητικής ιδιοκτησίας, επί του ενζύμου αυτού και του ζήτησε, επειδή ο A. V., για λογαριασμό της εταιρείας " ΒioNano Genomics ", έστειλε μία παραγγελία για την αγορά 5000 u(nits) ενζύμου, να έχει μία επίσημη έγγραφη ενημέρωση από τη διοίκηση του Ι.Τ.Ε.-Ι.Μ.Β.Β., σχετικά με τα ζητήματα, που είχε θέσει με την πιο πάνω επιστολή της.

Την 11-12-2013 απέστειλε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα στο Ν. Τ., στον οποίο του επισύναψε έγγραφη παραγγελία της πιο πάνω αμερικανικής εταιρίας, η οποία επιθυμούσε να αποκτήσει ποσότητα του εν λόγω ενζύμου, για να το χρησιμοποιήσει σε δοκιμές, στα πλαίσια ερευνητικών προγραμμάτων της και απέβλεπε στην περαιτέρω συνεργασία τους, για την προμήθεια του ενζύμου.

Την 12-12-2013, με ηλεκτρονικό μήνυμα προς τη νομική σύμβουλο του εναγόμενου Α. Τ., αφού την ενημέρωσε για το ενδιαφέρον της αμερικανικής εταιρίας, για την προμήθεια του ενζύμου, προέβαλε περιουσιακά δικαιώματά της, από την εμπορική εκμετάλλευσή του, ως έχουσα την πατρότητα του βιολογικού υλικού, με την ονομασία E. Coli κλώνος " pBsecim 2.5 ", που φέρει το γονίδιο " bseCIM ", της τόνισε την ανάγκη για άμεση απάντηση και την κάλεσε να την ενημερώσει, σχετικά με τον τρόπο χειρισμού του ζητήματος.

Την ίδια ημέρα, ο Ν. Τ. έδωσε εντολή στην ενάγουσα να προχωρήσει άμεσα στην εκτέλεση της παραγγελίας και η τελευταία, με το από 12-12-2013 απαντητικό ηλεκτρονικό μήνυμά της, προς τον εκπρόσωπο της ως άνω εταιρίας Dr. Henry Sadowski, ανέφερε, επί λέξει, τα ακόλουθα : "... υπό την ιδιότητά μου ως αποκλειστικής εφευρέτριας του ενζύμου ....

με την παρούσα εκδίδω τη δική μου μη αποκλειστική περιορισμένη άδεια, υπό την οποία σας δίνω την άδεια να χρησιμοποιήσετε το M.BseCI, μόνο για διαδικασία αξιολόγησης. Για καμία άλλη χρήση του M.BseCI δίδεται άδεια ή εξουσιοδοτήστε. Αν συμφωνείτε σας παρακαλώ επικοινωνήστε μαζί μου πάλι ...". Ακολούθως, την 10-1-2014 η ενάγουσα ενημέρωσε το Ν.

Τ. ότι η πιο πάνω εταιρία δοκίμασε το δείγμα του ενζύμου, έμεινε ικανοποιημένη από το αποτέλεσμα και, ακολούθως, ανέφερε ότι : " Επειδή, όπως σε έχω ενημερώσει στο παρελθόν : 1) έχω την πατρότητα αυτού του ενζύμου, καθώς και των τροποποιήσεών του, 2) από έρευνά μου, περί τα τέλη του έτους 2013, έχει προκύψει ότι η εταιρεία " ΒioNano Genomics " έχει καταθέσει αιτήσεις για διπλώματα ευρεσιτεχνίας, όπου στο κείμενο αυτών των αιτήσεων, όπως και στις αξιώσεις αυτών, αναφέρεται η χρήση του εν λόγω ενζύμου, ως συστατικού, σε ένα νέο προϊόν της εταιρείας, 3) θεωρώ ότι πρέπει να συζητηθεί η περαιτέρω αξιοποίηση του ενζύμου ...

σε καλώ και πάλι να συζητήσουμε το ζήτημα της περαιτέρω αξιοποίησης του ενζύμου M.BseCI ". Ο επαναλαμβανόμενος ισχυρισμός της ενάγουσας προς το Διευθυντή του Ι.Μ.Β.Β. και το νομικό τμήμα του εναγόμενου, ότι εκείνη έχει την πατρότητα του εν λόγω ενζύμου και της μεθόδου παραγωγής του και οι προσκλήσεις της να συζητήσουν την περαιτέρω εμπορική εκμετάλλευση και αξιοποίησή του, με προφανή σκοπό να συμμετάσχει στα έσοδα, που αυτή θα επέφερε στο εναγόμενο, δημιούργησαν στο Ν.

Τ., υπό την ανωτέρω ιδιότητά του, την πεποίθηση ότι η ενάγουσα, ενεργώντας ανταγωνιστικά, αντισυμβατικά και σε βάρος των συμφερόντων του εναγόμενου, προκειμένου να πετύχει τις απολαβές, που η ίδια πίστευε ότι δικαιούτο και της αρνείτο το εναγόμενο, συναλλασσόταν κρυφίως με πελάτες, που ενδιαφέρονταν να αγοράσουν τα ένζυμα, εμφανιζόμενη σε αυτούς ότι έχει την αποκλειστική πατρότητά του.

Η δυσπιστία του εναγόμενου έναντι της ενάγουσας, αποδεικνύεται από το με ημερομηνία 30-1-2014 (ημέρα Πέμπτη) ηλεκτρονικό μήνυμα του Ν. Τ., με το οποίο κάλεσε την ενάγουσα να του παραδώσει άμεσα όλη την αλληλογραφία (ηλεκτρονική ή άλλη), συμπεριλαμβανομένων και των δικών της απαντήσεων, με όλους τους πελάτες της MINOTECH, που αφορούσε το ένζυμο M.BseCI, καθώς και να του παραδοθεί κάθε αλληλογραφία, σχετική με όλα τα προϊόντα της MINOTECH.

Μάλιστα, την αποστολή της αλληλογραφίας θεωρούσε τόσο επείγουσα, ώστε επανήλθε με νέο ηλεκτρονικό μήνυμα την 3-2-2014 (ημέρα Δευτέρα) και της υπενθύμισε για την αποστολή της αλληλογραφίας, το συντομότερο δυνατόν. Το νόμιμο, στα πλαίσια των καθηκόντων του, αυτό αίτημα, ο Διευθυντής του Ι.Μ.Β.Β., υπενθύμιζε στην ενάγουσα και προφορικά, πλην, όμως, η τελευταία απέφευγε να το ικανοποιήσει, με αποτέλεσμα ο τότε πρόεδρος του Δ.Σ.

του εναγόμενου Κ. Φ., με την υπ' αριθμ. πρωτ. 324/6-3-2014 επιστολή του, να την καλέσει έως την 11-3-2014, να αποστείλει και παραδώσει στο Διευθυντή, στα πλαίσια των υπηρεσιακών καθηκόντων της ενημέρωσης και πληροφόρησης του προϊσταμένου της, το από 1-1-2009 έως και την 6-3-2014 σύνολο της επικοινωνίας της, επιστολών μηνυμάτων αλληλογραφίας, ηλεκτρονικής ή άλλης, με αποδέκτη ή / και αποστολέα την ίδια προσωπικά ή /και τρίτους, που έχει λάβει άμεσα ή / και έμμεσα ή /και αποστείλει ή /και απαντήσει άμεσα ή /και έμμεσα, που αφορούσε όλα τα θέματα, που είχε διαχειριστεί, ως εργαζόμενη στο Ι.Μ.Β.Β.

και στο παραγωγικό εργαστήριο " Minotech Biolabs ", συμπεριλαμβανομένων και σχετικών με όλα τα ένζυμα και προϊόντα του παραγωγικού εργαστηρίου, συμπεριλαμβανομένου και του ενζύμου BseCl. Η ενάγουσα, αφού με το από 7-3-2014 ηλεκτρονικό μήνυμα ενημέρωσε εκ νέου το Ν. Τ., για το ενδιαφέρον της ανωτέρω αμερικανικής εταιρίας και για μία τροποποίηση του πιο πάνω ενζύμου και ότι την επόμενη εβδομάδα θα του υποβάλει επίσημη πρόταση, σχετικά με την αξιοποίηση του εν λόγω ενζύμου και των τροποποιήσεών του, με το από 11-3-2014 ηλεκτρονικό μήνυμα προς τον Κ.

Φ. και σε απάντηση της πιο πάνω επιστολής του, τον πληροφόρησε ότι πρόκειται να καταθέσει επιστολή, σχετικά με την αξιοποίηση των ερευνητικών αποτελεσμάτων στην οποία επιστολή θα επισυνάψει τη σχετική ηλεκτρονική αλληλογραφία, υπενθυμίζοντας, όμως, παράλληλα, την υπ' αριθμ. 4794/20-3-2013 επιστολή της προς αυτόν, στην οποία επικαλείτο δικαιώματά της, επί του συγκεκριμένου ενζύμου.

Πράγματι, η ενάγουσα απέστειλε στο Ν. Τ. την από 24-3-2014 επιστολή της, η οποία παραλήφθηκε αυθημερόν από το Ι.Μ.Β.Β., στην οποία εξέθεσε ότι αυτή σχεδίασε και εκπόνησε την ερευνητική εργασία, που αφορά τη μέθοδο παραγωγής του πιο πάνω ενζύμου, αναφέρθηκε στις πιο πάνω ηλεκτρονικές επιστολές, με τις οποίες ήδη τον είχε ενημερώσει για το αγοραστικό ενδιαφέρον της εταιρίας " ΒioNano Genomics ", επισύναψε σχετικό Υπόμνημα, με την ιδιότητά της ως ερευνήτρια, που παρήγαγε τα ανωτέρω ερευνητικά αποτελέσματα / προϊόντα / ένζυμα "M.BseCI" και " His-tagged M.BseCI ", κάλεσε την Διοίκηση του Ι.Τ.Ε.-Ι.Μ.Β.Β., να εξετάσει εάν ενδιαφέρεται για την συνεκμετάλλευση της εν λόγω τεχνογνωσίας και προϊόντων / ενζύμων "M.BseCI " και " His-tagged M.BseCI " και επικαλούμενη την εφαρμογή διατάξεων σχετικών με τη διανοητική ιδιοκτησία, που παράγεται από εργαζόμενους, κατέληξε : " Παρακαλώ όπως με ενημερώσετε επισήμως εγγράφως και εντός προθεσμίας είκοσι (20) ημερών από την υποβολή της παρούσης, σχετικά με το ενδιαφέρον του Ι.Τ.Ε.-Ι.Μ.Β.B., για συνεκμετάλλευση της εν λόγω τεχνογνωσίας και προϊόντων / ενζύμων, τα οποία έχω αναπτύξει ".

Το εναγόμενο με το υπ' αριθμ. πρωτ. 452/3-4-2014 έγγραφό του προς την ενάγουσα, που υπογράφεται από τον Καθηγητή Α. Δ., επανήλθε στο θέμα της παράδοσης της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας της, της επισήμανε ότι, με την από 24-3-2014 πιο πάνω επιστολή της, απέστειλε στο εναγόμενο την αλληλογραφία, που αφορά μόνο το ένζυμο "BseCI " και την κάλεσε να αποστείλει και παραδώσει, έως την 8-4-2014, το σύνολο της αλληλογραφίας της, που αναφέρεται σε όλα τα θέματα, που διαχειρίστηκε στο εργοστάσιο MINOTECH.

Σε απάντηση του εγγράφου αυτού, η ενάγουσα με την από 7-4-2014 επιστολή της, ανέφερε ότι το σύνολο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας των τελευταίων πέντε ετών υπερβαίνει τις 2.300 ηλεκτρονικές επιστολές, ότι την ηλεκτρονική αλληλογραφία, που ανταλλάσσεται με κάποιον ενδιαφερόμενο, για τα προϊόντα του εργαστηρίου, λαμβάνει ο ηλεκτρονικός υπολογιστής, που χρησιμοποιείται από τον Προϊστάμενο της Μονάδας Παραγωγής Δ.

Δ. και ο κοινός ηλεκτρονικός υπολογιστής, που χρησιμοποιείται από όλα τα υπόλοιπα μέλη του εργαστηρίου (συμπεριλαμβανομένης της ίδιας), ότι ο κοινός αυτός ηλεκτρονικός υπολογιστής λαμβάνει την ηλεκτρονική αλληλογραφία, που ανταλλάσσεται και από την προσωπική της ηλεκτρονική διεύθυνση " rina@imbb.fotrh.gr " και ότι, επειδή κάθε ένα από τα ηλεκτρονικά αυτά μηνύματά της, εκτυπωμένα, καταλαμβάνει περισσότερες από μία σελίδες, κάλεσε τον ίδιο, είτε οποιοδήποτε άλλο μέλος της Διοίκησης, να επισκεφθεί το εργαστήριο και να ενημερωθεί από το κοινό ηλεκτρονικό υπολογιστή.

Ακολούθησε, το υπ' αριθμ. πρωτ. 6060/14-4-2014 έγγραφο του εναγόμενου, που υπογράφεται από το Ν. Τ., με το οποίο της επισήμανε ότι "το " έργο διανόησης ", προϊόν εργασίας του δυναμικού του Ι.Τ.Ε., συμπεριλαμβανομένων μελών κατηγορίας προσωπικού Ε.Λ.Ε., ... θεωρείται και αποτελεί " υπηρεσιακό " " προϊόν εργασίας " και, ως τέτοιο, ανήκει εξ ολοκλήρου στο " ΙΔΡΥΜΑ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΡΕΥΝΑΣ (Ι.Τ.Ε.) " και ότι το αίτημά της για την συνεκμετάλλευση του ανωτέρω ενζύμου και της παραλλαγής του, τα οποία έχουν παραχθεί στο πλαίσιο λειτουργίας του Ι.Τ.Ε., αποτελούν αποκλειστικά και μόνο " υπηρεσιακό έργο ", " διανοητικής ιδιοκτησίας " του Ι.Τ.Ε.-Ι.Μ.Β.Β.

και έχουν καταστεί αντικείμενο αξιοποίησης και διάθεσης αποκλειστικά και μόνο απευθείας από το Ι.Τ.Ε. (Ι.Τ.Ε.-Ι.Μ.Β.Β. Μinotech Biotechnology), στερείται νομίμου βάσης και αιτίας και την κάλεσε να απέχει από οποιαδήποτε ενέργεια, που προσβάλει τα δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας του Ι.Τ.Ε. Η ενάγουσα επανήλθε, με νέα επιστολή της, απευθυνόμενη στο Διευθυντή της Κεντρικής Διεύθυνσης Ι.Τ.Ε.

Καθηγητή Κ. Φ., με το ίδιο ακριβώς περιεχόμενο, με αυτό της από 24-3-2014 πιο πάνω επιστολής της, στην οποία επισύναψε την ηλεκτρονική αλληλογραφία της, που απέστειλε στο Ν. Τ., σχετικά με το ενδιαφέρον της εταιρίας " ΒioNano Genomics Inc ", για το πιο πάνω ένζυμο και την παραλλαγή του, την ανταλλασσόμενη ηλεκτρονική αλληλογραφία της, με την πιο πάνω αμερικανική εταιρία, υπόμνημα, με τίτλο : " Ανάλυση της προς Εκμετάλλευση Τεχνολογίας - Ερευνητικών Αποτελεσμάτων - Προϊόντων / Ενζύμων " M.BseCl " και " His-tagged M.BseCl " τα πρακτικά της συνεδρίασης του Επιστημονικού Συμβουλίου Ι.Μ.Β.Β.

της 7-4-2014 και την πιο πάνω ειρημένη υπ' αριθ. 6060/14-4-2014 επιστολή του Διευθυντή Ι.Μ.Β.Β. Ν. Τ., για να καταδείξει (με τα δύο τελευταία έγγραφα) ότι η πρότασή της για τη συνεκμετάλλευση του πιο πάνω ενζύμου, όχι μόνο απορρίφθηκε από το Διευθυντή του Ι.Μ.Β.Β. αλλά και ότι δεν συζητήθηκε στη συνεδρίαση του Επιστημονικού Συμβουλίου.

Μετά ταύτα, η επιμονή της ενάγουσας να θεωρεί ότι της ανήκει η πατρότητα του πιο πάνω ενζύμου και η μέθοδος παραγωγής του και να διεκδικεί δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας επ' αυτού, διεκδίκηση που βρίσκει, κατ' αρχήν, έρεισμα στις διατάξεις των άρθρων 107 και 108 του Εσωτερικού Κανονισμού του εναγομένου, συζητήθηκε εκτεταμένα στο Επιστημονικό Συμβούλιο Ι.Μ.Β.Β., στη συνεδρίαση της 7-5-2014, όπου καταγράφηκε η δυσαρέσκεια των διευθυντικών στελεχών του Ι.Μ.Β.Β., ως προς την απαίτηση της ενάγουσας να διεκδικήσει συμμετοχή σε ποσοστό 60% από τα κέρδη, που θα αποκόμιζε το εναγόμενο, από την πώληση του ενζύμου και των παραγώγων του και αναφέρθηκε ότι η ενάγουσα συναλλάσσεται απευθείας με, εν δυνάμει, πελάτες του εναγόμενου, εμφανιζόμενη σε αυτούς ως η εφευρέτρια του ενζύμου ότι με προσβλητικό και απαξιωτικό τρόπο, αρνείται να συμμορφωθεί στις εντολές του Προέδρου του Δ.Σ.

του εναγόμενου και των Διευθυντή και Υποδιευθυντή του Ι.Μ.Β.Β., να παραδώσει την ηλεκτρονική αλληλογραφία της. Οι αιτιάσεις αυτές, όμως, σχετικά με τις ανταγωνιστικές ενέργειες της ενάγουσας είναι αβάσιμες, διότι ο μόνος ενδιαφερόμενος αγοραστής να προμηθευθεί το ένζυμο και τα παράγωγά του, με τον οποίο η ενάγουσα είχε απευθείας συνομιλίες και στον οποίο παρουσιάστηκε ως η μοναδική εφευρέτριά του, ήταν η πιο πάνω αναφερόμενη εταιρεία " ΒioNano Genomics ", καθώς για άλλο ενδιαφερόμενο αγοραστή, που η ενάγουσα συναλλάχθηκε, οι διάδικοι δεν κάνουν αναφορά και, ως απόδειξη της ανταγωνιστικής και αντισυμβατικής συμπεριφοράς της, το εναγόμενο επικαλείται μόνο το από 12-12-2013 πιο πάνω ειρηθέν απαντητικό ηλεκτρονικό μήνυμα της ενάγουσας, προς τον εκπρόσωπο της ως άνω εταιρίας Dr. Henry Sadowski, από το περιεχόμενο του οποίου δεν προκύπτει ούτε αντισυμβατική συμπεριφορά, ούτε ότι η ενάγουσα διαχειρίζεται οικονομικά αγαθά του εναγόμενου, ανταγωνιζόμενη αυτό, πολύ δε περισσότερο που, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, για το αγοραστικό ενδιαφέρον της αμερικανικής εταιρίας και για τις παραγγελίες του ενζύμου, η ενάγουσα ενημέρωσε κατ' επανάληψη, τόσο τον Πρόεδρο, όσο και το Διευθυντή του Ι.Μ.Β.Β./Ι.Τ.Ε., ενώ το τίμημα αγοράς της εκάστοτε ποσότητας κατατίθετο σε τραπεζικό λογαριασμό του Ιδρύματος (στην Τράπεζα Πειραιώς) και όχι σε δικό της [...].

Επομένως, δεν υφίσταται η επικαλούμενη, ως σημαντικός λόγος στην έγγραφη καταγγελία, παράβαση υποχρέωσης πίστης και ενημέρωσης του εναγόμενου. Άλλωστε, το γεγονός ότι η ενάγουσα είχε την αποκλειστική αρμοδιότητα για τις παραγγελίες των προϊόντων της MINOTECH και, επομένως, κατά λογική συνέπεια, τη δυνατότητα να συναλλάσσεται απευθείας στο όνομα του εναγόμενου, με τους ενδιαφερόμενους αγοραστές, αποδεικνύεται από το με ημερομηνία 4-7-2015 ηλεκτρονικό μήνυμα της γραμματέα Ι.Μ.Β.Β.

Γ. Χ., προς το προσωπικό του τμήματος προμήθειας του Ι.Μ.Β.Β., με το οποίο τους ενημέρωνε ότι η ενάγουσα είχε πλέον μετακινηθεί στη δραστηριότητα ProFi και τους καλούσε να απευθύνονται για τα θέματα των παραγγελιών στο Δ. Δ. ή στο Δ. Κ.. Τέλος, το εναγόμενο καταλογίζει στην ενάγουσα ότι δεν εκτελούσε τα καθήκοντά της, κατά παράβαση των συμβατικών της υποχρεώσεων, διότι δεν είχε δημοσιεύσει οποιαδήποτε επιστημονική εργασία από το έτος 2007 ή μια ολοκληρωμένη σειρά πειραμάτων ή εργασιών, δεν είχε επιτελέσει ούτε μία ώρα εκπαιδευτικού έργου, δεν είχε συμμετάσχει σε οποιοδήποτε σεμινάριο, που πραγματοποιείτο στο Ινστιτούτο, δεν είχε εκπαιδεύσει φοιτητές, κατά τα τελευταία έτη και συγκεκριμένα από το έτος 1998, ενώ είχε παράξει μόλις τέσσερα νέα ένζυμα τα τελευταία δέκα έτη και ότι δισπάθιζε τον υπηρεσιακό χρόνο της στη συγκέντρωση αποδεικτικών στοιχείων, για τη δικαστική διένεξή της με το εναγόμενο, έχοντας ανταλλάξει τουλάχιστον 60 ηλεκτρονικά μηνύματα επιστολές, αιτήσεις και ανταπαντήσεις με το εναγόμενο.

Η παραμέληση όμως άσκησης των καθηκόντων της, δεν αποδεικνύεται. Καταρχάς, από την απλή επισκόπηση της σύμβασής της και της τροποποίησής αυτής, δεν προκύπτει ότι, στα πλαίσια των καθηκόντων της, ήταν υποχρεωμένη να προβαίνει σε επιστημονικές δημοσιεύσεις, να επιτελεί εκπαιδευτικό έργο, να συμμετέχει σε σεμινάρια και να εκπαιδεύει φοιτητές, ούτε αποδεικνύεται ότι είχε λάβει σχετικές εντολές από τους προϊσταμένους της.

Εξάλλου, αν η εκτέλεση των καθηκόντων ήταν ελλιπής ή γινόταν με μη προσήκοντα τρόπο, που να συνιστά σημαντικό λόγο καταγγελίας της σύμβασης, όχι μόνο ο Διευθυντής του Ι.Μ.Β.Β., θα της είχε επισημάνει την πλημμελή άσκηση των καθηκόντων της και την τήρηση των συμβατικών της υποχρεώσεων, κάτι που ουδέποτε έγινε, αλλά, κυρίως, δεν θα της καταβαλλόταν ανελλιπώς από το έτος 2007 έως και το έτος 2013, η μηνιαία αμοιβή αποδοτικότητας (αμοιβή εξίσωσης παραγωγικότητας), που προβλέπεται στο άρθρο 60 του Εσωτερικού Κανονισμού του εναγόμενου και, όπως κατωτέρω θα εκτεθεί, χορηγείται στο προσωπικό του Ι.Τ.Ε., έπειτα από αξιολόγηση της συνολικής προσφοράς, τουλάχιστον κατά τα τρία τελευταία χρόνια (περιλαμβανομένων και εκτός Ι.Τ.Ε.

δραστηριοτήτων), για την διατήρηση της ποιότητας και υψηλής αποδοτικότητας, στο διάστημα που χορηγείται και αποτελεί κίνητρο παραμονής και προσέλκυσης στελεχών υψηλής στάθμης. Επιπροσθέτως, το ότι η ενάγουσα δεν εξαντλούσε τον υπηρεσιακό της χρόνο στην εξυπηρέτηση των προσωπικών υποθέσεών της, αλλά ασκούσε επιμελώς τα καθήκοντά της, αποδεικνύεται από τα εξής :

α) ... μ) .... [ όπως ενδεικτικά καταγράφονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι αποστολές ηλεκτρονικών μηνυμάτων, προς πελάτες του εργαστηρίου, σχετικά με παραγγελίες και τιμολογήσεις προϊόντων ].

Συνεπώς, παραμέληση των καθηκόντων της ενάγουσας και μάλιστα συστηματική, δεν αποδείχθηκε. Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι ασκώντας πλημμελώς τα καθήκοντά της, παρέλειψε να ελέγξει τα τιμολόγια χρέωσης των ταχυμεταφορών DHL προς το Ι.Μ.Β.Β., για τη μεταφορά ενζύμων προς πελάτες, με αποτέλεσμα την υπερβολική χρέωση του Ινστιτούτου, διότι ο έλεγχος των τιμολογίων αυτών δεν ενέπιπτε στα συμβατικά καθήκοντά της και διότι, όπως προκύπτει από το από 10-12-2013 ηλεκτρονικό μήνυμά της, είχε εγκαίρως γνωστοποιήσει στο εναγόμενο για την ασυνήθιστη αυξημένη χρέωση των τιμολογίων.

Μόνη δε η επικαλούμενη από το εναγόμενο παράλειψη της ενάγουσας να μεριμνήσει για την ανανέωση του πιστοποιητικού του Διεθνούς Οργανισμού Πιστοποίησης (ΙSO 9001: 2008) για το εργαστήριο MINOTECH, ακόμα και αν ήθελε θεωρηθεί ότι τελικά αυτό ανανεώθηκε με ενέργειες άλλων υπαλλήλων, δεν συνιστά σημαντική παράβαση των καθηκόντων της, που να στηρίζει βάσιμο λόγο καταγγελίας της σύμβασης της ενάγουσας.

Αποδεικνύεται, περαιτέρω, ότι για την αποκλιμάκωση της υπάρχουσας έντασης και την αποσυμφόρηση του δυσάρεστου εργασιακού κλίματος, που είχε δημιουργηθεί, το Δ.Σ. του εναγόμενου, στη συνεδρίασή του της 24-5-2014, μετά από την εισήγηση του Διευθυντή του Ι.Μ.Β.Β. και την ομόφωνη γνώμη του Επιστημονικού Συμβουλίου Ι.Μ.Β.Β., στη συνεδρίασή του της 7-5-2014, αποφάσισε τη μετακίνηση της ενάγουσας και την πλήρη και αποκλειστική απασχόλησή της στην Υποδομή Πρωτεομικής του Ι.Μ.ΒΒ (ProFi).

Για τη μετακίνησή της αυτή η ενάγουσα ενημερώθηκε προφορικά την 12-6-2014 (όπως προκύπτει από το με ημερομηνία 18-6-2014 ηλεκτρονικό μήνυμα του Δ. Κ. προς την ενάγουσα, με την οποία την κάλεσε να του παραδώσει την ερευνητική εργασία, που εκτέλεσε στο εργαστήριο MINOTECH ενόψει της μετακίνησής της και την από 23-6-2014 ηλεκτρονική επιστολή της τελευταίας προς τον πρόεδρο του Συλλόγου Εργαζόμενων του εναγόμενου) και εγγράφως, με το υπ'αριθμ.

πρωτ. 6379/23-6-2014 έγγραφο του Ν. Τ., με το οποίο την ενημέρωσε ότι κρίνεται αναγκαία η συνέχιση της πλήρους και αποκλειστικής απασχόλησής της, από την 1-7-2014 στην Υποδομή Πρωτεομικής (ProFi) του Ι.Μ.Β.Β., λόγω της παραίτησης της Δ.. Μ. Π., υπεύθυνης σχεδιασμού επιστημονικών δραστηριοτήτων του ProFi, της σημαντικής αύξησης των αναγκών του Ινστιτούτου, σε αναλύσεις πρωτεομικής, της υποστελέχωσης της μονάδας, της οικονομικής κατάστασης, στην οποία βρίσκεται η Minotech Biosystems και της γενικότερης αναδιοργάνωσης των συγκεκριμένων υποδομών του I.M.B.B..

Η ενάγουσα διαμαρτυρήθηκε για τη μετακίνησή της, με την από 30-6-2014 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωση, με την οποία αμφισβήτησε τους επικαλούμενους λόγους, που δικαιολογούσαν τη μετακίνησή της, χαρακτήρισε τη μετακίνησή της παράνομη και καταχρηστική, διότι δεν εξυπηρετούσε τις ανάγκες του εναγόμενου, αλλά απέβλεπε στην απομάκρυνσή της από το εργαστήριο MINOTECH, ενόψει και της μεταξύ αυτής και του εναγόμενου εκκρεμούσας αντιδικίας της, για το ένζυμο ΤΑΒ5ΑΡ και κάλεσε τα μέλη του Δ.Σ.

του εναγόμενου να ανακαλέσουν την απόφασή τους. Το εναγόμενο με την από 3-7-2014 εξώδικη - δήλωση - διαμαρτυρία - πρόσκληση, που επιδόθηκε στην ενάγουσα την 4-7-2014, επέμεινε στην αναγκαιότητα μετακίνησής της, λόγω της παραίτησης της έως τότε υπεύθυνης σχεδιασμού επιστημονικών δραστηριοτήτων του ProFi και την κάλεσε να εμφανισθεί, για να αναλάβει τα νέα καθήκοντά της, εντός δύο εργάσιμων ημερών από την παραλαβή της εξώδικης διαμαρτυρίας.

Την ανάκληση της μετακίνησής της η ενάγουσα ζήτησε εκ νέου, με την από 11-7-2014 επιστολή της πλην, όμως, μετά από την από 10-7-2014 νέα εξώδικη δήλωση - διαμαρτυρία του εναγόμενου που επιδόθηκε σε αυτή την Παρασκευή 11-7-2014, με την οποία την κάλεσε να εμφανισθεί στη νέα της θέση έως την Τρίτη 15-7-2014, άλλως θα εθεωρείτο υπερήμερη, η ενάγουσα με την από 14-7-2014 επιστολή της προς το Διευθυντή, γνωστοποίησε ότι, συμμορφούμενη στις εντολές της Διοίκησης, έθεσε τον εαυτό της στη διάθεσή της, για την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων της, στην υποδομή ProFi.

Μάλιστα, όπως αποδεικνύεται από το με ημερομηνία 15-7-2014 ηλεκτρονικό μήνυμά της προς το Ν. Τ., σε συνδυασμό με την υπ' αριθμ. 15806/11-6-2015 ένορκη βεβαίωση του εργαζόμενου στην ανωτέρω υποδομή Μ. Α., η ενάγουσα εμφανίσθηκε στη μονάδα πρωτεομικής ProFi, για να αναλάβει τα καθήκοντά της, πλην όμως δεν εργάστηκε, διότι την ίδια ημέρα έλαβε αναρρωτική άδεια έως την 19-7-2014, λόγω καρδιακών ενοχλήσεων και υψηλής αρτηριακής πίεσης [...].

Επιπροσθέτως των πιο πάνω λόγων καταγγελίας, το εναγόμενο καταλογίζει στην ενάγουσα ότι αυτή παρέβη τα καθήκοντά της και προκάλεσε ζημία, τόσο στο εργαστήριο MINOTECH, όσο και στη μονάδα ProFi, διότι αρνήθηκε να εμφανισθεί στη δραστηριότητα ProFi, αλλά μέσω ηλεκτρονικών μηνυμάτων, που απέστελνε σε ευρύ κύκλο αποδεκτών, διατύπωνε την αντίρρησή της για τη μετακίνηση, προβάλλοντας την άποψη ότι αυτή αποφασίσθηκε για να απομακρυνθεί από το εργαστήριο MINOTECH, ενόψει της έκδοσης της δικαστικής απόφασης, επί της πιο πάνω από 9-1-2012 αγωγής της κατά του εναγόμενου, η δε συμπεριφορά της αυτή συνιστά, όχι μόνο απείθεια, αλλά και παράβαση καθήκοντος.

Οι ισχυρισμοί αυτοί δεν κρίνονται ουσιαστικά βάσιμοι, διότι ναι μεν η ενάγουσα, με μία σειρά επιστολών διατύπωνε την αντίρρησή της, για το αναγκαίο της μετακίνησής της, με αυτές, όμως ζητούσε την ανάκληση της απόφασης αυτής και δεν αρνείτο να συμμορφωθεί στην απόφαση του Δ.Σ. του εναγόμενου, αφού πράγματι εμφανίσθηκε στη νέα θέση, χωρίς, όμως, να αναλάβει καθήκοντα, για τους ως άνω εκτεθέντες λόγους.

Άλλωστε, σε βάρος της ενάγουσας το εναγόμενο υπέβαλε ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηρακλείου, την ΑΒΜ Β 2015/3 από 1-12-2014 έγκληση, με την οποία ζητούσε την άσκηση ποινικής δίωξης, μεταξύ άλλων, και για παράβαση καθήκοντος, συνιστάμενη, σύμφωνα με την έγκληση στο ότι αρνήθηκε να εργασθεί στη μονάδα ΡROFI, αν και την 11-7-2014 της επιδόθηκε η από 10-7-2014 εξώδικη απάντηση δήλωση - διαμαρτυρία - πρόσκληση του εναγόμενου, που την καλούσε να εμφανισθεί στη νέα της θέση άμεσα, εντός δύο ημερών από την επίδοση.

Η έγκληση αυτή απορρίφθηκε στο σύνολό της, με την υπ' αριθμ. ΒΔ 2015/97 Διάταξη της Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηρακλείου, η οποία επικυρώθηκε με την υπ' αριθμ. 14/2016 Διάταξη της Εισαγγελέα Εφετών Ανατολικής Κρήτης, η οποία απέρριψε την, κατά της ανωτέρω διάταξης, υπ' αριθμ. 11/2015, προσφυγή του εναγόμενου, διότι, όπως εκτίθεται στη Διάταξη της Εισαγγελέα Εφετών, η μη εμφάνιση της ενάγουσας, από την 20-7-2014, που έληξε η αναρρωτική της άδεια, στην υποδομή ΡroFi του Ι.Μ.Β.Β., δηλαδή η άρνηση μετακίνησής της από τη μία μονάδα σε άλλη, εντός του Ι.Τ.Ε., δεν στοιχειοθετεί αντικειμενικά το αδίκημα της παράβασης καθήκοντος, διότι αποτελεί παράβαση υποχρεώσεων, που ανάγονται και εξυπηρετούν την εύρυθμη λειτουργία του Ι.Τ.Ε.

και την τήρηση της υπαλληλικής δεοντολογίας τα οποία αποτελούν αυτοτελή διοικητικά καθήκοντα και ενδεχομένως πειθαρχικά παραπτώματα και δεν ανάγονται στις σχέσεις της πολιτείας (του Ι.Τ.Ε.) προς τρίτους. Επομένως, με βάση όσα ανωτέρω έχουν αναπτυχθεί, δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταντο λόγοι καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, η δε αντιπαράθεση, ως προς την παράδοση των εγγράφων και στοιχείων και η επιμονή της στη ρηματική μόνο οικειοποίηση του ενζύμου M.BseCI, ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι αποκλίνουν από τις υπαλληλικές υποχρεώσεις της, μπορούν να θεωρηθούν πειθαρχικά παραπτώματα και όχι σημαντικοί λόγοι, που αντικειμενικά, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη και λαμβάνοντας υπόψη την επί 27 έτη ευδόκιμη υπηρεσία της ενάγουσας και ομαλή συνεργασία των διαδίκων, καθιστούσαν τη συνέχιση της σύμβασής της με το εναγόμενο μη ανεκτή και επιβλαβή για τη λειτουργία του.

Παράλληλα, το περιεχόμενο των πιο πάνω επιστολών και ηλεκτρονικών μηνυμάτων, που η ενάγουσα απέστελλε στους προϊσταμένους της, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως προσβλητικό ή απαξιωτικό προς αυτούς, όπως το εναγόμενο ισχυρίζεται. Ο, δε, ως πρόσθετος λόγος καταγγελίας, μη αναφερόμενος στην από 21-7-2014 έγγραφη καταγγελία, που το εναγόμενο επικαλέστηκε με τις πρωτόδικες προτάσεις του και συνίσταται στο γεγονός ότι με το από 23-6-2014 ηλεκτρονικό μήνυμά της, που απέστειλε στον Πρόεδρο του Συλλόγου Εργαζομένων Ι.Τ.Ε., με την προφορική καταγγελία της, ενώπιον του Εισαγγελέα Πρωτοδικών Ηρακλείου την 25-6-2014 και με την από 13-7-2014 επιστολή της, προς το Γενικό Επιθεωρητή Δημόσιας Διοίκησης, η ενάγουσα διέδωσε ενώπιον τρίτων ψευδή πραγματικά περιστατικά, που είναι προσβλητικά της φήμης του εναγόμενου και των μελών της Διοίκησής του, δεν υφίσταται, διότι με αυτές η ενάγουσα γνωστοποίησε στους ανωτέρω το διαμορφωμένο τεταμένο κλίμα μεταξύ των διαδίκων, το οποίο ήταν δεδομένο, σύμφωνα με τα ανωτέρω, τις έντονες αντιδράσεις και τους οξείς χαρακτηρισμούς των προϊσταμένων της σε βάρος της, όπως αυτές έχουν πιο πάνω εκτεθεί, τις οποίες η ίδια εκλάμβανε ως " εργασιακό BULLYING " και, κυρίως, την αντίρρησή της για το νόμιμο της μετακινήσεώς της και της επικείμενης απόλυσής της, με σκοπό την προάσπιση των εργασιακών δικαιωμάτων της.

Επομένως, η από 21-7-2014 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, η οποία της επιδόθηκε την 22-7-2014, είναι άκυρη και η άρνηση του εναγομένου, μετά την καταγγελία, να δεχθεί την εργασία της ενάγουσας, το καθιστά υπερήμερο, περί την αποδοχή της εργασίας της τελευταίας και υποχρεούται να καταβάλει στην ενάγουσα τις αποδοχές της - μισθούς υπερημερίας (άρθρα 361 648, 649, 350, 349, 654, 655, 653, 656, 652 του Α.Κ.) δηλ.

το μισθό της και ό,τι άλλο αυτή θα εισέπραττε, ως η προσφορά της εργασίας της να συνεχιζόταν κανονικά, ακόμη και για χρόνο μετά τη συζήτηση της ένδικης αγωγής της (άρθρο 69 παρ. 1 εδ. α'του ΚΠολΔ), μέχρι την άρση της υπερημερίας, καθώς οι ως άνω αποδοχές υπερημερίας, δεν εξαρτώνται από την αντιπαροχή της εργασίας της ενάγουσας, την οποία το εναγόμενο απέκρουσε, με την άκυρη καταγγελία της εργασιακής σύμβασης [...] χωρίς να υποχρεούται αυτή σε πραγματική και προσήκουσα προσφορά των υπηρεσιών της, αφού στην καταγγελία του εναγόμενου εμπεριέχεται και η δήλωση βουλήσεώς του να μην αποδεχθεί στο μέλλον τις υπηρεσίες της ενάγουσας [...] ".

Με βάση αυτές τις παραδοχές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, συνεκτιμώντας και αξιολογώντας όλα τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον επικαλέστηκε, κατέληξε στο συμπέρασμα, κατά την ουσιαστική αξιολόγηση της αγωγής, ότι δεν συνέτρεχε σπουδαίος λόγος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης και ότι, συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του αντίθετα έκρινε ότι η καταγγελία της επίδικης σύμβασης εργασίας ήταν νόμιμη, διότι συνέτρεχαν σπουδαίοι προς τούτο λόγοι, απορρίπτοντας το αίτημά της για την επιδίκαση μισθών υπερημερίας, για το χρονικό διάστημα έως την συζήτηση της αγωγής, ως ουσιαστικά αβάσιμο για δε το μεταγενέστερο χρονικό διάστημα, ως προώρως ασκηθέν, εσφαλμένα τις αποδείξεις εκτίμησε και, κατόπιν αυτού, δέχθηκε ως βάσιμους κατ' ουσίαν, τον πρώτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα - ενάγουσα παραπονείτο ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δέχθηκε ότι συνέτρεχαν σπουδαίοι λόγοι καταγγελίας, τον δέκατο λόγο της έφεσης, με τον οποίο έπληττε την εκκαλουμένη, για εσφαλμένη απόρριψη του αιτήματος επιδίκασης των μισθών υπερημερίας για το χρονικό διάστημα, μετά τη συζήτηση της αγωγής, ως προώρως ασκηθέν και τους συναφείς με αυτόν πρώτο και έβδομο πρόσθετους λόγους έφεσης.

Με τις κρίσεις του αυτές, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 669 παρ. 2, 672, 174, 180 και 281 του Α.Κ., 53 του π.δ/τος 410/1988, 1 παρ. 3 του ν.δ/τος 3789/1957, 1 του Ν. 2112/1920, 1 και 5 του Ν. 3198/1955 και τις διατάξεις των άρθρων 35, 73, 107 και 108 του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του αναιρεσείοντος (ΦΕΚ Β' 1584/2009), που κατά περιεχόμενο αναλύονται στην προεκτεθείσα μείζονα νομική πρόταση της παρούσας, με εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή, τις οποίες, αντιθέτως, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, παραλλήλως, δε, διέλαβε στον υπαγωγικό του συλλογισμό πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις ή ενδοιαστικές κρίσεις αιτιολογίες, σχετικά με το κρίσιμο ως άνω, για την έκβαση της δίκης, ζήτημα της αναγνώρισης της ακυρότητας της καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας και έτσι, δεν στέρησε την προσβαλλόμενη απόφαση της αναγκαίας νόμιμης βάσης, αφού καθίσταται εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, στους εφαρμοσθέντες κανόνες δικαίου, χωρίς να είναι αναγκαίο, για την πληρότητα της αιτιολογίας, να περιλάβει στην απόφασή του και άλλες αιτιολογίες, προς αποσαφήνιση των όσων δέχθηκε.

Ειδικότερα, με βάση τις εκτεθείσες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, δεν εντοπίζονται αντιφατικές αιτιολογίες, καθόσον αφορά το ουσιώδες ζήτημα της ύπαρξης ή μη σπουδαίου λόγου καταγγελίας της επίδικης σύμβασης εργασίας. Συγκεκριμένα, κατά τις παραδοχές του του Εφετείου, δεν αποδείχθηκαν πραγματικά περιστατικά που να συνιστούν, στην συγκεκριμένη περίπτωση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα συναλλακτικά ήθη, μη ανεκτή από το αναιρεσείον, την συνέχιση της εργασιακής σύμβασης και να θεμελιώνουν σπουδαίο λόγο καταγγελίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 53 του π.δ. 410/1988 και το άρθρο 73 του Εσωτερικού Κανονισμού, σε συνδυασμό με το άρθρο 672 του Α.Κ.

Κατά την άποψη του αναιρεσείοντος, τα διαλαμβανόμενα στην απόφαση πραγματικά περιστατικά, ήτοι η επιμονή της αναιρεσίβλητης στην διεκδίκηση πνευματικών δικαιωμάτων, ερειδόμενων στις δήθεν αξιώσεις της, για το λόγο ότι ήταν η εφευρέτρια του προαναφερομένου ενζύμου, η αποστολή πληθώρας επιστολών προς τους Προϊσταμένους της, οι συνεχείς απαντητικές επιστολές, τόσο των Προϊσταμένων του Ιδρύματος, όσο και του τότε Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, οι οποίοι αφενός της επεσήμαναν ότι, σύμφωνα με το νόμο και την επίδικη εργασιακή σύμβαση, κάθε δικαίωμα επί της πνευματικής ιδιοκτησίας, ανήκε αποκλειστικά στο ίδιο και αφετέρου την καλούσαν να παραδώσει, στα πλαίσια των υπηρεσιακών της καθηκόντων ενημέρωσης και πληροφόρησης, το σύνολο της επικοινωνίας, που αφορούσε το Εργαστήριο του Ι.Μ.Β.Β.

και η αποφυγή να προσκομίσει στους Προϊσταμένους της τα αιτούμενα νομίμως από αυτούς στοιχεία, στοιχειοθετούν τη διακοπή της αρμονικής συνεργασίας μεταξύ αυτού και της αναιρεσίβλητης και, συνεπώς, αντιφάσκουν με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε το Δικαστήριο, ότι δηλαδή δεν υπήρχε ανταγωνιστική και αντισυμβατική συμπεριφορά της και ότι δεν υφίστατο σημαντικός λόγος καταγγελίας της εργασιακής σύμβασης αλλά μόνο πειθαρχικό παράπτωμα.

Ωστόσο, οι ως άνω παραδοχές δεν ενέχουν αντίφαση και ουδόλως αλληλοαναιρούνται, διότι κατά τις ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το Δικαστήριο της ουσίας, ορθώς έκρινε ότι η καταγγελία της επίδικης εργασιακής σύμβασης συνδέεται με την άσκηση της από 09-01-2012 αγωγής της αναιρεσίβλητης, με αντικείμενο τη διεκδίκηση των δικαιωμάτων διανοητικής ιδιοκτησίας επί του ενζύμου "ανασυνδυασμένη ΤΑΒ5 Αλκαλική Φωσφατάση " και της μεθόδου παραγωγής του, το οποίο αποκλειστικά εμπορευόταν από το έτος 2003, δυνάμει των αναφερομένων συμβάσεων, η αμερικανική εταιρεία προϊόντων μοριακής βιολογίας με την επωνυμία " New England Biolabs (ΝΕΒ) ", ότι η πρώτη ρήξη των σχέσεων των διαδίκων, προκλήθηκε με την επαναλαμβανόμενη από το καλοκαίρι του έτους 2012, εντολή των Προϊσταμένων της αναιρεσείουσας να τους παραδώσει τα πρωτότυπα των τετραδίων/ημερολογίων, που τηρούσε και αφορούσαν το χρονικό διάστημα 1997-1998, αναφορικά με την καταγραφή - περιγραφή της καθημερινής εργασίας, που εκτελούσε στο εργαστήριο Ι.Τ.Ε. - Ι.Μ.Β.Β. " Ενζυμική Τεχνολογία " και, περαιτέρω, ότι αυτό που ουσιαστικά δρομολόγησε τη λύση της εργασιακής σχέσης, είχε ως αφορμή την κατ' επανάληψη διατύπωση της πρότασης της αναιρεσίβλητης προς το αναιρεσείον, για την συνεκμετάλλευση του ενζύμου, προβάλλοντας δικαιώματα διανοητικής ιδιοκτησίας επ' αυτού.

Επιπλέον, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, από τη συνολική θεώρηση της συμπεριφοράς της αναιρεσίβλητης, προέκυπτε ότι αυτή ακολούθησε τη διαδικασία που προβλέπεται στα άρθρα 107 και 108 του Εσωτερικού Κανονισμού του Ιδρύματος, ενημέρωνε τακτικά με ηλεκτρονικά μηνύματα, τόσο τον Πρόεδρο του Ιδρύματος και την Νομική Υπηρεσία, όσο και τον Διευθυντή του Ι.Μ.Β.Β. /Ι.Τ.Ε., για το αγοραστικό ενδιαφέρον της εταιρείας " BioNano Genomics Inc ", ότι το τίμημα αγοράς της εκάστοτε ποσότητας ενζύμου κατατίθετο σε τραπεζικό λογαριασμό του Ιδρύματος και ότι η αντιπαράθεσή της με τους Προϊσταμένους του Ιδρύματος και του τότε Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου, ως προς την παράδοση των εγγράφων και στοιχείων που της ζητήθηκαν και η επιμονή της στη ρηματική μόνο οικειοποίηση του ενζύμου M.BseCI δεν καταδεικνύουν ανταγωνιστική πρόθεση αυτής, διαλαμβάνοντας μάλιστα και επάλληλη σκέψη ότι, δηλαδή, ακόμα και αν ήθελε υποτεθεί ότι οι ενέργειές της αυτές αποκλίνουν από τις υπαλληλικές υποχρεώσεις της, θα μπορούσαν ενδεχομένως να θεωρηθούν πειθαρχικά παραπτώματα και όχι σημαντικοί λόγοι, κατά την έννοια του άρθρου 672 του Α.Κ., που αντικειμενικά, σύμφωνα με τα συναλλακτικά ήθη και την καλή πίστη, καθιστούσαν τη συνέχιση της σύμβασής της με το αναιρεσείον μη ανεκτή και επιβλαβή για τη λειτουργία του.

Για όλους τους παραπάνω λόγους, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι, οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για ανταγωνιστικές ενέργειες της αναιρεσίβλητης εις βάρος του και για παράβαση της πίστης και ενημέρωσης αυτού, είναι αβάσιμες. Επίσης, το αναιρεσείον υποστηρίζει ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ενώ διαλαμβάνει τους όρους της από 08-04-1996 σύμβασης αορίστου χρόνου, όπως αυτή τροποποιήθηκε στις 28-12-2001 και συγκεκριμένα ότι, δυνάμει του ρητού, σαφούς και μη επιδεχόμενου αντίθετης ερμηνείας, υπό στοιχείο α' όρου της επίδικης εργασιακής σύμβασης, στις συμβατικές υποχρεώσεις της αναιρεσίβλητης ανήκε η παροχή υπηρεσιών για λογαριασμό του Ιδρύματος και του Ι.Μ.Β.Β.

και ότι, συνακόλουθα, τα δικαιώματα που σχετίζονται με κάθε είδους πνευματική δημιουργία, στο πλαίσιο παροχής των υπηρεσιών της, ανήκαν αποκλειστικά στο Ινστιτούτο, για λογαριασμό του οποίου αυτή εργαζόταν, εν τούτοις, κατέληξε σε πόρισμα, το οποίο έρχεται σε πλήρη αντίφαση με τις παραδοχές του αυτές, χωρίς να επικαλείται την τυχόν συνδρομή εξαιρετικών περιστατικών, που να εμπίπτουν στην περίπτωση του υπό στοιχείο β' όρου της σύμβασης εργασίας της αναιρεσίβλητης, ώστε να δικαιολογείται η νόμιμη διεκδίκηση από αυτήν δικαιωμάτων πνευματικής ιδιοκτησίας.

Ωστόσο οι αιτιάσεις αυτές του αναιρεσείοντος στηρίζονται επί ανακριβούς προϋπόθεσης και, ως εκ τούτου, είναι αβάσιμες, διότι από το σύνολο των παραδοχών του Δικαστηρίου της ουσίας προκύπτει ότι η, εκ μέρους της αναιρεσίβλητης, διεκδίκηση πνευματικών δικαιωμάτων και συνεκμετάλλευσης του ενζύμου DNA Metyltransferanse M.

BseCl, που η ίδια ισχυριζόταν ότι παρήγαγε, στα πλαίσια των ερευνητικών καθηκόντων της, προβάλλοντας δικαίωμα διανοητικής ιδιοκτησίας επ' αυτού, στηριζόταν στα άρθρα 107 και 108 του Εσωτερικού Κανονισμού του αναιρεσείοντος, τα οποία ρυθμίζουν τις ειδικές προϋποθέσεις της οικονομικής εκμετάλλευσης του προϊόντος εργασίας του ερευνητικού δυναμικού του Ι.Τ.Ε.

και τις προϋποθέσεις λήψης "πρόσθετης εύλογης αμοιβής " του εργαζόμενου/εφευρέτη, από την οικονομική εμπορική εκμετάλλευση της εφεύρεσης/έργου διανόησης και στις περιπτώσεις " υπηρεσιακής εφεύρεσης". Ομοίως, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι η αναιρεσίβλητη εξέφρασε απροθυμία και απέφυγε να ικανοποιήσει τα νόμιμα αιτήματα των Προϊσταμένων της και, συνακόλουθα, δεν παρέδωσε τα στοιχεία για την παραγωγική διαδικασία των προϊόντων που της είχαν ζητηθεί, με εντολή του επιστημονικού υπευθύνου του Εργαστηρίου και Υποδιευθυντή του Ι.Μ.Β.Β.

Δ. Κ., στηρίζονται σε εσφαλμένη προϋπόθεση, καθώς, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, η αναιρεσίβλητη, θεωρώντας ότι τα στοιχεία για την παραγωγική διαδικασία των προϊόντων αποδείκνυαν την απαίτησή της κατά του αναιρεσείοντος, επέδειξε μεν απροθυμία να τα παραδώσει, εν τούτοις, εκτέλεσε τις υπόλοιπες εντολές και απέστειλε τα αρχεία των πωλήσεων, καθώς και τους πελάτες που έκαναν μεγαλύτερο τζίρο και αμέσως επιμελήθηκε την έκδοση του φυλλαδίου, για την ιστορία και τις προοπτικές της παραγωγικής δραστηριότητας της MINOTECH.

Ουδεμία δε αντίφαση διαπιστώνεται από τις παραδοχές του Εφετείου ότι, ανάλογα στοιχεία είχε παραδώσει στις 20-05-2010 στον τότε Διευθυντή του Ι.Μ.Β.Β. Β. Π., ήτοι πολύ πριν την διατάραξη της συνεργασίας τους και περαιτέρω ότι η μη παράδοση των στοιχείων αυτών, δεν επέφερε βλάβη στη λειτουργία και στο ερευνητικό έργο του Ιδρύματος, διότι το σύνολο της αλληλογραφίας και της ερευνητικής εργασίας, που είχε πραγματοποιήσει, παραλήφθηκε από τον Ν.

Τ. στις 24-07-2014, ήτοι σε χρόνο μετά την απόλυσή της, διαλαμβάνοντας δηλαδή περιστατικά, τα οποία βρίσκονται εκτός του χρονικού πεδίου των εντολών που της είχαν δοθεί (Μάιος του 2014) και τα οποία, συνεπώς δεν τελούν σε αιτιώδη συνάφεια με τις εντολές των Προϊσταμένων της. Και τούτο διότι, τα αμέσως ανωτέρω διαλαμβανόμενα, ότι δηλαδή ανάλογα στοιχεία, που αφορούσαν τη λογιστική ανάλυση του εργαστηρίου για τα έτη 2005-2009, τις πωλήσεις του έτους 2010, τις εταιρίες του εξωτερικού, που συνεργαζόταν το εργαστήριο και τον τρέχοντα τιμοκατάλογο, είχε συγκεντρώσει και αποστείλει στις 20-05-2010 στον τότε Διευθυντή του Ι.Μ.Β.Β.

Β. Π., αλλά και ότι το σύνολο της υπηρεσιακής και προσωπικής αλληλογραφίας, των στοιχείων, ως προς την παραγωγική διαδικασία των παραγόμενων προϊόντων και του αρχείου που είχε δημιουργήσει σε ηλεκτρονική μορφή και αφορούσε το σύνολο της ερευνητικής εργασίας, το οποίο είχε πραγματοποιήσει στο εργαστήριο MINOTECH, παραλήφθηκε από τον Διευθυντή του Ι.Τ.Ε. - Ι.Μ.Β.Β.

Ν. Τ. στις 24-07-2014, συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα του Δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση του αποδεικτικού υλικού και όχι παραδοχές, διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα. Ωσαύτως, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, κατά την επί της ουσίας αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, διέλαβε στην απόφασή του σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, αναφορικά με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για συστηματική παραμέληση των καθηκόντων της αναιρεσίβλητης και γενικότερα ότι αυτή επεδείκνυε μη επαγγελματική συμπεριφορά, με την ειδικότερη αιτιολογία ότι τούτο θα είχε επισημανθεί προ της καταγγελίας και κυρίως διότι, σε περίπτωση πλημμελούς άσκησης των καθηκόντων της, δεν θα της καταβαλλόταν ανελλιπώς από το έτος 2007 έως και το έτος 2013, η μηνιαία αμοιβή αποδοτικότητας (αμοιβή εξίσωσης παραγωγικότητας).

Επίσης, όπως ρητά αναφέρει, μόνη η επικαλούμενη από το αναιρεσείον παράλειψή της να μεριμνήσει για την ανανέωση του πιστοποιητικού του Διεθνούς Οργανισμού Πιστοποίησης (ΙSO 9001: 2008) για το εργαστήριο MINOTECH, δεν συνιστά σημαντική παράβαση των καθηκόντων της, που να στηρίζει βάσιμο λόγο καταγγελίας της επίδικης εργασιακής σύμβασης.

Επομένως, οι ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος ότι το Εφετείο, περιορίστηκε στην αποσπασματική αναφορά διεκπεραιωτικών εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ηλεκτρονικών μηνυμάτων προς πελάτες του εργαστηρίου, κρίνονται αβάσιμοι, καθώς οι παραπάνω αιτιολογίες αρκούν για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης και δεν ήταν αναγκαίο η περαιτέρω αναγραφή των λόγων για τους οποίους το δικαστήριο της ουσίας κατέληξε στο συμπέρασμα αυτό, καθότι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε.

Τέλος, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, το περιεχόμενο των επιστολών και ηλεκτρονικών μηνυμάτων, που η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη απέστειλε στους Προϊσταμένους της, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως προσβλητικό ή απαξιωτικό. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, δέχθηκε ότι δεν υφίστατο κανένας λόγος καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, ήτοι ότι δεν αποδείχθηκε κανένα περιστατικό, εξαιτίας του οποίου, ήταν δυνατόν, κατ' αντικειμενική κρίση, σύμφωνα με την καλή πίστη και τα χρηστά ήθη, να καθίσταται για το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον μη ανεκτή η συνέχιση της επίδικης εργασιακής σύμβασης.

Επισημαίνεται ότι, οι ειδικότερες αιτιάσεις, με τις οποίες το αναιρεσείον επιχειρεί να θεμελιώσει τους εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικούς λόγους, ανάγονται, ως εκ του περιεχομένου τους, σε ελλείψεις σχετικές με την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, παρόλο που αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση, ενώ, παραλλήλως, υπό την επίφαση της παραβίασης των ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων, πλήττεται εμμέσως η μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση από το Εφετείο των πραγματικών περιστατικών, που από αυτό έγιναν δεκτά, ως αποδειχθέντα και μάλιστα η ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του συναχθέντος από τις αποδείξεις αποδεικτικού πορίσματος, το οποίο, κατά τα ανωτέρω, έχει διατυπωθεί με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις.

Συνοψίζοντας όλα τα ανωτέρω, υπό τις προαναφερόμενες σαφείς, πλήρεις και εμπεριστατωμένες αιτιολογίες της ελάσσονος πρότασης του νομικού συλλογισμού της προσβαλλομένης απόφασης, οι οποίες καλύπτουν πλήρως το πραγματικό των εφαρμοσθέντων ως άνω διατάξεων, δικαιολογείται απολύτως το αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας και, κατά συνέπεια, οι περί του αντιθέτου, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ και ενιαία εξεταζόμενοι, λόγω της μεταξύ τους συνάφειας, πρώτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και πρώτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η από 21-7-2014 έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας είναι άκυρη, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, διαλαμβάνοντας το μεν αντιφατικές, το δε ανεπαρκείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο, επί των πιο πάνω ζητημάτων, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν στο σύνολό τους, κατά τις διακρίσεις που αμέσως παραπάνω αναφέρθηκαν .

Περαιτέρω, με τον δεύτερο από τον αριθμό 1 εδαφ. α' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εσφαλμένως δέχθηκε ότι η αναιρεσίβλητη είχε οριστεί Προϊσταμένη του Εργαστηρίου " ΜΙΝΟΤΕCH biotechnology ", κατ' επίκληση του εγκριθέντος την 13-06-2003 από το Επιστημονικό Συμβούλιο του Ι.Μ.Β.Β.

Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του Εργαστηρίου εγγράφου (Α.Π./Ι.Μ.Β.Β. : 3749α /31-3-2012), επικαλούμενο ότι παραβίασε τις διατάξεις του Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του Ι.Τ.Ε., που επέχει ισχύ νόμου, σύμφωνα με τις οποίες το Επιστημονικό Συμβούλιο του Ινστιτούτου δεν έχει εγκριτική και αποφασιστική αρμοδιότητα, αλλά μόνο συμβουλευτική, καθώς τα μόνα όργανα Διοίκησης του Ι.Τ.Ε., με αρμοδιότητα αποφασιστική, τόσο σύμφωνα με τον Κανονισμό Λειτουργίας, όσο και από τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας είναι το Διοικητικό του Συμβούλιο και οι Διευθυντές των Ινστιτούτων και της Κεντρικής Διεύθυνσης.

Ο λόγος αυτός, κατά το σκέλος με το οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσαβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετική πλημμέλεια, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, καθότι δεν αναφέρει στο αναιρετήριο ότι τον σχετικό ισχυρισμό προέβαλε, κατά τρόπο ορισμένο και παραδεκτό, στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, ως εναγόμενο και νομίμως επανέφερε, κατά τη διάταξη του άρθρου 240 του ΚΠολΔ, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, ως εφεσίβλητο, ή ότι συντρέχει κάποια από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Πέραν τούτου, προτείνεται αλυσιτελώς, καθόσον, δεν ασκεί οιαδήποτε επίδραση στην έκβαση της δίκης. Και τούτο διότι, η κρίση του Εφετείου ότι η αναιρεσίβλητη από τον Ιανουάριο του έτους 2000 έως την 22-07-2014, είχε οριστεί Προϊσταμένη ,Υπεύθυνη Έρευνας, Ανάπτυξης, Παραγωγής και Ποιοτικού ελέγχου προϊόντων στο παραγωγικό εργαστήριο " ΜΙΝΟΤΕCH biotechnology ", είναι πλεοναστική, αφού δεν συνδέεται με κάποιο αίτημα και διαλαμβάνεται ως εκ περισσού στην προσβαλλόμενη απόφαση (βλ.

μνεία της φράσης " πρέπει να σημειωθεί ...", στο 12ο φύλλο, εμπρόσθια σελίδα της απόφασης) και δεν στηρίζει, ως εκ τούτου, το διατακτικό της. Τέλος, ο ίδιος ως άνω λόγος αναίρεσης, κατά το σκέλος αυτού με το οποίο το αναιρεσείον προσάπτει την από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενο αντιφατική και ελλιπή αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, σχετικά με την θέση της αναιρεσίβλητης, ως Προϊσταμένης του Εργαστηρίου " ΜΙΝΟΤΕCH biotechnology ", κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον δεν εξειδικεύει στο οικείο δικόγραφο τις συγκεκριμένες πλημμέλειες του Δικαστηρίου της ουσίας και ειδικότερα δεν προσδιορίζει σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια της αιτιολογίας, ποιο δηλαδή το ελλείπον στοιχείο, που είναι απαραίτητο για την επάρκειά της και θα έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση, ούτε σε τι συνίσταται η αντιφατικότητα και από ποια αντιτιθέμενα μέρη της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει.

Σε κάθε περίπτωση οι επικαλούμενες ειδικότερες αιτιάσεις του αναιρεσείοντος, πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, κατ' άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, διότι, υπό το πρόσχημα της συνδρομής αναιρετικής πλημμέλειας, στην πραγματικότητα πλήττεται η κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, αναιρετικά ανέλεγκτη περί πραγμάτων κρίση του Δικαστηρίου, αναφορικά με το σχετικό αποδεικτικό πόρισμα, στο οποίο αυτό κατέληξε.

Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η, εκ των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αναιρετική πλημμέλεια, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί. Με τη διάταξη του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, ορίζεται ότι αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο, παρά το νόμο, είτε έλαβε υπόψη του πράγματα, που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, είτε δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν επίσης ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ. 2 του ΚΠολΔ), ως " πράγματα " θεωρούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο και άρα, ως ουσιώδεις ισχυρισμοί, στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης ή αντένστασης ή λόγου έφεσης, που περιέχει παράπονο κατά της πρωτοβάθμιας κρίσης (Ολ.

Α.Π. 25/2003, Ολ. Α.Π. 3/1997, Ολ. Α.Π. 11/1996, Α.Π. 308/2020, Α.Π. 1446/2019, Α.Π. 1614/2017, Α.Π. 1225/2004), δηλαδή οι ισχυρισμοί, που κατά το νόμο διαμόρφωσαν ή ανάλογα ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (Ολ. Α.Π. 2/1989, Α.Π. 1072/2005). Στοιχείο ενός αυτοτελούς ισχυρισμού, είναι κάθε περιστατικό, το οποίο, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο, στη γέννηση ή στην κατάλυση του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή ή την ένσταση (Α.Π. 1795/2008). " Πράγμα ", κατά την έννοια της ανωτέρω διάταξης, η μη λήψη του οποίου ιδρύει τον, εκ του αριθμού 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγο αναίρεσης, αποτελεί και η ένσταση περί ύπαρξης δεδικασμένου (Α.Π. 89/2013), ακόμη και όταν προτάθηκε εμμέσως αλλά σαφώς στο δικαστήριο της ουσίας (Α.Π. 1257 /2013, Α.Π. 1007/2010, Α.Π. 1442/2002).

Επομένως, δεν θεωρούνται "πράγματα ", κατά την προαναφερθείσα έννοια, η αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής, της ανταγωγής ή της ένστασης, ούτε οι ισχυρισμοί, που συνιστούν πραγματικά επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, ούτε τα οριζόμενα στο άρθρο 339 του ΚΠολΔ αποδεικτικά μέσα και πολύ περισσότερο η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (Α.Π. 237/2019, Α.Π. 598/2019, Α.Π. 261/2016 Α.Π. 87/2013, Α.Π. 1955/2009, Α.Π. 2019/2007), έστω και αν διατυπώνονται υπό τη μορφή λόγου έφεσης (Α.Π. 1566/2017, Α.Π. 87/2013, Α.Π. 701/2008, Α.Π. 625/2008, Α.Π. 558/2008) αλλά ούτε και οι εκπρόθεσμοι, αόριστοι ή γενικώς απαράδεκτοι ή αβάσιμοι, κατά νόμο, ισχυρισμοί, ή απλώς αρνητικοί ή διευκρινιστικοί ισχυρισμοί, δηλαδή ισχυρισμοί που δεν καταλήγουν στην επίκληση έννομης συνέπειας, αφού αυτοί δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (Ολ.

Α.Π. 8/2013, Ολ. Α.Π. 2/1989, Α.Π. 867/1988, Ολ. Α.Π. 3/1997, Α.Π. 1058/1998, Ολ. Α.Π. 14/2004 Α.Π. 179/2019, Α.Π. 76/2016, Α.Π. 139/2014). Εξάλλου, εκ του άνω άρθρου, λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται και απορρίπτεται ως αβάσιμος, αν το δικαστήριο που δίκασε, έλαβε υπόψη του προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε, για οποιοδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ.

Α.Π. 12/1997, Ολ. Α.Π. 25/2003, Α.Π. 12/1991, Α.Π. 37/2008, Α.Π. 2102/2007, Α.Π. 2068/2007), αλλά και όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει στην ουσία, εκ του πράγματος, προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή, ως αποδειχθέντων, γεγονότων αντίθετων προς αυτά που τον συγκροτούν (Α.Π. 85/2020, Α.Π. 667/2018, Α.Π. 76/2016), έστω και αν η απόρριψή του δεν είναι ρητή, αλλά συνάγεται από το περιεχόμενο της απόφασης (Ολ.

Α.Π. 11/1996, Α.Π. 1108/2020, Α.Π. 1266/2020, Α.Π. 50/2020, Α.Π. 1437/2017, Α.Π. 771/2017, Α.Π. 1434/2010, Α.Π. 148/2009) .

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον, από τον αριθμό 8 εδαφ. β' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το οικείο αυτού σκέλος και σε συνάφεια και συνάρτηση με τους προηγούμενους αναιρετικούς λόγους, ήτοι τον πρώτο λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την αναιρετική πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη και δεν εξέτασε πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό που προέβαλε με τις προτάσεις του, ενώπιον των Δικαστηρίων της ουσίας, ότι δηλαδή, μεταξύ άλλων, η αναιρεσίβλητη, με την από 30-06-2014 Εξώδικη δήλωση, καθώς και με το από 02-07-2014 ηλεκτρονικό μήνυμα, αμφισβήτησε την ιδιότητα των Προϊσταμένων της και δη τον διορισμό και την νομιμοποίηση του Διευθυντή του Ινστιτούτου Καθηγητή Ν.

Τ. και του Επιστημονικά Υπευθύνου του Εργαστηρίου MINOTECH Καθηγητή Δ. Κ.. και επέδειξε ανάρμοστη συμπεριφορά και απείθεια στις εντολές τους λόγοι που δικαιολογούσαν την καταγγελία της επίδικης εργασιακής σύμβασης, κατ' άρθρο 53 του π.δ/τος 410/1988, αλλά και τον ισχυρισμό περί αδικαιολόγητης άρνησης της αναιρεσίβλητης να αναλάβει υπηρεσία στην Μονάδα Ρrofi, με την προβολή εκ μέρους της αναληθών ισχυρισμών, που συνιστούσαν ανάρμοστη εκ μέρους της συμπεριφορά, κατά την εκτέλεση των καθηκόντων της.

Ωστόσο, από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι όλοι οι παραπάνω ισχυρισμοί, λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, το οποίο απέρριψε αυτούς ως αβάσιμους κατ' ουσίαν, δεχόμενο, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του, ότι το περιεχόμενο των επιστολών και ηλεκτρονικών μηνυμάτων, που η αναιρεσίβλητη απέστειλλε στους Προϊσταμένους της, δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως προσβλητικό ή απαξιωτικό προς αυτούς και επιπλέον ότι, με μία σειρά επιστολών διατύπωνε μεν την αντίρρησή της, για το αναγκαίο της μετακίνησής της στην Υποδομή Πρωτεομικής (ProFi) του Ι.Μ.Β.Β., με τις επιστολές, όμως, αυτές ζητούσε την ανάκληση της απόφασης του Διοικητικού Συμβουλίου του αναιρεσείοντος και δεν αρνείτο να συμμορφωθεί στην απόφαση αυτή.

Μάλιστα το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ρητά αναφέρεται στην από 14-7-2014 επιστολή της αναιρεσίβλητης προς το Διευθυντή του Ι.Μ.Β.Β., με την οποία γνωστοποίησε ότι συμμορφούμενη στις εντολές της Διοίκησης, έθεσε τον εαυτό της στη διάθεση του Ιδρύματος, για την εκτέλεση των υπηρεσιακών καθηκόντων της, στην υποδομή ProFi και ότι πράγματι εμφανίσθηκε στη νέα της θέση, χωρίς, όμως, να αναλάβει καθήκοντα, για τους ειδικότερα διαλαμβανόμενους στην απόφαση λόγους.

Σε κάθε, δε, περίπτωση, τους παραπάνω ισχυρισμούς το Δικαστήριο απέρριψε " εκ των πραγμάτων ", με τις παραδοχές ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων από αυτά που τον συγκροτούν. Επομένως, ο εξεταζόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αναιρετική πλημμέλεια του άρθρου 559, αριθμός 8 εδαφ.

β'του ΚΠολΔ, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί .

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 16 εδ. α' του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι λόγος αναίρεσης παρέχεται αν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, προκύπτει ότι ο λόγος αυτός προϋποθέτει ότι το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή κατά πρόταση διαδίκου, ερεύνησε περί της συνδρομής ή μη των προϋποθέσεων του δεδικασμένου και, για το λόγο αυτό, δέχθηκε την ύπαρξη ή μη ύπαρξη αυτού (Α.Π. 2103/2007).

Εάν, όμως, στην απόφαση του δικαστηρίου της ουσίας, δεν περιέχεται η οποιαδήποτε κρίση για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου, παρόλο ότι είχε προταθεί τούτο νομίμως, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ (Α.Π. 81/2020, Α.Π. 397/2020, Α.Π. 853/2001, Α.Π. 130/2004, Α.Π. 1858/2005), αλλά ενδεχομένως λόγος από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αλλά, τότε μόνο, όταν ο διάδικος προσκόμισε ενώπιον του Δικαστηρίου της ουσίας τελεσίδικη απόφαση και επικαλέσθηκε το δεδικασμένο, που απορρέει από αυτή, προς απόδειξη της βάσεως της αγωγής ή την απόκρουση αυτής, τον ισχυρισμό δε τούτο, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, παρέλειψε να ερευνήσει το Δικαστήριο και συγχρόνως ανέφερε στο αναιρετήριο ότι προέβαλε στο Εφετείο τον ως άνω ισχυρισμό (Ολ.

Α.Π. 1339/1985, Α.Π. 1253/2009, Α.Π. 1867/2006). Εξάλλου, για να είναι ορισμένος ο, από τον αριθμό 16 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο : α) ότι η αναιρεσιβαλλομένη ασχολήθηκε με το ζήτημα του δεδικασμένου, β) η απόφαση από την οποία δέχθηκε ότι υπάρχει ή ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο, γ) το αντικείμενο του δεδικασμένου της απόφασης εκείνης, δ) τα ζητήματα που κρίθηκαν τότε με δύναμη δεδικασμένου, αναφορικά με το αντικείμενο της ενεστώσας δίκης και ε) οι σχετικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης.

Πρέπει, επίσης, να εξειδικεύονται οι πλημμέλειες της αναιρεσιβαλλομένης, ως προς την κατάφαση ή την άρνηση δεδικασμένου, έτσι ώστε να μπορεί να κριθεί αν παραβιάσθηκαν οι διατάξεις του ΚΠολΔ για το δεδικασμένο και μάλιστα αν πρόκειται για ψευδή ερμηνεία ή εσφαλμένη εφαρμογή των διατάξεων αυτών (Α.Π. 1324/2013, Α.Π. 509/2002).

Επίσης, προκειμένου να εξετασθεί, εάν υφίσταται δεδικασμένο από τελεσίδικη απόφαση, το οποίο κωλύει την έρευνα του ήδη με τη νέα αγωγή φερόμενου προς κρίση αιτήματος, βάσει ορισμένης ιστορικής αιτίας, θα ληφθεί υπόψη η αιτιολογία της πρώτης απόφασης, όσον αφορά την ιστορική αιτία, την οποία έκρινε και ο λόγος της απόρριψης (Ολ.

Α.Π. 15/1998). Αν η κρίση περί δεδικασμένου στηρίζεται επί διαδικαστικών εγγράφων, προς διακρίβωση της βασιμότητας ή μη του λόγου ελέγχεται και η εκτίμηση του περιεχομένου τους. Ο Άρειος Πάγος επισκοπεί και την απόφαση, από την οποία απορρέει το δεδικασμένο και ελέγχει με βάση αυτή, τη σχετική παραδοχή του δικαστηρίου (Ολ.

Α.Π. 15/1998, Α.Π. 416/2019, Α.Π. 1115/2003). Τέλος, από τις διατάξεις των άρθρων 321, 322, 324, 330 και 331 του ΚΠολΔ, συνάγεται ότι η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων προσώπων, που παρίστανται με την ίδια ιδιότητα, για το δικαίωμα που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και την ίδια ιστορική και νομική αιτία.

Ως ιστορική αιτία νοείται το σύνολο των περιστατικών, που δέχθηκε το δικαστήριο ότι υπήρξαν ή ότι δεν υπήρξαν ως ιστορικό συμβάν και τα οποία είναι, σύμφωνα με το νόμο, αναγκαία για να θεμελιώσουν το διατακτικό της απόφασης, δηλαδή την έννομη συνέπεια, που γίνεται δεκτή ως υπάρχουσα ή μη υπάρχουσα, με αποτέλεσμα να είναι απαράδεκτος, λόγω δεδικασμένου, κάθε μεταγενέστερος ισχυρισμός, με τον οποίο επιδιώκεται διαφορετική ανάπλαση ή αξιολόγηση της κρίσιμης για την ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού εμπειρικής πραγματικότητας.

Ως νομική αιτία που επίσης καλύπτεται από το δεδικασμένο, νοείται ο νομικός κανόνας που διέπει την έννομη σχέση, από την οποία απορρέει το προβαλλόμενο (και επιδικασθέν) δικαίωμα, υπάρχει δε ταυτότητα νομικής αιτίας, όταν και η νέα αγωγή στηρίζεται στον ίδιο νομικό κανόνα, ενώ δεν υπάρχει τέτοια ταυτότητα, στην αντίθετη περίπτωση, όταν δηλαδή η νέα αγωγή δεν στηρίζεται στον ίδιο νομικό κανόνα (Α.Π. 139/2020, Α.Π 506/2018, Α.Π. 135/2016).

Τα ανωτέρω ισχύουν, όταν η έννομη σχέση που έχει αναγνωρισθεί τελεσίδικα, αποτελεί προδικαστικό ζήτημα άλλης, μεταγενέστερης αξίωσης. Η επέκταση της ισχύος του δεδικασμένου και επί της ύπαρξης ή ανυπαρξίας έννομης σχέσης, που κρίθηκε παρεμπιπτόντως, αλλά αρμοδίως, στην προηγούμενη δίκη, προϋποθέτει ότι η εν λόγω έννομη σχέση αποτέλεσε προδικαστικό ζήτημα, η έρευνα του οποίου και ήταν νομικώς αναγκαία και έπρεπε να προηγηθεί, κατά το ουσιαστικό δίκαιο της οριστικής κρίσης του αντικειμένου της διαφοράς (Ολ.

Α.Π. 10/2002, Α.Π. 462/2016 Α.Π. 136/2016) .

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, προβάλει την αιτίαση ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη και δεν απάντησε επί της προβληθείσας νομίμως ένστασης περί υπάρξεως δεδικασμένου, το οποίο απορρέει από τη με αριθμό 1560/2018 τελεσίδικη και ήδη αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Ο λόγος αυτός, με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια από τον αριθμό 16 του άρθρ. 559 του ΚΠολΔ, βασίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση και είναι απορριπτέος διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της πληττόμενης απόφασης, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ), δεν περιέχεται θετική ή αρνητική κρίση για παραδοχή ή όχι του δεδικασμένου, δεν ασχολήθηκε δηλαδή το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο με την ύπαρξη ή μη ύπαρξη δεδικασμένου.

Εξάλλου, ο λόγος αυτός αναίρεσης, κατ' ορθή υπαγωγή από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, αφού όπως προκύπτει από την επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (προτάσεις ενώπιον του Εφετείου), το αναιρεσείον προσκόμισε ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας την ως άνω τελεσίδικη απόφαση και επικαλέστηκε το δεδικασμένο, το οποίο, κατά την άποψή του, προέκυπτε από αυτήν και εφόσον το Εφετείο, σύμφωνα με την προσβαλλόμενη απόφαση, δεν ερεύνησε τη συνδρομή ή μη των προϋποθέσεων δεδικασμένου, κρίνεται απορριπτέος και για το λόγο ότι δεν υφίσταται ταυτότητα πραγματικής και νομικής αιτίας, ούτε ταυτότητα αιτήματος.

Ειδικότερα, κατά το περιεχόμενο της παραδεκτώς, κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, ως διαδικαστικού εγγράφου, ελεγχόμενης με αριθμό 1560/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών - όπως αυτή διορθώθηκε με τη με αριθμό 6054/2018 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών - η οποία έχει ήδη καταστεί αμετάκλητη, μετά την έκδοση της με αριθμό 336/2022 απόφασης του Δικαστηρίου του Αρείου Πάγου, που εκδόθηκε επί της προγενέστερης από 09-01-2012 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 10746/395/2012 αγωγής της αναιρεσίβλητης κατά του ήδη αναιρεσείοντος και του Β.

Μ., Kαθηγητή του Πανεπιστημίου Κρήτης στο Τμήμα Βιολογίας και τότε επιστημονικού υπεύθυνου του Εργαστηρίου Ενζυμικής Τεχνολογίας του Ι.Τ.Ε. - Ι.Μ.Β.Β., προκύπτει ότι η τότε ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, επικαλούμενη ότι οι τότε εναγόμενοι προσέβαλαν υπαίτια το ηθικό της δικαίωμα επί της εφεύρεσης, που η ίδια πραγματοποίησε και αφορούσε την καινοτόμο μέθοδο παραγωγής του ενζύμου " Ανασυνδυασμένη ΤΑΒ5 αλκαλική φωσφατάση, με χρήση του Τ7 κλώνου υπερέκφρασης ρΝ1 ", αμφισβητώντας την πατρότητα αυτής επί της ως άνω εφεύρεσής της και προσβάλλοντας έτσι την προσωπικότητά της, αλλά και το περιουσιακό της δικαίωμα, διότι προέβησαν στην εκμετάλλευσή της, χωρίς την άδειά της και χωρίς να της καταβάλουν την αμοιβή που της αναλογεί, ζήτησε :

α) να αναγνωριστεί ότι είναι μοναδική εφευρέτης της ως άνω περιγραφόμενης εξαρτημένης εφεύρεσης, η οποία της ανήκει κατά ποσοστό 60%, β) να αναγνωριστεί ότι δικαιούται να λάβει νόμιμη αμοιβή, ανάλογη των κερδών, που αποφέρει η εμπορική εκμετάλλευση της εξαρτημένης εφεύρεσής της από την εταιρεία ΝΕΒ, η οποία συνίσταται στην απόληψη ποσοστού 60%, επί των καθαρών ετήσιων εσόδων, που αποκόμισε και θα αποκομίζει στο μέλλον το Ι.Τ.Ε. - Ι.Μ.Β.Β., δυνάμει της από 13-3-2003 ισχύουσας μεταξύ τους συμφωνίας παραχώρησης άδειας εκμετάλλευσης, καθώς και επί των συνολικών εσόδων, που τυχόν θα αποφέρει κάθε μελλοντική οικονομική εκμετάλλευσή της από το πρώτο εναγόμενο, γ) να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι : 1.

Να άρουν κάθε προσβολή του ηθικού δικαιώματός της, επί της ως άνω εφεύρεσης, 2. Να παραλείπουν στο μέλλον κάθε πράξη αμφισβήτησης της πατρότητας και των δικαιωμάτων της επί της ως άνω εφεύρεσής της και να απειληθεί εναντίον τους, για κάθε παράβαση της υποχρέωσής τους αυτής, χρηματική ποινή ύψους δέκα χιλιάδων (10.000,00) ευρώ 3.

Να της καταβάλουν το ποσό των τριάντα χιλιάδων (30.000,00) ευρώ έκαστος εξ αυτών, ως χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης την οποία υπέστη, με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής μέχρις εξοφλήσεως 4. Να της καταβάλουν, αλληλεγγύως και εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των εκατόν σαράντα πέντε χιλιάδων διακοσίων δέκα τεσσάρων ευρώ και σαράντα ενός λεπτών (145.214,41), με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής, ως αποζημίωση, που συνίσταται στη νόμιμη αμοιβή της, που αναλογεί στο ποσοστό 60% επί των κερδών, που αποφέρει η εμπορική εκμετάλλευση της εξαρτημένης εφεύρεσής της και την οποία θα εισέπραττε, κατά τη συνήθη και αναμενόμενη πορεία των πραγμάτων από το 2003 έως και το 2010, άλλως, να υποχρεωθεί ο δεύτερος εναγόμενος να της καταβάλει το ανωτέρω ποσό, με βάση τις διατάξεις του αδικαιολόγητου πλουτισμού, δ) να υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο να παραλείπει στο μέλλον την αποκλειστική εκμετάλλευση της εφεύρεσης της, χωρίς την έγγραφη συναίνεσή της, για το ποσοστό συνιδιοκτησίας της (60%) και χωρίς να διασφαλίζει τα νόμιμα δικαιώματά της επ' αυτής, ε) να υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο στο μέλλον και μέχρι τη λήξη ισχύος της από 13-3-2003 αποκλειστικής σύμβασης για εμπορική εκμετάλλευση της εφεύρεσής της από τη ΝΕΒ, να της καταβάλει σε μετρητά και αμέσως μετά την είσπραξή του το ποσοστό 60% επί των ετήσιων καθαρών κερδών, όπως αυτά θα προκύπτουν από την εκάστοτε ετήσια αναφορά της ΝΕΒ, στ) να απαγγελθεί σε βάρος των νόμιμων εκπροσώπων του πρώτου εναγομένου και σε βάρος του δεύτερου εναγόμενου προσωπική κράτηση διάρκειας τριών (3) μηνών, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης που θα εκδοθεί και ζ) να υποχρεωθεί το πρώτο εναγόμενο να προσκομίσει, σε επίσημα αντίγραφα, μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα, τις ετήσιες οικονομικές αναφορές (εκθέσεις) της ΝΕΒ, για το χρονικό διάστημα από 2003 έως και 2010.

Ενώ στην προκειμένη περίπτωση, πρόκειται για αγωγή, με την οποία η ενάγουσα ζήτησε την αναγνώριση της ακυρότητας της από 21-07-2014 καταγγελίας της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας, για τους διαλαμβανόμενους ως άνω λόγους, την αποδοχή των υπηρεσιών της, εκ μέρους του εναγομένου, την επιδίκαση μισθών υπερημερίας και διαφορών αποδοχών, καθώς και χρηματική ικανοποίηση, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς της και, συνεπώς, από την ως άνω τελεσίδικη απόφαση, δεν παρήχθη δεσμευτικό για την κρινόμενη υπόθεση δεδικασμένο, διότι δεν υπάρχει η αναγκαία για την ενεργοποίηση αυτού ταυτότητα της διαφοράς (πραγματικής και νομικής αιτίας), ούτε από την επισκόπηση της προαναφερθείσας δικαστικής απόφασης προκύπτει προδικαστικό ζήτημα, περί της ύπαρξης σπουδαίου λόγου, για την καταγγελία της επίδικης εργασιακής σύμβασης, όπως αβάσιμα υποστηρίζει το αναιρεσείον.

Επομένως, το Εφετείο που δεν απάντησε στον πιο πάνω ισχυρισμό περί δεδικασμένου, δεν υπέπεσε στην προαναφερόμενη αναιρετική πλημμέλεια και, ως εκ τούτου, ο ως άνω λόγος της αίτησης αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμός 11 περιπτ. γ' του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο, παρά το νόμο, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Από τη διάταξη αυτή, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα, συνάγεται ότι το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών, που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, εφόσον γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών (Ολ.

Α.Π. 23/2008). Δεν επιβάλλεται, όμως, η διενέργεια ειδικής μνείας ή ξεχωριστής αξιολόγησης ενός εκάστου αποδεικτικού στοιχείου στην δικαστική απόφαση. Δεν αποκλείεται βεβαίως, το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύσει και εξάρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα λόγω της, κατά την ελεύθερη κρίση του, μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί για τον αναιρετικό έλεγχο να προκύπτει με βεβαιότητα το ότι, από τη γενική, κατ' είδος αναφορά στα αποδεικτικά μέσα, καθίσταται βέβαιο ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που υποβλήθηκαν στην κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, χωρίς κανένα να παραληφθεί (Ολ.

Α.Π. 8/2016, Ολ. Α.Π. 42/2002). Δεν θεμελιώνεται, όμως, ο λόγος αυτός, εάν προκύπτει από την απόφαση, ότι ελήφθησαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία προσκομίστηκαν με επίκληση. Επίσης, ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, εάν το δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα, που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι έχει τούτο, εφόσον η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, στον έλεγχο του Αρείου Πάγου (Α.Π. 188/2017).

Για να ιδρυθεί, δηλαδή, ο ανωτέρω λόγος, αρκεί παρά τη βεβαίωση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα (στα οποία περιλαμβάνονται οι μάρτυρες και τα έγγραφα), να καταλείπονται, με βάση το όλο περιεχόμενο της προσβαλλομένης απόφασης, αμφιβολίες, για το αν το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο λήφθηκε και συνεκτιμήθηκε, μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις, για το σχηματισμό δικανικής πεποίθησης, επί ενός ουσιώδους ισχυρισμού (Ολ.

Α.Π. 2/2008, Α.Π. 322/2011, Α.Π. 371/2009). Ειδικότερα, πρέπει το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο (έγγραφο) να αφορά, ως εκ του περιεχομένου του, ισχυρισμό που ασκούσε ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και, κατά συνέπεια, μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός, μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης (Ολ.

Α.Π. 42/2002, Α.Π. 237/2019 Α.Π. 1588/2011, Α.Π. 1652/2009, Α.Π. 331/2004). Περαιτέρω, από την ίδια ως άνω διάταξη σε συνδυασμό προς εκείνη του άρθρου 106 του ιδίου Κώδικα, που καθιερώνει το συζητητικό σύστημα στην πολιτική δίκη, δηλαδή της ενέργειας του δικαστηρίου, κατόπιν πρωτοβουλίας των διαδίκων προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα, όπως είναι τα έγγραφα, τα οποία ο αναιρεσείων είχε επικαλεσθεί, κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, προς απόδειξη ή ανταπόδειξη ισχυρισμών, που είχαν προταθεί νομίμως και ασκούσαν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, ανεξαρτήτως εάν αυτά τα είχε προσκομίσει ο ίδιος ή ο αντίδικός του (Α.Π. 759/2018, Α.Π. 161/2017, Α.Π. 1967/2009, Α.Π. 1212/2009, Α.Π. 774/1996, Α.Π. 710/1991).

Είναι δε σαφής και ορισμένη η επίκληση εγγράφου όταν είναι ειδική και από αυτή προκύπτει η ταυτότητά του (Ολ. Α.Π. 14/2005). Αν έγινε ή όχι νόμιμη επίκληση του ως άνω αποδεικτικού μέσου, κρίνεται από τις προτάσεις του διαδίκου, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας και όχι από το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (Α.Π. 516/2017, Α.Π. 2047/2014, Α.Π. 1573/2006).

Εξάλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης του αριθμού 11 περ. γ' του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, για μη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας αποδεικτικού μέσου, που προσκομίστηκε με επίκληση, πρέπει να εξειδικεύεται στο αναιρετήριο, το φερόμενο, ως μη ληφθέν υπόψη, αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, να προσδιορίζεται το περιεχόμενό του και το παραδεκτό της προσαγωγής του, να αναφέρεται ότι έγινε επίκληση και προσκομιδή του αποδεικτικού αυτού μέσου, στο δικαστήριο της ουσίας, κατά τη συζήτηση, μετά από την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως και να καθορίζεται ο συγκεκριμένος ουσιώδης ισχυρισμός, το βάσιμο ή αβάσιμο του οποίου θα αποδεικνύονταν με τα εν λόγω αποδεικτικά μέσα και οι λόγοι, για τους οποίους ο ισχυρισμός αυτός ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης (Α.Π. 58/2008) .

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος αυτού και με τον τέταρτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του και σε συνάφεια με τον πρώτο λόγο αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και τον πρώτο πρόσθετο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προβάλλει την αιτίαση από το άρθρο 559, αριθμός 11 περ.

γ' του ΚΠολΔ, ήτοι προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, δεν έλαβε υπόψη, προς σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, τη με αριθμό 1560/2018 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αλλά και κρίσιμα έγγραφα, που αυτό νόμιμα επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του, στα Δικαστήρια της ουσίας, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ειδικότερα, διατείνεται ότι το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, αγνόησε τα επιστηρίζοντα τους ισχυρισμούς του κρίσιμα, κατά την άποψή του, έγγραφα, που προσδιορίζει με το αναιρετήριο, ήτοι την από 30-06-2014 Εξώδικη Δήλωση της αναιρεσίβλητης, καθώς και το από 02-07-2014 ηλεκτρονικό μήνυμά της, με τα οποία, προκειμένου να παραδώσει τα αιτούμενα από τους Καθηγητές Ν.

Τ. και Δ. Κ. έγγραφα, ζητούσε τα έγγραφα νομιμοποίησης του Επιστημονικού Υπευθύνου του Εργαστηρίου Δ. Κ. και τις σχετικές αποφάσεις του Διοικητικού Συμβουλίου, που τον νομιμοποιούσαν, επιδεικνύοντας έτσι, εξαιρετικά απαξιωτική συμπεριφορά στους επικεφαλής του Ινστιτούτου και, επιπλέον, δεν έλαβε υπόψη του το από 11 Ιουλίου 2014 ηλεκτρονικό μήνυμα του Καθηγητή Weihold του Πανεπιστημίου του Aachen προς τον Καθηγητή Δ.

Κ., Επιστημονικό Υπεύθυνο του Εργαστηρίου Minotech και άμεσο Προϊστάμενο της αναιρεσίβλητης, από το οποίο αποδεικνυόταν ότι ήταν αναληθής ο προβληθείς ισχυρισμός της, περί τρέχουσας ερευνητικής συνεργασίας της με το Πανεπιστήμιο του Aachen και παντελώς προσχηματική η άρνησή της να αναλάβει υπηρεσία στο Εργαστήριο Ρrofi και ότι, συνακόλουθα, από το περιεχόμενο των εγγράφων αυτών θα αποδεικνυόταν η βασιμότητα του σπουδαίου λόγου της καταγγελίας της επίδικης εργασιακής σύμβασης.

Ωστόσο, από την ρητή διαβεβαίωση, που περιέχεται στο 5ο φύλλο, οπίσθια σελίδα και στο 6ο φύλλο, εμπρόσθια σελίδα της προσβαλλόμενης απόφασης, σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενό της, όπου μάλιστα περιέχονται παραδοχές, σε σχέση με το κρίσιμο στην υπόθεση ζήτημα, για την απόδειξη του οποίου το αναιρεσείον επικαλέστηκε τα ως άνω αποδεικτικά μέσα, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, όλα τα επικληθέντα και νομίμως προσκομισθέντα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα, μεταξύ των οποίων και το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό υλικό, ήτοι τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, που διαλαμβάνονται στον κρινόμενο λόγο της αίτησης αναίρεσης, χωρίς να είναι υποχρεωμένο, να κάνει ρητή (ειδική) μνεία ή χωριστή αξιολόγηση του καθενός, καθορίζοντας τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα και ειδικότερα σχημάτισε την κρίση του από το σύνολο των αποδεικτικών μέσων, μεταξύ των οποίων και τη με αριθμό 1560/2018 τελεσίδικη και ήδη αμετάκλητη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, αλλά και την από 30-6-2014 εξώδικη διαμαρτυρία - πρόσκληση - δήλωση της αναιρεσίβλητης, για την οποία, μάλιστα, κάνει ειδική μνεία στο σκεπτικό του.

Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος αναίρεσης, ο οποίος, υπό τα εκτιθέμενα περιστατικά, θεμελιώνεται στον αριθμό 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, είναι ουσιαστικά αβάσιμος και, ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 361, 648, 649 και 653 του Α.Κ. και 1 της με αριθ. 95/1949 Διεθνούς Σύμβασης "Περί προστασίας του ημερομισθίου", που κυρώθηκε με το Ν. 3248/1955, προκύπτει ότι ως μισθός νοείται κάθε παροχή, την οποία κατά νομική δέσμευση, που απορρέει από το νόμο ή τη συμφωνία καταβάλλει ο εργοδότης τακτικά αδιάλειπτα και ανεπιφύλακτα, ως αντάλλαγμα για τη παροχή της εργασίας του μισθωτού, η δε καταβολή του μισθού θεμελιώνεται στην ατομική σύμβαση εργασίας.

Η συμφωνία για τη καταβολή μισθού μπορεί να είναι είτε ρητή, είτε σιωπηρή, όπως συμβαίνει στη περίπτωση που ο εργοδότης χορηγεί οικειοθελώς μία μισθολογική παροχή, επί μακρό χρόνο και ο μισθωτός την εισπράττει (Α.Π. 2056/2006). Ο μισθός διακρίνεται σε συμβατικό και νόμιμο. Νόμιμος είναι ο μισθός που καθορίζεται από το νόμο ή άλλη κανονιστικού χαρακτήρα ρύθμιση, όπως συλλογική σύμβαση εργασίας ή διαιτητική απόφαση, ενώ συμβατικός είναι εκείνος του οποίου το ύψος συμφωνείται στη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας (Α.Π. 166/2013).

Ο μισθός συνήθως είναι σύνθετη παροχή, που αποτελείται από το βασικό μισθό και τα επιδόματα. Τα επιδόματα καταβάλλονται και αυτά, ως αντάλλαγμα της εργασίας, με τη χορήγησή τους, όμως, επιδιώκονται κάποιοι ειδικότεροι σκοποί, στο πλαίσιο της εργασίας. Ο ειδικότερος αυτός σκοπός του αντίστοιχου επιδόματος, αποτελεί το νόμιμο λόγο για την αρχική καταβολή του και για τη συνέχιση της καταβολής του στο μέλλον.

Συνεπώς, εάν στο μέλλον λάβει χώρα προσωρινή ή οριστική διακοπή της αιτίας, για την οποία χορηγήθηκε το συγκεκριμένο επίδομα διακόπτεται αντίστοιχα η καταβολή του (Α.Π. 997/2004), πλην τυχόν αντίθετης νομοθετικής ρύθμισης ή συμφωνίας των μερών για τη συνέχιση της καταβολής αυτού, παρά τη λήξη της ως άνω αιτίας (Α.Π. 420/2017).

Τα ανωτέρω ισχύουν τόσο για τα νόμιμα, όσο και για τα συμβατικά επιδόματα δηλαδή εκείνα που προβλέπονται αντιστοίχως από κανονιστικές ρυθμίσεις ή από τη σύμβαση εργασίας (Α.Π. 76/2020). Πέραν του μισθού, όμως, ενδέχεται κατά τη διάρκεια της συμβάσεως ο εργοδότης να προβαίνει σε διάφορες, πρόσθετες παροχές προς τον εργαζόμενο, σε χρήμα ή σε είδος, τις οποίες δεν χορηγεί από νομική υποχρέωση, αλλά για ποικίλους λόγους ευαρέσκειας ή σκοπιμότητας, απλά και μόνο επειδή ο ίδιος το θέλει (δηλαδή εκουσίως, από ελευθεριότητα).

Οι παροχές αυτές, που δεν έχουν το χαρακτήρα μισθού, αποκαλούνται συνήθως " οικειοθελείς ". Ο εργοδότης μπορεί να διακόψει τη χορήγησή τους κατά πάντα χρόνο και, για το λόγο αυτό, ο εργαζόμενος δεν αποκτά αξίωση για την καταβολή τους. Περαιτέρω, είναι ενδεχόμενο μία παροχή, η χορήγηση της οποίας άρχισε ως "οικειοθελής", να εξελιχθεί, κατά τη διάρκεια της συμβάσεως εργασίας, σε " επιχειρησιακή συνήθεια " και να καταστεί υποχρεωτική.

Αυτό μπορεί να συμβεί όταν η χορήγηση της παροχής επαναλαμβάνεται σταθερά και ομοιόμορφα, για μεγάλο χρονικό διάστημα, με τρόπο που από τις δημιουργούμενες συνθήκες να συνάγεται σιωπηρώς η βούληση αφενός του εργοδότη να τη διατηρήσει στο διηνεκές και αφετέρου του εργαζόμενου να την αποδέχεται, προσβλέποντας σ' αυτήν σαν σε μισθολογική παροχή.

Οπότε, παράγεται σιωπηρή συμφωνία, από την οποία, η μεν παροχή αποκτά μισθολογικό χαρακτήρα, ο δε εργοδότης δεν μπορεί να αποστεί μονομερώς από τη χορήγησή της. Η ως άνω εξέλιξη, όμως, αποκλείεται να επέλθει, όταν εξ αρχής ο εργοδότης κατέστησε γνωστό στον εργαζόμενο ότι η παροχή χορηγείται με την " επιφύλαξη ελευθεριότητας".

Η επιφύλαξη έχει την έννοια ότι ο εργοδότης χορηγεί μεν την παροχή με τη θέλησή του, αλλά επιφυλάσσει στον εαυτό του το δικαίωμα να τη διακόψει, οποτεδήποτε, μονομερώς και αναιτιολόγητα, όταν και πάλι ο ίδιος το θελήσει. Στην περίπτωση αυτή, ο εργαζόμενος δεν δικαιολογείται να προσβλέπει στη διηνεκή διατήρηση της παροχής.

Οπότε, η χορήγησή της, ανεξάρτητα προς το αν παρατείνεται για μακρό χρονικό διάστημα, ούτε επιχειρησιακή συνήθεια, ούτε σιωπηρή συμβατική δέσμευση του εργοδότη και αντίστοιχη αξίωση του εργαζόμενου δημιουργεί. Ο εργοδότης, χωρίς να είναι υποχρεωμένος να προβεί σε κάποια πανηγυρική, διαπλαστική δήλωση, μπορεί κατά πάντα χρόνο, κατ' ενάσκηση του πηγάζοντος από τα άρθρα 648 και 652 του Α.Κ., διευθυντικού δικαιώματός του, να διακόψει η να τροποποιήσει μια τέτοια παροχή, χωρίς τούτο να συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων της εργασιακής σχέσης και εντεύθεν δεν θεμελιώνει τα εκ του άρθρου 7 του ν. 2112/1920 δικαιώματα του εργαζομένου (Α.Π. 1174/2017, Α.Π. 603/2017, Α.Π. 1402/2017, Α.Π. 48/2015).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 48 παρ. 1 του Εσωτερικού Κανονισμού του αναιρεσείοντος, οι αποδοχές των ερευνητών που υπηρετούν στο Ι.Τ.Ε. και κατέχουν θέση βαθμίδων Α', Β', Γ' και Δ' ορίζονται από το ν. 2530/1997 (άρθρο 19) το ν. 2919/2001 (άρθρο 3 παρ. 2), όπως ισχύουν και την εκάστοτε ισχύουσα εισοδηματική πολιτική, ενώ με το άρθρο 54 του ίδιου Κανονισμού οι αποδοχές των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων (Ε.Λ.Ε.) ρυθμίζονται από τις ίδιες ως άνω διατάξεις.

Οι διατάξεις αυτές καταργήθηκαν με το άρθρο 55 παρ. 3 και 4 αντίστοιχα του ν. 3205/2003. Στο άρθρο 38 του νόμου αυτού, με τίτλο " Βασικός Μισθός Επιδόματα ", όπως ίσχυε πριν από την κατάργησή του με το άρθρο 160 του ν. 4472/2017 (ΦΕΚ Α' 74/19-05-2017) η ισχύς του οποίου άρχισε την 01-01-2017, καθοριζόταν ο βασικός μισθός και τα επιδόματα των Ερευνητών (παρ. 1) και των Ειδικών Λειτουργικών Επιστημόνων (Ε.Λ.Ε.) (παρ. 2), που υπηρετούν σε Εθνικά Ερευνητικά Κέντρα και ανεξάρτητα Ερευνητικά Ινστιτούτα, τα οποία διέπονται από τις διατάξεις του Ν. 1514/1985.

Στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου καθορίζονταν τα επιδόματα, παροχές και αποζημιώσεις κατά μήνα, που παρέχονταν πέρα από το βασικό μισθό των προηγουμένων παραγράφων, ενώ στην παρ. 7 του ίδιου άρθρου, ως πρόσθετη παροχή προβλεπόταν " Αμοιβή αποδοτικότητας, που καθορίζεται ετησίως, με κυμαινόμενο συντελεστή ως 120%, επί του συνόλου των αποδοχών και υπολογίζεται για τους Ερευνητές, τους Ειδικούς Λειτουργικούς Επιστήμονες και τις άλλες κατηγορίες προσωπικού, από τη Διοίκηση του Ερευνητικού Κέντρου ή αυτοτελούς Ερευνητικού Ινστιτούτου, του Κ.Ε.Τ.ΕΘ.Α.

ή της Ε.Ε.Α.Ε. με βάση τα ποσά των κονδυλίων, που εισέρευσαν κατά τα παρελθόντα τρία έτη στον ερευνητικό φορέα, από προγράμματα ή έργα χρηματοδοτούμενα, εκτός του Κρατικού Προϋπολογισμού και στα οποία συμμετείχαν ενεργά οι ερευνητές και οι Ε.Λ.Ε. ή από εκμετάλλευση τεχνογνωσίας και ερευνητικών αποτελεσμάτων.

Οι κατηγορίες των εκτός Κρατικού Προϋπολογισμού χρηματοδοτήσεων, που λαμβάνονται υπόψη για τον υπολογισμό της αμοιβής αποδοτικότητας, αποφασίζονται από τη διοίκηση του αρμόδιου φορέα". Η αντίστοιχη πρόβλεψη της καταβολής της αμοιβής αυτής, ενσωματώθηκε στον Εσωτερικό Κανονισμό του αναιρεσείοντος, στο άρθρο 60 του οποίου ορίζονται τα εξής : "1.

Σύμφωνα με τους ν. 2919/2001 και 3205/2003 και ισχύουν κάθε φορά, το Δ.Σ., δύναται να χορηγεί με απόφασή του σε ετήσια βάση "Αμοιβή αποδοτικότητας" (αμοιβή εξίσωσης παραγωγικότητας - merit increase), η οποία ενσωματώνεται στη διαμόρφωση των τακτικών αποδοχών του προσωπικού. Η αμοιβή αυτή αυξάνει τις ωριαίες αποδοχές Ερευνητών και Ε.Λ.Ε..

Την αμοιβή αυτή το Δ.Σ. αποφασίζει με επιμέρους αποφάσεις του, έπειτα από αξιολόγηση της συνολικής προσφοράς των Ερευνητών και Ε.Λ.Ε. ή και άλλου προσωπικού, τουλάχιστον κατά τα τρία τελευταία χρόνια (περιλαμβανομένων και εκτός Ι.Τ.Ε. δραστηριοτήτων). 2. Το ύψος της μηνιαίας μικτής αμοιβής αποδοτικότητας (αμοιβή εξίσωσης παραγωγικότητας) για τους Ερευνητές και Ε.Λ.Ε., μπορεί να είναι μέχρι 55% των μικτών μηνιαίων αποδοχών, που προβλέπονται με το ν. 2530/1997, όπως ισχύει κάθε φορά.

Η μηνιαία αμοιβή εξίσωσης αποδοτικότητας χορηγείται για την διατήρηση της ποιότητας και υψηλής αποδοτικότητας στο διάστημα που χορηγείται και αποτελεί κίνητρο παραμονής και προσέλκυσης στελεχών υψηλής στάθμης. 3. Για τους νέους προσλαμβανόμενους Ερευνητές και Ε.Λ.Ε., για το πρώτο τουλάχιστον έτος, μπορεί να χορηγηθεί μόνο επιμίσθιο. 4.

Όλες οι παραπάνω αμοιβές καταβάλλονται εφόσον τα οικονομικά των Ινστιτούτων το επιτρέπουν. 5. Η αμοιβή αποδοτικότητας (αμοιβή εξίσωσης παραγωγικότητας) Ερευνητών και Ε.Λ.Ε. και όποιων άλλων αμοιβών τυχόν λαμβάνουν από το Δημόσιο τομέα, υπάγονται κατ' ανώτατο όριο μαζί με τις τακτικές αποδοχές (του ν. 2530/1997 όπως ισχύει κάθε φορά) στο όριο αμοιβών του Προέδρου του Αρείου Πάγου.

Η αμοιβή αποδοτικότητας προέρχεται από τα έσοδα του Ι.Τ.Ε. από τον ιδιωτικό τομέα και το Δ.Σ. καθορίζει τις κατηγορίες εσόδων και τα ποσά από τα οποία καταβάλλεται ". Περαιτέρω, στο άρθρο 61 του ίδιου Κανονισμού ορίζεται ότι : "1. Έσοδα του Ι.Τ.Ε. εκτός κρατικού προϋπολογισμού είναι αυτά που προέρχονται από πωλήσεις προϊόντων και υπηρεσιών, δωρεές ιδιωτικών φορέων, χρηματοδοτήσεις επιχειρήσεων και οργανισμών (με ανταγωνιστική ιδιωτικού τύπου διαδικασία) και άλλα συναφή έσοδα.

Τα έσοδα αυτά χαρακτηρίζονται ως έσοδα " ελεύθερης αγοράς". 2. Προκειμένου να υπολογισθούν τα διαθέσιμα καθαρά έσοδα ιδιωτικού τομέα λαμβάνονται υπόψη σε ετήσια βάση, τα ακόλουθα μεγέθη (ποσά) : α ... β... γ... δ... Για την χρησιμοποίηση του ποσού αυτού από τα Ινστιτούτα και μονάδες, λαμβάνεται υπόψη ο αριθμός του προσωπικού τους και κατανέμεται ως επιμέρους δικαίωμα σ' αυτά, λαμβανομένου υπόψη ότι το διαθέσιμο ποσό ανά Ινστιτούτο - μονάδα δεν μπορεί να υπερβαίνει το σύνολο των εσόδων του από την ελεύθερη αγορά ....

ζ. Ανά άτομο οι συνολικές καταβαλλόμενες αμοιβές αποδοτικότητας (εκτός επιμισθίων και αποζημιώσεων που ρυθμίζονται με ειδικούς νόμους) δεν μπορούν να υπερβαίνουν το 100% των αποδοχών της οργανικής θέσης, με μηνιαίο όριο τις αποδοχές του Προέδρου του Αρείου Πάγου. η. Η χορήγηση των παραπάνω πραγματοποιείται, εφόσον υπάρχουν διαθέσιμα κονδύλια στο Ινστιτούτο - παραγωγική μονάδα, με ευθύνη του Δ/ντή και του Δ.Σ.

του Ιδρύματος". Περαιτέρω, από την διαπνέουσα ολόκληρο το εργατικό δίκαιο γενικότερη αρχή της προστασίας των μισθωτών, με την εφαρμογή της οποίας αποτρέπεται η σύγκρουση των όρων εργασίας, που διαμορφώνονται από περισσότερες πηγές διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας, συνάγεται ότι η αποτελούσα ειδική μορφή αυτής αρχή της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, προβλεπομένη ήδη από το άρθρο 680 του Α.Κ.

και την διάταξη του άρθρου 7 παρ. 2 του ν.1876/1990, κατά την οποία οι ευνοϊκότεροι για τους εργαζομένους όροι των ατομικών συμβάσεων εργασίας υπερισχύουν των δυσμενέστερων όρων των συλλογικών συμβάσεων, εφαρμόζεται όχι μόνο στην σχέση συλλογικής και ατομικής σύμβασης εργασίας, αλλά και στην σχέση περισσοτέρων πηγών (νόμου, συλλογικής σύμβασης εργασίας, κανονισμού, ατομικής σύμβασης) διαφορετικής ιεραρχικής βαθμίδας (Ολ.

Α.Π. 26/2007). Για την εφαρμογή, όμως, της αρχής της εύνοιας υπέρ των μισθωτών, κατά την συσχέτιση διαφόρων πηγών μεταξύ τους, οι αποδοχές συγκρίνονται ως μία ενότητα, αφού (εκτός αντίθετης ειδικής ρύθμισης) δεν είναι δυνατή η επιλεκτική αναζήτηση τμήματος αποδοχών από τη μία πηγή και άλλου από διαφορετική πηγή, διότι δεν είναι επιτρεπτή η σύγχρονη εφαρμογή όλων των πηγών αυτών, ως προς την έννοια των αποδοχών (τούτο ειδικά ως προς την συσχέτιση περισσοτέρων Σ.Σ.Ε., αποτυπώνεται ρητά στο άρθρο 10 παρ. 1 του ν. 1876/1990).

Κατά την συσχέτιση περισσοτέρων πηγών της αυτής ιεραρχικής βαθμίδας, δεν εφαρμόζεται η ως άνω αρχή της εύνοιας, ούτε η διάταξη του άρθρου 7 παρ. 3 του ν. 1876/1990 (που ρυθμίζει την σχέση νόμου και Σ.Σ.Ε.), αλλά οι νεότεροι και ειδικοί κανόνες αποκλείουν την εφαρμογή των παλαιοτέρων και γενικών και αυτοί εφαρμόζονται, όταν ρυθμίζουν το ίδιο γενικά θέμα, κατά τρόπο αντίθετο και σε κάθε περίπτωση διαφορετικό και ασυμβίβαστο προς την ρύθμιση των παλαιοτέρων κανόνων, είτε ευνοϊκότερο, είτε δυσμενέστερο, σε σχέση με αυτούς (άρθρο 2 Α.Κ.).

Σε σχέση και συνάφεια προς τα προαναφερθέντα, για την συσχέτιση διαφόρων πηγών, ως προς τους Κανονισμούς Εργασίας, που καταρτίσθηκαν και κυρώθηκαν υπό την ισχύ και με την διαδικασία του ν.δ. 3789/1957, οι αναγκαστικού δικαίου διατάξεις της κοινής (γενικής) εργατικής νομοθεσίας υπερισχύουν, εφόσον περιέχουν ρυθμίσεις, στο σύνολό τους λαμβανόμενες, ευνοϊκότερες για τους εργαζομένους, ως διατάξεις ανώτερης βαθμίδας, των διατάξεων των εχόντων ισχύ ουσιαστικού νόμου κανονισμών εργασίας, που καταρτίσθηκαν και κυρώθηκαν υπό την ισχύ και κατά τη διαδικασία του ν.δ. 3789/1957.

Αντίθετα, υπερισχύουν οι διατάξεις των Κανονισμών εργασίας, εάν, με την αυτή προϋπόθεση, είναι ευνοϊκότερες των αντιστοίχων της κοινής εργατικής νομοθεσίας (Ολ. Α.Π. 5/2011, Α.Π. 247/2020). Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ) προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, που αφορά την επιδίκαση της αμοιβής αποδοτικότητας, δέχθηκε, ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, δικαιούται την ως άνω αμοιβή, με τις ακόλουθες, επί της ουσίας, αλλά και νομικές, παραδοχές : "Από την αντιπαραβολή των διατάξεων του άρθρου 38 παρ. 7 του ν. 3205/2003 και 60 του Εσωτερικού Κανονισμού του αναιρεσείοντος συνάγεται ότι στον Εσωτερικό Κανονισμό εξειδικεύεται η νομοθετική πρόβλεψη για την καταβολή της αμοιβής αποδοτικότητας και καθορίζονται ως κριτήρια, για την καταβολή της στους ερευνητές και στους Ε.Λ.Ε., η αξιολόγηση της συνολικής προσφοράς τους της τελευταίας τριετίας, πριν από την καταβολή της αμοιβής αφενός και αφετέρου η ύπαρξη διαθέσιμων κεφαλαίων, προερχόμενων εκτός του κρατικού προϋπολογισμού από τις πωλήσεις προϊόντων και υπηρεσιών, δωρεές ιδιωτικών φορέων, κ.λ.π. (στα οποία, αν και δεν ορίζεται ρητά, προφανώς περιλαμβάνονται και οι επιχορηγήσεις από το πρόγραμμα δημοσίων επενδύσεων του Υπουργείου Βιομηχανίας, Ενέργειας και Τεχνολογίας, για την εκτέλεση ερευνητικών προγραμμάτων, κατ' άρθρο 23 παρ. 1 εδ.

β' του ν. 1514/1985 και 16 παρ. 1 εδ. β'του π.δ/τος 432/1987) [...] Από το συνδυασμό των ως άνω διατάξεων συνάγεται ότι, με επιμέρους αποφάσεις του Δ.Σ. του αναιρεσείοντος μπορεί να αποφασισθεί η χορήγηση αμοιβής αποδοτικότητας, σε εκείνους τους ερευνητές, Ε.Λ.Ε. ή και άλλο προσωπικό, των οποίων η προσφορά την τελευταία τριετία, κατόπιν αξιολόγησής της κρίνεται ότι έχει τα χαρακτηριστικά της ποιότητας και της υψηλής αποδοτικότητας και εφόσον το επιτρέπουν τα έσοδα των Ινστιτούτων, τα οποία, για την αμοιβή αυτή, προέρχονται από τον ιδιωτικό τομέα, δηλαδή από πωλήσεις προϊόντων, δωρεών, επιχορηγήσεων, κ.λ.π.

Η εν λόγω αμοιβή δεν συνιστά οικειοθελή παροχή, σύμφωνα με την ως άνω έννοια, αλλά υποχρεωτική μισθολογική παροχή, προβλεπόμενη από το νόμο ειδικά για την παροχή κινήτρου παραγωγικότητας στους υπαλλήλους του αναιρεσείοντος, πρωτίστως στους Ερευνητές και στους Ε.Λ.Ε., η οποία κατά ρητή πρόβλεψη, διαμορφώνει τις τακτικές αποδοχές τους και, επομένως, δεν μπορεί να γίνει λόγος ούτε ότι το αναιρεσείον μπορεί να την διακόψει μονομερώς και οποτεδήποτε, ούτε ότι η χορήγησή της έχει ως βάση τη δεσμευτική συμφωνία, που έχει συναφθεί μεταξύ του αναιρεσείοντος και των δικαιούχων της αμοιβής από την αδιάκοπη και επί πολλά έτη καταβολή της.

Εν προκειμένω αποδεικνύεται ότι, κατά το χρόνο της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της, ο μηνιαίος μισθός της ενάγουσας έπρεπε να ανερχόταν στο ποσό των 2.604,76 ευρώ συμπεριλαμβανομένης της αμοιβής αποδοτικότητας (αμοιβής εξίσωσης αποδοτικότητας), ποσού 530 ευρώ. Η αμοιβή αυτή χορηγείτο στην ενάγουσα από το έτος 2007 έως και το έτος 2013, με διαδοχικές αποφάσεις του Δ.Σ.

του εναγόμενου (υπ' αριθμ. 195/11-3/15-12-2006, 208/12-3/18-12-2007, 222/13-3/9-12-2008, 234/14-3/12-12-2009, 246/164/14-1-2010, 258/17-5/14-1-2012 και 269/18-5/15-12-2012), με τις οποίες ενέκρινε τις αντίστοιχες προτάσεις του Διευθυντή του Ι.Μ.Β.Β. (με ημερομηνίες 12-12-2006, 10-12-2007, 3-12-2008, 8-12-2009 10-1-2011, 8-9-2011, 10-1-2012 και 15-1-2013), πλην, όμως, από την 1-1-2014 το εναγόμενο διέκοψε την καταβολή της ως άνω αμοιβής, ισχυριζόμενο αβάσιμα ότι, εφόσον, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 60 του Εσωτερικού Κανονισμού, είχε δικαίωμα και όχι υποχρέωση να την καταβάλει, επρόκειτο για οικειοθελή παροχή, την οποία μπορούσε να ανακαλεί οποτεδήποτε.

Όπως ανωτέρω εκτέθηκε, η ενάγουσα όλο αυτό το χρονικό διάστημα ήταν συνεπής στις συμβατικές της υποχρεώσεις, ανταποκρινόταν πλήρως στα καθήκοντά της και επιδιδόταν σε σημαντικό ερευνητικό έργο, επ' ωφελεία του εναγόμενου, κάτι που το εναγόμενο ουδέποτε αμφισβήτησε, πριν την έναρξη της μεταξύ τους αντιδικίας, με την από 9-1-2012 αγωγή της ενάγουσας και πριν από την καταγγελία ουδέποτε προέβη σε μομφή ή παρατήρηση, ως προς την εργασιακή απόδοσή της και την ποιότητα του έργου της.

Εκτός τούτου, με την υπ' αριθμ. 8248/29-12-2015 απόφαση του εναγόμενου, εγκρίθηκε η υλοποίηση με ίδια μέσα του Υποέργου " ΒΙΟΣΥΣ με ίδια μέσα " της πράξης " ΒΙΟΣΥΣ - Ανάπτυξη Διεπιστημονικών Ερευνητικών Δραστηριοτήτων στην Κατεύθυνση της Βιολογίας Συστημάτων" από το Ίδρυμα Τεχνολογίας και Έρευνας (Ι.Τ.Ε.), συνολικής δαπάνης ποσού 2.337.000 ευρώ διάρκειας από την 1-7-2013 έως την 31-12-2015.

Σύμφωνα με την απόφαση, τα συνημμένα σε αυτή σχετικά παραρτήματα Α και Β και το Τεχνικό Παράρτημα του Έργου, στο εν λόγω ερευνητικό έργο συμμετείχε η ενάγουσα, με την ειδικότητα της Βιολόγου Ε.Λ.Ε. Β' βαθμίδας, με συμμετοχή δύο ανθρωπομηνών, συνολικού κόστους 7.780 ευρώ, έχοντας τα αναφερόμενα εκεί καθήκοντα.

Εξάλλου, στις υπ' αριθ. 167/21-2-2012, 216/25-2-2013 και 243/20-2-2014 αποφάσεις του Προέδρου του Δ.Σ. του Ι.Τ.Ε., για την έγκριση του Οικονομικού απολογισμού και Ισολογισμού των ετών 2011, 2012 και 2013, αντίστοιχα, επισυνάφθηκαν καταστάσεις γενικής διαχείρισης (εκμετάλλευσης), σύμφωνα με τις οποίες το εναγόμενο εισέπραξε από πωλήσεις προϊόντων - εμπορευμάτων, λοιπών αποθεμάτων και υπηρεσιών, από επιχορηγήσεις από έσοδα παρεπόμενων ασχολιών και από έσοδα κεφαλαίων το συνολικό ποσό για το έτος 2010 των 42.722.610,66 ευρώ, για το έτος 2011 των 33.586.553,88 ευρώ, για το έτος 2012 των 41.900.457,20 ευρώ και για το έτος 2013 των 49.811.938,49 ευρώ, ενώ σύμφωνα με τον προϋπολογισμό του έτους 2014, που αναρτήθηκε με την υπ' αριθμ. 1391/19-11-2013 απόφαση του Προέδρου του Δ.Σ.

του εναγομένου προβλέπονταν αντίστοιχα έσοδα ποσού 42.047.600 ευρώ Επομένως, εφόσον υπήρχαν οι ίδιες προϋποθέσεις, για την καταβολή της αμοιβής της ενάγουσας και για το έτος 2014, όπως αυτές συνέτρεχαν και για τα προηγούμενα έτη (ίδια εργασιακή απόδοση και διαθέσιμα κεφάλαια), το εναγόμενο δεν είχε τη διακριτική ευχέρεια, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται, αλλά τη νομική υποχρέωση να της καταβάλει την αμοιβή αποδοτικότητας και για το έτος αυτό, όπως έκανε στα προηγούμενα επτά έτη, αφού η υποχρεωτικότητα της νομοθετικής διάταξης του άρθρου 38 παρ. 7 του ν. 3205/2003, κατισχύει της κατωτέρου βαθμίδας διάταξης του εσωτερικού κανονισμού, στην οποία η παροχή της ίδιας αμοιβής προβλέπεται ως δυνητική (" το Δ.Σ.

δύναται να χορηγεί "), κατ' εφαρμογή της αρχής της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, κατά τα ανωτέρω εκτεθέντα και παρά το νόμο παράλειψε να εκδοθεί σχετική απόφαση και για το έτος αυτό. Πρέπει να σημειωθεί ότι το εναγόμενο ισχυρίζεται ότι η μη καταβολή της αμοιβής αποδοτικότητας στην ενάγουσα για το έτος 2014, εντάσσεται στην συνολική προσπάθεια ανασυγκρότησης της οικονομικής πορείας του εργαστηρίου MINOTECH και στον περιορισμό των εξόδων του.

Πλην, όμως, ο ισχυρισμός αυτός δεν επιβεβαιώνεται, όχι μόνο με βάση τα ανωτέρω, αλλά και από τη με ημερομηνία 5-6-2016 λογιστική απεικόνιση, που προσκομίζει το εναγόμενο, κατά την οποία, κατά τα έτη 2010 έως και 2013, το εργαστήριο MINOTECH είχε περισσότερα έξοδα παρά έσοδα, δηλαδή παρουσίασε ετήσιο έλλειμα, κατά μέσο όρο, 56.540,90 ευρώ (το 2014 παρουσίασε έλλειμα 55.485,70 ευρώ), χωρίς όμως αυτό να αποτέλεσε αποτρεπτικό παράγοντα καταβολής στην ενάγουσα της αμοιβής τα έτη αυτά ...".

Σε ακολουθία της κρίσης του αυτής, αποφάνθηκε ότι το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε ότι η πιο πάνω αμοιβή συνιστούσε οικειοθελή παροχή, που ήταν οποτεδήποτε ανακλητή από το εναγόμενο και δεν θεμελίωνε συμβατική υποχρέωσή του και ότι, επομένως, νομίμως το έτος 2014, δεν κατέβαλε στην ενάγουσα την αμοιβή αποδοτικότητας, εσφαλμένα εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις και, κατόπιν αυτού, δέχθηκε ως βάσιμο κατ' ουσίαν τον έκτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα - ενάγουσα παραπονείτο ότι εσφαλμένα το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε το αίτημά της και τους συναφείς με αυτόν πρώτο, δεύτερο, τρίτο, πρόσθετους λόγους, κατά το μέρος τους που πλήττουν την προσβαλλομένη απόφαση, ως προς την ως άνω διάταξή της και τον δέκατο πρόσθετο λόγο έφεσης.

Με τις ανωτέρω παραδοχές, το δικαστήριο της ουσίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις της εργατικής νομοθεσίας, οι οποίες ήταν εφαρμοστέες στην προκειμένη περίπτωση και ορθώς δεν εφάρμοσε την διάταξη του άρθρου 60 του έχοντος ισχύ νόμου Εσωτερικού Κανονισμού Λειτουργίας του αναιρεσείοντος, που δεν ήταν εφαρμοστέος, έστω και αν η διάταξη αυτή είναι μεταγενέστερη και ειδικότερη της διάταξης του άρθρου 38 παρ. 7 του ν. 3205/2003.

Τούτο καθόσον, σύμφωνα με όσα αναλυτικά αναπτύχθηκαν στην αμέσως προηγούμενη μείζονα νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, ακολουθώντας την αρχή της εύνοιας υπέρ του μισθωτού, δέχθηκε ότι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη, κατά τις διατάξεις της κοινής εργατικής νομοθεσίας, ήταν δικαιούχος της αμοιβής αποδοτικότητας, καθόσον συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 38 παρ. 7 του ν. 3205/2003, για την καταβολή της αμοιβής αποδοτικότητας και για το έτος 2014, όπως και για τα προηγούμενα έτη.

Σε συνέχεια δε των παραδοχών αυτών, κατέληξε με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, στην ευνοϊκότερη ρύθμιση για την αναιρεσίβλητη, δηλαδή αυτή των διατάξεων της εργατικής νομοθεσίας, με βάση τις οποίες και της επιδίκασε την αμοιβή αποδοτικότητας για το έτος 2014, δεχόμενο ειδικότερα ότι στο ερευνητικό έργο "ΒΙΟΣΥΣ με ίδια μέσα " της πράξης " ΒΙΟΣΥΣ - Ανάπτυξη Διεπιστημονικών Ερευνητικών Δραστηριοτήτων στην Κατεύθυνση της Βιολογίας Συστημάτων" από το αναιρεσείον, συνολικής δαπάνης ποσού 2.337.000 ευρώ, συμμετείχε και εκείνη, με την ειδικότητα της Βιολόγου Ε.Λ.Ε.

Β' βαθμίδας, έστω και αν το ερευνητικό αυτό έργο εγκρίθηκε από το Διοικητικό Συμβούλιο του Ιδρύματος το έτος 2015, ήτοι σε χρόνο μετά την καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, αφού, κατά τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, το έργο αυτό είχε διάρκεια από την 1-7-2013 έως την 31-12-2015. Σημειώνεται ότι η διάταξη του 562 παρ. 2 ΚΠολΔ αφορά σε "ισχυρισμούς" και όχι σε νομικούς κανόνες, όπως είναι η προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 38 παρ. 7 του ν. 3205/2003, η επίκληση της οποίας μπορεί να γίνει το πρώτον κατά το στάδιο της αναιρετικής διαδικασίας, εφόσον η διάταξη αυτή ήταν εφαρμοστέα, με βάση τα γενόμενα δεκτά από την απόφαση περιστατικά (πρβλ.

Α.Π. 518/2022, Α.Π. 362/2019, Α.Π. 133/2018, Α.Π. 318/2017, Α.Π. 861/2015, ΑΠ 227/2006), απορριπτομένων μετά ταύτα των αιτιάσεων της αναιρεσίβλητης ότι δηλαδή το αναιρεσείον δεν επικαλέστηκε παραδεκτή προβολή του εν λόγω ισχυρισμού, ενώπιον του δικαστηρίου της ουσίας, με καταχώρισή του στα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και επαναφορά του, κατά νόμιμο τρόπο, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Επομένως, ο τρίτος λόγος αναίρεσης του κυρίως δικογράφου και ο συναφής τρίτος πρόσθετος λόγος αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι, από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ αναιρετικές πλημμέλειες της ευθείας και εκ πλαγίου παραβιάσεως των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 60 του Κανονισμού Λειτουργίας του Ιδρύματος και 38 παρ. 7 του Ν. 3205/2003 κατά τα ειδικότερα στο λόγο αναιρέσεως περαιτέρω σχετικώς διαλαμβανόμενα, είναι αβάσιμοι και πρέπει να απορριφθούν.

Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 57, 59, 330, 299, 932, 914, 648 και 672 του Α.Κ. συνάγεται ότι, εάν η καταγγελία της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας από τον εργοδότη έλαβε χώρα υπό συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητας του εργαζομένου (μείωση της υπόληψης αυτού ως εργαζομένου, καθώς και της επαγγελματικής δραστηριότητάς του, ενόψει του είδους της εργασίας και του ιδιαίτερα έντονου συμφέροντος αυτού για πραγματική απασχόληση) ή που συνιστούν αδικοπραξία (καταχρηστική καταγγελία) ο εργοδότης μπορεί να υποχρεωθεί να καταβάλει στον εργαζόμενο και χρηματική ικανοποίηση για ηθική βλάβη, το ποσό της οποίας καθορίζεται από το δικαστήριο, κατ` εύλογη κρίση.

Η άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας, δεν συνιστά, καθεαυτή, προσβολή της προσωπικότητας του εργαζομένου, ώστε να μπορεί να θεμελιώσει αξίωσή του, για χρηματική ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, χωρίς τη συνδρομή άλλων στοιχείων, που στοιχειοθετούν την προ¬σβολή και δη τη μείωση της τιμής και της υπόληψης αυτού, ως εργαζομένου και της επαγγελματικής του υπόστασης και αξίας (Α.Π. 359/2020, Α.Π. 22/2014, Α.Π. 254/2012, Α.Π. 1540/2006).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, κατά την έρευνα της ουσιαστικής βασιμότητας του κεφαλαίου περί καταβολής χρηματικής ικανοποίησης της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, προς αποκατάσταση της ηθικής βλάβης, την οποία επικαλέστηκε ότι υπέστη από την προσβολή της προσωπικότητάς της, από την άκυρη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της, δέχθηκε, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Περαιτέρω, ενόψει όλων των ανωτέρω αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών, αποδεικνύεται ότι η ενάγουσα, από την άκυρη απόλυσή της, υπέστη ηθική βλάβη, για την οποία δικαιούται εύλογη χρηματική ικανοποίηση, η οποία, ενόψει του γεγονότος ότι οι λόγοι που επικαλέστηκε το εναγόμενο ως σημαντικοί, στην ανωτέρω έγγραφη καταγγελία της σύμβασης εργασίας της ενάγουσας, δεν αποδείχθηκε ότι υφίσταντο, ότι παρά την ευδόκιμη υπηρεσία της ενάγουσας στο εναγόμενο επί 27 έτη, την αναγνώριση της επιστημονικής κατάρτισής της και την ερευνητική εγκυρότητά της εξαιτίας των οποίων προσόντων της συμμετείχε σε διάφορα ερευνητικά προγράμματα, όπως ανωτέρω εκτέθηκε, το εναγόμενο χρησιμοποίησε στην καταγγελία του βαρύτατες εκφράσεις για υπάλληλο, όπως παράβαση καθήκοντος, σοβαρή απείθεια, ανταγωνισμός του εργοδότη, παράβαση υποχρέωσης πίστης, του γεγονότος ότι το εναγόμενο κατάγγειλε την σύμβαση εργασίας για αβάσιμους λόγους, αν και γνώριζε ότι η εργασία της αποτελούσε το μοναδικό βιοποριστικό της μέσο, με το οποίο συνέδραμε οικονομικά την οικογένειά της, ένα μέλος της οποίας βρισκόταν, τουλάχιστον κατά το χρόνο εκείνο, σε κατάσταση αναπηρίας, με ποσοστό 82%, της ηλικίας της ενάγουσας (γεννηθείσας το έτος 1961), του είδους της απασχολήσεώς της και της οικονομικής κατάστασης των μερών, πρέπει να καθοριστεί στο ποσό των 10.000 ευρώ, το οποίο κρίνεται εύλογο, δεδομένου ότι το ποσό αυτό, κατά την κοινή πείρα, τη δικαστηριακή πρακτική και τη συνείδηση για το δίκαιο, δεν υστερούν ούτε υπερβαίνουν αντίστοιχα, καταφανώς, εκείνων που, συνήθως επιδικάζονται σε παρόμοιες περιπτώσεις χρηματικής ικανοποίησης και προκύπτουν από τις συνθήκες της αδικοπραξίας ... " .

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε ούτε ευθέως, ούτε εκ πλαγίου, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις, καθόσον από την παραδεκτή κατ' άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ, επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου προκύπτει ότι η αξίωση της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης, για επιδίκαση χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης, θεμελιώνεται στην προσβολή της προσωπικότητάς της, που επήλθε από τις εκτιθέμενες μερικότερες πράξεις του αναιρεσείοντος.

Ειδικότερα, περιέχονται στην αγωγή στοιχεία θεμελιωτικά της αιτούμενης χρηματικής ικανοποιήσεως, λόγω ηθικής βλάβης, ότι, δηλαδή, η καταγγελία της επίδικης εργασιακής σύμβασης συνοδεύτηκε από περιστάσεις προσβλητικές της προσωπικότητάς της, επικαλούμενη συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά, ως προς την μείωση της επαγγελματικής της υπόληψης και αξίας.

Κατά συνέπεια, κατά την ουσιαστική αξιολόγηση του σωρευομένου αιτήματος, περί επιδίκασης χρηματικής ικανοποίησης, λόγω ηθικής βλάβης, το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, διέλαβε με πληρότητα και σαφήνεια τις συνθήκες παράνομης και υπαίτιας προσβολής της προσωπικότητάς της, εξαιτίας της άκυρης καταγγελίας της σύμβασης εργασίας της και, ως εκ τούτου, ο σχετικός τέταρτος λόγος της ένδικης αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι, από το άρθρο 559 αριθμοί 1 εδαφ.

α' και 19 του ΚΠολΔ, αναιρετικές πλημμέλειες, είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί .

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινομένη αίτηση στο σύνολό της, καθώς και οι με ιδιαίτερο δικόγραφο πρόσθετοι λόγοι αυτής, καθισταμένων, πλέον, άνευ αντικειμένου των, δια των προτάσεων, υποβληθέντος αιτήματος του αναιρεσείοντος, περί επαναφοράς των πραγμάτων στην προ της εκτελέσεως κατάσταση, κατ' άρθρο 579 παρ. 2 του ΚΠολΔ και του αιτήματος ανάκλησης της αναστολής εκτέλεσης (άρθρο 565 παρ. 2), που χορηγήθηκε με τη με αριθμό 82/2021 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου (Διαδικασίας Αναστολών), κατά το μέρος που αφορούσε την διάταξη της απόφασης περί της ακυρότητας της από 21-07-2014 καταγγελίας της επίδικης εργασιακής σύμβασης και, συνακόλουθα, της υποχρέωσης του αιτούντος να αποδέχεται τις προσηκόντως προσφερόμενες υπηρεσίες της καθής, με την απειλή χρηματικής ποινής ύψους διακοσίων (200,00) ευρώ, για κάθε ημέρα παραβίασης της πιο πάνω υποχρέωσής του, η έρευνα του οποίου παρέλκει. Τέλος, πρέπει να καταδικασθεί το αναιρεσείον, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσιβλήτου, η οποία εκπροσωπήθηκε στη δίκη και κατέθεσε έγγραφες προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα αυτής (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του ΚΠολΔ), όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό της απόφασης.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 04-06-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης στη Γραμματεία του εκδόσαντος την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση Δικαστηρίου 14/04-06-2021 και του παρόντος Δικαστηρίου 929/2021 αίτηση αναίρεσης και τους από 06-12-2021 και με αριθμό έκθεσης κατάθεσης 136/06-12-2021, δια ιδίου δικογράφου, ασκηθέντες πρόσθετους λόγους αναίρεσης της με αριθμό 78/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης .

Επιβάλλει εις βάρος του αναιρεσείοντος τη δικαστική δαπάνη της αναιρεσιβλήτου, το ύψος της οποίας ορίζει στο ποσό των χιλίων οκτακοσίων (1.800,00) ευρώ .

Απορρίπτει την υποβληθείσα, αίτηση του αναιρεσείοντος, για επαναφορά των πραγμάτων στην προηγούμενη της εκτέλεσης κατάσταση και το αίτημα ανάκλησης της αναστολής εκτέλεσης που χορηγήθηκε με τη με αριθμό 82/2021 απόφαση του Δικαστηρίου τούτου .

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Μαΐου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 12 Ιουνίου 2024.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ